ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΛΟΙΜΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ: ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗ ΝΑΥΤΙΚΗ ΙΣΧΥ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ


Ο ΛΟΙΜΟΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ:
ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗ  ΝΑΥΤΙΚΗ ΙΣΧΥ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
Περί Αλός
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Μ. ΦΟΥΡΑΚΗΣ
Φιλόλογος – Ιστορικός
Διδάκτωρ Ιστορίας, École Pratique des Hautes Études, Σορβόννη


Απόσπασμα από το βιβλίο του Π.Μ.Φουράκη
«Μέγα γαρ το της Θαλάσσης Κράτος. 
Η Ναυτική Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου,
Αθήνα 2016, σελ.105-114». Αναδημοσίευση στο
Περί Αλός με την άδεια του συγγραφέως.
Η Ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς (405 π.Χ.)
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: Sandra Delgado
https://sandradelgado.com/project/batalla-de-egospotamos/

Η στρατηγική του Περικλή απέβλεπε στην προοπτική της εξουθένωσης των Πελοποννησίων μέσω της «αυτοσυγκράτησης» του στρατού ξηράς και της εκμετάλλευσης των πλεονεκτημάτων της ναυτικής ισχύος της πόλης. Πράγματι, επρόκειτο για έναν ώριμο και συνετό σχεδιασμό που θα μπορούσε να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα αν δεν είχε ενσκύψει στα τέλη του Μάη του 430 στην Αθήνα ο λοιμός, μια εξαιρετικά τοξική, ταχύτατα μεταδοτική και θανατηφόρος ασθένεια που κυριολεκτικά εξουθένωσε σε όλα τα επίπεδα τον αθηναϊκό πληθυσμό. Στην πραγματικότητα, ο λοιμός ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετώπισε η Αθήνα κατά την πρώτη φάση του Πελοποννησιακού Πολέμου και σαφέστατα επηρέασε όχι μόνο τις κοινωνικές δομές αλλά και τον ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό της πόλης κλονίζοντας την ισορροπία δυνάμεων:

«και τέλος και η λοιμώδης νόσος, η οποία επροξένησε μεγίστην βλάβην και κατέστρεψε σημαντικόν αριθμόν ανθρώπων»[1].

Υπό αυτή την έννοια, απετέλεσε μια απειλή που σε βαθμό επικινδυνότητας ξεπερνούσε κατά πολύ το συνασπισμένο πελοποννησιακό στρατό ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω,  φοβήθηκε πολύ την πιθανότητα μετάδοσης του και διέκοψε τις λεηλασίες της αττικής γης επιστρέφοντας εσπευσμένα στην Πελοπόννησο[2]. Άλλωστε, ήταν μια πρωτοεμφανιζόμενη επιδημία ως προς την έκταση και τη σφοδρότητά της με συνέπεια την αδυναμία των ανθρώπων να την αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά:

«πουθενά δεν εμνημονεύετο λοιμώδης νόσος τοιαύτης εκτάσεως, ούτε φθορά ανθρώπων τόσον μεγάλη. Διότι ούτε ιατροί, οι οποίοι, αγνοούντες την φύσιν της ασθενείας, επεχείρουν δια πρώτην φοράν να την θεραπεύσουν, αλλ' απέθνησκαν οι ίδιοι μάλλον, καθόσον και περισσότερον ήρχοντο εις επαφήν με αυτήν, ούτε άλλη καμμία ανθρωπίνη τέχνη ηδύνατο να βοηθήση»[3].
           
