ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Η ΦΡΕΓΑΤΑ

                                                                                                        Περί Αλός   
του Hλία Mεταξά
Οικονομικού Αξιωματικού Ε.Ν.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ναυτική Επιθεώρηση,
τ.574, σελ. 95, Έκδοση Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού / ΓΕΝ,
ΣΕΠ-ΟΚΤ-ΝΟΕ. 2010. Αναδημοσίευση στο Περί Αλός
με την έγκριση της «Ναυτικής Επιθεωρήσεως».

Πίναξ του Anton Otto Fischer "the first victory at sea by
USS Constitution over HMS Guerriere".Φωτό: Wikipedia

 
Η λέξη «Frigate» ενεφανίσθη το 1585 προερχομένη από την Γαλλική λέξη «Fregate» και την Ιταλική «Fregata» με άγνωστη ετυμολογική προέλευση. Αρχικώς, εναυπηγήθη ως ελαφρό και γρήγορο Κωπήλατον σκάφος, το οποίον μετεξελίχθη σε Ιστιοφόρον. Ο μεγάλος αναμορφωτής του Ναυτικού μας Λεωνίδας Παλάσκας (1819-80) στο περίφημο έργο του «Γαλλο-Ελληνικόν Λεξικόν περί Ναυτικών Όρων» μας γράφει ότι ίσως αρμόζει η λέξη «η Φραγάς» (γενική της Φραγάδος). Σε πιο απλούστερη μορφή, η Φραγάδα ή Φραγάτα ή Φρεγάδα ή Φρεγάτα εσήμαινε Μονόκροτον, δηλαδή είχε ένα κατάστρωμα.
Υπάρχουν και διάφορες άλλες θεωρίες διά την προέλευση της ονομασίας της. Στο επίσημον ονοματολόγιον ήταν Δρόμων. Το «Φρεγάτα» προήλθε από την λέξη «Αfracta» που οι Ναυτικοί την πρόφεραν παρεφθαρμένη σε Fregate, καθ’ όσον το άφρακτον σκάφος, αν και κωπήλατον, εχρησιμοποιείτο ως Αγγελιοφόρον των Γαλερών και των Γαλεασών. Το 1614 ο Ιταλός Πλοίαρχος Pantero Pantera στο βιβλίο του «L’ Armata Navale» έγραψε ότι ήταν μικρότερο από το «Βrigantine».

Ο ηρωικώς πεσών στην Σφακτηρία Αναστάσιος Tσαμαδός (1774-1825) την έγραφε ως Φεργάδα. Στην Ελλάδα τελικώς επεκράτησε η Ιταλίζουσα προφορά Φρεγάτα. Πιθανώτατα προέρχεται από την Ελληνική λέξη «Άφρακτος». Το 1948 ο διάσημος Γάλλος ιστορικός Noel Guy, στο βιβλίο του «La Marine Francaise» έγραψε ξεκάθαρα ότι η Γαλλική λέξη «La Fregate» είναι η Ελληνική λέξη «Aphracte», επειδή είχε μόνον ένα άφρακτο (ανοικτό) κατάστρωμα. Προς αυτήν την εκδοχή συνηγορεί το ότι ακόμη και οι Πορτογάλοι αποκαλούσαν την ανοικτή Φορτηγίδα (Μαούνα) με τη λέξη «Fragata», τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1930.
Υπάρχει ένα θαλασσοπούλι, το οποίον στην Γαλλική γλώσσα λέγεται «Fregate». Αυτό διακρίνεται σε δύο είδη, την «Grande Fregate», η οποία έχει μήκος σώματος 1 μέτρο και εκπέτασμα πτερύγων 2,30 μέτρα και απαντάται σε όλες τις θάλασσες. Το άλλο είδος είναι η «Petite Fregate», η οποία ευρίσκεται στον Ινδικόν Ωκεανό. Και τα δύο πτηνά είναι επιθετικά και αδηφάγα, δηλαδή ιδιότητες που προσιδιάζουν στον ρόλο της ευελίκτου και ταχυκινήτου Φρεγάτας ως πλοίον διώξεως των Πειρατών και των Κουρσάρων καθώς επίσης και των Φρεγατών και λοιπών μικροτέρων Πολεμικών σκαφών του εχθρού.
Η Φρεγάτα ήταν μέχρι τον 16ο αιώνα ελαφρύ άφρακτο σκάφος με κουπιά και ένα μόνον πανί τριγωνικό τύπου «Λατίνι», όπως περίπου η Ρωμαϊκή Πολεμική Λιβυρνίς, η οποία ενδεχομένως να ήταν και ο πρόδρομός της. Η τελευταία στα Λατινικά ελέγετο «Liburna» και ήταν αρχικώς, κατά το Βυζαντινό λεξικό του 10ου αιώνα, Σούιδα: «Διήρης ευκίνητος, oξύπρωρος, οξύπρυμνος, χαλκέμβολος, ισχυρά, κατάφρακτος και το τάχος άπιστον».
Οι Ρωμαίοι όταν ναυπηγούσαν το ως άνω σκάφος είχαν ως πρότυπον την Πειρατική Λιβυρνίδα, η οποία είχε λάβει το όνομά της εκ του Ιλλυρικού λαού των Λιβυρνών, οι οποίοι επεδίδοντο στο θαλάσσιο εμπόριο και στην πειρατεία. Οι Πολεμικές Λιβυρνίδες έδρασαν κατά πρώτον το 48 π.Χ. στον Εμφύλιο Πόλεμο, Iουλίου Kαίσαρος (100-44 π.Χ.) κατά Πομπηίου (106 - 48 π.Χ).  Στη ναυμαχία του Ακτίου το 31 π.Χ. χάρισαν τη νίκη στον Γάιο Οκτάβιο (63 π.Χ.-14 μ.Χ.) εναντίον των βαρέων πλοίων του Mάρκου Aντώνιου (83-30 π.Χ). Έκτοτε όλα τα καράβια του Ρωμαϊκού Στόλου, μάχιμα και βοηθητικά, εναυπηγούντο κατά τον Λιβυρνικό τύπο και σε μεγαλύτερα μεγέθη, μέχρι Πεντήρεις.
Οι Βυζαντινοί τα ανέφεραν ως Λίβερνα ή Λίβυρνα και ήσαν οι άμεσοι πρόδρομοι των Κατέργων του Μεσαίωνος. Πολύ αργότερα, το 1805, ο Νapoleon Βonaparte (1769-1821) είχε ετοιμάσει Στολίσκο από ευμεγέθεις Λιβυρνίδες διά την ματαιωθείσαν απόβαση στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας.
Η Φρεγάτα ήταν η μικρογραφία του Βεργαντίνου ή Βριγαντίνου, δηλαδή μεγάλη λέμβος με κινητό αλμπουράκι άλλοτε άφρακτος (ανοικτή) και άλλοτε μετά καταστρώματος (κλειστή), με 6-8 σέλματα κωπηλατών, χωρίς κανόνι. Ερυμουλκείτο κατά τους πλόας υπό της Ναυαρχίδος. Εχρησιμοποιείτο στις Μοίρες των Γαλερών ως «Απόστολον» σκάφος μεταβιβάσεως διαταγών και από τους Πειρατές λόγω της ταχύτητος της. Τα κουπιά της ήσαν όπως του Βριγαντίνου.
Ο πρώτος «Βουκένταυρος» εναυπηγήθη το 1177 και με αυτό πήγε ο Πάπας Αlexander 3ος (1159-81) να προϋπαντήσει τον Δόγη Seba-stiano Zani (1172-78) όταν επέστρεψε νικητής μετά την μάχη του Capo-Salvatore. Πιθανώς να ήταν μία μεγάλη Γαλέρα με πλούσια διακόσμηση με θρόνο στο επίστεγον. Στο επίμηλον του μεγάλου ιστού έφερε τη σημαία του Ποντίφηκος. Σε ανάμνηση της νίκης οι Βενετοί επανελάμβαναν την τελετή της συμβολικής μνηστεύσεως του Δόγη με τη θάλασσα. Έτσι απεφάσισαν το ίδιο πλοίο να φυλάσσεται επιμελώς στον Αrsenale = Nαύσταθμο, διά να χρησιμοποιείται το ίδιο κάθε χρόνο.
