ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΩΝ ΘΑΛΑΣΣΩΝ

Η έννοια και οι μορφές της Κυριαρχίας των Θαλασσών στην Ναυτική Ιστορία.

Δρ. Ηλίας Ηλιόπουλος
ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΛΟΥΔΟΒΙΚΕΙΟΥ-ΜΑΞΙΜΙΛΙΑΝΟΥ
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΜΟΝΑΧΟΥ
Από το βιβλίο του Ηλία Ηλιόπουλου
Ιστορία, Γεωγραφία και Στρατηγική της Ναυτικής Ισχύος,
Αθήναι (Α. Α. Λιβάνης) 2010.



Οι απόψεις των συγγραφέων της Ναυτικής Ιστορίας και Στρατηγικής αναφορικώς προς το ακριβές περιεχόμενο του παραδοσιακά χρησιμοποιουμένου όρου «Command Of The Sea» διΐστανται.  Διάχυτη υπήρξε η τάση να χρησιμοποιείται ή να εκλαμβάνεται ο όρος ως συνώνυμος του ναυτικού μεγαλείου ή της ναυτικής ισχύος.
Ακόμη και ο πολύς Mahan φαίνεται να ακολούθησε την πεπατημένη, εν προκειμένω. Εν τούτοις, φαίνεται βάσιμη η ένσταση ότι μία παρόμοια αντίληψη ενθαρρύνει την πρόσληψη του όρου ως απολύτου, μάλλον, παρά ως σχετικού μεγέθους, γεγονός το οποίο, πέραν των λοιπών αδυναμιών του, οδηγεί, ενδεχομένως, στο (σφαλερό) συμπέρασμα ότι δεν θα ήταν ρεαλιστικό για Ναυτικές Δυνάμεις μεσαίου και μικρού βεληνεκούς να εγείρουν αξιώσεις Κυριαρχίας των Θαλασσών.
Από την μία πλευρά, οι Clarke και Thursfield διετύπωσαν, ήδη από το 1897, την περίφημη θέση ότι «δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα όπως μερική ή ατελής Κυριαρχία των Θαλασσών. Είτε είναι απόλυτη είτε δεν υπάρχει». Ο Mahan φέρεται επίσης να υποστηρίζει την άποψη ότι η Κυριαρχία των Θαλασσών είναι «αποκλειστική» κατηγορία: «Δεν μπορεί να μοιρασθεί, και ανήκει σε ένα έθνος ανά εποχή».[1]Συναφώς παρατηρεί και ο Ratzel:
«Πράγματι, το γεγονός ότι (η θάλασσα) είναι ενιαία, τείνει να μετατρέπει την Κυριαρχία των Θαλασσών σε Ηγεμονία, όπως ακριβώς το θαλάσσιο εμπόριο τείνει προς το μονοπώλιο[2]
Εν τούτοις, επί του προκειμένου εξεφράσθη και αντίθετη άποψη: Ο Τill θεωρεί ότι ο ίδιος ο Mahan εξελάμβανε την Κυριαρχία των Θαλασσών ως σχετική και όχι ως απόλυτη έννοια και ότι, επομένως, οι περί του αντιθέτου απόψεις οφείλονται σε παρερμηνεία του κορυφαίου ιστορικού και στρατηγιστή. Το αυτό, άλλωστε, ισχύει και στην περίπτωση άλλων κορυφαίων της Ναυτικής Ιστορίας και Στρατηγικής: Ο Corbett προτιμούσε την χρήση του όρου «Λειτουργική Κυριαρχία των Θαλασσών». Συναφώς, ο Castex ήταν ακόμη σαφέστερος επί του ζητήματος: «Η Κυριαρχία των Θαλασσών δεν είναι απόλυτη αλλά σχετική, ατελής και μερική».[3]