Ο οικειοθελής εγκλεισμός δεκάδων χιλιάδων Αθηναίων εντός των τειχών της πόλης και κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών, δημιούργησε τις συνθήκες εκείνες που προκάλεσαν ή ευνόησαν την ανάπτυξη της κολλητικής και θανατηφόρας νόσου. Μια πρώτη σημαντικότατη συνέπεια του λοιμού για την Αθήνα ήταν η ηθική παρακμή που κατέβαλε τον πληθυσμό της πόλης επηρεάζοντας συνολικά τον κώδικα αρχών και αξιών που αφορούσαν την πολιτισμένη συμπεριφορά[4]. Η κοινωνική συνοχή καταλύθησε ραγδαία και το στοιχείο του πρωτογονισμού ήταν εμφανές σε όλες τις καθημερινές συμπεριφορές και εκδηλώσεις με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα την ασέβεια απέναντι στην ανθρώπινη ζωή και τους νεκρούς[5] . Οι Αθηναίοι πλέον ενδιαφέρονταν με εντυπωσιακό κυνισμό μόνο για τα προσωπικά τους ζητήματα και συμφέροντα παραμερίζοντας κάθε σκέψη που αφορούσε τα θέματα της πόλης. Η έρευνα έχει παρατηρήσει πως πλέον είχαν εισέλθει σε ένα δρόμο χωρίς επιστροφή, βάσει των όσων ακολούθησαν κατά τη διάρκεια της πολυετούς σύγκρουσης[6] . Η Αθήνα του «Επιταφίου» ήταν μια κοντινή ανάμνηση, αφού ο Θουκυδίδης τοποθέτησε στην Ιστορία του την περιγραφή του λοιμού[7] αμέσως μετά τον Επιτάφιο λόγο του Περικλή [8] προκαλώντας μια εντυπωσιακή αντίθεση[9] .
Μια δεύτερη και μάλλον προφανέστερη συνέπεια που υπέστη η Αθήνα ήταν η απώλεια μεγάλου μέρους του ανθρώπινου δυναμικού της [10]. Οι ανθρώπινες απώλειες που προκάλεσε ο λοιμός στις αρχές του πολέμου, σε συνδυασμό με αυτές που ακολούθησαν λίγα χρόνια αργότερα στη Σικελία, εξόντωσαν ολόκληρες γενεές του αθηναϊκού πληθυσμού που ήταν γαλουχημένες με το ναυτικό μεγαλείο της πόλης, εκπαιδευμένες στις τακτικές του ναυτικού πολέμου αλλά πλέον ήταν σχεδόν αδύνατο ν’  αντικατασταθούν άμεσα. Ιδιαίτερα μεταξύ του μη μάχιμου πληθυσμού, δηλαδή γυναικών, παιδιών και δούλων, οι θάνατοι ξεπέρασαν τους 50.000,[11] που σημαίνει πως σε ευρύτερο δημογραφικό επίπεδο προκλήθηκε σημαντική ανισορροπία σε σχέση με τους Πελοποννησίους. Ο λοιμός ξέσπασε αρχές καλοκαιριού του 430 κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας της Αθήνας από τους Σπαρτιάτες και μέσα σε δυο χρόνια ο πληθυσμός της πόλης είχε κυριολεκτικά αποδεκατιστεί χωρίς ο πόλεμος να έχει ουσιαστικά ξεκινήσει. Το 428 υπήρξε μια περίδος ύφεσης αλλά κατά τη διάρκεια του χειμώνα του 427 η επιδημία ξέσπασε και πάλι. Έως το 426 υπολογίζεται ότι περίπου το 1/3 των κατοίκων της Αθήνας[12] πέθανε από τις ποικίλες επιπλοκές που προκαλούσε στον ανθρώπινο οργανισμό ο λοιμός. Μεταξύ των νεκρών ήταν και ο ηγέτης της πόλης Περικλής, που το 429 έχασε από την ασθένεια τους δυο γιους του, τον Πάραλο και τον Ξάνθιππο, ενώ την ίδια χρονιά πέθανε και ο ίδιος. Σε στρατιωτικό επίπεδο, έως το 427 είχαν πεθάνει από το λοιμό περίπου 4.400 αθηναίοι οπλίτες πρώτης γραμμής και άλλοι 300 ιππείς [13] . Με άλλα λόγια, η Αθήνα είχε υποστεί μια βιαιότατη μείωση της τάξης του 25%-30% του μαχιμότερου τμήματος της χερσαίας στρατιωτικής της δύναμης και η πόλη κατέστη ανίκανη να εκπονήσει σοβαρές χερσαίες επιχειρήσεις για πολλά χρόνια[14].
Με βάση τα παραπάνω, είναι βέβαιο πως ο λοιμός απετέλεσε τον πιο αποτελεσματικό αντίπαλο της αθηναϊκής ναυτικής ισχύος, τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του Αρχιδάμειου Πολέμου, επηρεάζοντας καταλυτικά τις επιχειρησιακές δυνατότητες του πολεμικού στόλου. Από τη στιγμή που η νόσος αποδεκάτισε σχεδόν το 30% του πληθυσμού της πόλης, είναι λογικό να υποτεθεί πως αντίστοιχα ποσοστά θνησιμότητας υπήρξαν μεταξύ των 60.000 αντρών που υπηρετούσαν στις τριακόσιες αθηναϊκές τριήρεις. Συνεπώς, το πολεμικό ναυτικό της πόλης λογικά απώλεσε περίπου 18.000 άντρες, ήτοι κάπου 60 άντρες