Ο «Βουκένταυρος» ήταν ένας τύπος μεταξύ των μεγάλων Γαλερών. Άλλοι θεωρούν ότι το όνομά του προείρχετο από τον γλυπτό Κένταυρο που έφερε ως ακρόπρωρο στην πλώρη του.
Άλλοι πιστεύουν ότι προορίζετο να φέρει τους πλέον ισχυρούς και επιφανείς άνδρες της Ιταλίας. Πιθανώς να ήταν και από τον Βυζαντινό τίτλο «Βουκινάτωρ» (Σαλπιγκτής). Ο τελευταίος Βουκένταυρος είχε μήκος 32,68 μ., πλάτος 7,28 μ., ύψος 5,90 μ. και εσώζετο τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930 στον Ναύσταθμο της Βενετίας.
USS CONSTITUTION ΠΛΟΙΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΤΟΥ
ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ. ΦΩΤΟ: Wikipedia
Ανέκαθεν τα μικρά σκάφη ήταν απαραίτητες Μονάδες στους Πολεμικούς Στόλους, όμως το εξειδικευμένο πλοίο «Cruiser» έμελλε να περιμένει με τη σειρά του να εξελιχθεί πρώτα το «Line of the Battle Ship». Ο όρος «Cruiser» καθορίσθη όταν άρχισε ο Πόλεμος περί της Αγγλικής Διαδοχής (1689-97) μεταξύ Αγγλίας και Γαλλίας. Εκείνη την εποχή των Ιστίων, ο όρος υπό την στενή έννοιά του, εσήμαινε οιοδήποτε πλοίο σε μεμονωμένη αποστολή απεσπασμένο από το Στόλο. Eξυπακούεται ότι στο παρόν Κεφάλαιον αναφέρεται και ως συνώνυμον με τον όρο «Frigate».
Η Φρεγάτα ήταν το πιο μεγάλο πλοίο που δεν προορίζετο να παραταχθεί στη Γραμμή Μάχης, αλλά συνάμα ήταν και το μικρότερο που εδικαιούτο να ενταχθεί μέσα στα Rates = Tάξεις, αντίστοιχο με τα άλλα Αγγλικά πλοία τα οποία ανήκαν στο 5th Rate και στo 6th Rate. Τα παλαιότερα πλοία της 5ης Τάξεως είχαν λάβει μέρος σε πολεμική δράση ως μέρος του Στόλου, από το άλλο μέρος και οι μεταγενέστερες Φρεγάτες ήσαν αρκετά ευμεγέθεις, ώστε να λογίζονται ως 4ης Τάξεως.
Στη δεκαετία του 1640 κατά τους Αγγλικούς Εμφυλίους Πολέμους οι Δυνάμεις του Κοινοβουλίου είχαν με το μέρος τους τον Αγγλικό Στόλο που απαρτίζετο από μία ποικιλία καραβιών εκ των οποίων τα περισσότερα ήταν Εξοπλισμένα Εμπορικά. Τα «Great Ships» που «κληρονόμησαν» από τον Βασιλέα Charles 1st
(1625-49) δεν τους χρησίμευσαν και πολύ, τα μεγαλύτερα εξ αυτών, το «Sovereign» και το«Resolution», πέρασαν τον περισσότερο καιρό αραγμένα. Μετά τον αποκεφαλισμό του Βασιλέως το 1649 και τη νέα Στρατηγική κατάσταση,
τα γρήγορα «Cuisers» εξορμώντας από την Dunkirk (Αγγλική ορθογραφία) και άλλους Ηπειρωτικούς λιμένες, ερήμαζαν την Αγγλική Εμπορική Ναυτιλία. Όμως τα «Great Ships» και τα Εξοπλισμένα Εμπορικά δεν ήσαν κατάλληλα διά να τα αντιμετωπίσουν. Πολλά εξ αυτών των Επιδρομικών (Κουρσάρικα) ήταν τυπικά δείγματα της «Δουνκερκικής» ναυπηγικής και είχαν ήδη γίνει γνωστά με την ονομασία «Frigates». Oι Φρεγάτες «τύπου» Dunκerque (Γαλλική ορθογραφία) ήσαν πλοία μικρά, ελαφράς ναυπηγήσεως, μακρόστενα και χαμηλά. Διέθεταν πολυάριθμα πληρώματα αλλά λίγα κανόνια. Ήσαν σχεδιασμένα για κοντινές και γρήγορες επιχειρήσεις εναντίον στόχων με ασθενή άμυνα.
Η πρώτη μεγάλη Αγγλική Φρεγάτα θεωρείται η «Constant Warwick», ναυπηγήσεως 1645 ως Ιδιωτικό Πολεμικό (?) διά λογαριασμό του Συνδικάτου των Αξιωματικών του Κοινοβουλίου. Αυτοί είχαν ηγέτη τον Robert Rich (1587-1658), Κόμη του Warwick, που είχε πολεμήσει με την πλευρά του Κοινοβουλίου ως Admiral of the Fleet. Aυτή η Φρεγάτα είχε ναυλωθεί σχεδόν αμέσως και αργότερα είχε αγορασθεί από το «States Navy». Όπως τα τύπου «Dunkirk», έτσι και αυτή ήταν πολύ γρήγορη και ελαφράς κατασκευής. Ο υιός του ναυπηγού της, Phimeas Pett (1570-1647), είχε πεί γι’ αυτήν τη Φρεγάτα: «Τρεμουλιάζει στη θάλασσα όπως παθαίνουν και τα Τουρκικά Κουρσάρικα». Ο ίδιος ήταν διάσημος Αρχιναυπηγός και Επίτροπος του Ναυτικού. Αυτή η Φρεγάτα ήταν εξαιρετικώς επιτυχημένη και γι’ αυτό συντόμως την εμιμήθησαν και άλλοι. Όμως, η τυπική Φρεγάτα ακόμη δεν ήταν η κατάλληλη διά να εκπληρώσει όλες τις προδιαγραφές και τις αποστολές που ήθελε το Αγγλικό Ναυτικό.
Πάντοτε παρέμενε η ανάγκη διά ταχέα πλοία, γεροφτιαγμένα, με μεγάλους αποθηκευτικούς χώρους, ώστε να εκτελούν μακροχρόνια «Cruising». To Aγγλικό ρήμα «Cruise» εν τη ευρεία εννοία του σημαίνει περιπλέω, τριγυρίζω στη θάλασσα, υπό την στρατιωτική σημαίνει κάνω αναγνώριση διά τον εντοπισμό του εχθρού.
Σήμερα σημαίνει περιηγητικός πλους αναψυχής. Σταδιακώς, η Αγγλική Φρεγάτα άρχισε να μεγαλώνει και γρήγορα μετετράπη σε ένα είδος «Ship - Frigate» και σε διάφορα μεγέθη, με αποτέλεσμα η λέξη Φρεγάτα να χάνει την έννοιά της περισσότερο. Ακόμη και το μεγάλο «Sovereign» που το 1651 ξήλωσε τις υπερκατασκευές του, μπορούσαν να το περιγράφουν ως «Delicate Frigate». Άλλες γλώσσες, όπως η Γαλλική, απέκτησαν ένα ρήμα «to Frigate» που εσήμαινε ναυπηγώ μακρύ και χαμηλό πλοίο.
Κατά τον 17ο αιώνα σε πολλές γλώσσες «Romance» εδόθη το όνομα Φρεγάτα (με παρεμφερείς προφορές στα διάφορα Ναυτικά) σε ελαφρά και ταχύπλοα Πολεμικά με ολίγα πυροβόλα, τα οποία επιχειρούσαν ως Ανιχνευτικά.
Με την πάροδο των χρόνων οι διαστάσεις τους μεγάλωναν. Εταξινομείτο αμέσως μετά τα Ships of the Line = Πλοία Γραμής Μάχης. Γενικώς, η Φρεγάτα είχε στενόμακρο σχήμα και έδινε έμφαση στην ισχύ της ομοβροντίας. Οι πρώτες έστριβαν με δυσκολία και είχαν μικρότερο χώρο διά τα κανόνια της πλώρης και της πρύμνης.