Η σχετική σημασία του όρου οφείλεται στους εξής παράγοντες:
Χρόνος: Η Κυριαρχία των Θαλασσών μπορεί να είναι ζήτημα περιορισμένης διαρκείας, όπως συνάγεται από την μελέτη της Ναυτικής Ιστορίας. Συναφώς, παρατηρεί ο Corbett:
«Οι δύο Κυριαρχίες των Θαλασσών, γενική και τοπική, μπορούν να είναι είτε πρόσκαιρες είτε διαρκείς:
1. Η πρόσκαιρη Κυριαρχία υφίσταται αφης στιγμής είμεθα ικανοί να εμποδίσουμε τον εχθρό να παρενοχλεί τις διελεύσεις και τις επικοινωνίες μας σε άπαντα ή σε ορισμένα θέατρα επιχειρήσεων, κατά την περίοδο που απαιτείται για να επιτύχουμε τον σκοπό μας
2. Η διαρκής Κυριαρχία υπάρχει από την στιγμή κατά την οποία ο χρόνος παύει να είναι σημαντικός παράγων για την όλη κατάσταση, όταν δηλαδή η δυνατότητα του εχθρού να επαναποκτήσει τις ναυτικές θέσεις του τοποθετείται τόσο μακριά στο μέλλον ώστε δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν στο παρόν[4]
Όπως παρατηρεί σχετικά ο Mahan, «κατά το παρελθόν ουδείς κυριάρχησε αποκλειστικώς κατά θάλασσαν, ούτε καν η Μ. Βρεταννία στις μεγαλύτερες δόξες της», χωρίς να απαιτηθούν διαδοχικές εκστρατείες προς διασφάλισιν της Κυριαρχίας των Θαλασσών. Πρακτικώς μπορεί κανείς να εντοπίσει την άσκηση Κυριαρχίας των Θαλασσών για συγκεκριμένη διάρκεια, όπως π.χ. στην περίπτωση της αγγλογαλλικής εκστρατείας στην Κριμαία κατά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1853-1856).
Τόπος (Γεωγραφία): Προδήλως, η Κυριαρχία των Θαλασσών εξαρτάται απολύτως από τα γεωγραφικά δεδομένα. Σχετικώς σημειώνει ο Ratzel:
«Η Κυριαρχία των Θαλασσών συνεπάγεται την Ηγεμονία επί πολλών χωρών, ακόμη και αν αυτή επιτυγχάνεται από μία χώρα μικρή σε έκταση και αδύναμη. Πλην όμως, παραμένει εξηρτημένη από τις ναυτικές οδούς. Εκεί ευρίσκονται τόσον η ισχύς όσον και η αδυναμία της[5]

Η Κυριαρχία των Θαλασσών μπορεί να είναι «είτε γενική είτε τοπική», παρατηρεί ο Corbett, και εξηγεί:
«Α. Η Γενική Κυριαρχία υπάρχει από την στιγμή κατά την οποία ο αντίπαλος δεν είναι πλέον σε θέση να δράσει επικινδύνως εναντίον των ημετέρων γραμμών και επικοινωνιών ή να χρησιμοποιήσει ή να υπερασπισθεί τις δικές του, ή, με μιαν άλλη διατύπωση, όταν δεν είναι πλέον σε θέση να εμποδίσει σοβαρώς το εμπόριό μας ή τις διπλωματικές ή στρατιωτικές επιχειρήσεις μας. Αυτή η προϋπόθεση εκπληρώνεται όταν ο εχθρός δεν δύναται πλέον να αποστείλει στόλο στην θάλασσα.
