ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Τετάρτη 4 Μαρτίου 2020

Η σημασία της Ιαπωνικής λέξεως «Maru» στα πλοία


Η σημασία της Ιαπωνικής λέξεως «Maru» στα πλοία
Άρθρο του 1940!
Από «Τα Κειμήλια του Περί Αλός»
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός από το περιοδικό
Ναυτικά Χρονικά 15 Φεβ, αρ. φ. 220, 1940: σελ. 5.

Διατηρείται η σύνταξη και η ορθογραφία του πρωτοτύπου πλην του πολυτονικού για τεχνικούς λόγους
 
Το ιαπωνικό πετρελαιοφόρο SHIN TAYO MARU.
ΦΩΤΟ: Speedbird747
https://www.flickr.com/photos/speedbird747/ 

Είνε γνωστό ότι εις το όνομα κάθε Ιαπωνικού εμπορικού σκάφους είνε κατά κανόνα προσηρτημένη η λέξις «
Maru», η οποία και αποτελεί ούτως ένα διεθνώς ανεγνωρισμένον σύμβολον, χαρακτηριστικόν της εθνικότητος του πλοίου. Η επακριβής της λέξεως «Maru» σημασία παραμένει εν τούτοις άγνωστος, όχι μόνον εν Ελλάδι, αλλά και εις τον διεθνή κόσμον των ναυτιλλομένων. Προς άρσιν της αγνοίας αυτής εδημοσιεύθη τελευταίως εις τον Ιαπωνικόν τύπον, πρωτοβουλία της κορυφαίας Ιαπωνικής ναυτικής εταιρίας «Nippon Yusen Kaisya», ενδιαφέρουσα μελέτη, εκ της οποίας προκύπτει, ότι η λέξις «Maru» είνε από των απωτάτων ακόμη της ιστορίας χρόνων συνυφασμένη με την Ιαπωνικήν ναυτιλίαν. Η πραγματική σημασία της έχει χαθή εις τα βάθη των αιώνων, αφθονούν όμως περί αυτής ποικίλαι ερμηνείαι, τας οποίας η παράδοσις διετήρησεν από γενεάς εις γενεάν. Ως προς την πηγήν συνεπώς και την βάσιν της προελεύσεώς της υποστηρίζονται από τους Ιάπωνας λογίους διάφοραι εκδοχαί.


Κατά παλαιόν τινά θρύλον, προ τεσσάρων περίπου χιλιετηρίδων εις την Κίναν επί βασιλείας του αυτοκράτορος Kotei (Huang-ti) άγγελος εξ ουρανού, ονομαζόμενος Hakudo Maru, ενεφανίσθη εις τον αυθέντην Taityosi και τον εδίδαξε την ναυπηγικήν τέχνην. Έκτοτε, ως λέγεται, προς τιμήν του «πατρός – αγγέλου» της ναυπηγικής, ωνομάσθησαν τα πλοία με την κατάληξιν «Maru».
Ετέρα Ιαπωνική παράδοσις συσχετίζει τη λέξιν «Maru» με τον Azuminosora Maru, όστις υπετίθετο, ότι έζη εις τα βάθη των θαλασσών και εις τον οποίον ήτο αφιερωμένον το ιεροοφυλάκιον του Siga εις την νήσον Sigasima. Η προσθήκη συνεπώς της λέξεως «Maru» εις τα ονόματα των Ιαπωνικών εμπορικών πλοίων αποδίδεται υπό της παραδόσεως ταύτης ως εκδήλωσις σεβασμού προς τον ρηθέντα θεόν της Θαλάσσης. Αι τοιαύται καθ’ υπόθεσιν ερμηνεία της λέξεως είνε πολλαί και ανάλογοι προς τους κατά τόπους θρύλους ή προς την αχαλίνωτον των ποιητών φαντασίαν.
Η κατά γράμμα μετάφρασις της λέξεως σημαίνει «κύκλον» ή «δακτύλιον», όταν χρησιμοποιήται ως όνομα ουσιαστικόν και «στρογγύλον, πλήρες, τέλειο ή περιληπτικόν», οσάκις χρησιμοποιείται ως επίθετον. Εις την αρχαιότητα τα Ιαπωνικά σκάφη ήσαν στρογγύλου σχήματος, όμοια δηλαδή προς τα τότε εις την αρχαίαν Γαλλίαν κατασκευαζόμενα «coracle» από δέρμα επί σκελετού εκ ξύλου «λιγαριάς». Κατά ταύτα, η λέξις «Maru» έχουσα την έννοια «δακτυλίου» ή «στρογγύλου», παρέμεινε – πιθανόν – εις την ονομασίαν των πλοίων, ως χαρακτηριστική του αρχαίου στρογγύλου σχήματος αυτών. Ως προς την ετέραν σημασία της λέξεως «Maru» ως τέλειον, υποστηρίζεται  η πιθανότης ότι ή εγένετο σύγχυσις των «Maru» και «Maro», απαντωμένων ως υποκοριστικών εις τα ονόματα μικρών παιδιών ή ότι αι δύο αύται λέξεις συνεχωνεύθησαν. Το «Maro» αποτελεί αρχαϊκόν όρον προσφωνήσεως αγαπητών υπάρξεων και συχνάκις από του εβδόμου περίπου αιώνος εχρησιμοποιείτο ως υποκοριστικόν ατόμων, ανεξαρτήτως γένους  και τάξεως, ως λ.χ. Hitomaro, Nakamaro κλπ. Το «Maru» χρησιμοποιείται επίσης κατά τον ίδιον τρόπον, αλλά προκειμένου μόνον περί παίδων – ως λ.χ. UsiwakaMaru και Hiyosi Maru – οίτινες , όταν ηνδρώθησαν, κατέστησαν επιφανείς φυσιογνωμίαι της Ιαπωνικής ιστορίας, όπως ο Yositune και ο Hideyosi.

Πορτραίτο του Ashikaga Yoshimochi (1414 μ.Χ.),
του 4ου Asikaga Shogun, τα πλοία του οποίου έφεραν τα ονόματα«Gosyo Maru», «Goja Maru» κ.λπ. ΦΩΤΟ: Tosa Yukihide/
 https://commons.wikimedia.org/wiki/File:Ashikaga_Yoshimochi.jpg

Το «Maru» είνε λέξις ευγενής δια τους Ιάπωνας και ελέγετο δια τας πανοπλίας, τα μουσικά όργανα και τα κύρια τμήματα των φρουρίων, τα οποία συνεκέντρωναν την ευλαβικήν στοργήν των Diamiyo ή των Samurai κατά την φεδουαρχικήν περίοδον. Η αρχαιοτέρα εις την Ιαπωνικήν ιστορίαν αυθεντική περίπτωσις, εις την οποίαν απαντάται η χρησιμοποίησις της λέξεως «Maru» δι’ ένα πλοίον, ανάγεται εις την εποχήν του Muromati (περί το 1400 π.Χ.), οπότε τα πλοία του Yosimoti (Yoshimochi), του 4ου Asikaga Shogun, έφερον τα ονόματα «Gosyo Maru», «Goja Maru» κλπ. Κατά το 1591 εξ άλλου, όταν ο Hideyosi επεχείρησε να υποτάξη την Κορέαν, διέταξε τους φεουδάρχας της Ιαπωνίας να κατασκευάσουν μεγάλα πλοία, κατάλληλα δια την υπερπόντιον εκστρατείαν. Αυτός ούτος ο Hideyosi κατασκεύασεν ιδίαις δαπάναις ένα μέγα πλοίον, εις το οποίον έδωκε το όνομα «Nippon Maru» (σ.σ. κατ’ άλλες πηγές Nihon Maru). Τα πλοία ταύτα του στόλου του Hideyosi απεκλήθησαν «πλωτά φρούρια», ήσαν δε τα μεγαλύτερα και ωραιότερα της εποχής των και παρά το όνομα ενός εκάστου ηκολούθει – ως γράφουν οι Ιάπωνες ιστορικοί – το εκ τεσσάρων γραμμάτων «ευγενές οικόσημον Maru». Την αρχαιοτάτην αυτήν συνήθειαν την ετήρησαν με σεβασμό πάντοτε οι Ιάπωνες εφοπλισταί και την διαιώνισαν μέχρι των ημερών μας.