ανά τριήρη! Με άλλα λόγια, μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί ότι ολόκληρες πολεμικές μοίρες του στόλου ακινητοποιήθηκαν γιατί αποδεκατίστηκαν τα πληρώματά τους[15] . Αυτό με τη σειρά του συνεπαγόταν αδυναμία της Αθήνας να υλοποιήσει όλες τις πλευρές του στρατηγικού σχεδίου του Περικλή, από την εκπόνηση ναυτικών καταδρομικών επιχειρήσεων στα πελοποννησιακά παράλια, ως αντίποινα των διαπραχθεισών λεηλασιών του πελοποννησιακού στρατού στην αττική ύπαιθρο, έως την προστασία από την πειρατεία ή άλλους κινδύνους των εμπορικών πλοίων που τροφοδοτούσαν την πόλη με τα αναγκαία για την επιβίωση του πληθυσμού αγαθά από όλα τα μήκη και πλάτη του ορίζοντα[16] .
Οι επιπτώσεις του λοιμού στη στρατιωτική αποτελεσματικότητα της Αθήνας φάνηκαν αμέσως το καλοκαίρι του 429 που οι Αθηναίοι πολιορκούσαν την Ποτίδαια της Χαλκιδικής. Η επιχείρηση απέτυχε διότι η επιδημία είχε προσβάλει το εκστρατευτικό σώμα το οποίο αριθμούσε συνολικά 4.000 οπλίτες. Μόλις σε 40 μέρες, οι Αθηναίοι μετρούσαν 1.050 νεκρούς μόνο από το λοιμό[17]. Ο Θουκυδίδης δεν αναφέρει περισσότερες πληροφορίες αλλά είναι βάσιμο να υποτεθεί ότι τα θύματα δεν πρέπει να περιορίστηκαν μόνο μεταξύ των οπλιτών αλλά να εξαπλώθηκαν και μεταξύ των κωπηλατών. Άλλωστε, οι στενοί χώροι στους οποίους κάθονταν για να κωπηλατήσουν και οι μηδαμινές μεταξύ τους αποστάσεις, θα πρέπει να απετέλεσαν ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη μετάδοση της επιδημίας. Κατ’ επέκταση, είναι σαφές πως η ναυτική ισχύς της πόλης, η οποία στηριζόταν στην ανθρώπινη ενέργεια, εξασθένησε σημαντικά. Επίπλεον, υπάρχει αναφορά βάσει της οποίας η επιχείρηση των Αθηναίων στην Επίδαυρο υπό τον Περικλή, απέτυχε εξαιτίας του λοιμού, ο οποίος κατέστη φόβητρο ακόμα και για τον ντόπιο πληθυσμό που απέφευγε κάθε επαφή με τους επιτιθέμενους Αθηναίους[18] .
            Η ιστορία απέδειξε πως ο θάνατος του Περικλή, του τελευταίου χαρισματικού ηγέτη της Αθήνας κατά τον 5ο αιώνα π.Χ., επηρέασε καταλυτικά τον ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό της πόλης αφού οι διάδοχοί του, όπως ο Κλέων, ο Υπέρβολος, ο Κλεοφών και φυσικά ο Αλκιβιάδης, εμπνέονταν από μια διαφορετική πολεμική φιλοσοφία που διεπόταν και κατευθυνόταν από προσωπικά κίνητρα και που εν τέλει προκάλεσε σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά σφάλματα τα οποία με τη σειρά τους οδήγησαν στην ήττα και την άνευ όρων συνθηκολόγηση [19]. Επιπλέον, είναι αμφίβολο κατά πόσο οι Αθηναίοι θα επιστράτευαν μια σειρά από κινήσεις αντίθετες προς την ηθική και το δίκαιο, αν ο ηγέτης τους δεν είχε πεθάνει από τη νόσο [20].
Είναι αλήθεια ότι τα αίτια που προκάλεσαν τον λοιμό της Αθήνας αποτελούν μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της Ιστορίας της Ιατρικής η οποία στηρίχθηκε πρωτίστως στις περιγραφές του Θουκυδίδη[21] και δευτερευόντως σε αρχαιολογικά ευρήματα προκειμένου να καταλήξει σε μια σαφή απάντηση. Βάσει αυτών των περιγραφών, έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις [22] σχετικές με τα αίτια χωρίς όμως να έχουν οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα για την ακριβή ταυτότητά του, λόγω της έλλειψης αποδείξεων [23] . Υπάρχει όμως και μια ακόμα εξήγηση που σχετίζεται με τον γεωπολιτικό προσανατολισμό της Αθήνας προς τη θάλασσα και προτείνεται από τον ίδιο το συγγραφέα. Η αυτοκρατορική φυσιογνωμία της πόλης που της προσέδιδε η ναυτική και ευρύτερη θαλάσσια ισχύς, της επέτρεπε να διεξάγει εμπόριο σε όλη τη Μεσόγειο, ακόμα και τα αφρικανικά παράλια. Κατ’ επέκταση, ήταν συχνή η επικοινωνία των αθηναίων εμπόρων με τους λαούς αυτούς στους οποίους, σύμφωνα πάντα με τον Θουκυδίδη, πρωτοεμφανίστηκε η νόσος:

«Η νόσος ήρχισε το πρώτον, ως λέγεται, από την νοτίως της Αιγύπτου κειμένην Αιθιοπίαν, από όπου κατέβη έπειτα εις την Αίγυπτον και την Λιβύην και επεξετάθη εις το πλείστον μέρος της Περσικής αυτοκρατορίας» [24].

Δεδομένης της υψηλής μεταδοτικότητας της ασθένειας, είναι απολύτως φυσιολογικό αυτή να μεταφέρθηκε στο επίνειο της πόλης, τον Πειραιά, και από εκεί σε ολόκληρη την Αθήνα. Παράλληλα, στην αγορά του Πειραιά υπήρχε ειδικός χώρος που πωλούνταν δούλοι από την Αφρική, οι οποίοι αγοράζονταν από τους Αθηναίους και εγκαθίσταντο μέσα στις οικογενειακές εστίες [25]. Φυσικά, δεν πρέπει να λανθάνει της προσοχής το γεγονός ότι η Αθήνα, πόλη ανοιχτή και ανεκτική σε ξένες επιρροές [26], αποτελούσε κέντρο πολιτισμού για ολόκληρο τον Ελληνισμό και όχι μόνο, προσελκύοντας στους κόλπους της ανθρώπους από κάθε περιοχή. Αυτό εξηγεί γιατί η Αθήνα ήταν η μόνη πόλη που επλήγη τόσο βάναυσα από μια κολλητική και θανατηφόρα επιδημία, σε σχέση με άλλες πόλεις που επίσης βρέθηκαν σε κατάσταση πολιορκίας να αναγκάστηκαν να περιορίσουν τον πληθυσμό τους εντός των τειχών τους [27].


Η Ναυμαχία στους Αιγός Ποταμούς (405 π.Χ.)
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΣΗ: Sandra Delgado
https://sandradelgado.com/project/batalla-de-egospotamos/

Επειδή η ύδρευση του Πειραιά γινόταν από δεξαμενές όπου το νερό ήταν στάσιμο, η εξάπλωση του λοιμού ήταν εύκολη. Αν σε αυτό συνυπολογιστούν η καλοκαιρινή ζέστη, οι πλημμελείς συνθήκες ατομικής υγιεινής και τα επακόλουθα προβλήματα που προκαλούνταν στη δημόσια υγεία λόγω των συνθηκών συνωστισμού του αθηναϊκού πληθυσμού εντός των τειχών της πόλης [28] και διαρκουσών των διεξαχθεισών πελοποννησιακών λεηλασιών, ως αποτέλεσμα της γεωστρατηγικής επιλογής του Περικλή ν’ αποφευχθεί η χερσαία σύγκρουση με τον εχθρό, γίνεται απολύτως κατανοητή η ταχύτητα με την οποία εξαπλώθηκε η ασθένεια. Με λίγα λόγια, η ναυτική φυσιογνωμία της πόλης, της εξασφάλιζε την κυριαρχία στις θάλασσες της κεντρικής και ανατολικής Μεσογείου διευκολύνοντας την αθρόα εισαγωγή αγαθών που επέτρεψαν στον Περικλή να σχεδιάσει το γεωστρατηγικό του πλάνο βασισμένο πάνω στη ναυτική ισχύ. Αυτό όμως εμπεριείχε δυο βασικά μειονεκτήματα: το πρώτο ήταν ο περιορισμός του αθηναϊκού πληθυσμού εντός των τειχών της πόλης υπό συνθήκες σχεδόν ασφυκτικές. Το δεύτερο ήταν η ανά τη Μεσόγειο επαφή των αθηναίων εμπόρων με πληθυσμούς κατώτερου πολιτισμικού επιπέδου και χωρίς ιατροφαρμακευτική υποστήριξη που δεν τηρούσαν βασικούς κανόνες υγιεινής και άρα ήταν πιο ευάλωτοι σε μολυσματικές ασθένειες.
Παρόλ’ αυτά, ο Θουκυδίδης κάνει μια ενδιαφέρουσα αναφορά που χρήζει προβληματισμού:

«Εις δε την πόλιν των Αθηνών ενέσκηψεν αιφνιδίως και προσέβαλε κατά πρώτον τους κατοίκους του Πειραιώς, και δια τούτο ελέχθη από αυτούς ότι οι Πελοποννήσιοι είχαν ρίψει δηλητήριον εις τας δεξαμενάς, διότι κρήναι δεν υπήρχαν ακόμη εκεί» [29].