Οι Άγγλοι την αντέγραψαν μεν από τους πρώτους διδάξαντες Γάλλους, αλλά την oνόμασαν Frigate. Πάντως, ο όρος αυτός δεν ήταν επίσημος και σαφής, ούτε το μέγεθός της καθοριστικό. Το νέο καθεστώς του Δικτάτορος Oliver Cromwell (1599-1658), το λεγόμενο της Commonwealth, μεταξύ των ετών 1650-55 εναυπήγησε 54 Rated = ταξινομημένα, πλοία που είχαν διάφορα μεγέθη και περιεγράφοντο αορίστως ως Frigates. Oι μεγαλύτερες εξ αυτών ήσαν Δίκροτες και ως εκ τούτου τις έλεγαν «Great Frigates» και τις ταξινομούσαν στο 3rd Rate. H πρώτη καθελκύσθη τον Απρίλιο του 1650 και πήρε την ονομασία «Speaker», θεωρείται ως πρόγονος των Δικρότων Πλοίων Γραμμής διά τα επόμενα 100 χρόνια. Τις είχαν σχεδιάσει να φέρουν 44 πυροβόλα, αυτή όταν ολοκληρώθη είχε 50 και μέχρι το 1655 τα είχε αυξήσει σε 60, οπότε δικαίως εθεωρείτο μεταξύ των «Great Ships» της εποχής. Όμως οι συντηρητικοί Ναύαρχοι της παλαιοτέρας γενναιάς, όπως ο Sir George Ayscue (1671), αντιδρούσαν στις «Great Frigates» διότι ήσαν πολύ χαμηλές και ευάλωτες στο ρεσάλτο.
Το 1650 ετροποποίησαν το σχέδιο και προσέθεσαν ένα Forecastle διότι τα πλοία ταλαιπωρούντο όταν είχαν τον καιρό κατάπλωρα. Μετά τους Αγγλικούς Εμφυλίους Πολέμους της δεκαετίας 1640, το Ναυτικό έγινε το αγαπημένο του Έθνους, αλλά δυστυχώς το ήλεγχαν αδαείς ερασιτέχνες. Μακροπροθέσμως ένα επιτυχημένο Ναυτικό διά να παραμείνει τέτοιο εχρειάζετο δύo «όπλα», την πολιτική υποστήριξη και την τεχνική αυτονομία. Μέχρι το τέλος της Δυναστείας των Stuarts το 1714 αυτά δεν υπήρχαν.
Στα 1650 μία Μονόκροτη Φρεγάτα (ενός καταστρώματος) του 6th Rate είχε εκτόπισμα 150 τόνους και 16 πυροβόλα, ενώ μία άλλη του 5th Rate είχε 290 τόνους και 32 πυροβόλα. Μετά από δύο αιώνες στα 1850, η Φρεγάτα του 6th Rate είχε 1.050 τόνους και 28 πυροβόλα. Ταυτοχρόνως, το μεγαλύτερο σκάφος, που ακόμη το χαρακτήριζαν ως Frigate, είχε 2.500 τόνους και 60 κανόνια. Η ισχύς του πυρός της είχε αλματώδη αύξηση και το συνολικό βάρος των βλημάτων της από 100 Λίβρες είχε αυξηθεί κατακορύφως στις 900.
Ο Α΄ Αγγλο-Ολλανδικός Πόλεμος (1652-54) έφερε γρήγορη ανάπτυξη σε ιδέες και σχέδια με αποτέλεσμα οι «Great Frigates» να μεταμορφωθούν στο πρώτο είδος εκείνου του πλοίου που αργότερα ωνόμασαν «Ship of the Line». Μέσα σε 11 χρόνια η νεοπαγής «English Republic» αύξησε τον Στόλο της από τα 39 καράβια που είχε στο τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, και τα έκανε 156 μέχρι το 1650. Εξ αυτών τα 75 ήσαν κατάλληλα διά να ταξινομηθούν στο 4th Rate και ικανά να συμπαραταχθούν στην «Line of the Battle».
Το 1662 ο Βασιλεύς της Αγγλίας Charles 2ος (1630-85) ενυμφεύθη την Πριγκήπισσα Catherine de Braganza (1638-1705), θυγατέρα του Βασιλέως της Πορτογαλίας Juan 4ου (1604 - 56). Ως προίκα προσέφερε στην Αγγλία τις κτήσεις της στην Ταγγέρη και τη Βομβάη. Ήταν μοι-ραίο το Αγγλικό Ναυτικό να συγκρούεται συχνά με τα Κράτη της Μπαρμπαριάς στην Βόρειο Αφρική. Οι Κουρσάροι και οι Πειρατές αυτών των «Κρατών» εκτός από τα συμβατικά Πολεμικά τους, επιχειρούσαν και με ευκολόχρηστα σκάφη που είχαν ιστία τύπου Λατίνι, καθώς και Galleys oι οποίες είχαν μεγάλο πλεονέκτημα εναντίον αργοκινήτων πλοίων που είχαν μόνον τετράγωνα πανιά ή ακόμη χειρότερα έπεφταν σε άπνοια.
Είναι προφανές ότι τότε αντελήφθησαν την έλλειψη ενός εξειδικευμένου πλοίου διά καθήκοντα Cruiser έστω και καθυστερημένα. Γύρω στα 1670 έκαναν κάποια δοκιμαστικά βήματα διά την δημιουργία ενός τέτοιου σκάφους. Ανέπτυξαν ένα παράξενο τύπο τον οποίον εχαρακτήριζαν ως «Galley-Frigate». Εκτός από τα πα-
νιά του είχε και τα Sweeps = μακριά βαρειά κουπιά. Αυτά ήσαν διαδεδομένα στις «Dunkirk Frigates» νωρίς τον 17ον αιώνα και από τα 1640 τα διέθεταν και τα Αγγλικά Πολεμικά του 4th Rate δι’ έκτακτες καταστάσεις.
Οι Άγγλοι αντιμετώπισαν τους Boρειοαφρικανούς με τις νέες «Galley-Frigates» οι οποίες ήσαν μακρόστενες, ελαφράς κατασκευής και ταχύτατες με τα πανιά τους. Με τα μεγάλα κουπιά Sweeps ήσαν πολύ «μανουβραδόρικες» και μπορούσαν να εμπλακούν ή να απαγκιστρωθούν από τη ναυμαχία κατά βούλησιν. Είναι απορίας άξιον γιατί εναυπηγήθησαν πολύ λίγες τέτοιες, εθεωρήθησαν αποτυχία και εγκατελείφθησαν γρήγορα.
Στην περίοδο 1660-90 η Φρεγάτα είχε υποβαθμισμένη σημασία και προσπαθούσαν να της βρουν ένα ρόλο. Όταν όμως είδαν την αξία της μέσα στο σχηματισμό του Στόλου, την εξετίμησαν σε τέτοιο σημείο που ναυπηγούσαν περισσότερες Φρεγάτες ακόμη και από τα Πλοία Γραμμής. Από την πρώτη εμφάνισή της στα 1650 και μετά από 100 χρόνια, οι Μονόκροτες είχαν 20 πυροβόλα, όμως υπήρχαν Δίκροτες που αν και ήσαν μικρότερες σε μέγεθος είχαν 40 πυροβόλα. Η ναυπήγηση μίας Φρεγάτας με 30 κανόνια εσήμαινε ότι θα είχε μιάμιση Battery = πυροβολαρχία. Υπήρχαν δύο εναλλακτικές λύσεις με διάφορες μικροπαραλλαγές: 1) Η μισή πυροβολαρχία να τοποθετηθεί επάνω από την κύρια (ολόκληρη) πυροβολαρχία, στα υπερυψωμένα Forecastle και Quarterdeck. Ήταν λογική λύση και την προτιμούσαν στη δεκαετία 1650. 2) Η μισή πυροβολαρχία να τοποθετηθεί μόνον σε ένα μέρος του Lower Deck = κατωτέρου καταστρώματος (υπόφραγμα). Εάν η πυροβολαρχία του Upper Deck (κουβέρτα) ήταν συνεχής, χάριν ευσταθίας τα κανόνια στο πρόστεγο και στο επίστεγο έπρεπε να είναι ελαφρύτερα. Τα δε κανόνια του υποφράγματος βαρύτερα.