Β. Η Τοπική Κυριαρχία προϋποθέτει μία κατάσταση των πραγμάτων, στην οποία είμεθα εις θέσιν να εμποδίσουμε τον εχθρό να παρενοχλήσει τις ημέτερες διελεύσεις και επικοινωνίες σε ένα ή περισσότερα θέατρα επιχειρήσεων[6]
Προσέτι, γράφει συναφώς ο Brodie:
«Η απουσία καθολικής Κυριαρχίας των Θαλασσών είναι ιδιαιτέρως πιθανόν να αποτελεί τον κανόνα εκεί όπου οι διαφιλονικούμενες περιοχές είναι αχανείς και οι βάσεις των αντιτιθεμένων δυνάμεων ευρέως απομακρυσμένες μεταξύ τους
Επί παραδείγματι, μία τέτοια κατάσταση είναι, κατά την άποψή του, «σχεδόν αναπόφευκτη στην τεράστια εμβέλεια του Ειρηνικού».[7]  Κατά τον αριδηλότερο τρόπο απέδωσε την σχετική σημασία της Κυριαρχίας των Θαλασσών / του Ελέγχου της Θαλάσσης και το πόσον εξαρτάται από τον τόπο και τον χρόνο ο Μ. Ναπολέων, ο οποίος φέρεται ειπών το 1804:
«Αφήστε μας να γίνουμε κύριοι των Στενών για έξι ώρες και θα γίνουμε κύριοι του κόσμου».
Έκταση της χρήσεως: Η Κυριαρχία των Θαλασσών όπως και, αντιστρόφως, η Άρνησης της Θαλάσσης (Denial of the Sea) – υφίστανται μέχρις ενός βαθμού. Η ιστορική εμπειρία δικαιώνει την παρατήρηση του Mahan ότι, οσονδήποτε μεγάλη και αν είναι η «ανισότητα ναυτικής ισχύος» μεταξύ των αντιπάλων, ο ασθενέστερος διαθέτει πάντοτε κάποιες, έστω περιορισμένες, ευκαιρίες να επιχειρήσει κατά θάλασσαν, πλήττοντας τυχόν απροστάτευτα σημεία του ισχυροτέρου, ή να καταφέρει να εισέλθει σε λιμένες τελούντες υπό αποκλεισμό. Πρακτικώς, η Κυριαρχία των Θαλασσών αναφέρεται κατά κανόνα σε συγκεκριμένες διαστάσεις του Ναυτικού Πολέμου:
- στον Ναυτικό Πόλεμο Επιφανείας,
- στον Αεροναυτικό Πόλεμο και
- στον Υποβρυχιακό Πόλεμο.
Η Ναυτική Ιστορία παρέχει αρκετά και ενδιαφέροντα παραδείγματα διαφορετικής κλίμακας Κυριαρχίας των Θαλασσών σε κάθε μια από τις τρεις προαναφερθείσες διαστάσεις. Κλασσικό παράδειγμα εξακολουθεί να αποτελεί το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό κατά την διάρκεια αμφοτέρων των Παγκοσμίων Πολέμων, όπου ο Έλεγχος της Θαλάσσης σε επίπεδο Υποβρυχιακού Πολέμου ήταν κατά πολύ επιτυχέστερος από ό,τι στην επιφάνεια.
Ανάγκη: Ο Μέγας Ναύαρχος Erich Raeder ομολόγησε ευθέως ότι η γερμανική εκστρατεία στην Νορβηγία (9/4 – 10/6/1940)[8] η οποία εστέφθη από επιτυχία και υπήρξε μία, αναντιρρήτως, εντυπωσιακή απόπειρα της Γερμανίας να επέμβει στα δεδομένα της Ναυτικής Γεωγραφίας και να τα μετασχηματίσει υπέρ αυτής ήταν επιχείρηση «περιπετειώδης σε ακραίο βαθμό» και «αντίθετη προς όλες τις αρχές της Θεωρίας του Ναυτικού Πολέμου», αφης στιγμής εκτελέσθηκε κάτω από τα δόντια της Βρεταννικής Κυριαρχίας των Θαλασσών.[9] Εν προκειμένω, ο Ναύαρχος Ραίντερ είχε επενδύσει στην επίτευξη απολύτου αιφνιδιασμού καθώς και στην δυνατότητα εξουδετερώσεως πάσης συμμαχικής αντιδράσεως, μέσω της γερμανικής Αεροπορικής Ισχύος. Το σχέδιο απεδείχθη μεγαλοφυές, ενώ υπήρξε συντονισμένη δράση των τριών Όπλων: του Πολεμικού Ναυτικού (Kriegsmarine), της Πολεμικής Αεροπορίας (Luftwaffe) και του Στρατού ξηράς (Heer). Κατά την συμβατική αντίληψη, ωστόσο, δεν θα έπρεπε να έχει καν εκπονηθεί, ακόμη ολιγώτερο δε να έχει εκτελεσθεί (όπως π.χ. και η επίθεση του Μ. Αλεξάνδρου στον Γρανικό ποταμό).