Οι Αθηναίοι, βιώνοντας τη σφοδρότητα της επιδημίας, είχαν την υπόνοια πως είχαν πέσει θύμα δηλητηρίασης εκ μέρους των αντιπάλων τους και αν υπάρχει κάποια βάση σε αυτό, τότε μιλάμε για μια πρώιμη μορφή βιολογικού πολέμου [30]. Μπορεί αυτή να είναι η μοναδική αναφορά στην Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου που οι αντίπαλοι των Αθηναίων μνημονεύονται ως πιθανοί υπαίτιοι της πρόκλησης του λοιμού, αλλά αυτό δε σημαίνει πως στην αρχαιότητα οι εμπόλεμοι δεν επιστράτευαν αντίστοιχες μεθόδους για να εξοντώσουν τους αντιπάλους τους [31]. Βάσει αυτού του δεδομένου, μπορεί να θεμελιωθεί ο ακόλουθος τολμηρός συλλογισμός: ίσως ο λοιμός να προκλήθηκε πράγματι από τη δηλητηρίαση του πόσιμου νερού στην Αθήνα όταν οι Πελοποννήσιοι διαπίστωσαν πως οι λεηλασίες της πρώτης χρονιάς απέβησαν αναποτελεσματικές. Επιπλέον, μπορεί η μέθοδος αυτή να χρησιμοποιήθηκε προκειμένου να αντισταθμίσει την αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν την Αθήνα στη θάλασσα. Με άλλα λόγια μπορεί ο Αρχίδαμος, που περισσότερο από τον καθένα εντός της Πελοποννησιακής Συμμαχίας είχε συνειδητοποιήσει πόσο μάταιο ήταν να συγκρουστούν με την Αθήνα λόγω του διαφορετικού γεωστρατηγικού προσανατολισμού, να επιστράτευσε τη συγκεκριμένη μέθοδο ανορθόδοξου πολέμου προκειμένου να αντιμετωπίσει «εκ των έσω» τη ναυτική ισχύ του αντιπάλου. Αν αυτό ευσταθεί, τότε πρόκειται για μια από τις ευφυέστερες κινήσεις σε επίπεδο στρατηγικής, βάσει των προκληθεισών συνεπειών [32]. Μάλιστα, ο συγκεκριμένος συλλογισμός θα μπορούσε να ενισχυθεί ακόμα περισσότερο από το ότι: πρώτον, την επόμενη χρονιά (429) οι Πελοποννήσιοι δεν εκστράτευσαν εναντίον της αττικής υπαίθρου, πιθανότατα γιατί ήταν ικανοποιημένοι από τα αποτελέσματα της συγκεκριμένης κίνησης [33], δεύτερον, από τη χρονική σύμπτωση του ξεσπάσματος του λοιμού με την άφιξη του πελοποννησιακού στρατού στην Αττική [34] και τρίτον, από την παρατήρηση ότι η μοναδική πόλη που εβλήθη τόσο σφοδρά από την επιδημία ήταν μόνο η Αθήνα[35] .

