ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Τρίτη, 2 Ιουλίου 2019

Παραδοσιακή αλιεία με εκπαιδευμένους κορμοράνους


Παραδοσιακή αλιεία με εκπαιδευμένους κορμοράνους
Περί Αλός
Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς – Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ
Εκδ. ΕΘΕ/ΓΕΝ, Ιούνιος 2019, τ. 1028, σελ. 63-65.


Κορμοράνος επί τω έργω ΦΩΤΟ: Steve Simnett
https://www.flickr.com/photos/imperialeagle/albums


Ανάμεσα στις τόσο όμορφες και παράξενες παραδοσιακές μεθόδους αλιείας του κόσμου συγκαταλέγεται κι εκείνη που οι αλιείς χρησιμοποιούν εκπαιδευμένους κορμοράνους.


Ο κορμοράνος είναι πτηνό της οικογένειας Φαλακροκορακίδαι (Phalacrocoracidae), η οποία περιλαμβάνει περίπου 30 είδη. Έχουν γαμψό και δυνατό ράμφος και δάχτυλα ενωμένα με νηκτική μεμβράνη. Βρίσκονται σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Η τροφή τους αποτελείται κυρίως από ψάρια τα οποία συλλαμβάνουν βουτώντας στο νερό[1]. Εξαιτίας της εξαιρετικής ικανότητάς τους να ψαρεύουν ο άνθρωπος, κατά καιρούς, τους εξημέρωσε, τους εκπαίδευσε και τους χρησιμοποίησε για να τον βοηθούν στην αλιεία. Στην Ιαπωνία χρησιμοποιούνται κυρίως τα είδη Phalacrocorax capillatus και Phalacrocorax carbo ενώ το Phalacrocorax carbo sinensis στην Κίνα. Στην Ευρώπη χρησιμοποιήθηκε ο κορμοράνος Phalacrocorax carbo με τα υποείδη sinensis και carbo [2].

Godo on the Kisokaido, ukiyo-e prints by Keisai Eisen
(1790-1848)

Η αλιεία με τη χρήση κορμοράνων είναι μια τέχνη που έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ιαπωνία όπως περιγράφεται στα χρονικά της Κίνας, της Δυναστείας Sui (590-617 μ.Χ) [3]. Στο αρχαιότερο χρονικό της Ιαπωνίας Kojiki, που ολοκληρώθηκε το 712 μ.Χ., ο Ιάπων Αυτοκράτωρ Jimmu έγραψε ποίημα για τους φύλακες των κορμοράνων αλλά υπάρχουν επίσης αναφορές ότι η αλιεία με κορμοράνους έχει τις ρίζες της και παλαιότερα από το 459 μ.Χ. στην Ιαπωνική μυθολογία [4]. Η τέχνη της αλιείας με κορμοράνους καλείται στην ιαπωνική γλώσσα «u-kai» (u = κορμοράνος) που όμως με την ακριβή έννοια σημαίνει αλιεύς ή φύλακας κορμοράνων [5]. Σε αναφορές από το 1028 μαθαίνουμε ότι στην ιαπωνική πόλη Gifu, οι αλιείς χρησιμοποιούσαν 12 κορμοράνους σε ένα σκάφος, ακριβώς όπως και σήμερα [6]. Οι Ευρωπαίοι έμαθαν για τους κορμοράνους πολύ αργότερα, κατά τον 14ο αιώνα, όμως η χρήση τους για αλιεία φαίνεται να ξεκίνησε μόνο ως ψυχαγωγία. Ο Ιάκωβος Α’ (1566-1626) και ο Κάρολος Α’ (1600-1649) της Αγγλίας ήταν τόσο μεγάλοι θαυμαστές της ψυχαγωγικής δραστηριότητος αλιείας με κορμοράνους ώστε διατηρούσαν σε μέλος της βασιλικής αυλής τον τίτλο «Master of Cormorants». Αυτό το μέλος ήταν επιφορτισμένο να φροντίζει και να εκπαιδεύει κορμοράνους-ψαράδες για την τέρψη του βασιλέως[7].

Κίνα, Xitang 2006
ΦΩΤΟ: Brian Yap ()



Ο Ιάκωβος Α’ εκτός από τους κορμοράνους είχε και εξημερωμένες ενυδρίδες τις οποίες, ο
Master of Cormorants John Wood, εκπαίδευε για τον ίδιο σκοπό[8].
Στην Ευρώπη, η πρώτη περιγραφή αλιείας με χρήση κορμοράνων από τους Ιάπωνες αλιείς, φαίνεται να είναι από το ημερολόγιο του Άγγλου εμπόρου, Richard Cocks το 1617, ο οποίος περιγράφει πως περνούσαν τον κρίκο οι Ιάπωνες στους κορμοράνους και πως τα πτηνά αυτά ψάρευαν:
«I forgot to note downe how Soyemon Dono made a fishing over against English howse with cormorants made fast to long cordes behind their winges, and bridles from thence before their neckes to keep the fish from entering their bodies, so that when they took it they could take yt out of their throtes againe»[9].

