ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Τετάρτη, 1 Μαΐου 2019

Ναυτικοί Όροι όπως τους γνώριζαν οι Έλληνες επί Τουρκοκρατίας


Ναυτικοί Όροι όπως τους γνώριζαν οι Έλληνες επί Τουρκοκρατίας
Περί Αλός
Μάρκου Μάριου Σίμψα
Αντιπλοιάρχου (Ο) ΠΝ

Το παρόν αποτελεί αναδημοσίευση, κυρίως, από το παράρτημα
 του βιβλίου του συγγραφέως Μ. Σίμψα, Το Ναυτικό στην
Ιστορία των Ελλήνων, εκδ. ΓΕΝ/ΥΙΝ 2006, τ. 3, σελ. 455.

Τούρκος ναύτης. Από το βιβλίο του
Octavien Dalvimat, The costumes
of Turkey (Γεννάδιος Βιβλιοθήκη).
Μ. Σίμσας, Το Ναυτικό στην Ιστορία
των Ελλήνων, εκδ. ΓΕΝ/ΥΙΝ 2006,
τ.3, σελ. 260



Α
Αβαρίτς = υποχρεωτική ναυτολογία ή το αντισήκωμά της.
Αβαέτι (αραβ. αβαϊτ)= η εκ φορολογίας πρόσοδος, το έσοδο.
Αγιάν (τουρκ. οι οφθαλμοί) = τοπάρχης, άρχων, δημογέρων.
Αγιουτάντες = ο υπασπιστής. Γκενεράλ αγιουτάντες, ο αρχιεπιστολεύς.
Αλάϊ = στρατιωτική παρέλαση.
Αλέμι = κοντός που φέρει στην άκρη ημισέληνο.
Αμπάρ εμίρης = έφορος αποθηκών.
Αρμάδα = ο τουρκικός στόλος.
Αρμαμέντο = το εξοπλισμένο, το πολεμικό σκάφος ή το καταδρομικό βασιλικόν αρμαμέντο, το με ρύσια γράμματα εφοδιασμένο καταδρομικό.
Αυθεντικός ή Αφεντικός = (ή βασιλικός ή μπεηλίτικος), ο του αυθέντου κρατικός, Αμπάρι αυθεντικόν = κρατικές αποθήκες. Σκάλα αυθεντική = η κρατική αποβάθρα.
Αχταμές = έγγραφο συμφωνίας.



Β
Βαλής = ο νομάρχης, ο διοικητής συντζακίου.
Βεζύρης = αξιωματούχος υπουργός.
Βεκιλίκι = το αξίωμα του βεκίλη.
Βεκίλης ή βιτζίλης = ο αντιπρόσωπος, ο αντικαταστάτης δημοσίου ή κοινοτικού λειτουργού.
Βλάχμπεης = ο ηγεμών Μολδοβλαχίας.
Βοεβόδας = ο στρατιωτικός διοικητής φρουρίου.

Γ
Γαλεμπέ-Διβάνι = το Σουλτανικόν Ανακτοβούλιον.
Γαλιοντζής ή καλιοντζής = ο ναύτης της γαλέρας ή του γαλονιού, ο πεζοναύτης.
Γεμιτζής, γετεμιτζής, γεμιτζίδικος = ο πεπειραμένος ναυτικός.
Γενιλεδίζω = ανανεώνω, ναυτολογώ.
Γεντεκλής = τεχνίτης ναυπηγείου.
Γιολδάσης = συνταξιδιώτης.
Γιουμπρούκ = το τελωνείο.
Γιουμπρούκ αγάς ή γιουμπρουξής = ο αρχιτελώνης.
Γκιουλές ή γκιουρλές = το σφαιρικόν βλήμα κανονίου.
Γκεμί = το πλοίο.
Γκενεράλ = ο στρατηγός.
Γκενεράλ-αγιουτάντες = αρχιεπιστολεύς.
Γκιόλ-εμί = άδεια αποδημίας.

Δ
Δεφτέρι = το κατάστιχο, ο φορολογικός κατάλογος (τουρκ. τεμεσούτι). Ρίχνω δεφτέρι = φορολογώ.
Δεφθερδάρης = ο αρχιγραμματεύς, ο οικονομικός έφορος.
Διβάνιον = η έδρα διοικήσεως.
Δίστηλον = τάλληρον.
Δοβλέτι = η διοίκηση, η κρατική υπηρεσία.
Δραγομάνος ή τραγομάνος = ο διερμηνεύς.
Δραγομανία = το αξίωμα του Δραγομάνου.

Ε
Εκουϊπάγι = το πλήρωμα.
Ελτζής = ο πρέσβυς.
Εμίνης (τουρκ. εμίν) = ο επμελητής, φροντιστής.
Εμίν-γιομπρούκ = ο αρχιτελώνης.
Εμίνης της σκάλας = ο λιμενάρχης.
Εμπρίκι = βρίκι.
Εσναφλίκι = επάγγελμα.
Έχλι-ισλαμικός = γνήσιος ισλαμικός.
Έχλι-ισλάμης = γνήσιος Μωαμεθανός.