Σχετικά με ανάλογα ζητήματα, ο Mahan πίστευε ότι «κατά κανόνα, μία μείζων πολεμική επιχείρηση κατά θάλασσαν δεν θα έπρεπε να αναλαμβάνεται εκτός εάν είναι πιθανή η Ναυτική Κυριαρχία για μία επαρκή περίοδο».[10] 6στόσο, οφείλει να διευκρινισθεί ότι ο μέγας θεωρητικός δεν αναφερόταν σε απόλυτη κυριαρχία αλλά σε «λειτουργική» κυριαρχία, εκ των πραγμάτων περιορισμένη ως προς τον τόπο, τον χρόνο και την έκτασή της. Το θεώρημα αυτό επαναβεβαιώθηκε με ζωηρή έμφαση από τον Corbett, ο οποίος χαρακτήριζε «γελοία» την άποψη ότι «δεν μπορείς να μεταφέρεις ένα τάγμα διά θαλάσσης, εάν προηγουμένως δεν έχεις κατατροπώσει ολοκληρωτικώς τον στόλο του εχθρού σου».
Εξ αιτίας των ανωτέρω εκτεθέντων λόγων, τείνει να επικρατήσει στην έρευνα η άποψη ότι η Κυριαρχία των Θαλασσών δεν μπορεί ποτέ να είναι απόλυτος. Πέραν αυτών, οφείλει να σημειωθεί ότι η Κυριαρχία των Θαλασσών αποτελεί επιδίωξη όχι μόνον των Μειζόνων αλλά και των Μεσαίων και Μικρών Ναυτικών Δυνάμεων. Χαρακτηριστικό είναι, εν προκειμένω, το παράδειγμα της Ελλάδος των αρχών του 20ού αι., η οποία επεδίωξε και, εν τέλει, επέτυχε, κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, την απόκτηση Κυριαρχίας των Θαλασσών στο Αιγαίο έναντι του γεωπολιτικού αντιπάλου της (την οποία και διατήρησε επί μακρόν). Περαιτέρω, λίαν αποτελεσματική δύναται να αποδειχθεί η συνεργασία μεταξύ μιας Μεγάλης και μιας Μέσης Ναυτικής Δυνάμεως. Π.χ., κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο 1940-41 το Βρεταννικό Royal Νavy και το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό εξασφάλισαν, από κοινού, την Κυριαρχία των Θαλασσών, με ευεργετικές συνέπειες για τον κατά ξηράν μαχόμενο Ελληνικό Στρατό.
Περαιτέρω, η Παγκόσμιος Ναυτική Ιστορία βρίθει παραδειγμάτων, όπου σχετικώς μικροί πολεμικοί στόλοι διεκδίκησαν, ενίοτε με αξιομνημόνευτη επιτυχία, την Κυριαρχία των Θαλασσών, συγκρουόμενοι με μεγαλυτέρους στόλους στα ανοικτά των ακτών, σε κλειστές θάλασσες, λίμνες ή ποταμούς. Αναφέρονται λίαν δειγματοληπτικώς - οι ακόλουθες περιπτώσεις:
  • Οι συμπλοκές μεταξύ Βρεταννών και Αμερικανών στις Μεγάλες
Λίμνες, τόσο κατά τον Αμερικανικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας όσο και κατά τον Πόλεμο του 1812.