ΦΩΤΟ: GTPIX
https://www.flickr.com/photos/ggt1/albums

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα περισσότερες πληροφορίες έρχονται στο φως της δημοσιότητος μεταξύ των οποίων κι ένα άρθρο του 1889, το οποίο δημοσιεύθηκε στους  Times του Λονδίνου από τον Υποστράτηγο του Βασιλικού Μηχανικού Henry Palmer. Ο Palmer περιγράφει την πρακτική  της συγκεκριμένης αλιείας στον ποταμό της Ιαπωνίας Nagara όπως ακριβώς συνηθίζεται σήμερα στις περιοχές Gifu, Fuefuki, Kyoto και Uji[10]. Το περιστατικό λάμβανε χώρα κατά τη νύχτα και οι παρευρισκόμενοι με το φως των πυρσών έτρωγαν, έπιναν και απολάμβαναν ένα μοναδικό θέαμα. Επισημαίνει ότι υπήρχαν 7 αλιευτικά σκάφη τα οποία έφεραν 4 αλιείς έκαστο και ότι οι κορμοράνοι είχαν στο λαιμό τους μεταλλικούς κρίκους [11].
Στη Γαλλία ο Λουδοβίκος ΙΓ’  (1610-1643) είχε  εκπαιδευμένους κορμοράνους, δώρο από τον Ιάκωβο Α’ της Αγγλίας. Σε αρχείο του Fontainebleau Palace βλέπουμε ότι υπάρχει o τίτλος «garde de cormoranes», από το 1698 μέχρι και το 1736, για τον φροντιστή, εκπαιδευτή ή φύλακα των κορμοράνων[12]. Τον 19ο αιώνα ο M. Le Comte Le Couteulx de Cantreleu είχε κορμοράνους στο κάστρο του και ο μεγάλος ενθουσιασμός του για το πτηνό αυτό τον ώθησε το 1870 να γράψει ένα μικρό βιβλίο με τίτλο La Pêche au Cormoran. Στο εσώφυλλο υπάρχει χαρακτικό το οποίο απεικονίζει έναν νεαρό Γάλλο να κρατά έναν κορομοράνο με το όνομα Tobie[13].
Απεικόνιση νεαρού Γάλλου με κορμοράνου που
φέρει το όνομα "Tobie".  ΦΩΤΟ από το εσώφυλλο
του βιβλίου του Jean Baptise Emmanuel Hector Le
Couteulx de Canteleu, La Pêche au Cormoran,Paris Bureaux de la Revue Britannique, 1870, σ.2.

Στην Ισπανία μια πηγή του 17ου αιώνα μαρτυρεί την ύπαρξη κορμοράνων στο βιβλίο του Martinez de Espinar, το οποίο εκδόθηκε το 1644. Ο κορμοράνος φέρει την κοινή ονομασία της εποχής «cuerbo marino».
«En Inglatierra y otras partes marítimas, los acostumbran criar mansos, y los tienen por el provecho que sacan de ellos; yo he visto dos de allá; y los soltaron  en un estanque y sacaron muchos pesces y los traían a su amo, que los llamaba con una poca de carne; y si se tragaban algún pez, se le hacía vomitar apretándole el buche y cuello»[14].
Στην Ολλανδία άργησε πολύ να εμφανιστεί η αλιεία με κορμοράνους (19ος αι.) και μέχρι το 1890 σχεδόν εξαφανίστηκε από την Ευρώπη, ενώ μια μεταγενέστερη πηγή αναφέρει ότι στο Saratow (Russia) κατά το έτος 1912 υπήρξε μια ανάλογη τοπική δραστηριότητα [15]. Ακόμα και σήμερα σε κάποιες περιοχές της Ασίας, και της Ευρώπης όπως στη λίμνη Δοϊράνη, ασχολούνται με την συγκεκριμένη δραστηριότητα είτε ως τρόπος αλιείας για διατροφή είτε ως τουριστικό θέαμα. Ο Αμερικανός συγγραφεύς και αθλητής Daniel Mannix ψάρευε  επιτυχώς με κορμοράνους στα 1960. Επίσης, μια ομάδα ιθαγενών του Περού ασχολείται με αυτόν τον τρόπο αλιείας στη λίμνη Τιτικάκα [16] κάτι που φαίνεται να έχει τις ρίζες της από την αρχαιότητα καθώς σε αρχαία χρωματιστά αγγεία εικονίζονται σκηνές αλιείας με ψαράδες που έχουν σε πρόχειρες σχεδίες κορμοράνους, οι οποίοι φέρουν κρίκους στο λαιμό [17].

