ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Τετάρτη, 25 Μαΐου 2011

ΟΙ ΝΑΥΜΑΧΙΕΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΓΟΣ ΠΟΤΑΜΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΚΝΙΔΟ

Περί Αλός

Oι Πέρσες αναδεικνύονται σε καθοριστικό παράγοντα στα ελληνικά πράγματα

Κολοβός Γεώργιος
Ερευνητής-Συγγραφέας
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Ιστορία»,
τεύχος 5, σελ.26, Περισκόπιο 2006
ΦΩΤΟ: Αρχαιοπρεπές Οπλιτικό Άγημα
"ΑΡΕΣ ΑΝΑΞ"

Το 405 π. Χ., στους Αιγός ποταμούς ο Λύσανδρος, επικεφαλής των Σπαρτιατών καταναυμάχησε τον αθηναϊκό στόλο. Ακολούθησε ο αποκλεισμός και η συνθηκολόγηση της Αθήνας κα το τέρμα στου Πελοποννησιακού πολέμου. Όμως το καθεστώς των Τριάκοντα Τυράννων που επιβλήθηκε στην Αθήνα, διάρκεσε λίγους μήνες. Έτσι ο θρίαμβος της Σπάρτης αποδείχτηκε βραχύβιος. Το 394 π. Χ., ήρθε η ώρα των Αθηναίων να εκδικηθούν. Με επικεφαλής τον Κόνωνα, καταστρέψανε τον σπαρτιατικό στόλο στην Κνίδο.
Όμως οι δύο ναυμαχίες, αποδεικνύουν ότι Σπαρτιάτες και Αθηναίοι κατάφυγαν στους Πέρσες, που με τα χρήματα τους κατόρθωσαν να αναδειχθούν σε καθοριστικό παράγοντα στα ελληνικά πράγματα και να ανακτήσουν τις ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας.

Ναυτικές δυνάμεις των αντιπάλων
Κατά την έναρξη του πολέμου, η Πελοποννησιακή συμμαχία,  με επικεφαλής την Σπάρτη, αποτελείτε από συμμάχους οικονομικά και διοικητικά αδύνατους, αλλά ταυτόχρονα ισχυρούς και πειθαρχημένους και είχε την υπεροχή στην ξηρά. Αντίθετα οι Αθηναίοι διέθεταν τεράστια οικονομικά αποθέματα, θαυμάσια οικονομική οργάνωση και σαφέστατη υπεροχή στη θάλασσα.
Η ναυτική δύναμη της Αθήνας έφθανε τα 400 πολεμικά πλοία με άρτια εκπαιδευμένα πληρώματα, με πείρα σε ναυτικούς αγώνες, με πολεμικά σχέδια και τακτική. Επιπλέον στους νεώσοικους της αθηναϊκής επικράτειας φυλάσσονταν κάθε έτος άλλες 100 τριήρεις ως εφεδρείες. Ο στόλος αυτός, ανανεωνόταν διαρκώς με τη κατασκευή νέων πλοίων και τη συνδρομή του στόλου των συμμάχων.
Απέναντι σε αυτόν τον μεγάλο και αξιόμαχο στόλο οι Πελοποννήσιοι είχαν να αντιτάξουν το πολύ 200 τριήρεις, επανδρωμένες κυρίως με περιοίκους και είλωτες και τακτική κατά πολύ κατώτερη της αθηναϊκής.
Παρόλα αυτά, οι Σπαρτιάτες κατόρθωσαν στο τέλος να αναπτύξουν αξιόμαχο στόλο και να διαλύσουν τον αθηναϊκό στόλο στους Αιγός ποταμούς, όχι όμως μόνο από τις δικές τους προσπάθειες αλλά και με τους δαρικούς του περσικού κράτους.