  • Η σύγκρουση μεταξύ του USS Monitor (των Βορείων/Ενωτικών) και του CSS Virginia (των Νοτίων/Συνομοσπονδιακών), διαρκούντος του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου.[11]
  • Η ναυμαχία βορείως της Αντοφαγκάστα, τον Οκτώβριο του 1879, μεταξύ των μικρών στόλων του Περού και της Χιλής, στον Πόλεμο του Ειρηνικού, η οποία ανέδειξε την Χιλή Θαλάσσιο Κυρίαρχο της περιοχής (Συνθήκη του Ανκόν).[12]
  • Οι συμπλοκές μεταξύ των Ναυτικών Δυνάμεων Αμύνης του Ισραήλ, εφενός, και του Συριακού και Αιγυπτιακού Πολεμικού Ναυτικού, αφετέρου, τόσο κατά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967 όσο και κατά τον Πόλεμο του Γιομμ-Κιππούρ του 1973.
Πάντως, ασχέτως των επιμέρους διαφωνιών ως προς τον ακριβή ορισμό, ουδείς αμφιβάλλει ως προς τα σπουδαία πλεονεκτήματα της Κυριαρχίας των Θαλασσών. Αυτά αποδόθηκαν συνοπτικά από τον Ναύαρχο Sir Cyprian Bridge ως ακολούθως:
«Επιτρέπει στο έθνος που την κατέχει (την Κυριαρχία των Θαλασσών) να επιτίθεται κατά των εχθρών του εκεί όπου επιθυμεί και όπου αυτοί φαίνονται περισσότερο ευάλωτοι. Συγχρόνως, δίδει στον κάτοχό της ασφάλεια έναντι σοβαρών αντεπιθέσεων και παρέχει στην Εμπορική Ναυτιλία του την επαρκέστερη προστασίαΕίναι, κατουσίαν, ο κύριος σκοπός της διεξαγωγής του Ναυτικού Πολέμου».[13]



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Clarke, G. S., και Thursfield, J. R., The Navy and the Nation, London (John Murray), 1997, σελ. 126 κ. εξ.
[2] Ratzel,Friedrich, “ La geographie politique” Chaliand, Anthologie mondiale de la strategie, Paris (Laffont), 1990, σελ. 949 κ. εξ.
[3] Castex, Adm. Raul Victor Patrice, Strategic Theories, ed. Eugenia Kiesling, Annapolis, MD (Naval Institute Press), 1994, σελ. 53 κ. εξ.__
[4] Corbett, σελ. 1057.
[5] Ratzel, όρ. ανωτ., σελ. 949 κ. εξ.
[6] Όρα ανωτ.
[7] Brodie, Bernard, A Guide to Naval Strategy, New York (Praeger), 1965, σελ. 108.
[8] Kinder / Hilgemann, Werner, dtv-Atlas zur Weltgeschichte, (Deutscher Taschenbuch Verlag), 25, Ausgabe, 1991, Band (τόμος ) ΙΙ, σελ. 477.
[9] Raeder, όρ. ανωτ.__
[10] Mahan, Α. T., Naval Strategy: Compared and Contrasted with the Principles and Practice of Military Operations, Boston, MA (Little, Brown), 1911, σελ. 218.
[11] Για τις ναυτικές πολεμικές επιχειρήσεις κατά τον Αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865) όρα Αnderson, Bern, By Sea and by River: The Naval History of the Civil War, New York (De Capo), 1989.
[12] Kinder / Hilgemann, όρ. ανωτ., τ. ΙΙ, σελ. 371.
[13] Bridge, Adm. Sir Cyprian, Sea Power and Other Studies, London (Smith, Elder), 1910, σελ. 84. Τill, Till, Geoffrey, Sea Power. A Guide for the Twenty-Fist Century, London / Portland (Frank Cass). 2006, first publ. 2004, σελ. 149.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...