Εκπαίδευση κορμοράνων και τρόπος αλιείας
Οι κορμοράνοι ζουν σε αιχμαλωσία και γνωρίζουν από  την στιγμή που γεννιούνται τον εκπαιδευτή/αλιέα τους. Εκείνος αφιερώνει αρκετές ώρες για την εκπαίδευσή τους. Τους φροντίζει, τους μιλά, τους χαϊδεύει απαλά ώστε μέρα με τη μέρα να εξημερώνονται. Το ράμφος τους λειαίνεται, ώστε να αποφευχθούν τυχόν πληγές στον εκπαιδευτή, και τα φτερά τους κόβονται [18].
Κορμοράνος με κρίκο.
ΦΩΤΟ: Από το βιβλίο του James Hornell,
Fishing in many waters, Cambridge 1950:
σελ 230. Plate III B.
Στο πρώτο μάθημα ένα σχοινί δένεται στο πόδι του νεαρού κορμοράνου. Η άλλη άκρη δένεται σε ένα σταθερό σημείο μιας όχθης ποταμού, γέφυρας ή καναλιού. Το πτηνό οδηγείται στο νερό κι ο εκπαιδευτής σφυρίζει έναν χαρακτηριστικό ήχο. Μικρά ζωντανά ψάρια δίνονται στο πτηνό το οποίο με πολύ ευχαρίστηση τρώγει αφού προηγουμένως είχε ακολουθήσει μια σχετική δίαιτα. Κατόπιν με έναν διαφορετικό ήχο τον καλεί πίσω και με την βοήθεια του σχοινιού επιστρέφει το πτηνό στο σημείο αφετηρίας. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβάνεται καθημερινά για έναν μήνα περίπου μέχρι ο κορμοράνος μάθει να ανταποκρίνεται μόνος του στους χαρακτηριστικούς ήχους και τις διαταγές του εκπαιδευτού [19].
Το δεύτερο μάθημα λαμβάνει χώρα στο σκάφος ακολουθώντας την ίδια διαδικασία με πριν και διαρκεί 4-5 εβδομάδες, ανάλογα την ικανότητα του πτηνού. Στις περιπτώσεις που οι νεαροί κορμοράνοι μαθητεύουν μαζί με μεγαλύτερους και καλά εκπαιδευμένους κορμοράνους τότε τα μαθήματα έχουν μικρότερη χρονική διάρκεια αφού διδάσκονται πιο εύκολα από τους μεγαλύτερους σε ηλικία [20]. Στους «μαθητές» κορμοράνους συναντά κανείς τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά που σκιαγραφούν και τους ανθρώπους. Έξυπνοι, κουτοί, περίεργοι, αδιάφοροι, τεμπέληδες, εργατικοί κ.οκ. Έτσι δίνουν την δυνατότητα στον αλιέα να τους ξεχωρίζει από την ομάδα, ακόμα και να τους ονοματίζει με διαφορετικά ονόματα στα οποία τα πτηνά ανταποκρίνονται [21].
Την στιγμή που πλέον έχουν περατώσει τον βασικό κύκλο εκπαιδεύσεως είναι έτοιμα να περάσουν στο επόμενο στάδιο, της αλιείας.
Ο αλιεύς τοποθετεί με πολύ προσοχή έναν κρίκο από ρατάν, μέταλλο ή σπάγκο στο κάτω μέρος του λαιμού του κορμοράνου. Το μέγεθος του κρίκου είναι τόσο μεγάλο όσο να μπορεί ο κορμοράνος να καταπιεί πολύ μικρά ψαράκια αλλά όχι τα μεγέθη εκείνα που ενδιαφέρουν τον αλιέα. Στο πίσω μέρος του κρίκου προσαρμόζεται μια ταινία μήκους 30, 48 εκατοστά (1 πόδι) από μπαμπού ή κόκκαλο φάλαινας. Ο σκοπός της ταινίας αυτής είναι να χρησιμοποιείται ως «χερούλι» σε περίπτωση που χρειαστεί ο αλιεύς να βγάλει τον κορμοράνο από το νερό.

Αλιεία με κορμοράνους στο Kyoto τη νύχτα. ΦΩΤΟ: philbutlerphoto
https://www.flickr.com/photos/44238866@N03/albums

Επιπροσθέτως, στην άκρη της ταινίας υπάρχει ένας σπάγκος ή σχοινί μήκους 4,5-5,5 μέτρων, το οποίο δίνει την δυνατότητα στον αλιέα να μπορεί να επέμβει στις κινήσεις του κορμοράνου και να τον τραβήξει πίσω στο σκάφος όταν υπάρξει κίνδυνος ή όταν ο κορμοράνος δεν υπακούσει στη λήξη της θήρας και συνεχίσει το κυνήγι[22]. Ο κορμοράνος βουτά στο νερό και με δεξιοτεχνία και απίθανους ελιγμούς κυνηγά τα ψάρια, τα πιάνει και τα επιστρέφει στον αλιέα. Επαναλαμβάνει το ίδιο αρκετές φορές μέχρι ο αλιεύς να σημάνει τη λήξη της θήρας.
Τότε ο κορμοράνος επιστρέφει στο σκάφος και ο αλιεύς αφαιρεί τον κρίκο από το λαιμό του πτηνού. Ακολουθεί η επιβράβευση, συνήθως 1-2 μεγάλα ψάρια από εκείνα που αλίευσε[23]. Σε πολλές περιπτώσεις, όταν οι κορμοράνοι είναι πολύ καλά εκπαιδευμένοι, δεν έχουν την ανάγκη του κρίκου και βουτούν ελεύθεροι επιστρέφοντας την λεία τους στον αλιέα.
Στην Ιαπωνία, ο μεγαλύτερος και πιο ικανός κορμοράνος φέρει το όνομα «Itchi-ban» ή «αριθμός 1», ενώ πλάι σε αυτόν θα καθήσουν αντίστοιχα και διαδοχικά οι κορμοράνοι που έχουν την αμέσως κατώτερη ηλικία/ικανότητα [24].

Αλιεία με κορμοράνους στον ποταμό Nagara τη νύχτα.
ΦΩΤΟ:S.R.G - msucoo93
https://www.flickr.com/photos/srgtravel/albums

Θα πρέπει να τονίσουμε την χαρακτηριστική ιδιοσυγκρασία των κορμοράνων. Είναι πτηνά που μπορούν να δείξουν ζήλεια όσο αφορά στους βαθμούς της ιεραρχίας και μπορούν να γκρινιάξουν έντονα εάν αντιληφθούν κάποια αδικία στη δική τους αίσθηση περί δικαιοσύνης. Κατά την χειμερινή περίοδο ή σε κακοκαιρίες γίνονται ιδιαίτερα απαιτητικοί καθώς δεν προσφέρουν υπηρεσίες στον αλιέα τουναντίον αποζητούν συνέχεια τροφή, αφού εύκολα και γρήγορα την χωνεύουν [25].