Ήταν πολύ σημαντική λύση διότι ανεπτύχθη ως ιδέα και συνέβαλε αργότερα στην κατασκευή του εξειδικευμένου «Cruiser». Επειδή είχε μόνον μία κύρια πυροβολαρχία, ώφειλε να χρησιμοποιεί όλα τα κανόνια της με κάθε καιρό. Ως εκ τούτου η απόσταση από την ίσαλο γραμμή μέχρι την κανονοθυρίδα ήταν κεφαλαιώδους σημασίας. Γι’ αυτόν τον λόγο έβαζαν και κανόνια στις πλώρες και στις πρύμνες επειδή ήσαν υπερυψωμένες λόγω των «Castles», ακόμη και δι’ έναν άλλο λόγο, εκεί η κουβέρτα γινόταν φαρδύτερη. Έτσι πυροβολούσαν χωρίς να επηρεάζονται από τον μικρό κυματισμό. Όμως αυτό είχε δυσμενές αποτέλεσμα στην πλεύση του καραβιού, διότι τα μεγάλα κανόνια με τόσο βάρος συσσωρευμένο στις δύο άκρες του πλοίου επιδείνωναν το σκαμπανέβασμα.
Το 1666 ένας εκ των πλέον επιτυχημένων Ναυπηγών ήταν ο Francis Bayley από το Bristol, o oποίος κατασκεύαζε χωρίς να σχεδιάζει πρώτα σε χαρτιά, καθ’ όσον ήταν αγράμματος.
Στα Δίκροτα το μεγάλο ύψος της ιστιοφορίας έκαναν το πλοίο κακοθάλασσο. Ανέκαθεν υπήρχε ο πειρασμός να γεφυρώσουν με ένα «κατασκεύασμα» σαν προσωρινή κουβέρτα το πρό-στεγο με το επίστεγο, επάνω από το κυρίως κατάστρωμα, το οποίον ευρίσκετο σε χαμηλώτερο επίπεδο και μεταξύ αυτών των δύο, ώστε να δημιουργήσουν ένα συνεχές κατάστρωμα πλήρες πυροβόλων, το λεγόμενο«Spar-Deck». Αυτή η μετατροπή έκανε το πλοίο «γεροδεμένο». Έτσι
είχε γίνει και στις «Cromwellian Frigates» ή αλλιώς «Commonwealth Frigates» και ξανάγινε ενάμιση αιώνα αργότερα με τις Αμερικανικές «Super Frigates» κατά τον Αγγλο-Αμερικανικό Πόλεμο 1812-14.
Kατά την Βασιλεία του Louis 14ου (1689-1714) ο J.B.A. Colbert μεγάλωσε το Γαλλικό Ναυτικό. Όμως αρχικώς δεν είχε δείξει πολύ ενδιαφέρον διά τα μικρά σκάφη. Τότε οι Γάλλοι επιχειρούσαν ακόμη με τις «Galleys» και διαφόρους άλλους παραπλήσιους τύπους που προήρχοντο από αυτές, όπως το «Brigantine» και τo «Double Chaloupe». Όμως κατάλαβαν ότι τους έλειπε ένα μεγαλύτερο σκάφος διά τις δύσκολες Βόρειες θάλασσες.
Τα πρώτα σκάφη κάτω από το 5th Rate, στα Γαλλικά ερμηνεύεται 5eme Rang, αρχικώς εχαρακτηρίσθησαν ως «Fregates d’ Avis» ή «Aviso».
Στα Αγγλικά το έλεγαν «Advice» και είχαν ως δευτερεύοντα ρόλο την ανίχνευση και συλλογή πληροφοριών και τη μεταφορά μηνυμάτων. Μετά από 20 χρόνια περίπου, οι Γάλλοι τις ταξινόμησαν ως «Fregates Legere» Ελαφρές Φρεγάτες, που αντιστοιχούσαν στο Αγγλικό 6th Rate.
Μεταξύ των ετών 1671-78 οι Γάλλοι εναυπήγησαν 20 σκάφη ενός νέου τύπου που τον χαρακτήρισαν «Barque Longue», προφανώς διά να αναλάβουν τους ρόλους της προαναφερθείσης «Fregate d’ Avis» και επί πλέον της Ακταιωρού και του Παρακτίου Κουρσάρικου.
Στη δεκαετία 1680 οι Άγγλοι έβγαζαν μία μεγάλη ποικιλία μικρών σκαφών, αντιθέτως οι Γάλλοι είχαν βγάλει μόνον ίδιες «Barques Longues». Όμως, μετά από απραξία περίπου μίας δεκαετίας διαβλέποντας την απειλή ενός νέου πολέμου τις ξανάβγαλαν. Αυτές ήσαν μακρύτερες και βαθύτερες από τα Αγγλικά «Brigan-tines» με εκτόπισμα 60-80 τόνους. Έφεραν συνήθως 6-8 και ενίοτε 10-12 πυροβόλα των 4 Λιβρών.
Αυτές σταδιακώς εξελίχθησαν σε «Μiniature Fregates Legere». Έτσι εκτός από την «Brajart» και η «Barque Longue/Corvette» είχε κάποιες ομοιότητες και με το Αγγλικό «Brigantine». Παρά τις επισταμένες έρευνές μας στην Αγγλική και Γαλλική βιβλιογραφία δεν ανευρέθησαν στοιχεία σχετικώς με την «Brajart» και επομένως δεν γνωρίζουμε καν πως ήταν.
Στον Πόλεμο περί της Ισπανικής Διαδοχής (1702-14) η Γαλλία επανέλαβε την Τακτική του «Guerre de Course» κατά των Βρετανικών νηοπομπών, αλλά πιο οργανωμένα με πειθαρχημένες Μοίρες. Κατά τα φαινόμενα και τυπικά οι δήθεν Privateers, εναύλωναν Πολεμικά πλοία από τον Βασιλέα της Γαλλίας. Έτσι, όταν ναυμαχούσαν με τα Βρετανικά Συνοδά Πολεμικά που προστάτευαν τη νηοπομπή είχαν υπεροχή πυρός. Tα δε μικρότερα καράβια «συνεταιρικά» των δήθεν Κουρσάρων εύρισκαν το πεδίον ελεύθερο να καταστρέψουν τα Βρετανικά
Εμπορικά. Τα δήθεν ναυλωμένα, αλλά στην πραγματικότητα Γαλλικά Πολεμικά ήσαν μεγάλα, μεγέθους μέχρι και του 3rd Rate. Oι Βρετανοί διά να τα αντιμετωπίσουν χρησιμοποιούσαν τα μικρότερα απο τα δικά τους Battleships. Επομένως τα Γαλλικά έπρεπε να είναι γρήγορα, ώστε να μπορούν να σταθούν και να πολεμήσουν, εάν τους συνέφερε παράλληλα, έπρεπε να είναι και ισχυρά διά να νικήσουν στα γρήγορα, τα Συνοδά που συνήθως ανήκαν στο 4th ή 5th Rate. Το 1707 οι Γάλλοι έβγαλαν μία νέα και μεγαλύτερη έκδοση του «Demi-Batterie» που είχε τα ως άνω χαρακτηριστικά.
Σε άλλη πηγή αναφέρεται ότι ενδεχομένως η λέξη Fragada εχρησιμοποιήθη για πρώτη φορά από τους Ισπανούς, αλλά πολύ αργότερα το 1714. Η Πορτογαλία ταξινομούσε τα μικρά της σκάφη ως «Fragata», «Fragatinha» και «Patacho». Η κυριοτέρα διαφορά μεταξύ του Πλοίου Γραμμής Μάχης και της Φρεγάτας, η τελευταία ήταν μικρότερη και είχε μόνον ένα συνεχές κατάστρωμα πυροβόλων, το οποίον ονόμαζαν Upper Deck = Κουβέρτα.
Η ιστορία της Φρεγάτας δεν ασχολείται με εκείνα τα σκάφη που στα περισσότερα Ναυτικά τα χαρακτήριζαν με τους όρους «Sloop» ή «Corvette», θα τα αναφέρουμε πιο κάτω ακροθιγώς. Ασχολείται όμως με εκείνα τα μικρά Δίκροτα που τα «ανακάλυψαν» γύρω στα 1750 και τα αποκαλούσαν «True Frigates». Ομιλώντας με όρους ναυπηγικής, αυτό που τότε εννοούσαν ως Φρεγάτα, άλλαξε πολλές φορές μέσα σε δύο αιώνες ένεκα της διαφοροποιήσεως των ρόλων που της ανέθεταν, τους οποίους θα δούμε πιο κάτω αναλυτικότερα.