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Α.23. Ο Hanson V.D., 2005, σελ.339, υποσημ.1, ερμηνεύοντας την αναφορά του Θουκυδίδη, πιστεύει πως ο λοιμός ήταν η μεγαλύτερη καταστροφή που ενέσκυψε επάνω στους Έλληνες κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου ξεπερνώντας σε μέγεθος και σοβαρότητα τη συντριβή των Αθηναίων στη Σικελία και το αιματοκύλισμα στο ανατολικό Αιγαίο και τον Ελλήσποντο κατά την τρίτη και τελευταία φάση της σύγκρουσης.
[2] Β.57.
[3] Β.47. Βλ. Page D.L., 1953, σελ. 97-119.
[4] Β.52-53.
[5] Ο Soupios M.A., 2004, σελ. 45–51, θεωρεί πως τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Αθηναίοι στη Μήλο είχαν τις ρίζες τους στο λοιμό που προσέβαλε την πόλη. Αυτό όμως δε φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό αφού ανέκαθεν στην Ιστορία πόλεις με αυτοκρατορική φυσιογνωμία προέβαιναν σε ομαδικές σφαγές και εκτελέσεις (σελ.50). Επίσης, υποστηρίζει πως ο λοιμός συνέβαλε αποφασιστικά στο αποτέλεσμα του Πελοποννησιακού Πολέμου αλλάζοντας συνολικά τη ροή της ιστορίας ολόκληρης της κλασικής και ελληνιστικής περιόδου και κατ’ επέκταση της εξέλιξης του δυτικού πολιτισμού, διότι στέρησε από την Αθήνα πολύτιμο ανθρώπινο δυναμικό, ικανή ηγεσία και προκάλεσε ηθική παρακμή (σελ.50-51).
[6] Hanson V.D., 2005, σελ.77.
[7] Β.47-54.
[8] Β.35-46.
[9] Ο Hanson V.D 2005, σελ.67, υποστηρίζει πως ο Θουκυδίδης έχει τοποθετήσει την περιγραφή του λοιμού αμέσως μετά τα εγκωμιαστικά για την Αθήνα και τους πολίτες της σχόλια του Επιταφίου, προκειμένου να περιγράψει με τα εντονότερα χρώματα πόσο αδιόρατα και απρόβλεπτα είναι η ανθρώπινη μοίρα και ο πόλεμος και επιπλέον, να εντυπωσιάσει τους αναγνώστες του για το μέγεθος της ηθικής παρακμής στην οποία μπορούσε να υποπέσει ακόμα και ο πιο προηγμένος ανθρώπινος πολιτισμός.
[10] Τα συμπτώματα αυτής της οξύτατης μεταδοτικής ασθένειας ήταν ποικίλα: ο υψηλός πυρετός, ο ερεθισμός του προσώπου και των ματιών, του λαιμού και της γλώσσας. Παράλληλα, προκαλούσε έντονο βήχα και οξείς πόνους στο στήθος, επηρέαζε το αναπνευστικό σύστημα, προκαλούσε βίαιους εμετούς και κατ’ επέκταση την αδυναμία του ασθενούς να σιτιστεί. Ακολουθούσαν ακατάπαυστες διάρροιες και σπασμοί ενώ ολόκληρο το σώμα καιγόταν με συνέπεια την πρόκληση εξανθημάτων και πληγών. Επίσης, προσβάλονταν τα άκρα και τα γεννητικά όργανα σε συνέπεια τη μερική ή ολική παράλυση του ασθενούς ενώ υπήρξαν πολλές περιπτώσεις τύφλωσης και αμνησίας.
[11] Hanson V.D., 2005, σελ.80.
[12] Ο υπολογισμός του ποσοστού απωλειών από το λοιμό ανήκει στον Adcock F.E., 1940, σελ.201.
[13] Το αθηναϊκό ιππικό απώλεσε σε μια μόνο χρονιά (430) περισσότερους ιππείς απ’ όσους κατά τη διάρκεια ολόκληρου του Πελοποννησιακού Πολέμου. Βλ. Strauss B., 1986, σελ.75-8. Ο Hanson V.D., 2005, σελ.79, προβαίνει σε αξιόπιστους υπολογισμούς των αθηναϊκών απωλειών, για να καταλήξει να παρομοιάσει το λοιμό της Αθήνας με τις μάχες του Σομμ και του Στάλινγκραντ.
[14] Gomme AW.,1967, σελ.6. Επίσης, βλ. Hanson V.D., 2005, σελ.81.
[15] Ο Hanson V.D., 2005, σελ.82, επισημαίνει πως οι Αθηναίοι αντιλαμβάνονταν τόσο την ναυτική όσο και τη χερσαία τους ισχύ με όρους «προ» του ξεσπάσματος και «μετά» την ίαση της επιδημίας.
[16] Ο Hanson V.D., 2005, σελ.264, υποστηρίζει πως ο λοιμός και η καταστροφή στη Σικελία ήταν τα σημαντικά γεγονότα που μείωσαν δραματικά το ανθρώπινο δυναμικό του αθηναϊκού πολεμικού στόλου αναγκάζοντάς το να αναζητήσει πληρώματα εκτός Αθήνας, προκειμένου να επανδρώσει τα πλοία και να συνεχίσει την πολεμική προσπάθεια.
[17] Β.58.
[18] Πλούταρχος, Περικλής, 35.3.