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο κόσμος των Φυτών και των Ζώων, Χρυσός Τύπος Ε.Π.Ε., τ. Β, Αθήναι 1962: σελ. 114.
[2] Marcus Beike, The history of Cormorant fishing in Europe. Μετάφραση στην αγγλική από το πρωτότυπο Die Geschichte der Kormoranfischerei in Europa (Vogelwelt 133: 1-21 (2012), σελ. 1.
[3] Jackson, C. E., "Fishing with cormorants". Archives of Natural History. 24 (2), 1997: σσ. 189–211. Andres Von Brandt, Fish catching methods of the World, 1984: σελ. 27. Berthold Laufer, The domestication of the Cormoran in China and in Japan, Chicago, 1931: σελ. 212.
[4] Laufer, 1931: σελ. 212.
[5] Laufer, 1931: 211.
[6] Von Brandt, 1984: σελ. 28.
[7] Jackson, 1997: σελ. 202, Laufer, 1931: 206.
[8] Laufer, 1931: σελ. 206.
[9] The diary of Richard Cocks, ed. Edward Maunde Thompson, vol. 1, London, Hakluyt Society, 1883: σελ.  285.
[10] Στις περιοχές αυτές διατηρείται μέχρι σήμερα ο τρόπος αλιείας με κορμοράνους, ο οποίος λαμβάνει χώρα πέντε φορές το χρόνο και έχει μεταστρέψει την εμπορική και παραδοσιακή αυτή δραστηριότητα σε πόλο έλξεως τουριστών.
[11] Palmer, Cormorant fishing in Japan: σελ. 171 στο Richard J. King, The Devil’s cormorant: a natural history, University of New Hampshire Press 2013: σελ. 11.
[12] Jackson, 1997: σελ. 201. King, 2013: σελ. 12.
[13] Jean Baptise Emmanuel Hector Le Couteulx de Canteleu, La Pêche au Cormoran, Paris Bureaux de la Revue Britannique, 1870.  King, 2013: σελ. 12.
[14] Α. Martinez de Espinar, Arte de ballesteria y monteria escrita con methodo para escusar la fadiga que occasiona la ignirancia. Real, Madrid, 1644, έκδοση Napoles, 1739: σσ. 242-243.
[15] Beike, 2012: σελ. 1.
[16] King, 2013: σελ. 13. Beike, 2012: σελ. 16-17.
[17] Leight, Hermann, Pre-Inca Art and Culture, New York, Orion Press 1960: σσ. 49–50.Von Brandt, 1984: σελ. 29.
[18] Von Brandt, 1984: σελ. 28.
[19] Laufer, 1931: σελ. 239.
[20] όπ. παρ. σελ. 239-240.
[21] όπ. παρ.  1931: σελ. 240.
[22] James Hornell, Fishing in many waters, Cambridge 1950: σελ. 32.
[23] Cassell’s, Natural History. The Feathered Tribes, New York, Alexander Montgomery 1854: σελ. 621.
[24] Hornell, 1950: σελ. 32.
[25] όπ. παρ. σελ. 33.

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2019

Λίμνη Ευβοίας Ένας παραδοσιακός ναυτότοπος


ΛΙΜΝΗ ΕΥΒΟΙΑΣ
Ένας παραδοσιακός ναυτότοπος
            Περί Αλός
           
Γιάννης Φαφούτης
Φωτογράφος - Ερευνητής

Σκούνα  "Ευαγγελίστρια", ιδιοκτησίας Δημήτρη Βαρελά, 1898.


Το παρόν άρθρο δημοσιεύεται για πρώτη φορά στο Περί Αλός.
Ευχαριστούμε πολύ τον συγγραφέα-ερευνητή Γιάννη Φαφούτη.

Είναι γνωστό ότι η Λίμνη της Εύβοιας κατέχει τη δική της θέση στο πάνθεον των ναυτικών πόλεων της εποχής εκείνης[1]. Το γεγονός πιστοποιείται από την ήδη υπάρχουσα δημοσιευμένη βιβλιογραφία, μέσα από την οποία τεκμηριώνεται η μακραίωνη ναυτική παράδοση του τόπου.
    Ο αείμνηστος βετεράνος πλοίαρχος του εμπορικού ναυτικού και γνωστός ναυτικός συγγραφέας Αναστάσιος Τζαμτζής στο βιβλίο του τα Αιγαιοπελαγίτικα Καράβια [2] αναφέρει. «Tο να προσπαθήσει κανείς να ταξινομήσει τους τύπους των καραβιών μικρών τε και μεγάλων που αυλάκωσαν το αρχιπέλαγος φτάνει στα όρια της ματαιοπονίας αφού και ο πιο προσεκτικός ερευνητής χάνει κυριολεκτικά τα νερά του».
    Με βάση αυτή τη σοφότατη ρήση θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω τα Λιμνιώτικα ιστιοφόρα κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821, και των πρώτων χρόνων μετά από αυτή, θεωρώντας απαραίτητο να κάνω πρώτα μία συνοπτική περιγραφή της δυναμικότητας του Λιμνιώτικου στόλου, αλλά και των ναυπηγικών υποδομών που διέθετε ο τόπος. Έτσι θα μεταφερθούμε νοερά στο πνεύμα της εποχής εκείνης και θα εμπεδώσουμε καλύτερα τις παρεχόμενες πληροφορίες.
    Για να φθάσει ένα πλεούμενο από τη στιγμή που θα παρθεί η οριστική απόφαση της ναυπήγησης μέχρι την καθέλκυσή του στη θάλασσα έπρεπε κατά τη λαϊκή παροιμιώδη έκφραση να περάσει από  σαράντα κύματα, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που πολλά ιστιοφόρα για διάφορους λόγους (οικονομικούς, τεχνικούς ή ασυμφωνίας μεταξύ των συνιδιοκτητών που προέκυπτε κατά τη διάρκεια της ναυπήγησης) έμειναν μέχρι διαλύσεως μισοτελειωμένα πάνω στα βάζα.
    Από τα στοιχεία που έχουν δει μέχρι σήμερα το φως της δημοσιότητας τα σκαριά που διέθετε ο Λιμνιώτικος στόλος από την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης μέχρι και το τελευταίο τέταρτο του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα  ξεπερνούσαν τις δύο εκατοντάδες[3].