Ζ
Ζαμπέτης και Ιαμπίτης = διοικητής
Ζιμπιτιλίκι = το αξίωμα του Ζαμπίτη.
Ζαρπαχανέ-εμίνης = ο έφορος νομισματοκοπείου.
Ζαχιρές = τρόφιμα, εφόδια.

Ι
Ικραμηγιές (ικράμ = το χατήρι, η εκδούλευση), χρηματικόν δώρον προς απόσπαση εκδουλεύσεως.
Ιλτιζάμι = ενοίκιο, διάταγμα που καθορίζει τον πληρωτέο κοινοτικό φόρο.
Ιμπρίκι = βρίκι.
Ισπεντζέ (βλέπε Σπέτζα).
Ιστηράς = τα σιτηρά, η σιταποθήκη, ο επί των σταριών φόρος.
Ιστηρατζής = ο επί της συγκεντρώσεως των σιτηρών.
Ιστηρατζίδικος ή εστερατζίδικος ή σιταράδικος = ο του σίτου. Καράβι ή αμπάρι.

Κ
Καβάδι (βλέπε τσουμπές).
Καλιοντζής (βλ. γαλιοντζής).
Κάμερη = θάλαμος πλοιάρχου.
Καμπανλίδικα = φορτηγά πλοία που μετέφεραν εφόδια κι ακολουθούσαν τα πολεμικά.
Καμπάνιες = ναυτικές επιχειρήσεις.
Κάμπια = τόκοι.
Καμπιαδόροι ή κομπιαδόροι = χρηματοδότες του φορτίου
Καπετάν-πασάς ή καπουδάν-πασάς = ο Τούρκος Στόλαρχος
Καπετάν-πασαλίκι = το αξίωμα του Καπετάν-πασά.
Καπετάν-μπέης ή καπουδάν-μπέης = ο υπαρχηγός του στόλου.
Καπί-γιολτάσης = επίσημος ταξιδιώτης.
Καπού-τσοχανδάρης – αρχιφύλακας, διοικητικός απεσταλμένος.
Κάρικο ή κάργο = φορτίο.
Καρικέτο = μικρό φορτίο.
Κασπαστί ή σπληνάντερο ή κεφαλογύρι ή σερβέτα = ο κεφαλόδεσμος.
Κερεστές = ναυπηγική ξυλεία.
Κεχρίλι = σειρήτι διακοσμητικό των  ιματίων.
Κιλίτζ = σπάθη, σφαγή.
Κιρλαγκίτσι = ελαφρός πάρων. Πασά-κιρλαγκίτσι = η ναυαρχίς.
Κιουρούκ = κουπί
Κιουρουκτσής = κωπηλάτης.
Κιουρουκτσίδικο = το ερετικό.
Κολαούζης = ο πλοηγός.
Κουμέρκι = τελωνιακός φόρος.
Κρεντιτόροι = χρηματοδότες των πλοιοκτητών.

Λ
Λιμάν-ρεϊζης = ο λιμενάρχης.
Λουφές ή ολουφές = ο μισθός. Τζουρμάρω με λουφέ = ναυτολογούμαι επί μισθώ.
Λουφετζής = ο μισθοφόρος.

Μ
Μαξούλια = τα καθαρά κέρδη πλου, τα θαλασσινά κέρδη.
Μελλάχης ή καλοκαιρινός άνθρωπος = ο υπό υποχρεωτική θητεία Έλληνας ναύτης του Οθωμανικού Στόλου.
Μελλάχικο ή σεφερλίδικο (τουρκ. γκεμισί-παρασί) = αντισήκωμα ναυτολογίας.
Μπάλα ή τόπι = μπάλα καυστική ή μπάλα φογάτα ή εμπρηστική.
Μπάρκο-μπέστια = ημιολικός δρόμων.
Μπας-καλαφάτης ή μπας-μπουγουρτζήμασης = μπας μαραγκός, αρχιναυπηγός.
Μπας-ρεϊσης = αρχιπλοίαρχος, τίτλος των Ελλήνων αρχιπλοηγών του Οθωμανικού Στόλου.
Μαχρί-σεφίντ = Άσπρη Θάλασσα, Μεσόγειος και συνεκδοχικά Αιγαίο.
Μπόνα-πρέζα = νόμιμος λεία.
Μπουγιουρουλδί = το διάταγμα, ή έγγραφος διαταγή ή εγκύκλιος αρχή.