[19] «Αυτοί όμως, μετά τον θάνατόν του, όχι μόνον έπραξαν τα εναντία ακριβώς από όλα αυτά, αλλά και εις ζητήματα, τα οποία εφαίνοντο άσχετα με τον πόλεμον, ηκολούθησαν, από προσωπικάς φιλοδοξίας και ιδιοτέλειαν, επιζήμιον δια τας Αθήνας και τας προς τους συμμάχους σχέσεις πολιτικήν, η οποία εν περιπτώσει επιτυχίας θα έφερε τιμήν και ωφέλειαν εις ιδιώτας κυρίως, αποτυγχάνουσα όμως θα έφερε βλάβην εις την πόλιν κατά την διεξαγωγήν του πολέμου», Β.65. Προφανώς στο ερώτημα «τι θα είχε συμβεί αν δεν πέθαινε ο Περικλής» δε μπορεί να υπάρξει απάντηση.  Όμως είναι δύσκολο ν’ αποφευχθεί ο πειρασμός των υποθέσεων. Είναι μάλλον λογικό να υποτεθεί ότι οι σπαρτιατικές εκκλήσεις για ειρήνευση μετά τα γεγονότα της Σφακτηρίας το 425-424 θα είχαν γίνει δεκτές και ο πόλεμος να τελείωνε εκεί, όμως οι επαχθείς όροι που ζήτησε ο φιλοπόλεμος Κλέων εξασφάλισαν τη συνέχιση των εχθροπραξιών. Επίσης, «αν ζούσε ο Περικλής» η Σικελική Εκστρατεία δεν θα είχε πραγματοποιηθεί διότι ήταν αντίθετη προς τη βασική γεωστρατηγική επιλογή του αθηναίου ηγέτη να μην επιχειρηθεί η επέκταση της αθηναϊκής κυριαρχίας διαρκούντος του πολέμου. Η παρουσία όμως του Αλκιβιάδη στην πολιτική ζωή της πόλης εκείνη την εποχή την κατέστησε δυνατή με τα γνωστά καταστροφικά αποτελέσματα. Επιπλέον, ενδιαφέρουσες κρίσεις για τους διαδόχους του Περικλή σε επίπεδο πολιτικής ρητορικής και στρατηγικού σχεδιασμού κάνει ο Kagan D., 1991, σελ.260-74, αν και αναγνωρίζει αυστηρότητα στο Θουκυδίδη.
[20] Hanson V.D., 2005, σελ.78. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Soupios M.A., 2004, σελ.45-51, που υποστηρίζει ότι οι φρικαλεότητες που προκάλεσαν οι Αθηναίοι στη Μήλο και τη Σκιώνη είχαν τις ρίζες τους στο λοιμό και την ηθική παρακμή που προκάλεσε.
[21] Η περιγραφή του Θουκυδίδη θεωρείται απολύτως ακριβής και αξιόπιστη διότι και ο ίδιος σε ηλικία περίπου 30 ετών, είχε νοσήσει αλλά κατάφερε να επιβιώσει του λοιμού, ενώ ο σκοπός των καταγραφών του αποβλέπει στην πρόβλεψη και έγκαιρη διάγνωση: «Αλλ' εγώ, που και ο ίδιος έπαθα από την νόσον, και με τα ίδια τα μάτια μου είδα άλλους πάσχοντας, θα εκθέσω την πραγματικήν της πορείαν και θα περιγράψω τα συμπτώματά της, η ακριβής παρατήρησις των οποίων θα επιτρέψη ασφαλέστερον εις τον καθένα που θα ήθελε να τα σπουδάση επιμελώς να κάμη την διάγνωσίν της, εάν ποτέ ήθελε και πάλιν ενσκήψει», Β.48.
[22] Η επιστημονική τεκμηρίωση της αιτίας του λοιμού της Αθήνας εξασφαλίσθηκε από το υλικό αρχαιολογικής ανασκαφής της περιόδου 1994 - 1995, που πραγματοποιήθηκε υπό την εποπτεία της αρχαιολόγου κ. Έφης Μπαζιοτοπούλου - Βαλαβάνη και την ευθύνη της 3ης Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, στην περιοχή του αρχαίου νεκροταφείου της Αθήνας, στον Κεραμεικό. Στην ανασκαφή αυτή ανακαλύφθηκε ένας ομαδικός τάφος περίπου 150 ατόμων, που χρονολογήθηκε από τους αρχαιολόγους στην περίοδο του λοιμού, μεταξύ 430-426. Ο συγκεκριμένος τάφος δεν είχε μνημειακό χαρακτήρα, καθώς τα σώματα των νεκρών βρέθηκαν στοιβαγμένα σε θέσεις που υποδήλωναν ότι θάφτηκαν βιαστικά, χωρίς τη συνηθισμένη φροντίδα που επέβαλε ο σεβασμός των αρχαίων Ελλήνων στους νεκρούς. Με βάση τα ευρήματα αυτά, ομάδα ελλήνων επιστημόνων διατύπωσε τη θεωρία ότι πρόκειται για θύματα του λοιμού της Αθήνας, και αποφάσισε να προχωρήσει σε εργαστηριακή μελέτη του σκελετικού υλικού, με σκοπό την ταυτοποίηση του μικροβιακού παράγοντα που προκάλεσε τον θάνατό τους. Τα αποτελέσματα της μελέτης αυτής δημοσιεύτηκαν στην Ιατρική Επιθεώρηση International Journal of Infectious Diseases.
[23] Η ταυτότητα του λοιμού έχει απασχολήσει τόσο τους κλασικούς, όσο και τους ιατρικούς ερευνητές. Ο Page D.L., 1953, σελ.97-119, παρέχει μια εμπεριστατωμένη γλωσσολογική και ετυμολογική ανάλυση με έμφαση στη φρασεολογία που χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης. Λαμβάνοντας υπόψη του τις θεωρίες ιατρικών μελετητών, ο Page αναφέρει πως οι περισσότεροι πιστεύουν ότι ο λοιμός ήταν είτε ευλογιά, είτε τυφοειδής πυρετός, είτε οστρακιά, είτε βουβωνική πανώλη, ενώ ένας σημαντικός αριθμός θεωρεί ότι η αναγνώριση της ταυτότητας του λοιμού είναι αδύνατη (σελ.113). Πάντως, ο ίδιος καταλήγει πως οι λεπτομερείς αναφορές των συμπτωμάτων της νόσου από τον Θουκυδίδη, περιγράφουν την ιλαρά (σελ.119). Τελευταίως, είναι πολλοί εκείνοι που ταυτίζουν τον λοιμό με τον ιό του έμπολα, κυρίως εξαιτίας της υψηλής θνησιμότητας και της σφοδρότητας των συμπτωμάτων.
[24] Β.48.
[25] Ο Hale J.R., 2009, σελ.231, εκφράζει τη βεβαιότητα πως ο λοιμός προήλθε από την Αφρική (από την Αιθιοπία στον ποταμό Νείλο και από εκεί στα λιμάνια του Δέλτα) απορρίπτοντας οποιαδήποτε άλλη εκτίμηση για την προέλευσή του.