Μπρίκι "Άγιος Σπυρίδων", ιδιοκτησίας Αφών Γεωργίου Φώκια , 1880.

    Από αυτά άλλα ναυπηγήθηκαν στα ντόπια καρνάγια και άλλα σε καρνάγια άλλων ναυτικών κέντρων όπως η Σκιάθος, η Σκόπελος [4], η Σύρος με τα οποία οι Λιμνιώτες διατηρούσαν ισχυρούς εμπορικούς και οικονομικούς δεσμούς. Άλλα επίσης αγοράστηκαν από άλλους ιδιοκτήτες. Ένα μάλιστα από αυτά τύπου Λόβερ  αγοράστηκε από την Ολλανδία και το έφεραν πλέοντας μέχρι τη Λίμνη. Το πλοίο ανήκε στο Λιμνιώτη καπετάνιο και πλοιοκτήτη Αντώνη Μπενετή ο οποίος το ονόμασε  «Αίγινα»[5].
    Αντίστροφα για τους ίδιους λόγους στα Λιμνιώτικα καρνάγια χτίστηκαν  πολλά σκαριά οι ιδιοκτήτες των οποίων ήταν από Χαλκίδα, τo Κρανίδι, την Ύδρα, το Τρίκερι, τις Σπέτσες, την Αταλάντη, την Κάρυστο και την Κέα. Την περίοδο αυτή δραστηριοποιήθηκαν στη Λίμνη οι παρακάτω ναυπηγοί:
     Στοιχεία που απόκεινται στα έγγραφα των Γ.Α.Κ Τοπικό αρχείο Λίμνης [6], μας πληροφορούν ότι έχουμε ταυτόχρονα τη λειτουργία τριών ναυπηγείων:
     α) Της οικογένειας Κωνσταντίνου Γεωργίου με τα παιδιά του Γιώργο και Δημήτρη και των εγγονών του Γιάννη και Αγγελή.
     β)των Μιχελήδων Πέτρου και Αντώνη με καταγωγή από τη νήσο Μήλο.
     γ)του Γ. Αργυρόπαιδα.
     Από τις ίδιες επίσης, πηγές πιστοποιούνται οι παρουσίες των παρακάτω ναυπηγών: Μαστρογιώργης Φλούμης, Αναγνώστης Παπαδιοματάρης,  Μανόλης Παπακονδύλης, Δημήτρης Αλεξάνδρου, Γιώργος Μοναχάκης και Ιωάννης Καρβέλας ή Καρβελάς.
    Συνολικά ναυπηγήθηκαν 55 ιστιοφόρα στους παρακάτω τύπους: Γολέτες, Βρατσέρες, Μπρίκια, Τρεχαντήρια, Περάματα, και πολύ μεγάλοι λέμβοι.


Μπρίκι  "Αρχάγγελος", ιδιοκτησίας Γεωργίου Τσιρογιάννη, 1883.

    Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που έκανε τα Λιμνιώτικα ναυπηγεία τόσο ελκυστικά εκτός από τους άριστους καραβομαραγκούς ήταν οι πρώτες ύλες και πάνω από όλα η ποιοτική ξυλεία της χαλεπίου πεύκης, ιδανικής για την ναυπήγηση σκαφών που υπήρχε σε μεγάλη αφθονία στα δάση της βορειοκεντρικής Εύβοιας.  Αξίζει να σημειώσουμε ότι στα Λιμνιώτικα ναυπηγεία ο Ανδρέας Βώκος Μιαούλης [7] ο κατοπινός ναύαρχος της Ελληνικής Επανάστασης ναυπήγησε το 1792 στη Λίμνη Ευβοίας μία σαϊτιά η οποία μέχρι τότε γινόταν 40 τόνους  σε 120 τόνους. Από τον υπερδιπλασιασμό του σκάφους βγαίνει το συμπέρασμα ότι τα Λιμνιώτικα ναυπηγεία διέθεταν πολυάριθμο, έμπειρο και ικανό προσωπικό καραβομαραγκών.
     Σημαντικά υπήρξαν επίσης και τα παράγωγα της χαλεπίου πεύκης, όπως το τερεβινθέλαιο (το νέφτι)   και το κολοφώνιο (ο σανταλός) που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον στη δημιουργία ισχυρών στεγανωτικών υλικών, όπως το κατράμι[8].
    Τέτοια κατραμοκάζανα υπήρχαν και μέχρι τη δεκαετία του 1950, ένα στην δασική περιοχή Κεραμίδα, στις νοτιοανατολικές παρυφές του όρους Μισοπέτρι, κοντά στο εκκλησάκι του Αγιογρηγόρη και άλλο ένα μέσα στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου επεξεργασίας ρητίνης των αδελφών Ριτσώνη στη Λίμνη.
    Για τον εξοπλισμό των καραβιών με διάφορα εξαρτήματα όπως άγκυρες, αλυσίδες, σχοινιά, αντένες, καρφιά, μουσαμάδες, καραβόπανα, η προμήθεια γινόταν από άλλα ναυτιλιακά εμπορικά κέντρα, ή το εξωτερικό, ενώ για τα πανιά υπήρχε ντόπια παραγωγή αφού στην ευρύτερη περιοχή καλλιεργείτο βαμβάκι.