To Shōhei Maru (στα Ιαπωνικά: 昇平丸) ήταν το πρώτο πλοίο που
ναυπηγήθηκε με δυτικά κατασκευαστικά πρότυπα.
Καθελκύσθηκε το 1854. Εικονογράφηση 1855.
ΠΗΓΗ: 
Hagiwara, Kōichi/
https://commons.wikimedia.org/wiki/File:ShoheiMaru.JPG

Η πιθανοτέρα προέλευσις του «Maru» αποδίδεται εις την σημασίαν του μεγάλου εμπορικού οίκου. Συνταυτιζόμενον – ως προανεφέρθη – το «Maru» με την έννοιαν του τελείου έφερε την λέξιν ταύτην εν χρήσει ευρύτερον. Οι Ιάπωνες την εχρησιμοποίουν προκειμένου να ομιλήσουν περί «πολυτίμων οικιακών θυσαυρών» και «κειμηλίων», ο δε όρος καθιερώθη, κατ’ επέκτασιν και εις τους εμπορικούς οίκους. Εις την αρχαίαν Ιαπωνίαν τα οικογενειακά ονόματα ηκολουθούντο από το «Maru», όπως ακριβώς σήμερον – και κρατούσαν συνήθειαν – προστίθεντο το «Ya» εις τας ονομασίας των εμπορικών οίκων «Husimiya», «Ho-ya» κλπ. Εμβριθείς ιστορικαί έρευναι το απέδειξαν και είνε ήδη σήμερον παραδεδεγμένον, ότι οι «Ton-ya» μεγαλέμποροι της εποχής μας ωνομάζοντο εις την παλαιάν εποχήν της νησιωτικής αυτοκρατορίας «Toi-Maru» Από την εποχή των Kamakura και εφεξής, οπότε τα πλοία εχρησιμοποιούντο περισσότερον από κάθε άλλο μεταφορικόν μέσον, επεκράτησεν η συνήθεια να ονομάζωνται και τα πλοία, καθ’ όν τρόπον και αι εμπορικαί επωνυμίαι, λ.χ. «Husimi Maru» κλπ.
Υπό την σημερινήν ναυτιλιακήν πρόοδον της Ιαπωνίας, αντικατοπτριζομένην χαρακτηριστικώτατα από τον εύρωστον οργανισμόν της «Nippon Yusen Kaisya» (Ιαπωνική Ταχυδρομική ναυτική εταιρία) θα ηδύνατο – κατά την Ιαπωνικήν μελέτην – να θεωρηθεί η λέξις «Maru», ως ένα «συμβολικόν δένδρον», του οποίου αι ρίζαι είνε αι χιλιάδες εννοιών, που από τα βάθη των αιώνων μέχρι της εποχής μας παρηκολούθησαν και απηθανάτισαν την μεγαλειώδη εξέλιξιν του Ιαπωνικού πλοίου.


Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

Το Περί Αλός έγινε 9 ετών!



Χρόνια Πολλά!
Το Περί Αλός έγινε 9 ετών!

ΦΩΤΟ: Kristen o
https://www.flickr.com/photos/64140913@N07/albums


Αγαπημένοι μου συνεπιβάτες σαν σήμερα στις 7 Φεβρουαρίου 2011 δημιούργησα το Περί Αλός με σκοπό να κρατήσω ζωντανές πτυχές της Ναυτικής Ιστορίας.
Εύχομαι από καρδιάς να είστε όλοι καλά, να ακτινοβολείτε από υγεία, γνώση και αγάπη!
Σας ευχαριστώ για την υποστήριξη και την αγάπη σας που όλα αυτά τα χρόνια απλόχερα προσφέρατε στο πνευματικό  μου τέκνο. Σας ευχαριστώ για την όμορφη θαλασσινή παρεούλα σας.

Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς – Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας
https://perialos.blogspot.com/2020/02/9.html


Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Ελένη Γράτσου, η πρώτη Ελληνίδα Υποπλοίαρχος σε φορτηγό ατμόπλοιο το 1939!


Ελένη Γράτσου, η πρώτη Ελληνίδα Υποπλοίαρχος σε φορτηγό ατμόπλοιο το 1939!
Από Τα «Κειμήλια του Περί Αλός»
 
Εφημ. ΣΗΜΑΙΑ, 25/2/1939
Αρχείο: Περί Αλός
Το Περί Αλός παραθέτει το άρθρο της Πειραϊκής εφημερίδος ΣΗΜΑΙΑ (Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 1939, σελ.1). Διατηρείται η ορθογραφία του αυθεντικού κειμένου αλλά για καθαρά τεχνικούς λόγους αναγράφεται στο μονοτονικό.

Η Ελληνίς ποντοπόρος ταξιδεύει εις τους ωκεανούς
Μια γνωστή Αθηναία έγινε υποπλοίαρχος σε  ένα φορτηγό καράβι