Ν
Νεφέρι = ο ναύτης.
Νιζάμι = η διάταξις.
Ντιβάν-χανέ = μεγαλοπρεπές κτήριο στην Πόλη όπου και η έδρα του Καπουδάν-πασά.
Ντουνανμά ή ντονανμάς = Το Οθωμανικό Ναυτικό, ο Οθωμανικός Στόλος.
Ντουμά-τερζιμάν-μπέγης = ο Διερμηνέας του Στόλου.

Ο
Ούτς-αμπαρλί (τρία αμπάρια) = το τρίκροτον.

Π
Παρτσινέβελος = συμπλοιοκτήτης ή συνέταιρος στο πλοίο.
Πατρωνάμπεης = αντιναύαρχος, αρχηγός της πρωτοπορίας.
Πεσκέσι = φιλοδώρημα σε είδος.
Πουλάκα (πολάκα) = εμπορικό τριϊστιο.
Πρέζα = λεία.

Ρ
Ρεϊσης ή ρεϊζης = πλοίαρχος.
Ρέσμι = δεσμίς.
Ρέσμι-σελαμιγιέ = φόρος διοδίων των Δαρδεναλλίων.
Ριαλά-μπέης = ο υποναύαρχος, ο αρχηγός ουραγίας.
Ρίζικο = κίνδυνος.
Ρίζικο-μαρίτιμα = θαλάσσιοι κίνδυνοι.

Σ
Σαλαμάστρες = σχοινιά πλοίου.
Σαλβάρι ή τζαχτζιργί = μακριά βάρκα.
Σαλεανή = γαλέρα ή και εξωπλισμένη τράτα ταγμένη σε μοίρα μπέη.
Σαντζάκ = η σημαία, το σήμα διοικήσεως, ο νομός.
Σαντζάκ-γκεμισί = πλοίον της σημαίας (ναυαρχίς).
Σαρλής = δουλέμπορος.
Σελαμέτι = σωτηρία, διάσωση πλοίου.
Σελάχι = δερμάτινη ζώνη.
Σενέτι = πιστοποιητικό.
Σεντούκι = κιβώτιο, θησαυροφυλάκιο, χρηματοκιβώτιο.
Σεντούκ-Εμίνης = ο θησαυροφύλαξ.
Σερασκέρης = ο Ανώτατος Στρατιωτικός Αρχηγός.
Σερασκέρ-μπέης = ο Αντιναύαρχος της Αρμάδας, αναπληρωτής του Καπετάν-πασά.
Σερδάρης = υποτεταγμένος στρατιωτικός διοικητής.
Σερδάρης φρεγατών = ο υπαρχηγός Ναυτικών Δυνάμεων.
Σερμαγιά = κεφάλαια αγοράς φορτίου πλοίου.
Σεφέρ = ο πόλεμος.
Σεφερλής  = Έλλην τεχνίτης με υποχρεωτική θητεία στο Ναύσταθμο της Κωνσταντινουπόλεως.
Σου-γκεμισί = υδροφόρο πλοίο.
Σπέντζα (τουρκ. ισπεντζέ) = φόρος πωλήσεως δούλου, κεφαλικός φόρος ανηλίκων.

Τ
Ταϊφάς = μικρό στρατιωτικό σώμα, το πλήρωμα, ο ναύτης.
Τακρίριον = αναφορά.
Ταουσάν (τουρκ. λαγός) = ειρωνικά οι νησιώτες.
Τερσανές ή τερσανάς = ο ναύσταθμος.
Τερσανέ-Εμίνης = ο έφορος Ναυστάθμου.
Τεσκερές = τελωνειακή απόδειξη.
Τετράδια των σενιάλων = σηματολόγια.
Τζεπχανές = πυριτιδαποθήκη.
Τζιρίμι ή τζέρμι = σιταγωγό πλοίο.
Τζούρμα ή τζούρμο = το πλήρωμα.
Τζουρμάρω = ναυτολογώ, ναυτολογούμαι.
Τόπι ή γκιουλές ή μπάλα = σφαιρικό βλήμα. Επίσης βολή κανονιού και αυτό τούτο το κανόνι. Τόπι χωρίς γκιουλέ = η άσφαιρος βολή.
Τοπτσής = πυροβολητής.
Τοπτσήμπασης = αρχιπυροβολητής.
Τουμάνι = ναυτική ενδυμασία.
Τσεγκέλι = εμπρηστικός σάκος.
Τσερνίκι = μικρό ιστιοφόρο

Φ
Φιρμάνι ή φερμάνι = διάταγμα.

Χ
Χαβούζι = ναυπηγική σχάρα.
Χαϊνης = ο άπιστος.
Χάρτα = ο ναυτικός χάρτης.
Χαρτζί = έξοδο στρατολογίας.
Χερικέτι = ενέργεια δράσης του πλοίου.
Χισμέτ = εξυπηρέτηση, χρηματικό δόσιμο προς εξυπηρέτηση.
ΠΗΓΗ: Περί Αλός https://perialos.blogspot.com/2019/05/blog-post.html



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...