Μπομπάρδα Σαμπαντιέρα, ιδιοκτησίας Σωτήρη Ξυράφη, 1885.

     Σημαντικότατη είναι η επισήμανση του ιταλού περιηγητή Coronelli το 1686 [9] που αναφέρει ότι από διάφορες περιοχές της Εύβοιας συμπεριλαμβανομένης και της Λίμνης, προμήθευαν πρώτη ύλη (βαμβάκι δηλαδή) που έφτανε για τα πανιά ενός ολόκληρου στόλου. Απόδειξη μεταξύ των άλλων που ενισχύει τις παραπάνω επισημάνσεις αποτελεί το γεγονός  της προσφοράς του τότε Δήμου Αιγαίων  προς το κράτος 44 πήχεων πανιών για τη διεξαγωγή των πρώτων άτυπων Ολυμπιακών Αγώνων το 1875 [10].
     Όσον αφορά την τυπολογία των σκαριών οι ονομασίες ποικίλουν από τόπο σε τόπο γιατί οι καραβομαραγκοί και οι λοιποί ασχολούμενοι με το χτίσιμο των σκαριών χρησιμοποιούσαν ονομασίες που χαρακτήριζαν τη γάστρα των σκαριών, ενώ οι ναυτικοί, που πολλές φορές ήταν οι ιδιοκτήτες των σκαφών, ή οι έμποροι, νοιάζονταν περισσότερο για τη χωρητικότητα των πλοίων χρησιμοποιώντας ονομασίες από τις ιστιοφορίες των πλοίων.
    Έτσι παρατηρείται να χρησιμοποιούνται οι ονομασίες εναλλάξ δημιουργώντας στα κατοπινά χρόνια μεγάλο πρόβλημα στους ιστορικούς και μεγάλη σύγχυση στη βιβλιογραφία.
     Κάτω από αυτές τις συνθήκες που εν συντομία σας περιέγραψα δραστηριοποιήθηκαν οι Λιμνιώτες πλοιοκτήτες και ναυπηγοί, αλλά και ο υπόλοιπος ενεργός πληθυσμός της ναυτικής πολιτείας όλο αυτό το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνει η ερευνά μου αφού ο κύριος λόγος ενασχόλησης προερχόταν από τα πλοία και τη θάλασσα.
     Σύμφωνα λοιπόν με τα ιστορικά ντοκουμέντα που έχουμε στη διάθεσή μας οι Λιμνιώτες καπεταναίοι είχαν συνδράμει προεπαναστατικά τους καταδρομικούς αγώνες του θρυλικού Νικοτσάρα και του Γιάννη Σταθά στο Αιγαίο [11]. Η μοναδική χειρόγραφη επιστολή του Νικοτσάρα προς τον Λιμνιώτη καπετάν Αγγελή Μπελλάρα πιστοποιεί αυτή τη συνδρομή. Σημαντική ήταν επίσης και η συμμετοχή Λιμνιωτών ναυτικών στις καταδρομικές επιδρομές των μπουρλοτιέρηδων Πιπίνου, Καλογιάννη, Μπατσακτσή[12].


Αίτηση του Λιμνιώτη καπετάνιου και μπουρλοτιέρη Σπύρου Ν.Βαλάντου
στην επιτροπή του Ιερού αγώνα. Από το βιβλίο των Γιάννη Φαφούτη
Δημήτρη Αποστόλου, ΛΙΜΝΗ και Θάλασσα, 2005.