Τα καθήκοντα του Cruiser ή Frigate σταθερώς διευρύνοντο στον 18ο αιώνα. Ήταν η φυσιολογική συνέπεια των ναυτικών πολέμων που εγένοντο όλο και συχνότερα, διαρκούσαν περισσότερα χρόνια και διεξήγοντο σε όλη την Υδρόγειο. Τα αίτια είναι πασίγνωστα, διά την επικράτηση στο θαλάσσιο εμπόριο, την κατάκτηση ξένων εδαφών και την εγκαθίδρυση Αποικιών. Οι ανταγωνιστές πάντοτε οι ίδιοι, Βρετανία, Γαλλία, Ισπανία, Ολλανδία. Συνεπεία των πολυετών συρράξεων απαιτούσαν από την Φρεγάτα να επιτελέσει όλο και περισσότερα καθήκοντα, ως εκ τούτου μετέβαλλαν και τα ναυπηγικά χαρακτηριστικά της. Μεγάλωναν το μέγεθός της και όλα τα μεγάλα Ναυτικά της εποχής ήθελαν να εντάξουν όσο το δυνατόν περισσότερες Φρεγάτες στους Στόλους τους. Οι Ναυπηγοί επί έναν αιώνα σχεδίαζαν διάφορες παραλλαγές της και περί το 1750 τα Cruisers έγιναν αρκετά μεγάλα, απέκτησαν κατώτερο κατάστρωμα (υπόφραγμα) και υπερκατασκευές, στα οποία έθεταν επιπρόσθετα κανόνια. Τοιουτοτρόπως εδημιουργήθη η Κλασική Φρεγάτα ως μία λογική και οργανική, τρόπον τινά, συγχώνευση των βασικών μέχρι τότε σχεδίων της. Ήταν επιτυχημένη και κατέστη διεθνές πρότυπο επί έναν αιώνα, ο μόνος ανταγωνιστής της ήταν το Δίκροτον που ανήκε στη μεγαλύτερη Κατηγορία και διέθετε «Spar-Deck».


Ατμοκίνητη γαλλική φρεγάτα Descartes.
Louis Le Breton (1818–1866). ΦΩΤΟ: Wikipedia

Το 1757 οι Βρετανοί με σχέδια του Slade ναυπήγησαν τις πρώτες αληθινές Frigates, επειδή είχαν την ιστιοφορία ενός Ship, πήραν και επισήμως πλέον τον χαρακτηρισμό της Φρεγάτας.
Ήσαν τα 4 πλοία της Κλάσεως «Southampton» με 32 πυροβόλα των 12 Λιβρών. Είχαν τη δυνατότητα πολλαπλών ρόλων. Ήσαν συγκροτημένες σε Μοίρες «Κυνηγών» διά την αντιμετώπιση των εχθρικών Φρεγατών. Μαζί με τα μικρότερα πλοία, όπως τα Ship-Sloops προστάτευαν τις Νηοπομπές. Επίσης, ήσαν πολύ καλές στον ρόλο της αντιαποβάσεως επιχειρώντας μαζί με τα Brig-Sloops, ώστε να διώκουν τον εχθρό από το English Channel.
Μετά το 1800 μαζί με τα μεγάλα πλοία του Στόλου συμμετείχαν και σε στενούς αποκλεισμούς. Εκτελούσαν περιπολίες κατά των Privateers = Koυρσάρων. Αναζητούσαν τον εχθρό. Επαναλάμβαναν τα σήματα. Είχαν δύο μεγάλα πλεονεκτήματα έναντι των κλασικών «74 αριών», εάν και εφ’ όσον ηναγκάζοντο να εμπλακούν με αυτά. Με λίγον αέρα ήσαν πιο γρήγορες, πιο «μανουβραδόρικες» και πιο καλοθάλασσες. Το κατώτερο και άνευ πυροβόλων
κατάστρωμά τους ευρίσκετο πλησίον της ισάλου γραμμής. Επομένως το κατάστρωμα στο οποίον τάσσοντο τα πυροβόλα ήταν αρκετά υψηλότερα από την ίσαλο. Οπότε, ακόμη και με κυματισμό μπορούσαν να ρίξουν. Αυτή η ειδοποιός διαφορά μπορούσε να τους χαρίσει την νίκη. Πάντως, κατά τις ναυμαχίες Στόλων τα μεγάλα Πλοία Γραμμής απέφευγαν να ρίξουν κατά
των Φρεγατών, εκτός εάν εκείνες έριχναν πρώτες εναντίον τους. Αυτό δεν ίσχυε όταν συναντώντο μεμονωμένως εκτός σχηματισμού Στόλου γιατί τότε τις κτυπούσαν κανονικά.
Ο συνήθης τύπος Φρεγάτας, είχε 3 άλμπουρα και 24-38 πυροβόλα. Tαξινομείτο δε στην 5η ή 6η Τάξη. Επειδή αναζητούσαν τους Privateers και έπλεαν ανεξάρτητες εκτός της Γραμμής Μάχης, τους έδιναν τον γενικό χαρακτηρισμό Cruisers. Η ονομασία αυτή δεν είχε καμμία σχέση με τα Καταδρομικά του 20ού αιώνας. Τα Cruisers κυρίως κατεδίωκαν τα Εμπορικά του εχθρού. Πάντως, οι
πιο επιτυχημένες και «επεισοδιακές» Φρεγάτες ήσαν της 5ης και 6ης Τάξεως. Όμως κατά τους Γαλλικούς Πολέμους (1793 - 1815) το R.N. ναυπήγησε ακόμη μεγαλύτερες Φρεγάτες. Αυτές τις μεγάλες το 1812 τις ταξινόμησαν ως 4th Rate διότι διέθεταν 44 πυροβόλα σε δύο εστεγασμένα καταστρώματα. Δεν είχαν επιτυχία ως Κλάση, διότι αφ’ ενός παρέμεναν πολύ μικρές διά να συμπαραταχθούν στη Γραμμή Μάχης, αφ’ ετέρου, ήσαν κατώτερες σε θαλασσινή συμπεριφορά, συγκρινόμενες με τις Φρεγάτες του ενός καταστρώματος. Κάποιες έφθασαν να έχουν μέχρι 60 κανόνια. Είχαν όμως αυξήσει κατά πολύ την ταχυβολία τους.
Οι Βρετανοί ανέκαθεν ήσαν υπέρ της ταχύτητος πυρός, παρά υπέρ της ακριβούς σκοπεύσεως. Η ανωτερότη τα του Royal Navy βασίζετο στην άριστη εκπαίδευση και στην ταχυβολία του Πυροβολικού του. Σε τελική ανάλυση η σκόπευση σε τόσο μικρές αποστάσεις που εγένοντο οι ναυμαχίες τότε, δεν έπαιζε σπουδαίο ρόλο. Ένα καλώς εκπαιδευμένο Πλήρωμα μπορούσε να ρίξει 3 ομοβροντίες εντός 5 λεπτών, ίσως και περισσότερες. Το 1805 στο «Dreadnought», Ναυαρχίδα του Αντιναυάρχου-Βαρώνου Cuthbert Collingwood (1748-1810), είχαν το ρεκόρ με 3 βολές εντός 3,5 λεπτών. Όμως, οι σύγχρονοι ιστορικοί κρίνουν το Πλήρωμα του «Shannon», ως το καλύτερα εκπαιδευμένο της εποχής του με επίδοση 4 ομοβροντίες εντός 5 λεπτών.
Οι Βρετανοί ποτέ δεν ήσαν υπέρ των μεγάλων Φρεγατών. Αλλά στον Άγγλο-Αμερικανικό Πόλεμο του 1812 -14 το πλήρωσαν ακριβά. Το μικρό U.S. Navy ναυπήγησε μεγάλες Φρεγάτες διά να εξισορροπήσει την αριθμητική υπεροχή
των Βρετανικών πλοίων με την ποιότητα, και τα κατάφερε πολύ καλά. Από τις αρχές του 19ου αιώνα οι διαστάσεις των Φρεγατών μεγάλωναν, καθώς και ο αριθμός των πυροβόλων τους και τελικώς εξελίχθησαν στα κομψότερα πλοία της εποχής. Εκτός αυτών αγόραζε έτοιμα ή παρήγγειλε προς ναυπήγηση «Cruisers», τα οποία συνήθως ήσαν μικρές Φρεγάτες των 400-600 τόνων με 20-24 πυροβόλα, αλλά αυτός ο τύπος δεν ικανοποίησε.