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ. Φεβρουάριος (Ιδιαιτέρα ανταπόκρισις). – Το ότι οι Έλληνες είνε εκ φύσεως ναυτικοί, από τους πιο τολμηρούς και πιο πεπειραμένους, είνε εις όλους γνωστόν και κανείς δεν το αμφισβητεί. Κανείς όμως δεν θα εφαντάζετο ότι θα ήταν ποτέ δυνατόν να υπηρετη εις φορτηγόν ατμόπλοιον με τον βαθμό του υποπλοιάρχου μία Ελληνίς!
Μάλιστα μια ωραία Ελληνίς τακειδεύει εις τους ωκεανούς, παλαίουσα με τα κύματα, διατάσσει ολόκληρον πλήρωμα ναυτών, οδηγεί το πλοίον εις τα μακρυνά του ταξείδια. Το παράδειγμα αυτό είνε η καλλιτέρα δικαίωσις της γνώμης, ότι μέσα εις τις ελληνικές φλέβες ρέει αίμα θαλασσινό.
Αλλά ποια είνε αυτή η Ελληνίς που απεφάσισε και κατώρθωσε να εξισωθή με τον άνδρα εις τον σκληρότερον αγώνα της ζωής, τον αγώνα ανάμεσα εις τις φοβερές φουρτούνες που σκηνοθετούν κάθε τόσο φοβερές τραγωδίες; Είναι η κυρία Ελένη Γράτσου, ένα σωστό θαλασσοπούλι, που διασχίζει τους ωκεανούς συνοδεύουσα τον σύζυγόν της.
Εάν παρακολουθήσετε την κίνησιν του λιμένος της Νέας Υόρκης επί ένα διάστημα και των άλλων λιμένων ακόμη, θα εύρετε εις τα δάση των ιστίων και ένα πελώριον φορτηγόν, εις τον ιστόν του οποίου κυματίζει υπερήφανη η Ελληνική σημαία. Είνε το Ελληνικόν φορτηγόν «Κάστωρ» το οποίον μόλις ανεχώρισεν εκ του λιμένος του Αγίου Φραγκίσκου με τεράστιον φορτίου σίτου.
Κατά τον κατάπλου του «Κάστορος» εις τον λιμένα του Αγίου Φραγκίσκου συνέβησαν ωραιότατα πράγματα.
Οι υπάλληλοι του Λιμεναρχείου οι οποίοι έσπευσαν να επιβούν του πλοίου δια τας σχετικάς διατυπώσεις, όταν ανήλθον εις το κατάστρωμα έτριβαν τα μάτια τους.
Εις την γέφυραν ίστατο δίδουσα διαταγάς εις το πλήρωμα μία γυναίκα φέρουσα στολήν υποπλοιάρχου, με πηλίκιον και με όλα τα εμβλήματα. Επρόκειτο μάλιστα περί ωραιοτάτης νέας της οποίας αι χειρονομίαι έκαναν πιο γοητευτικές οι διαταγές.
Ήτο η κ. Ελένη Γράτσου, σύζυγος του πλοιάρχου και ιδιοκτήτου του πλοίου κ. Κωνσταντίνου Γράτσου. Σημειωτέον, ότι η θελκτική υποπλοίαρχος ομοιάζει καταπληκτικά με την νεαράν ηθοποιόν του αμερικανικού κινηματογράφου Έλεν Χέηζ.
Οι δημοσιογράφοι έσπευσαν να περικυκλώσουν την θελκτικήν αυτήν ποντοπόρον, με το γοητευτικό χαμόγελο που είνε τόσο αρμονικό με την γλύκα των γαλανών της ματιών.
-Ταξιεδύω με τον άνδρα μου –είπεν η κ. Γράτσου- αρκετά χρόνια. Έμαθα αρκετά καλά την ναυσιπλοϊαν και κατώρθωσα να αποκτήσω δίπλωμα πλοιάρχου. Η ζωή της θάλασσας είναι σκληρά, αισθανόμουν, όμως, πάντοτε από μικρό κοριτσάκι θερμήν αγάπην προς αυτήν. Τα άγρια κύματα, η υγρή ερημιά του ωκεανού δεν με ετρόμαξαν ποτέ. Μόνο στην αρχή, όταν ευρισκόμαστε στη μέση του ωκεανού και έβλεπα γύρω μου να αγκαλιάζεται ο ουρανός με τη θάλασσα, χωρίς να φαίνεται πουθενά στεριά, ένοιωσα κάποιον αόριστο φόβο ή μάλλον αισθάνθηκα, πόσο μικρός, πόσο τιποτένιος είνε ο άνθρωπος μπροστά στο μεγαλείο το συντριπτικό μεγαλείο της δημιουργίας. Συνήθισα, όμως, σιγά-σιγά και τώρα είμαι ένας τέλειος ναυτικός.
Και την κατακλύζουν οι ερωτήσεις:
-Έχω επισκεφθή – συνεχίζει – τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ιαπωνίας, της Κίνας, των Ινδιών, της Αυστραλίας, της Ευρώπης, και μόνον εις την πατρίδα μου την Ελλάδα δεν με εβοήθησεν η τύχη να ταξιδεύσω. Αντίκρυσα με τα μάτια μου τον θάνατο και τους θυμούς του Ατλαντικού και του Ειρηνικού, εις το πλευρό, όμως του συζύγου μου, ένοιωθα και νοιώθω πάντα τόσο ασφαλισμένο τον εαυτό μου. Θα τον συνοδεύω πάντα, όσο θα μπορώ.
Και η τολμηρή Ελληνίς, η ανταξία απόγονος της Μπουμπουλίνας βυθίζει το βλέμμα εις το βάθος του ωκεανού.
Εφημ. ΣΗΜΑΙΑ 25/2/1939 Αρχείο: Περί Αλός

Κατάγομαι από τας Αθήνας, την ωραία πρωτεύουσα της ωραιοτέρας πατρίδος. Ο σύζυγός μου είνε ιδιοκτήτης αρκετών πλοίων, τα οποία απέκτησε κατόπιν πολυετών μόχθων εις την θάλασσαν. Δεν υπάρχει, σχεδόν καμμία, περίπτωσις ωσάν την ιδικήν μου και αυτό με κάνει υπερήφανη. Μετά ένα χρόνο θα προαχθώ εις πλοίαρχον και αυτό με ανθουσιάζει αρκετά. Από δω αναχωρούμεν ύστερα από λίγες ημέρες θα κατευθυνθούμε στο Λος Άντζελες, και από κει θα πλεύσουμε προς το Λονδίνον. Αυτήν την εποχήν ο Ατλαντικός έχει τους θυμούς του, το έργο του κυβερνήτου είνε δύσκολο και οι ευθύνες μεγάλες, εν τούτοις το ταξείδι αυτό με χαροποιεί ιδιαιτέρως».
Και έρχεται η σειρά του κ. Γράτσου να μιλήση για την γυναίκα του.
Τον διακρίνει ένα λεπτότατο ελληνικό χιούμορ, καθώς ομιλεί μπροστά στη γυναίκα του.
-Μη την ακούτε. Δεν είναι ο έρωτας προς τη θάλασσα που την κάνει να είνε ενθουσιασμένη με το επάγγελμά της. Είνε ο έρωτας προς τον σύζυγον. Αυτό είνε όλο. Φοβάται για τη ζωή μου, υποπτεύεται καμμιά απιστία εις τα ξένα λιμάνια κατά την διάρκεια των μεγάλων ταξιδιών και δεν εννοεί να φύγη από κοντά μου.
Η νέα γυναίκα τον αγκαλιάζει και του λέγει με την σειρά της:
-Ας υποθέσωμε ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Δεν πιστεύω να είσαι δυσαρεστημένος.
Γελούν και οι δύο και απομακρύνονται. Είνε τόσο ταιριασμένοι και τόσο ευτυχισμένοι.
Εκείνος είνε ένας ψημμένος ναυτικός ωραίος μέσα εις την αυστηρότητα του αλατισμένου του προσώπου. Εκείνη είναι ένα θαλασσοπούλι γοητευτικό, με ώμμορφα γαλανά μάτια, με κινήσεις ζωρές γεμάτες αυτοπεποίθησι και αισιοδοξία. Και οι δυό γεννήθηκαν κάτω από τον αττικό ουρανό.

Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2020

ἀπόγαιον και κάλως Τα παλαμάρια της αρχαιότητος

ἀπόγαιον και κάλως  
Τα παλαμάρια της αρχαιότητος

ΦΩΤΟ: cattan2011
https://www.flickr.com/photos/68166820@N08/albums



ἀπόγαιον, το. (< ἀπὸ + γῆ) Χονδρό σκοινί με το οποίο δένεται το πλοίο στην ξηρά. Απαντάται και ως ἀπόγειον:

       [και όταν κατέφθασε ο καπετάνιος, ο Αίγυπτος έκοψε το παλαμάρι (το απόγαιον) που τους ένωνε με τη στεριά και απέπλευσε χωρίς να πάθει τίποτα].
       «ὸ δὲ (Αἰγυπτος) ἀφικομένου τοῦ κυβερνήτου ἀποκόψας τὸ ἀπόγειον ἀπέπλευσεν ἀκινδύνως» (Πολυαίνου, Στρατηγημάτων, ΣΤ 8 Αίγυπτος).
|| Κοινώς : ο κάβος, το παλαμάρι. || Πρυμιός κάβος = Stern line  Πλωριός κάβος = Headline || Mooring line.


κάλως, ο. το σχοινί, το παλαμάρι. || ἀπὸ κάλω πλέω = πλέω ρυμουλκούμενος

|| σχοινί ιστίου κοινώς οι μούδες του πανιού.
      πάντα κάλων ἐξιᾶσιν = λύουν όλες τις μούδες
Ο κάλως ήταν χονδρό σχοινί και συνήθως χρησίμευε ως «κάβος» (σχοινί για πρόσδεση στην πρύμνη) ή και για ρυμούλκηση.
 [ο άνεμος έκανε τα σκοινιά και όλη την αρματωσιά του πλοίου να τραντάζονται καθώς έπλεαν]
«ὑπό πνοιῇ δὲ κάλωες ὅπλα τε νήια πάντα τινάσσετο νισσομένοισιν» (Απολλωνίου Ροδίου, Αργοναυτικών, Β725).
ΠΗΓΗ: Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου, Λεξικόν Αρχαίων Ελληνικών Ναυτικών Όρων, εκδ. Historical Quest, Αθήνα 2014, σελ. 32 και 100-101.
https://perialos.blogspot.com/2020/01/blog-post.html


Το Περί Αλός προτείνει:
Άγκυρες βαρούλκα και ρεμέτζα στην αρχαία Ελλάδα. Πιέσατε ΕΔΩ
Ναυτικά σχοινιά. Κατασκευή-τύποι σχοινίων Πιέσατε ΕΔΩ
ΚΟΥΙΖ Τι γνωρίζετε για τα Ναυτικά Σχοινιά? Πιέσατε ΕΔΩ ή ΕΔΩ



Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2019

Ευετηρία 2020 και ο Γερο χρόνος σε τρείς παλιές καρτ ποστάλ


Ευετηρία 2020 και ο Γερο χρόνος σε τρεις παλιές καρτ ποστάλ 

Ο Γέρο-χρόνος με μια ανθρωπόμορφη απεικόνιση για το έτος που φεύγει και υποδέχεται το νέο (Father time), αποτελεί απαράδοση σε πολλές χώρες. Το Περί Αλός βρήκε παλιές κάρτ ποστάλ με το Γέρο-χρόνο, τον ηλικιωμένο γενειοφόρο άνδρα, οι οποίες τυπώθηκαν περί το 1920 στη Γερμανία (Series No. 303) και δείχνουν το περασμα του χρόνου στη θάλασσα. 