     Οι Λιμνιώτες πρώτοι από όλους στην Εύβοια εξοπλίζουν τέσσαρες σκούνες τις οποίες αφιερώνουν στον από θάλασσα διεξαγόμενο της Ανεξαρτησίας αγώνα [13]. Αυτές οι σκούνες μαζί με δύο Τρικεριώτικα μπρίκια αποτελούν τον πρώτη Ευβοϊκή ναυτική αρμάδα η οποία μπαίνει κάτω από τις διαταγές του ναύαρχου Κριεζή την ίδια ώρα που στη στεριά ο Λιμνιώτης πρωτοκαπετάνιος και αρχηγός των επαναστατών στην Εύβοια Αγγελής Γωβιός (πρώην θαλασσινός) έδινε την δική του μάχη νικώντας τον Ομέρ Βρυώνη στα Βρυσάκια [14]. Μετά το πέρας της Επανάστασης του 1821 και την ένταξη της Εύβοιας στα όρια του νέου Ελληνικού κράτους με το πρωτόκολλο του Λονδίνου το 1830 [15] ακολουθεί η ανασυγκρότηση της ναυτικής πολιτείας με την επαναδημιουργία του στόλου ο οποίος όλο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα συμμετείχε δυναμικά στο διαμετακομιστικό εμπόριο της Μεσογείου και της Μαύρης θάλασσας, μία περίοδο που δίκαια χαρακτηρίστηκε σαν τη μεγάλη Λιμνιώτικη ναυτική έκρηξη.
    Τεργέστη, Μασσαλία, Οδησσό, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια είναι μερικά από τα λιμάνια του εξωτερικού που πόδιζαν τα μεγάλα Λιμνιώτικα ιστιοφόρα, μπρίκια, σκούνες, και γολέτες με εκτόπισμα 250 έως και 500 τόνων [16].  Η δραστηριότητα αυτή συνεχίστηκε δυναμικά μέχρι τα μέσα του τελευταίου τέταρτου το δεύτερου μισού το 19ου αιώνα, οπότε η παρουσία του ατμού οδηγεί σε παροπλισμό μεγάλο αριθμό ιστιοφόρων.
      Με την τοποθέτηση στη συνέχεια πετρελαιομηχανών στα μικρότερα καΐκια [17] ο Βόλος, η Θεσσαλονίκη, ο Πειραιάς, η Σύρος, η Χαλκίδα, ήταν καθημερινός  προορισμός των για τη μεταφορά αποικιακών και άλλων προϊόντων, μέχρι που αναπτύχθηκαν οι χερσαίες επικοινωνίες και οι θαλασσινοί δρόμοι ήταν πλέον μία ανάμνηση.
    Τέλος όπως γίνεται σε όλες τις περιπτώσεις της ανθρώπινης δραστηριότητας το συναισθηματικό κομμάτι  σχέσης του πλοίου με τον άνθρωπο  ήταν πολύ σημαντικό και εκφραζόταν με την απεικόνιση του πλοίου με τη ζωγραφική ή το σκίτσο, μέχρι την εφεύρεση της φωτογραφίας που κάλυψε όλες τις ανάγκες. Ήθελε ο πλοιοκτήτης να έχει το καράβι του κρεμασμένο στο σαλόνι του σπιτιού του[18]


Απονομή αριστείου από το υπουργείο στρατιωτικών  στον
Αγγελή Μπελλάρα, 1844. Από το βιβλίο των Γιάννη Φαφούτη 
Δημήτρη Αποστόλου, ΛΙΜΝΗ και Θάλασσα, 2005.

    Στα μεγάλα λιμάνια της Ελλάδας και της Μεσογείου που ήταν εμπορικά κέντρα του διαμετακομιστικού εμπορίου ήταν εγκατεστημένοι λαϊκοί ζωγράφοι οι οποίοι δεν ήταν σπουδαγμένοι, αλλά με το χάρισμα της παρατήρησης και το ταλέντο έκφρασης αποτύπωναν το πορτραίτο του πλοίου. Εξειδικεύτηκαν δε τόσο πολύ με την πιστή απεικόνιση των ιστιοφόρων ώστε μερικοί από αυτούς είχαν καταστεί πολύ γνωστά ονόματα στο Μεσογειακό χώρο. Για παράδειγμα ο Αριστείδης Γλύκας είχε κερδίσει τον τίτλο του αξιολογότερου και παραγωγικότερου Έλληνα καραβογράφου.
    Τέτοιοι ζωγράφοι που αποτύπωσαν τα Λιμνιώτικα ιστιοφόρα [19] σύμφωνα με τις υπογραφές τους στα πορτραίτα που βρίσκονται στα καπετανόσπιτα ήταν: ο Μιχαήλ Θεοδοσίου στη Σμύρνη, ο Αριστείδης Γλύκας στον Πειραιά, ο Despozito και οι αδελφοί Luzzo στην Ιταλία.