Η Συνθήκη Ειρήνης υπεγράφη στην Ghent του Βελγίου στις 24-12-1814 και επεκυρώθη στις 17-02-1815. Και οι δύο πλευρές ήσαν ικανοποιημένες να γυρίσουν στο «Status Quo Ante Bellum». Και οι δύο απέκτησαν οδυνηρές εμπειρίες, ειδικότερα οι Βρετανοί υπέστησαν μεγάλες ζημίες από τα Αμερικανικά Πολεμικά διώξεως της Εμπορικής Ναυτιλίας, αλλά και από τα
Privateers = Κουρσάρικα, παρά τις γενναίες προσπάθειες του Rοyal Navy. Το τελευταίο, είχε έλθει αντιμέτωπο (ίσως διά πρώτη φορά) με πλοία ανωτέρας ναυπηγήσεως, άνδρες ανωτέρας ναυτοσύνης και ανώτερο πυροβολικό. Έχασε τον μύθο του αηττήτου αλλά μετά τον πόλεμο στρώθηκε να βελτιώσει τις ελλείψεις του.
Πιο συγκεκριμένα, οι Βρετανοί ευρέθησαν προ δυσάρεστων εκπλήξεων, με το μέγεθος και τον οπλισμό των μεγάλων Αμερικανικών Φρεγατών, οι οποίες είχαν ισχύ πυρός Δικρότων. Διά τούτο τις ονόμασαν «Disguised Frigates» = μεταμφιεσμένες Φρεγάτες. Αυτός ο τύπος πλοίου ήταν τόσο επιτυχημένος, ώστε τον εμιμήθησαν οι Γάλλοι και με τις δικές τους βαριές Φρεγάτες διασπούσαν τον Βρετανικό αποκλεισμό. Τον μεγάλο τύπο τον αντέγραψαν και οι Αιγύπτιοι, οι οποίοι τον ονόμασαν «Firkata». Τον αντέγραψαν και οι Τούρκοι που τον έλεγαν «Firkatein».
Το Αμερικανικό Ναυτικό απέδειξε ότι δεν ήταν σε θέση να εμποδίσει τους Βρετανούς να επιβάλλουν τον στενό αποκλεισμό τους, αναποφεύκτως λοιπόν η Αμερικανική οικονομία υπέστη ζημίες. Το Κονγκρέσο στον πόλεμο 1812-14 είχε δαπανήσει ένα τεράστιο ποσό και διά τους δύο Κλάδους των Ενόπλων Δυνάμεων, που υπήρχαν μόνον τότε. Όμως, ο Στρατός είχε πάρει τα διπλάσια χρήματα. Μεταξύ 1812-16 το Ναυτικό είχε λάβει 40.000.000 δολλάρια, δηλαδή 8.000.000 διά κάθε χρόνο. Με αυτά είχε ναυπηγήσει και τις πανάκριβες «Super-Frigates» του. Μόνον αυτό το ποσό θα ήταν υπεραρκετό ώστε να διατηρεί μία δύναμη από 20 Πλοία Γραμμής και ανάλογο αριθμό από μικρότερα σκάφη, τα οποία θα τα συνόδευαν. Φυσικά και τους απαραίτητους Ναυστάθμους. Επομένως, καμμία Ευρωπαϊκή Χώρα δεν θα τολμούσε να επιχειρήσει εισβολή έχοντας απέναντί της έναν τέτοιο Στόλο και μάλιστα τόσο μακρυά από τις δικές της βάσεις. Εάν αυτή η άνιση κατανομή των κονδυλίων είχε αντίστροφη τοποθέτηση, το Αμερικανικό Ναυτικό θα είχε γίνει από τότε πανίσχυρο και τα πλεονεκτήματα διά τις Η.Π.Α. θα είχαν καταλυτικά αποτελέσματα.
Ανάμεσα στις Βρετανικές Φρεγάτες της 5ης Τάξεως, υπήρχαν και πολλές οι οποίες έφεραν από 22 έως και 44 πυροβόλα. Όμως αυτές τις ιδιάζουσες Φρεγάτες τις συνέχεαν με κάποια άλλα μικρότερα σκάφη, τα οποία ανήκαν μεν στην 5η ή ακόμη και στην 6η Τάξη, αλλά έφεραν 28 πυροβόλα, δηλαδή δυσαναλόγως περισσότερα εν συγκρίσει με το μέγεθός τους. Αυτού του είδους τις μικρές Φρεγάτες από το 1790 και εντεύθεν τις χαρακτήριζαν με τον γενικόν όρο
«Corvettes». Όμως ούτε και αυτός ο όρος ήταν σαφής και μόνιμος διότι εκείνες τις εποχές σχεδόν κανένας τύπος σκάφους δεν oμοίαζε.
Ανέκαθεν τα Ιστιοφόρα διακρίνοντο διά την πολυτυπία και την πολυμορφία τους. Το μέγεθός τους, ο αριθμός των καταστρωμάτων και των καταρτιών τους ποίκιλε. Το ίδιο και το σχήμα των πανιών τους, εάν ήσαν τετράγωνα ή τριγωνικά, καθώς και όλος ο εξαρτισμός τους ήταν πολύμορφος. Ο αριθμός των πυροβόλων τους, το διαμέτρημά τους εν συνδυασμώ με το βάρος της σφαίρας τους, και σε ποίο κατάστρωμα θα τίθεντο, στην ουσία ήταν ένα σταυρόλεξο. Στα μικρότερα Un-Rated=Αταξινόμητα, σκάφη όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, ήσαν ακόμη πιο μπερδεμένα διά τον απλούστατο λόγο ότι πολλά εξ αυτών ήσαν «υβριδικά» διότι εξυπηρετούσαν πολλαπλούς σκοπούς. Οι Ναυπηγοί και οι εξειδικευμένοι ερευνητές πάντοτε ήσαν πολύ προσεκτικοί στη μελέτη, κατανόηση και καταγραφή όλων αυτών, οι δε απλοί αναγνώστες ακόμη περισσότερο.
Όσον αφορά τις Φρεγάτες δεν ξέφευγαν από τα ανωτέρω, η πολυτυπία τους επεκτείνετο και στον οπλισμό τους, μπορούσαν να έχουν από 30 έως και 50 πυροβόλα.Τα βαρύτερα ήταν τωv 12 έως 18 Λιβρών, και τα ελαφρύτερα από 4 έως 8 Λιβρών. Κατ’ ουσίαν οι Φρεγάτες ήταν τα Fast Cruisers της εποχής τους και τα καθήκοντά τους ομοίαζαν αρκετά με εκείνα των σημερινών. Aπό τότε υπήρχε έλλειψη Φρεγατών, ακόμη και ο Nelson την αισθάνθηκε περισσότερο, ιδίως μετά τη ναυμαχία του Νείλου (ή Αμπουκίρ) όταν ανεφώνησε : «Δώστε μου Φρεγάτες».
Yπήρχε και ένας παραπλήσιος τύπος το «Fregaton», υποκοριστικόν της λέξεως Φρεγάτα που χαρακτήριζε μίαν άλλη μικρότερη, το Φεργαδόνι ή Φραγάδιον. Τα πολύ παλαιότερα χρόνια Fregaton ελέγετο και ένας τύπος Βενετσιάνικου πλοίου άνευ ακατίου ιστού και χωρητικότητας 400 κόρων που τον χρησιμοποιούσε μέχρι
τη διάλυση της Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα. Τον 16ον αιώνα τα Φρεγάδια ήσαν ελαφρά άφρακτα πλοία με πανί-λατίνι και κουπιά, θύμιζαν τις Λιβυρνίδες. Ως μικρές Φρεγάτες είχαν 24 + 8 = 32 κανόνια. Τέτοιες ήσαν και οι εκ της Τριπολίτιδος και Τύνιδος που επιχειρούσαν μαζί με τον Οθωμανικό Στόλο εναντίον των Ελλήνων το 1821.