Στην πρώτη εικονίζεται ο Γέρο-χρόνος με το φανάρι να συναντά ένα ιστιοφόρο πλοίο, στη δεύτερη ένα κρουαζιερόπλοιο ενώ στην τρίτη ένα αερόπλοιο! 


Και στις τρείς καρτ-ποστάλ το ρολόι δείχνει μεσάνυχτα. Φεύγει ο παλιός ο χρόνος, έρχεται ο Νέος.
Ευχόμαστε να είναι πλήρης κάθε αγαθού για όλους σας. Να τον υποδεχθείτε γεμάτοι υγεία, αγάπη και φως!
Και, όπως κάθε χρόνο συνηθίζουμε στο Περί Αλός, ευχόμαστε
Εὐετηρία

Εὐετηρία (εὖ + ἔτος) = καλόν έτος, καλή εποχή, καλή χρονιά, καλή συγκομιδή.
(Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Ιωάννου Σταματάκου, Βιβλιοπρομηθευτική 1999).






Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

EΝΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ ΣΤΟ …ΧΟΛΟΜΩΝΤΑ!


EΝΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΟ ΣΤΟ …ΧΟΛΟΜΩΝΤΑ!
Περί Αλός
Δρ. Παρμενίωνος Ι. Παπαθανασίου*,
Υποστράτηγου Υγειονομικού ε.α.,
Αντιπροέδρου της ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΜΕΛΕΤΗΣ
ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ [ΕΜΕΙΣ].

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ναυτική Επιθεώρηση
Αθήνα, ΥΙΝ/ΓΕΝ. Τεύχος 566, Σεπ.-Νοέ. 2008, σσ. 23-25.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση της ΥΙΝ.
Όρα επίσης ΕΜΕΙΣ https://www.emeis.org.gr/index.php

Βουνό Χολομώντας
ΦΩΤΟ: Anna
https://www.flickr.com/photos/9426538@N07/

Το χιόνι έξω πέφτει πυκνό, στο ορεινό χωριό Βάβδος στους πρόποδες του Χολομώντα της Χαλκιδικής, είμαστε στο τέλος Δεκεμβρίου 1940 και το κρύο είναι πάντοτε τσουχτερό στα 850μ που είναι χτισμένο το μικρό χωριό, πριν από αιώνες, για να αποφεύγει τις τούρκικες επιδρομές και να ζει ελεύθερα….
Σ’ ένα χαμηλό σπίτι που αποτελεί τα «Γραφεία της Κοινότητας» όπως τα ονομάζανε ΤΟΤΕ, του ορεινού και απομονωμένου αυτού χωριού και σ’ ένα χαμηλοτάβανο δωμάτιο, το οποίο θερμαίνεται αλλά και… καπνίζεται ταυτόχρονα από μια σόμπα με ξύλα, μερικοί άντρες μεγάλης ηλικίας και μικρά παιδιά «ακούνε τις ειδήσεις» όπως λέγανε ΤΟΤΕ, από το μοναδικό ραδιόφωνο του χωριού, το οποίο «δουλεύει με μπαταρίες αυτοκινήτων» και με μεγάλη προσοχή μόνο για τα δελτία ειδήσεων, διότι… άλλες μπαταρίες δεν υπάρχουν…
Οι γυναίκες του χωριού είναι στα σπίτια τους και οι νέοι άνδρες «είναι όλοι στον πόλεμο»! Έχουν επιστρατευτεί και είναι στο μέτωπο, χωρίς κανένας να γνωρίζει πού είναι ακριβώς και με τι ασχολούνται, απλά όμως όλοι γνωρίζουν ότι.. «είναι στον πόλεμο για την πατρίδα»!!
Η φωνή του ομιλητή στο ραδιόφωνο μόλις ακούγεται μια και η απόδοσή του είναι πολύ μικρή ενώ γύρω-γύρω βασιλεύει απόλυτη σιωπή. Η αγωνία στα πρόσωπα όλων των ακροατών είναι φανερή διότι πλησιάζει η ώρα που θα μεταδοθεί το γνωστό «Aνακοινωθέν του Γενικού Επιτελείου» το οποίο κάθε μέρα όλοι περιμένουν σαν το μάννα από τον ουρανό! Η μεγάλη στιγμή έρχεται και αρχίζει η μετάδοση του επίσημου ανακοινωθέντος ενώ απόλυτη και νεκρική σιωπή επικρατεί παντού… Ο ομιλητής του ραδιοφώνου προχωρεί σιγά - σιγά και κανένας δεν κουνιέται από τη θέση του αλλά όλοι προσέχουν τα λόγια.
Δεν φαίνεται να υπάρχουν τίποτα ιδιαίτερα νέα και η σιωπή των ακροατών είναι απόλυτη… Ξαφνικά όμως ακούγεται η ομιλητής του ραδιοφώνου να λέει … «το Βασιλικό Πολεμικό πλοίο υποβρύχιο Παπανικολής με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Μίλτωνα Ιατρίδη»… ένα αίσθημα αγωνίας απλώνεται και μια φωνή βαθιάς απογοήτευσης ακούεται, από το σιωπηλό ακροατήριο… «μας το βούλιαξαν οι άτιμοι»!! πριν όμως να καταλάβουν καλά περί τίνος πρόκειται οι ορεσίβιοι εκείνοι υπερήλικες που ασφαλώς δεν είχαν αντικρίσει ποτέ στη ζωή τους υποβρύχιο ή ακόμη και θάλασσα από κοντά, με τα ανήλικα παιδιά που είναι γύρω - γύρω στο ραδιόφωνο, ακούνε τη θαυματουργή φράση του ραδιοφωνικού ομιλητή …«ετορπίλλισε και εβύθισε τρία εχθρικά μεταγωγικά που μετέφεραν ενισχύσεις στους Ιταλούς της Αλβανίας…»
Αμέσως μια δυνατή κραυγή ακούγεται από όλους ….ΕΤΟΡΠΙΛΛΙΣΕ ΚΑΙ ΕΒΥΘΙΣΕ!!! όλοι αυτόματα εγκαταλείπουν τη θαλπωρή της ζεστής αίθουσας και βγαίνουν έξω στην πλατεία με τις κραυγές ΕΤΟΡΠΙΛΛΙΣΕ, ΕΤΟΡΠΙΛΛΙΣΕ ΚΑΙ ΕΒΥΘΙΣΕ, ΕΒΥΘΙΣΕ, ενώ το χιόνι πέφτει πάντοτε πυκνό και γύρω-γύρω είναι όλα παγωμένα!!
Σε λίγο όλοι οι κάτοικοι του ορεινού χωριού, υπερήλικες, γυναίκες, παιδιά, αυθόρμητα και χωρίς καμιά πρόσκληση είναι μαζεμένοι την πλατεία, χοροπηδούν και φωνάζουν δυνατά κάτω από το χιόνι που πέφτει συνέχεια, ΕΤΟΡΠΙΛΛΙΣΕ, ΕΤΟΡΠΙΛΛΙΣΕ ΕΝΩ ΣΧΕΔΟΝ ΑΥΤΟΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΕΙΣ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ κατευθύνονται στην εκκλησία της Παναγιάς όπου ο παπάς ήδη φορούσε τα άμφιά του και ετοιμάζονταν για την δοξολογία…
Στο μεταξύ είχαν μαζευτεί μέσα στην παλιά εκκλησία όλοι σχεδόν… Η χαρά όμως ήταν πολύ μεγάλη και δεν μπορούσε να περιοριστεί μόνο στην δοξολογία, κάποιος κάτοικος είχε την πρωτοβουλία να προσκαλέσει και έναν απόστρατο γέρο συνταγματάρχη με το χαρακτηριστικό μουστάκι της εποχής, ο οποίος μάλιστα είχε δύο παιδιά του έφεδρους αξιωματικούς στο μέτωπο, για να βγάλει τον πανηγυρικό της ένδοξης εκείνης μέρας που ο «Παπανικολής ετορπίλλισε και εβύθισε» τα εχθρικά πλοία έξω από τις ακτές της Αλβανίας! Ο παλιός συνταγματάρχης που ήταν και αυτός παλαιός πολεμιστής και τραυματίας της Μικράς Ασίας, γεμάτος αγάπη για την Ελλάδα και τα παιδιά της που αγωνίζονταντον τίμιο αγώνα της «υπεράσπισης του πατρίου εδάφους»όπως έλεγε και ξαναέλεγε στο λόγο του, ζωντάνευε τη χαρά και τη συγκίνηση των απλών χωρικών του ορεινού εκείνου χωριού στους πρόποδες του Χολομώντα της Χαλκιδικής οι οποίοι πανηγύριζαν τόσο έντονα και αυθόρμητα το κατόρθωμα του Πολεμικού μας Ναυτικού στα νερά της Αδριατικής.
Έτσι γιόρταζαν οι άνθρωποι του καιρού εκείνου τον αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας …

* από τους μικρούς ακροατές μέσα στο «κοινοτικό κατάστημα» ΤΟΤΕ, με πατέρα στο μέτωπο και μάρτυς του γεγονότος που μένει πάντοτε ζωντανό στη μνήμη του...


Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2019

Η Μεταφορά του Χρυσού της Τραπέζης της Ελλάδος από την Αθήνα στην Νότια Αφρική το 1941


Η Μεταφορά του Χρυσού της Τραπέζης της Ελλάδος από την Αθήνα στην Νότια Αφρική το 1941
Περί Αλός
Υποπλοίαρχος (Ο) Παναγιώτης Γέροντας ΠΝ
 Αρχικελευστής (ΔΙΑΧ) Νεκταρία Δεσποτοπούλου
                    
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ,
Αθήνα, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού (ΥΙΝ),  τεύχος  604
(ΙΟΥΝ-ΑΥΓ 2018), σελ. 52. Αναδημοσίευση στο Περί Αλός
με την έγκριση της ΥΙΝ.
HMS Salvia  
ΦΩΤΟ: Imperial War Museum © IWM (FL 18637)
https://www.iwm.org.uk/  

Πρόλογος

Το παρόν πόνημα έχει ως στόχο να εκθέσει την διαδρομή του χρυσού της Τράπεζας της Ελλάδος από την Αθήνα στην Νότια Αφρική τους πρώτους μήνες του 1941 εν αναμονή και κατά την διάρκεια της γερμανικής επίθεσης[1]. Η Ελλάδα στις αρχές του 1941 είχε μόλις κερδίσει τον πόλεμο κατά των Ιταλών αλλά ήταν σχεδόν βέβαιη η γερμανική εισβολή ιδίως μετά τον θάνατο του Ιωάννη Μεταξά στις 29 Ιανουαρίου του 1941. Ο Ιωάννης Μεταξάς πίστευε βαθιά ότι η Ελλάδα έπρεπε να ακολουθήσει ως ναυτική χώρα την Μ. Βρετανία. Οι απόψεις του μάλιστα αυτές εκφράζονται με σαφήνεια σε συνεδρίαση του Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου, το φθινόπωρο του 1936 [2]. Μετά την ήττα των Ιταλών ξεκινά ένα διπλωματικό παιχνίδι, κατά το οποίο ο Έλληνας Πρωθυπουργός πίστευε ότι μπορούσε να βγάλει την χώρα από την εμπόλεμη κατάσταση.
            Στις 17 Δεκεμβρίου του 1940 ο πρέσβης της Ελλάδος στην Μαδρίτη Περικλής Αργυρόπουλος, ο κάποτε Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού στους Βαλκανικούς Πολέμους, συνάντησε στην Μαδρίτη τον εκεί πρέσβη της Ουγγαρίας Στρατηγό Ρούντολφ Αντόρκα (Rudolf Andorka), ο οποίος του έδωσε σχέδιο κατάπαυσης του πυρός από την Γερμανία. Η μοναδική απαίτηση εκ μέρους των Γερμανών ήταν η έξοδος όλων των βρετανικών δυνάμεων από την χώρα και η συνακόλουθη πλήρης ουδετερότητα. Η ελληνική πλευρά ζήτησε ένα μήνα για να δώσει την απάντησή της. Οι Βρετανοί από την πλευρά τους δεν επιθυμούσαν ούτε να εκκενώσουν την χώρα από τα ένοπλα τμήματά τους, ούτε όμως και να αποστείλουν σημαντικές ενισχύσεις με στόχο να υπάρξει έστω μία πιθανότητα επικράτησης σε περίπτωση γερμανικής εισβολής. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Ιωάννης Μεταξάς πεθαίνει.
            Η γερμανική εισβολή [3] τελικά πραγματοποιείται στις 6 Απριλίου του 1941. Ήδη από τον Μάρτιο του 1941 ο Ανώτερος Ναυτικός Διοικητής του Βορειοδυτικού Αιγαίου Πλοίαρχος Χριστόφορος Κονιάλης[4] είχε ενημερωθεί με απόρρητες διαταγές για τις ενδεδειγμένες αντιδράσεις για την αποχώρηση του Στρατού από τον Βορρά προς τον Νότο και την μεταφορά ή καταστροφή του πολεμικού υλικού. Με το ίδιο σκεπτικό, αποφασίστηκε και πραγματοποιήθηκε η μεταφορά του χρυσού της Τραπέζης της Ελλάδος και μάλιστα ένα μήνα πριν, τον Φεβρουάριο…


Το αντιτορπιλικό "Βασίλισσα Όλγα"  ΦΩΤΟ: Αρχείο Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού.


Η σταδιακή μεταφορά του Ελληνικού χρυσού από την Αθήνα στην Πρετόρια

Μόλις έγινε φανερή η πρόθεση της Γερμανίας να εισβάλει στην Ελλάδα, ελήφθη η απόφαση της μεταφοράς του αποθέματος χρυσού της Τράπεζας της Ελλάδας. Αφηγείται ο Υποδιοικητής της Τράπεζας Γεώργιος Μαντζαβίνος:

«..Προεκρίθη η Κρήτη, το Υποκατάστημά μας Ηρακλείου, όπου είχομεν αρκετά ασφαλή χρηματοκιβώτια. Ο χρυσός, - ο οποίος ανήρχετο εις ουγγιάς καθαρού καθ’ υπολογισμόν βάρους 610.796 και 431/οοο – έπρεπε πρώτον να τοποθετηθεί σε ασφαλή κιβώτια. Όταν έγινε αυτή η προπαρασκευαστική εργασία, την οποίαν μόνον τρεις ή τέσσαρες εγνώριζον εις την Τράπεζαν, παρεκλήθη το Ναυτικόν Επιτελείον, το οποίον έθεσε εις την διάθεσίν μας δύο αντιτορπιλλικά, τον «Βασιλέα Γεώργιον» και την «Βασίλισσαν Όλγαν», τα οποία μετέφερον τον χρυσόν εις το Ηράκλειον. Η μεταφορά έγινε κατά τας αρχάς Φεβρουαρίου 1941, ενθυμούμαι ότι ήτο Καθαρά Δευτέρα». [5]