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Γιάννης Φαφούτης Δημήτρης Αποστόλου, Λίμνη, σ. 6, 1999.
[2] Αναστάσιος Τζαμτζής, Αιγαιοπελαγίτικα Καράβια, 1980.
[3] Βασίλης Ν. Δούκουρης, Παρτσινέβελοι και Μαξούλια στη Λίμνη της Β. Εύβοιας, το Καθεστώς της συμμετοχικής ναυπήγησης και εκμετάλλευσης ιστιοφόρων πλοίων κατά το 19ο αιώνα, Ευβοϊκό Χωριό, τεύχος 226, 2002.
[4] Βασίλης Ν. Δούκουρης, Ναυπηγήσεις ιστιοφόρων πλοίων στη Λίμνη Ευβοίας κατά τον 19ο αιώνα. Οι μαρτυρίες των πιστοποιητικών ναυπήγησης των Γ.Α.Κ – ΤΟΠΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ ΛΙΜΝΗΣ . Εισήγηση στο συνέδριο «Εμπορική Ναυτιλία – Πολεμικό Ναυτικό: Τα ιστορικά Αρχεία».Διοργάνωση: Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος και Ιστορικό Αρχείο- Μουσείο Ύδρας. 8-10 Οκτωβρίου2004.  π.Κων/νος Ν. Καλλιανός – Κων/νος Ι. Σύρος, Σκοπελίτικα Μελετήματα, ανάτυπο από τον 23ο τόμο του Θεσσαλικού Ημερολογίου, σ 235,243, Λάρισα 1993.
[5] Γιάννης Φαφούτης , ό.π, σ 53.
[6] Βασίλης Ν. Δούκουρης, ό.π
[7] Τρύφων Π. Κωνσταντινίδης, Καράβια Καπεταναίοι και Συντροφοναύτες, 1800-1830,Αθήνα, σ. 139, 1954, Μπεκιάρογκλου Εξαδακτύλου Αικατερίνη, Οθωμανικά Ναυπηγεία στον Παραδοσιακό Ελληνικό χώρο, σ, 118, Αθήνα, 1994.
[8] Μπεκιάρογκλου Εξαδακτύλου Αικατερίνη, ό.π, σ 43-45.
[9] Γιάννης Φαφούτης, ό.π, σ 14.
[10] Γενικά Αρχεία Κράτους, Τοπικό Αρχείο Λίμνης Ευβοίας, Φάκελος Ναυτικό Πλοία.
[11] Γιάννης Φαφούτης, ό.π, σ, 83. Αλεξάνδρα Κραντονέλλη, Ελληνική Πειρατεία και Κούρσος τον ΙΗ αιώνα και μέχρι την Ελληνικά Επανάσταση, σ, 252, Αθήνα,1998.
[12] Γιάννης Φαφούτης, ό.π, σ 93.
[13] Μάριος Σίμσας, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων, Έκδοση Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, 3ος τόμος, σ,49, 1982. Νίκος Μπελλάρας, σ, 147,Αθήνα,1989.
[14] Νίκος Μπελλάρας, ό.π σ 159-161, Αθήνα,1989.
[15] Βασίλης Ν. Δούκουρης, Λίμνη 1821-1862, Τομές στην Κοινωνική και Πολιτική Ταυτότητα της Ευβοϊκής Πολιτείας, σ, 7. Λίμνη, 2002.
[16] Γιάννης Φαφούτης, ο.π, κατάλογος Λιμνιώτικων ιστιοφόρων, σ, 78-81, Νίκος Μπελλάρας, ό.π, σ 94-95, Τάσος Ζάππας, Ευβοϊκά Γ, σ 28,29, Αθήνα, 1984.
[17] Γιάννης Φαφούτης, ό.π, σ, 69-76.
[18] Νέλλη Μισιρλή, Νεοέλληνες Θαλασσογράφοι, Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, έκδοση Εθνικής Τραπέζης, 1972.
[19] Γιάννης Φαφούτης, ό.π, σ, 48-59.



ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.Δούκουρης Βασίλης, Παρτσινέβελοι και Μαξούλια στη Λίμνη Β. Εύβοιας, Το καθεστώς της συμμετοχικής ναυπήγησης και εκμετάλλευσης ιστιοφόρων πλοίων κατά το 19ο αιώνα, Ευβοϊκό Χωριό, τεύχος 226 , 2002.
2.Τρικούπης Σπύρος, Η ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, Νέα Σύνορα Α.Α Λιβάνη, 1993.
3.Κωνσταντινίδης Τρύφων, Καράβια Καπεταναίοι και Συντροφοναύτες, έκδοση Ιστορικής Υπηρεσίας Β.Ν, Αθήνα 1954.
4.Σίμψας Μάριος, Το Ναυτικό στην Ιστορία των Ελλήνων, έκδοση Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, 1982.
5.Γουναρόπουλος Κ, Η Ιστορία της Νήσου Εύβοιας, επανέκδοση Προοδευτικής Εύβοιας, 1979.
6.Παπαστάμος Γιώργος, ο Αγγελής Γωβιός και η Ευβοϊκή Επανάσταση.
7.Μπεκιάρογλου Εξαδακτύλου Αικατερίνη, Οθωμανικά Ναυπηγεία στον Ελληνικό Παραδοσιακό Χώρο, Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ, 1994.
8.Δεμερτζής Δημήτρης, Κοκκίνης Σπύρος, Ο Αγγελής Γωβιός και η Επανάσταση στην Εύβοια,
9. Φαφούτης Γιάννης –Δ. Αποστόλου, Λίμνη και Θάλασσα, έκδοση Δήμου Ελυμνίων, 1999.
10.Τζαμτζής Αναστάσιος, Τα Αιγαιοπελαγίτικα  Καράβια,
11. Χαρλαύτη Τζελίνα, Μάνος Χαριτάτος, Ελένη Μπενέκη, Πλωτώ, ΕΛΙΑ, 2002.
12.Μπελλάρας Νίκος, Το Ελύμνιον, έκδοση Ενώσεως Λιμνίων Ευβοίας, 1969.
13.Καδίτης Γιώργος, Ο Αγγελής Γωβιός και η Επανάσταση του 21 στην Εύβοια, Αθήνα , 1979, Εταιρεία Ευβοϊκών Σπουδών.
14. Φαφούτης Γιάννης, Χαράγματα Κωπήλατων και Ιστιοφόρων Πλοίων, στο Ιερό της Μονής Γαλατάκη, ανάτυπο, Ανθρωπολογικά και Αρχαιολογικά Χρονικά, Ευβοϊκή Aρχαιόφιλος Εταιρεία τόμος, τόμος 6ος, 1986, το ίδιο, εισήγηση στο πανελλήνιο συνέδριο για τη Ναυτική Παράδοση της Ελλάδος, ο Πολιτισμός της θάλασσας και του Αιγαίου, Βόλος, 2015.




Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...