Από το 1840 και μετέπειτα άρχισε να αυξάνεται ο αριθμός των Ατμηλάτων πλοίων. Η διαφορά μεταξύ Ελικοφόρου Φρεγάτας και Κορβέττας δεν έγκειτο στο μέγεθος, αλλά στον αριθμό και στην διάταξη των καταστρωμάτων. Ως γνωστόν υπήρχαν μερικές Κορβέττες οι οποίες ήσαν μεγαλύτερες από κάποιες Φρεγάτες. Οι Ελικοφόρες Φρεγάτες είχαν πλέον τρία καταστρώματα. Το κατώτερο χρησιμοποιείτο διά τις ενδιαιτήσεις. Στο κυρίως (μεσαίον) εστεγασμένο κατάστρωμα ετίθετο ο κύριος οπλισμός. Υπεράνω δε όλων ευρίσκετο το τελευταίο που ήταν και ανοικτό κατάστρωμα. Κατ’ ουσίαν ήταν ενιαίο, διότι το Quarter Deck και το Forecastle ήσαν τόσο εκτεταμένα και είχαν σχεδόν ενωθεί σε
μία συνεχόμενη κουβέρτα. Υπήρχε μόνον ένα μικρό κόψιμο στην μέση. Εκεί επάνω έθεταν πυροβόλα στις πλευρές, αλλά και κατάπλωρα και κατάπρυμα. Από το 1850 περίπου και λόγω επικρατήσεως του ατμού η Ιστιοφόρος Frigate σταδιακά αντικαταστάθηκε από ένα άλλο μικρό Ιστιοφόρο, το «Sloop» και αργότερα από το πραγματικό «Cruiser».
Ο Λ. Παλάσκας πάλι μας διδάσκει ότι περί τα 1850 οι Ελληνικές Φρεγάτες διέθεταν 40-70 πυροβόλα επί του ανοικτού καταστρώματος και στουπόφραγμα. Κατά τον Γαλλικό Κανονισμό, τον οποίον προφανώς αντιγράφαμε λόγω των αειμνήστων Λ. Παλάσκα και Η. Κανελλόπουλου, οι Φρεγάτες τους διεκρίνοντο σε 4 Τάξεις (μεγέθη): Α) 32 + 28 = 60 πυροβόλα. Β) 28 + 24 = 52 πυροβόλα. Γ) 26 + 18 = 44 πυροβόλα. Δ) 24 + 16 = 40 πυροβόλα. Oι Γάλλοι τις μικρότερες που διέθεταν 24 + 8 = 32 κανόνια τις έλεγαν «Corvettes a Batterie Couverte». Όμως, κακώς τις ονόμαζαν Κορβέττες ή Δρόμωνες διότι αυτές στην ουσία ήσαν οι πρώτες αληθινές Φρεγάτες. Με την πρακτική εφαρμογή του ατμού στην πρόωση
των πλοίων, εγένετο αφορμή μεταποιήσεως των «Υδροφόρων» Φρεγατών σε Αμφικινήτους.
Τοιουτοτρόπως προήλθε η «Fregate a Vapeur» η οποία ήταν Ατμήλατος με τροχούς και είχε 12 - 18 κανόνια. Επειδή όμως ο προωστήρας αυτής (Μηχανή) ήταν βοηθητικός των Ιστίων (Πανιών), αποκαλείτο «Fregate a Vapeur Mixte». Αργότερα οι τροχοί έγιναν απαρχαιωμένοι και αντικατεστάθησαν από τις έλικες. To 1859 καθειλκύσθη η πρώτη «Fregate Cuirassee» = Θωρακοφραγάς, ήταν το«Gloire» έργο του διασήμου Ναυπηγού-Μηχανικού Stanislas Charles Henri Laurent Dupuy de Lome (1816-85), με πυροβόλα των 240 χιλιοστών και ταχύτητα με την προπέλλα 13,5 κόμβους, oπότε εγκατελείφθησαν όλοι οι παλαιοί τύποι. Οι Φρεγάτες έφθασαν στο αποκορύφωμά τους το 1870 και δετηρήθησαν έως το 1885.



Ναπηγήθηκε το 1848.  "L’Orenoque" υπήρξε η πρώτη γαλλική φρεγάτα με μεικτό σύστημα πρόωσης (ιστίο - ατμός).ΦΩΤΟ: www.modelshipmaster.com
 

Στις 03-03-1942 ο Βρετανός Υπουργός Ναυτικών A.V. Alexander ανακοίνωσε στη Βουλή των Κοινοτήτων τα εξής: «Έχουμε έναν νέο και βαρύτερο τύπο Κορβέττας με παχύτερη θωράκιση. Θα της δώσουμε ένα νέο όνομα ώστε να διακρίνεται από την προγενέστερα. Προτείνουμε να αποκαλούμε τη νέα Κορβέττα με τον όρο Φρεγάτα». Mε αυτό τον τρόπο έμαθε το Ηνωμένο Βασίλειο την αναγέννηση εκείνου του παλαιού τύπου, ο οποίος είχε αποκτήσει τόση φήμη από προηγούμενους αιώνες. Η ονομασία Φρεγάτα εδόθη μόνον διά λόγους ιστορικής παραδόσεως.
Κατά τον Β΄ Π.Π. εναυπηγήθη μεγάλος αριθμός τέτοιων Συνοδών πλοίων στη Βρετανία, Καναδά, Αμερική. Ήταν μία Κλάση μέσης ταχύτητας και αναλόγως του φέροντος οπλισμού διεκρίνοντο σε δύο υποκατηγορίες, Ανθυποβρυχιακές και Αντιαεροπορικές Φρεγάτες. Μεταπολεμικώς, ο όρος Frigate αναφέρετο γενικώς στην κατηγορία των μικροτέρων Πολεμικών στα περισσότερα Ναυτικά του κόσμου, και μέσα σε αυτήν συμπεριελήφθησαν και τα κατά τη διάρκεια
του πολέμου χαρακτηριζόμενα ως Αντιτορπιλλικά Συνοδείας, όπως τα γνωστά μας τύπου «Hunt». Επίσης τα μεγάλα Αντιτορπιλλικά Στόλου μετετράπησαν σε Ταχείες Φρεγάτες.

Οι πολλαπλοί ρόλοι της Iστιοφόρου Φρεγάτας
Ο όρος «Φρεγάτα» ήταν συνώνυμος με την ελαφρά κατασκευή και την ταχύτητα. Ένεκα των πλεονεκτημάτων της ήταν κατάλληλη διά τα βασικά καθήκοντα: α) Fleet Support και β) Ιndependent Cruising, τα οποία περαιτέρω διεκρίνοντο πιο αναλυτικά.

Υποστήριξη στόλου
1) Αναγνώριση: Από τον 17ον αιώνα χρειάζοντο το γρηγορότερο πλοίο, όχι απαραιτήτως και το μικρότερο, διά να προπορεύεται της κυρίας Δυνάμεως, δηλαδή των Πλοίων Γραμμής Μάχης, να εντοπίζει τον εχθρό και να επιστρέφει να ειδοποιεί τον φίλιο Στόλο.
Η Φρεγάτα στην κυριολεξία ήταν τα μάτια του Στόλου, του εξασφάλιζε τον πλήρη θαλάσσιο έλεγχο. Η ταχύτητά της ωφείλετο στα καθαρά ύφαλά της, που λόγω μικρού μεγέθους και βάρους σύρετο ευκολότερα στην ξηρά και καθαρίζετο συχνότερα. Πολύ μεταγενέστερα, γύρω στα 1780, επένδυαν τα ύφαλά της με φύλλα χαλκού. Αυτό το καθιέρωσε ο Υπουργός Ναυτικών John Montagu,
Κόμης του Sandwich.
2) Επανάληψη Σημάτων: Κατά τη ναυμαχία συνήθως δεν είχε άμεση εμπλοκή, παρέμενε σε μικρή απόσταση από την Ναυαρχίδα αλλά μακρυά από τους καπνούς, έβλεπε πιο καθαρά τα σήματα που αυτή ύψωνε και τα επανελάμβανε σε κοινή θέα των άλλων πλοίων γραμμής που εμάχοντο. Αυτό έγινε κεφαλαιώδους σημασίας κατά τον 18ον αιώνα. Παρά το γεγονός ότι οι στόλοι απετελούντο από λιγότερα πλοία, οι τακτικές τους είχαν γίνει πιο λεπτομερείς και πιο επιτηδευμένες, επομένως η συνεννόηση απαιτούσε ταχύτητα και ακρίβεια.