Στα αρχεία της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού καταγράφεται ότι:

«Κατά τας αρχάς Μαρτίου του 1941 απεφασίσθη παρά της Ελληνικής Κυβερνήσεως η μεταφορά του εις χρυσόν και συνάλλαγμα καλύμματος της Τραπέζης της Ελλάδος εις τα Χανιά της Κρήτης […] Εχρησιμοποιήθηκαν δε δια αυτήν τα δύο ισχυροτέρα των αντιτορπιλλικών μας το «Β. Γεώργιος» και η «Β. Όλγα», τα οποία παραλαβόντα τα προς μεταφορά κιβώτια εις Ελευσίνα τας τελευταίας απογευματινάς ώρας της 3/3, απέπλευσαν ευθύς αμέσως με μεγάλη ταχύτητα. Εις Σούδαν κατέπλευσαν την 0230 της 4/3. Αφού δε απεβίβασαν κατά την διάρκειαν της νυκτός […] απέπλευσαν αυθημερόν την 7η πρωινήν ώραν δια Ναύσταθμον, όπου επανέπλευσαν και πάλιν, περί την 2αν απογευματινήν ώραν.»

Καθώς φαίνεται στα αρχεία του Ναυτικού υπάρχει μία σύγχυση. Αν και οι έντονες λεπτομέρειες δείχνουν μια διάθεση ακρίβειας στις πληροφορίες, εν τούτοις πρέπει να συγχέονται τρία διαφορετικά γεγονότα. Το ένα ήταν η μεταφορά του χρυσού, το δεύτερο η μεταφορά της Διοίκησης της Τράπεζας στην Σούδα και το τρίτο η μεταφορά της Διοίκησης από την Σούδα στα Χανιά.
            Στις 22 Απριλίου του 1941, δυο μήνες μετά την μεταφορά του χρυσού στο Ηράκλειο της Κρήτης, ο Διοικητής της Τράπεζας Κυριάκος Βαρβαρέσος με τον Υποδιοικητή Γεώργιο Μαντζαβίνο, κατευθύνονται στον όρμο Μεγάρων και επιβιβάζονται στο «Βασίλισσα Όλγα»[6], το ίδιο πλοίο που μαζί με το «Βασιλεύς Γεώργιος» είχε παραλάβει τον χρυσό της Τράπεζας. Το ελληνικό πολεμικό καταπλέει στην Σούδα στις 23 Απριλίου 1941 μέσα σε άγριους βομβαρδισμούς από γερμανικά αεροσκάφη [7]. Την αποστολή ακολούθησαν και τρία ανώτερα στελέχη της Τράπεζας, οι: Αριστείδης Λαζαρίδης, Μίνως Λεβής και Σωκράτης Κοσμίδης [8]. Η «έξοδος» των ανωτέρων στελεχών ήταν επίσης επεισοδιακή. Είχαν μεταβεί στον Μαραθώνα αλλά το επίτακτο πλοίο που επρόκειτο να τους παραλάβει, βυθίστηκε από τα γερμανικά στούκας. Επέστρεψαν λοιπόν στην Αθήνα καταφέρνοντας να φύγουν τελικά από τον Πειραιά με ένα οπλιταγωγό το ίδιο βράδυ. Η αποχώρηση της Διοίκησης αναγράφεται και στα πρακτικά της 8ης Συνεδρίας του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας[9]. Στην συνέχεια τα στελέχη μεταφέρθηκαν από την Σούδα στα Χανιά, όπου τα γερμανικά αεροσκάφη εκτελούσαν αεροπορικές επιδρομές δύο και τρεις φορές την ημέρα.


Τα βρετανικά πλοία HMS Lanner και HMS Salvia δέχονται
σφοδρό γερμανικό αεροπορικό βομβαρδισμό στην Σούδα το 1941.
Ελαιογραφία του Lt-Cd Rowland John Robb Langmaid.
ΠΗΓΗ: Royal Museums Greenwich.

            Ακολούθως ο χρυσός μεταφέρθηκε από το Υποκατάστημα Ηρακλείου στον λιμένα Ηρακλείου και από εκεί με την βρετανική κορβέτα HMS Salvia[10] στην Σούδα. Η μεταφορά έγινε υπό σφοδρό γερμανικό αεροπορικό βομβαρδισμό, ενώ το βρετανικό πλοίο κατέρριψε δύο αεροσκάφη. Από εκεί και πέρα τα κιβώτια χρυσού έπρεπε να μεταφορτωθούν στο πλοίο που είχε διαθέσει ο Άγγλος Ναύαρχος της Μεσογείου Sir Andrew Browne Cunningham, το καταδρομικό HMS Dido. Ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα [11].
            Περιγράφει ο Γεώργιος Μαντζαβίνος:

«Πλάϊ εις την «Διδώ», που τα πυροβόλα της διαρκώς έβαλλον, ήρχισε βληθέν να καίεται ένα Δανικόν πλοίον Όλη αυτή η εργασία εγίνετο με απιστεύτως νευρικόν ρυθμόν, διότι ο Άγγλος Κυβερνήτης, φοβούμενος δια το πλοίον του, εβιάζετο να το θέση εις κίνησιν, και υπήρχε κίνδυνος ένα μέρος του πολύτιμου φορτίου, καθώς μετεφορτώνετο, να πέση εις την θάλασσαν. Ευτυχώς η μεταφορά έγινε εις τα κύτη του «Διδώ» χωρίς καμμίαν ζημίαν. Μόνο ένα κιβώτιον, ενώ μετεφέρετο εις το κύτος του καταδρομικού, έσπασε και το κύτος εγέμισε από χρυσάς λίρας. Αυτό ανησύχησε πολύ τον Άγγλον Κυβερνήτην και διέταξε ένα συνεργείο ναυτών, ενώ το «Διδώ» έπλεε προς Αλεξάνδρειαν, να μαζέψη τας χρυσάς λίρας. Όλαι αι χρυσαί λίραι του κιβωτίου που είχαν σκορπίσει, ευρέθησαν. Εκτός μιάς.»[12]

            Τα κιβώτια με το χρυσό μεταφέρθηκαν τελικά στην Αίγυπτο και αποθηκεύτηκαν προσωρινά στο Υποκατάστημα της Εθνικής Τραπέζης της Αλεξάνδρειας, ενώ και η Διοίκηση της Τράπεζας εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια. Στην συνέχεια το Κεντρικό Κατάστημα της Τράπεζας της Ελλάδος μεταφέρθηκε στο Κάιρο, ενώ σε συνεννόηση με τους Συμμάχους κανονίστηκαν τα της μεταφοράς του χρυσού μέσω του Σουέζ στην Πρετόρια της Νότιας Αφρικής. Φορτώθηκαν σε φορτηγά αυτοκίνητα και με την συνοδεία τανκς μεταφέρθηκαν μέσω της ερήμου στο Σουέζ.  Στην συνέχεια επίτακτο εμπορικό πλοίο  τα μετέφερε στο Ντέρμπαν (Durban) της Νότιας Αφρικής. Στο πλοίο αυτό επέβη και ο ανώτερος υπάλληλος Αριστείδης Λαζαρίδης [13].
            Εκεί φορτώθηκε σε ειδική αμαξοστοιχία, την οποία έθεσε στη διάθεση της Διοίκησης της Τράπεζας ο Στρατάρχης Σματς (Jan Christiaan Smuts) [14]. Με τη συνοδεία πάντοτε του διευθυντού Αριστείδη Λαζαρίδη ο χρυσός μεταφέρθηκε στο Γκερμιστόν (Germiston) της Ν. Αφρικής, όπου και ελέγχθηκε.
            Εκεί πραγματοποιήθηκε νέα τήξη του χρυσού [15], η οποία εκτελέστηκε υπό την επίβλεψη της South African Reserve Bank, εκδοτικής τράπεζας της Ν. Αφρικής, στο Τζέρμιστον της Ν. Αφρικής. Προέκυψε χρυσός της κεκανονισμένης καθαρότητας βάρους 608.350 ουγγιών. Ο χρυσός αυτός σε ράβδους μεταφέρθηκε στην Πρετόρια, όπου και εναποτέθηκε για φύλαξη στα θησαυροφυλάκια της South African Reserve Bank. Τα έξοδα της μεταφοράς και της ανάτηξης του χρυσού ήταν ελάχιστα, γιατί, λόγω των ειδικών μέτρων ασφαλείας που είχαν ληφθεί, δεν πληρώθηκαν ασφάλιστρα, τα οποία θα ανέρχονταν, σύμφωνα με τους μετριότερους υπολογισμούς, σε 500.000 λίρες [16]. Κατόπιν η Διοίκηση της Τράπεζας από την Πρετόρια μετακινήθηκε στο Λονδίνο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα ήταν η μόνη χώρα από τις καταληφθείσες, που ο χρυσός της μεταφέρθηκε εξ ολοκλήρου στο εξωτερικό, γλυτώνοντας την γερμανική αρπαγή.