[26] «(...) ότι δηλαδή πρώτον μεν έχομεν τας πύλας της πόλεώς μας ανοικτάς εις όλους, και ουδέποτε δια ξενηλασίας εμποδίζομεν κανένα να μάθη ή ίδη κάτι τι, εκ φόβου μήπως, εάν δεν το κρύψωμεν, το ίδη κανείς από τους εχθρούς μας και ωφεληθή», Β.39.
[27] Hanson V.D., 2005, σελ.65.
[28] Ο Διόδωρος, 12.45.2, αναφέρει το συνωστισμό του αθηναϊκού πληθυσμού ως τη βασική αιτία της πρόκλησης της επιδημίας.
[29] Β.48.
[30] Ο Hanson V.D., 2005, σελ.70, χαρακτηρίζει «παρανοϊκή λογική» τις υπόνοιες των Αθηναίων αλλά αναγνωρίζει πως κατά τη διάρκεια μιας πολεμικής σύγκρουσης, ο φόβος δηλητηρίασης ποταμών, συντριβανιών και στερνών ήταν υπαρκτός και διαρκής.
[31] Ο Παυσανίας,Φωκικά, Λοκρών Οζόλων, 37.7-8, αναφέρεται στη δηλητηρίαση του νερού της φωκικής πόλης Κίρρας από τον Σόλωνα κατά τη διάρκεια του Α’ Ιερού Πολέμου (595-585) με λευκό ελλέβορο, που ήταν εξαιρετικά τοξικό δηλητήριο, προκειμένου οι κάτοικοί της να εξαναγκαστούν σε παράδοση. Η Mayor Α., 2003, σελ.99-118, καταγράφει μια σειρά από αρχαίες αναφορές που αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες επιδίδονταν συχνά στη χρήση μεθόδων εξόντωσης του αντιπάλου που στη σημερινή εποχή ονομάζονται «όπλα μαζικής καταστροφής».
[32] Ο Hanson V.D., 2005, σελ.82, καταλήγει πως ο Θουκυδίδης πίστευε ότι ο λοιμός ήταν μια παθογενής κατάσταση που προκλήθηκε από τις δυσμενείς συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην Αθήνα από τον εγκλεισμό του πληθυσμού εντός των τειχών και δεν απετέλεσε αποτέλεσμα ανθρώπινης παρέμβασης. Το πόρισμά του βασίζεται στο γεγονός ότι ο Ιστορικός ασχολήθηκε πολύ λιγότερο με τον λοιμό σε σχέση με τη σικελική καταστροφή, αν και οι απώλειες που υπέστησαν οι Αθηναίοι στη δεύτερη περίπτωση, ήταν σημαντικά λιγότερες σε σχέση με την πρώτη. Επίσης, στη σελ.309, θεωρεί πως ο λοιμός ήταν ένα αναπάντεχο φυσικό φαινόμενο και συνολικά απορρίπτει την περίπτωση της ολιγαρχικής στρατηγικής διορατικότητας και εμπνευσμένης πολεμικής τακτικής εκ μέρους των Πελοποννησίων.
[33] Ο Meyer E., 1956, σελ.42, εκφράζει μια διαφορετική άποψη: θεωρεί πως οι Πελοποννήσιοι απώλεσαν μια τεράστια ευκαιρία να ισοπεδώσουν τους Αθηναίους εκστρατεύοντας για δεύτερη φορά το ίδιο καλοκαίρι εναντίον της Αττικής, αλλά δεν το έκαναν διότι φοβήθηκαν τη σφοδρότητα του λοιμού, δε μπόρεσαν να πείσουν τους συμμάχους τους να τους ακολουθήσουν ή διότι απλά υστερούσαν σε φαντασία.
[34] «Ευθύς δε με την αρχήν του επομένου θέρους, οι Πελοποννήσιοι και λοιποί σύμμαχοι, με τα δύο τρίτα των δυνάμεών των, όπως και την πρώτην φοράν, υπό την αρχηγίαν του βασιλέως των Λακεδαιμονίων Αρχιδάμου, υιού του Ζευξιδάμου, εισέβαλαν εις την Αττικήν, όπου στρατοπευδεύσαντες ήρχισαν να ερημώνουν την γην. Και πριν παρέλθουν πολλαί ημέραι από της εισβολής, παρουσιάσθη δια πρώτην φοράν εις τας Αθήνας ο λοιμός», Β.47.
 [35] Ο Θουκυδίδης αναφέρει πως ο λοιμός είχε παρουσιαστεί και σε άλλες πόλεις, αναφέροντας ως παράδειγμα τη Λήμνο, αλλά «πουθενά δεν εμνημονεύετο λοιμώδης νόσος τοιαύτης εκτάσεως, ούτε φθορά ανθρώπων τόσον μεγάλη», Β.47.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Διόδωρος, Ιστορική Βιβλιοθήκη.
Gomme A.W., 1967, The population of Athens in the fifth and fourth centuriesB.C., Chicago.
Hale J.R., 2009, Οι Άρχοντες των Θαλασσών, η Επική Ιστορία του Αθηναϊκού Στόλου και η Γέννηση της Δημοκρατίας (ελλ.εκδ.2010), London.
Hanson V.D., 2005, A War like no Other, How the Athenians and Spartans fought the Peloponnesian War, New York.
Kagan D., 1991, Pericles of Athens and the Birth of Democracy, New York.
Meyer E., 1956, Geschichte des Altertums IV, Basel.
Page D. L., 1953, “Thucydides' Description of the Great Plague at Athens”, CQ, Vol. 3, σελ. 97-119.
Παυσανίας, Φωκικά, Λοκρών Οζόλων.
Πλούταρχος, Περικλής.
Soupios M.A., 2004, “Impact of the plague in Ancient Greece”, Infectious Disease Clinics of North America 18, σελ. 45–51.
Strauss B., 1986, Athens after the Peloponnesian War: Class, Faction and Policy, 403-386 B.C., Ithaca, New York.





Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...