3) Δίωξη Πυρπολικών: Στη ναυμαχία μεταξύ στόλων, παραλλήλως διεξήγετο και λυσσώδης μάχη μεταξύ των Πυρπολικών που εξαπέστελναν οι αντίπαλοι. Ταυτοχρόνως, τα συνοδά των Πυρπολικών σκάφη που τα υπεστήριζαν, μάχοντο εναντίον των αντιπυρπολικών που προσπαθούσαν να τα αναχαιτίσουν. Τα καθήκοντα του αντιπυρπολικού εκτελούσαν πλοία των μικροτέρων Rates, όπως η Φρεγάτα. Αλλά επειδή μετρούσε πε-ρισσότερο η ικανότης σε ελιγμούς, παρά η
δύναμη πυρός, απέφευγαν να «χαραμίσουν» τη Φρεγάτα και προτιμούσαν πολύ
πιο μικρά, π.χ.«Crafts» και «Boats».
4) Συλλογή Πληροφοριών και Μεταφορά Μηνυμάτων: Πάλι λόγω της ταχύτητας και του εύκολου χειρισμού στις μανούβρες, η Φρεγάτα ήταν κατάλληλη δι’ αυτήν την αποστολή, αν και δι’ ευνοήτους λόγους οικονομίας προτιμούσαν τα μικρότερα «Yachts» και «Crafts». Στα 1690 οι Άγγλοι «λανσάρισαν» μία νέα Κλάση μικρών «Advice Boats», ειδικά να επιτηρούν τους λιμένες στο «French
Channel», καθ’ όσον ένα μεγαλύτερο σκάφος δεν ήταν δυνατόν να πλησιάσει, να παρατηρήσει και να διαφύγει αλώβητο. Αξιοσημείωτον είναι ότι οι Άγγλοι αναγράφουν τη Μάγχη ως «Γαλλικό» δίαυλο.
5) Παράκτιες Αποστολές: To μικρό βύθισμα της Φρεγάτας ήταν χρήσιμο σε ρηχά νερά διά παράκτιο βομβαρδισμό και υποστήριξη αποβάσεως, αν και αυτού του είδους οι επιχειρήσεις συνέβαιναν σε μεταγενεστέρους πολέμους.
6) Εφεδρεία των Πρόσω: Κατά τους τρεις Άγγλο-Ολλανδικούς Πολέμους η κύρια αποστολή των μικροτέρων πλοίων ήταν να επιβιβάζουν Αγήματα σε κτυπημένα ή καταληφθέντα εχθρικά πλοία, να τα διασφαλίζουν και να τα οδηγούν σε φίλιο λιμένα. Eπίσης, ρόλος τους ήταν να υποστηρίζουν τα δικά τους κτυπημένα ή πιεζόμενα καράβια.
Ανεξάρτητη δράση εκτός στόλου
1) Προστασία Νηοπομπών: Κατά τους Ολλανδικούς Πολέμους χρησιμοποίησαν τις νηοπομπές ευρύτατα.
Ο αριθμός και η δυναμικότητα των Συνοδών Πολεμικών πλοίων εξαρτάτο από τον αριθμό και την αξία των Εμπορικών, τα οποία προστάτευαν. Συνήθως ανελάμβαναν Πολεμικά της 3ης Τάξεως, σπανίως εμπιστεύοντο μικρότερα σκάφη.
2) Πόλεμος Καταδρομής: Με τις μεγάλες εχθρικές νηοπομπές καλώς προστατευμένες, οι Φρεγάτες δεν αποτολμούσαν να τους επιτεθούν, έτσι ως ευκολώτερος στόχος τους απέμεναν μόνον τα μεμονωμένα Εμπορικά πλοία. Στα 1660 το μεγαλύτερο Εμπορικό τύπου «East Indiaman» ισοδυναμούσε με ένα σύγχρονο Πολεμικό των 75 πυροβόλων, όμως το 1800 μία καλώς επανδρωμένη Φρεγάτα υπερίσχυε οιουδήποτε Εμπορικού. Οι Ολλανδοί είχαν πολύ οικονομική (ολιγομελή) επάνδρωση στα δικά τους καράβια, οπότε ήταν πολύ εύκολο να καταληφθούν με «ρεσάλτο» ακόμη και από μικρό Un-Rated Πολεμικό σκάφος.
3) Ανεξάρτητο Cruiser: Η Φρεγάτα μπορούσε να επιχειρήσει και κατ’ αυτόν τον τρόπο, υπό την αίρεση ότι δεν θα συναντούσε εχθρικά Battleships. Aυτό θα συνέβαινε συχνά τον επόμενο αιώνα με τους μικρότερους Στόλους και το μόνο που μπορούσε να τη σώσει ήταν η μεγαλύτερη ταχύτητα της.
4) Αποικιακή Ναυαρχίδα: Oι Φρεγάτες που εντάσσεντο στο 5th Rate λειτουργούσαν και ως «αναπληρωματικά» Battleships σε υπερπόντιες αποστολές. Αυτός ο ρόλος δεν απαιτούσε κάποιον ιδιαίτερο ναυπηγικό σχεδιασμό, διά τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπήρχαν ακόμη σαφείς Τακτικές ή Στρατηγικές απαιτήσεις από το «εξειδικευμένο» Cruiser

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
«The Fighting Ship», του Bernard BRETT, Oxford University, 1985.
«The Line of Battle, The Sailing Warship 1650-1840», του Robert GARDINER, London, 1992.
«War at Sea in the Age of Sail 1650-1850», του Αndrew LAMBERT, Cassel & Co., London , 2000.
«The Illustrated Companion to Nelson’s Navy», των Nicholas BLAKE & Richard LAWRENCE, Chatham Publishing, London, 1999.
«The Wooden Fighting Ship in the Royal Navy», του Edward H.H. ARCHIBALD, Blandford Press Ltd, Poole Dorset, 1968.
«Naval Gun», των Ian HOGG & John BATCHELOR, Blandford Press Ltd, Poole Dorset, 1978.
«Naval Warfare in the Age of Sail / War at Sea 1756-1815, του Bernard IRELAND, Harper COLLINS, London, 2000.
«All the World’s Fighting Fleets», του Paymaster Lt. Commander E.C.TALBOT-BOOTH(R.N.R.), Editor of Merchant Ship Ltd, London, 1938.
«History of the Navy of the U.S.A.», του James Fenimore COOPER, Esquire. Richard Bentley Ltd (Publisher to Her Majesty), London, 1839.
«The Naval History of Great Britain», του William JAMES, Richard Bentley Ltd, London, 1859.
«The Influence on Sea Power Upon the French Revolution and Empire 1793-1812), του Captain Alfred Thayer MAHAN, Sampson Low, Marston & Co. Ltd, London, 1893.
«The British Fleet», του Commander Charles N.ROBINSON, George Bell & Sons Ltd, London, 1895.
«Gloires et Souvenirs Maritime», του Maurice LOIR, Hachette & Co., Paris, 1895.
«Nαυτικοί Βαθμοί και Στολές-Ιστορία και Παράδοση», Ηλία Mεταξά (υπό έκδοση), Πειραιεύς, 2010.
«The Dictionary of Sea Painters of Europe and America», του E.H.H. ARCHIBALD, Antique Collector’s Club, Suffolk, 1980. (original paintings from the Magazine «Naval Chronicle» of 1799-1816).
«The Command of the Ocean-A Naval History of Britain 1649-1815», του Ν.Α.Μ. RODGER, Penguin Books & National Maritime Museum, London 2004.
«An Old Sailor», του M. H. BARKER, Greenwich Hispital anecdotes, London, 1826.
«Naval Recollections of the Late American War», του R. J. BARRETT, United Service Journal, 1841.
«Νaval and Military Memoirs of Great Britain from 1727-1783», του Robert BEATSON, LONDON, 1804.
«Elemens de l’ Architecture Navale, ou Traite Pratique de la Construction des Vaisseaux», του Duhamel du Monceau, Henri, Louis, Paris, 1758.
«Ναυτική Επιθεώρηση» Τεύχος 134, 135. Έτος 1935.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...