Πρακτικά Γενικού Συμβουλίου της Τραπέζης της Ελλάδος, στο οποίο αναγράφεται ότι ο
Διοικητής της Τραπέζης Κυριάκος Βαρβαρέσος και ο Υποδιοικητής Γεώργιος Μαντζαβίνος
ακολούθησαν την ελληνική Κυβέρνηση στην Μέση Ανατολή
(ιστ. αρχείο της Τραπέζης της Ελλάδος).


Επίλογος

            Κατά την διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου το Πολεμικό Ναυτικό αναλάμβανε  πολυποίκιλες αποστολές. Κατά τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο και τις πρώτες ημέρες της γερμανικής εισβολής στην Ελλάδα, τα πολεμικά πλοία κάτω από τον συντονισμό των Ναυτικών Διοικήσεων εκτελούσαν μεταφορές εφοδίων, πολεμοφοδίων και στρατιωτών στο μέτωπο, αλλά παράλληλα εξυπηρετούσαν και τις γενικότερες εθνικές ανάγκες. Στο παραπάνω πλαίσιο εντάσσεται και η μεταφορά του χρυσού της Τραπέζας της Ελλάδος, για διάσωση στο εξωτερικό .
            Τον Απρίλιο του 1941 σε μία καταρρέουσα Ελλάδα λόγω της γερμανικής εισβολής, το Πολεμικό Ναυτικό παραμένει οργανωμένο και μεταναστεύει στην Μέση Ανατολή πραγματοποιώντας έναν συλλογικό άθλο που συνδέει την σύγχρονη ιστορία του Όπλου με την αρχαία ελληνική παράδοση. Η ηγεσία και το προσωπικό του Ναυτικού ως νέοι Αθηναίοι, αν και έχαναν την πατρίδα τους, συνέχισαν τον αγώνα για την σωτηρία της. Πολύ γρήγορα με την δράση το Πολεμικό ναυτικό, εκτός του ότι απέσπασε τα διθυραμβικά σχόλια των Συμμάχων, έγινε ένα πολύτιμο εργαλείο για την ελληνική κυβέρνηση, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να συγκαταλέγεται στις νικήτριες δυνάμεις, όχι μόνο ηθικά ή συμβολικά, αλλά πραγματικά. Η Ελλάδα ακόμη και στην εξορία συνέχισε να υπάρχει, πολιτικά και στρατιωτικά. Σε αυτό βοήθησε και η διάσωση της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία χρηματοδοτούσε τις ανάγκες της Δημόσιας Διοίκησης, τον εκσυγχρονισμό των Ενόπλων Δυνάμεων, τις αποστολές βοήθειας στην λιμοκτονούσα κατεχόμενη Χώρα, ενώ οι ιθύνοντες της συμμετείχαν σε όλες τις διεθνείς συσκέψεις που διαμόρφωσαν το μεταπολεμικό οικονομικό κλίμα [17].

Σημειώσεις
[1] Χρησιμοποιήθηκαν τα αρχεία της Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού, της Εθνικής Τραπέζης καθώς και αυτά της Τράπεζας της Ελλάδος. Παράλληλα σημαντικές πληροφορίες αντλήθηκαν και από τα βιβλία «Κυριάκος Βαρβαρέσος. Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία» του Ανδρέα Κακριδή (εκδ. Τράπεζα της Ελλάδος 2017), «Κερδώα Αθηνά. Χρονικό της Τραπέζης της Ελλάδος 1928 – 2003» (εκδ Ποταμός 2004) το «Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος. Ιστορία της Εικοσαπενταετίας 1928 – 1952»του Ηλία Βενέζη (Αθήνα, 1955) καθώς και το «Τα Πρώτα Πενήντα Χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος» (εκδ Τράπεζα της Ελλάδος 1978).
[2] Ο Ιωάννης Μεταξάς σε αυτό το Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο τόνισε τα κάτωθι: Αυτὸ που θα σας εἴπω δὲν θα τὸ ἀνακοινώσετε σε κανέναν. Προβλέπω πόλεμον μεταξύ τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ τοῦ Γερμανικοῦ συγκροτήματος. Πόλεμον πολύ χειρότερον ἀπὸ τὸν προηγούμενον. Εἰς τὸν πόλεμον αὐτόν θα κάνω ὅ,τι μπορῶ διὰ να μὴν ἐμπλακῃ ἡ Ἑλλάς, ἀλλά τοῦτο δὲν θα εἶναι δυνατόν. Εῑναι περιττὸν να σας εἴπω, ὅτι ἡ θέσις μας στην σύρραξιν αὐτήν θα εἶναι παρὰ τὸ πλευρόν τῆς Ἀγγλίας. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν: τὸ τελευταῖο αὐτό να μην ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης• Φωκάς (1953), τόμ. Α΄, σελ 10. Κατά το θέρος  του 1940, κατά την κρισιμότερη δηλαδή φάση του πολέμου, όταν η Αγγλία μετά το δράμα της Δουγκέρκης διέτρεχε άμεσο κίνδυνο, ο Ιωάννης Μεταξάς είπε στον ναύαρχο Σακελλαρίου: Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μαζί σου  και σού τονίζω και ἐγώ ἐπισήμως, διὰ νὰ μπορέσῃς να ἐμψυχώσῃς με αὐτὴν τὴν ἰδέαν ὅλους τοὺς δίπλα σου, ὅτι ἡ θέσις μας εἶναι να μένωμε σταθερῶς παρὰ τὸ πλευρόν τῆς Ἀγγλίας∙ παρὰ τὰ γνωστά ἐλαττώματά των, παρὰ τὰς ὀχλήσεις, που μάς κάνουν διὰ τὰς χρηματικάς μαζὶ των διαφοράς μας, μόνον με τὴν Ἀγγλίαν ἐμείς τὰ μικρά κράτη μποροῦμε να εὐημερήσωμε, ἔστω καὶ ἄν καμμιά φορά μὰς πετούν στὸν δρόμο. Με τους Γερμανούς κανένας λαός δεν μπορεῖ να ζήσῃ∙ εἴτε ὡς σύμμαχοι, εἴτε ὡς ἐχθροί, ἄν πέσωμε στα χέρια τοὺς, θα μάς γδύσουν, θα μάς κλωτσήσουν καὶ οὔτε ἀναπνοή δεν θὰ μάς ἀφίσουμε να πάρουμε. Συνεπῶς, ὄχι μόνο θα μείνωμε σταθερῶς με τοὺς Ἄγγλους, ἀλλὰ πρέπει να κάνουμε κάθε δυνατή προσπάθεια, διὰ να χωνέψουν καὶ αὐτοί καλά ὅτι ἐμείς θα σταθοῦμε μέχρι τέλους εἰς τὸ πλευρόν των, ὁποιαδήποτε καὶ ἄν εἶναι ἡ ἔκβασις τοῦ πολέμου, βλ. ό.π.,σελ 10 και Σακελλαρίου (1945), σελ 24.
[3] Είναι ίσως ενδεικτικά τα λόγια του πρίγκηπα Ερμπάχ, πρεσβευτή της Γερμανίας στην Ελλάδα, στον Έλληνα Πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή ότι ο πόλεμος δεν στρεφόταν εναντίον της Ελλάδας αλλά της Μ. Βρετανίας, η οποία είχε αποστείλει στρατιωτικά τμήματα στην Ελλάδα.
[4] Ημερολόγιο Πολέμου ΓΕΝ
[5] Βενέζης, Η. (1955) σελ 243 Έκθεσις Διοικητού Τραπέζης της Ελλάδος Γεωργίου Μαντζαβίνου σελ 11 – 13. Bregianni, C. (2013). Κακριδής Α. (2017) σελ 162 – 168. Στο ίδιο θησαυροφυλάκιο μεταφέρθηκαν 16 κιβώτια με χρυσά και αργυρά νομίσματα και τιμαλφή που είχε στην κατοχή της η Εθνική Τράπεζα (Βενέζης σελ 243, ιστορικό αρχείο Εθνικής Τράπεζας).
Ο Επαμεινώνδας Καββαδίας.
Αρχηγός του Στόλου μέχρι το
1943. ΦΩΤΟ:  Αρχείο Υπηρεσίας
Ιστορίας Ναυτικού.

[6] Στην έκθεση του ο Αρχηγός Στόλου Υποναύαρχος Επαμεινώνδας Καββαδίας αναφέρει: «Επανέπλευσα εις Μέγαρα άτινα εφωτίζοντο υπό τριών καιομένων εμπορικών σκαφών. Του Πλοίου (σ.σ. «Β.Όλγα») επέβησαν μέλη της Κυβερνήσεως, Ανώτεροι Κρατικοί Υπάλληλοι και ο Διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος μετά των οικογενειών των. Ολίγα λεπτά προ του μεσονυκτίου της 22ας προς την 23ην Απριλίου απέπλευσα. Προηγούντο εμού άπαντα τα εναπομείναντα υπό τας διαταγάς μου πολεμικά.» Ημερολόγιο Πολέμου ΓΕΝ
[7] Καιροφύλλας, Γ.(1983).
[8] Βενέζης, Καιροφύλλας
[9] Αρχείο Τράπεζας της Ελλάδος.
[10] Ο Βενέζης το αναφέρει εσφαλμένα ως ρυμουλκό. Πρόκειται για κορβέτα τύπου Flower.
[11] Βενέζης σελ 246, HMS Dido. The End of an Era, σελ 57 – 58.
[12] Βενέζης ο.π., HMS Dido…, ο.π.
[13] Βενέζης σελ 248
[14] Σημαντικός Νοτιαφρικανός πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης. Από το 1917 ως το 1919 συμμετείχε στο βρετανικό πολεμικό υπουργικό συμβούλιο, όπου διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ίδρυση της πολεμικής αεροπορίας, της μελλοντικής RAF. Έγινε Στρατάρχης του Βρετανικού Στρατού το 1941 και συμμετείχε στο υπουργικό συμβούλιο υπό τον Τσώρτσιλ. Υπήρξε ο μόνος άνθρωπος που υπέγραψε αμφότερες τις συνθήκες που τερμάτισαν τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
[15] Επειδή ο χρυσός αποτελούνταν από διάφορα χρυσά νομίσματα, μέχρι και από ράβδους που είχαν προέλθει από τήξη χρυσών αντικειμένων στην Ελλάδα, ήταν ανάγκη να μετατραπεί σε ομοειδείς ράβδους που να περιέχουν τον καθορισμένο βαθμό καθαρότητας.
[16] Βενέζης, 248
[17] Σημαντικό καθήκον της Τράπεζας της Ελλάδος αυτήν την περίοδο ήταν και η διαχείριση του εξωτερικού συναλλάγματος. Η προσπάθειά της ήταν βασικά να διαφυλαχθεί άθικτο το απόθεμά της σε χρυσό και εξωτερικό συνάλλαγμα για να χρησιμοποιηθεί στην μεταπολεμική προσπάθεια ανορθώσεως της οικονομίας. Τον σκοπό αυτόν τον πέτυχε η Τράπεζα. Σε σύγκριση με τα καθαρά διαθέσιμα σε χρυσό και συνάλλαγμα από 37.258.650 λίρες Αγγλίας την 26η Απριλίου 1941, που αυξήθηκαν εν τω μεταξύ κατά 1.639.000 λίρες, προέκυψε την 31η Δεκεμβρίου 1944 συνολικό απόθεμα από 36.381.000 λίρες. Σημειώθηκε λοιπόν στο διάστημα της Κατοχής μείωση των διαθεσίμων κατά 2.516.000 λίρες. Ένα μέρος του ποσού αυτού αντιστοιχεί στο χρεωστικό υπόλοιπο του Ελληνικού Δημοσίου στην Τράπεζα (2.020.000 λίρες), και το υπόλοιπο κάλυψε τις ακόλουθες δαπάνες της Τράπεζας συνολικού ύψους 496.650 λιρών : α) για αξία υλικού νέων τραπεζογραμματίων (250.000), β) για αντικατάσταση με συνάλλαγμα των δραχμών των ταμείων των ελληνικών και συμμαχικών ενόπλων δυνάμεων που έφθασαν στην Μέση Ανατολή από την Ελλάδα, καθώς και των δραχμών που έφερναν μαζί τους οι πρόσφυγες από την Ελλάδα (175.000), γ) για έξοδα της τήξεως του χρυσού στην Νότιο Αφρική (20.000) και δ) για έξοδα εγκαταστάσεως και διαχειρίσεως της Τράπεζας στην τετραετία (51.650). Σε αυτό το απόθεμα θα στηριχθούν οι μεταπολεμικές προσπάθειες για νομισματική σταθεροποίηση της δραχμής και οικονομική ανάπτυξη της Χώρας πάνω στα συντρίμμια που είχε αφήσει η Κατοχή.. . Έκθεσις Διοικητού Τραπέζης της Ελλάδος Γεωργίου Μαντζαβίνου, ιστορικό αρχείο Τράπεζας της Ελλάδος.


Βιβλιογραφία

·         Βενέζης, Η. (1955). Χρονικόν της Τραπέζης της Ελλάδος, Αθήνα
·         Καιροφύλλας, Γ.(1983), «Χειμώνας 1941: επιχείρηση «μεταφορά χρυσού», Ένα τεύχος 31, σελ 104 – 106
·         Κακριδής, Α. (2017). Κυριάκος Βαρβαρέσος. Η βιογραφία ως οικονομική ιστορία, εκδ Τράπεζα της Ελλάδος: Αθήνα.
·         Bregianni, C. (2013). Stories and Myths. Greek gold transfers during the World War II and beyond.
·         Dido Association (2014). HMS Dido. The End of an Era.
·         Ημερολόγιο Πολέμου ΓΕΝ
·         Λυκογιάννης, Α. (επιμέλεια). (2004). Κερδώα Αθηνά. Χρονικό της Τραπέζης της Ελλάδος 1928 – 2003, εκδ Ποταμός: Αθήνα.
·         Σακελλαρίου, Α. (1945). Η Θέσις της Ελλάδος εις τον Δεύτερον Παγκόσμιον Πόλεμον, εκδ. Δημητράκος: Αθήνα.
·         (1978) Τα πρώτα πενήντα χρόνια της Τραπέζης της Ελλάδος, εκδ Τράπεζα της Ελλάδος: Αθήνα.
·         Φωκάς, Δ. (1953). Έκθεσις επί της Δράσεως του Β. Ναυτικού κατά τον Πόλεμον 1940 – 1944, εκδ. Ιστορικής Υπηρεσίας Β. Ναυτικού: Αθήνα.



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...