Τα γεγονότα πριν τη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος είχε διάρκεια από το 431 π. Χ. έως το 404 π. Χ. Το 407 π. Χ., ο Λύσανδρος ανέλαβε την ηγεσία του στόλου των Λακεδαιμονίων. Γιος του Αριστοκλείτου, ήταν ένα άτομο φιλόδοξο με μεγάλες ικανότητες και είχε την τάση να επιδιώκει με επιμονή την επιτυχία των στόχων του. Ήταν με το μέρος της σκληρής μερίδας των Σπαρτιατών που αντιδρούσαν στην ιδέα της ειρήνευσης με την Αθήνα και επεδίωκαν όσο τίποτα άλλο τη συνέχιση του πολέμου μέχρι την άνευ όρων παράδοσης του αντιπάλου. Όμως μαζί ήταν και απεριόριστα φιλόδοξος και μάλιστα, φαίνεται ότι ήταν από εκείνους που πίστευαν ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, καθώς δε δίσταζε να μεταχειριστεί κάθε μέσο για να πετύχει τους σκοπούς του. Πρώτο μέλημα του μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, ήταν να αναδιοργανώσει το στόλο. Για το σκοπό αυτό πήγε στις Σάρδεις, όπου συνάντησε τον Κύρο και κατάφερε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του. Ο Κύρος ήταν ο Πέρσης σατράπης της Λυδίας, γιος του Δαρείου και αδελφός του Μεγάλου βασιλιά Αρταξέρξη Β΄. Η οικονομική βοήθεια που πέτυχε ήταν τέτοιας έκτασης, ώστε κάλυπτε όχι μόνο τη συντήρηση και τον εξοπλισμό των πλοίων αλλά ακόμα και τη μισθοδοσία των πληρωμάτων. Ταυτόχρονα οι απεσταλμένοι των Αθηναίων στο Πέρση βασιλιά, απέτυχαν να ανατρέψουν την δυσχερή διπλωματική θέση στην οποία βρίσκονταν και να πάρουν παρόμοια οικονομική βοήθεια. Σε σύντομο χρονικό διάστημα, ο Λύσανδρος σημείωσε επιτυχίες στο νότιο Αιγαίο, την Ιωνία και το Νότιον. Σύμφωνα όμως με τον Σπαρτιατικό νόμο, που αναφέρει ότι το αξίωμα του ναυάρχου τελειώνει μόλις περάσει ένα έτος, ο Λύσανδρος έδωσε τη θέση του στον Καλλικρατίδα. Αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας ήταν η σοβαρή ήττα των Σπαρτιατών στις Αργινούσες νήσους (406 π.Χ.). Η δεινή θέση στην οποία βρισκόταν τότε η Σπάρτη, έχει σαν αποτέλεσμα την υποβολή προτάσεων ειρήνης προς τους Αθηναίους. Αυτοί όμως, με τη σειρά τους πρόβαλαν υπερβολικές απαιτήσεις και τα πράγματα οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο. Καθώς οι ειρηνευτικές διαδικασίες απέτυχαν, οι Σπαρτιάτες αναγκάστηκαν να επαναφέρουν τον Λύσανδρο στο αξίωμά του. Το καλοκαίρι του 405 π. Χ. ο Λύσανδρος κατάπλευσε στην Έφεσο με 35 σπαρτιατικά πλοία. Εκεί ανασυγκρότησε τις δυνάμεις του, ήρθε ξανά σε επαφή με το Κύρο και εξασφάλισε πάλι χρήματα από αυτόν για την μισθοδοσία των πληρωμάτων και τη ναυπήγηση νέων πλοίων. Σύντομα είχε στη διάθεση του 200 πλοία. Έτσι πέτυχε να εγκαθιδρύσει ολιγαρχικά καθεστώτα σε διάφορες πόλεις της περιοχής (Μίλητο, Κεδρέες). Κατόπιν έπλευσε στη Ρόδο και στη συνέχεια στην Άβυδο, στα στενά του Ελλησπόντου. Με τη βοήθεια των κατοίκων της Άβυδου, κατέλαβε τη Λάμψακο. Η είσοδος του στον Ελλήσποντο έγινε  γνωστή στους Αθηναίους, που μέχρι τότε με βάση τη Σάμο εξαπέλυαν επιδρομές εναντίον πόλεων της Ιωνίας (Έφεσος, Χίος, κ.α.). Οι Αθηναίοι διέκοψαν τις επιχειρήσεις τους και έπλευσαν προς τον Ελαιούντα στην είσοδο του Ελλησπόντου, από τη πλευρά των θρακικών παραλίων με επικεφαλής τους Μένανδρο, Τυδέα και Κηφισόδοτο. Ο αθηναϊκός στόλος με δύναμη 180 πλοίων, έπλευσε αρχικά στη Σηστό και κατόπιν στους Αιγός ποταμούς, σχεδόν απέναντι από τη Λάμψακο (καλοκαίρι του 405 π. Χ.). Ας σημειωθεί ότι τα στενά του Βοσπόρου και ο Ελλήσποντος, είχαν τεράστια γεωπολιτική σημασία για την πόλη του Περικλή. Σε όλη την διάρκεια του 5ου και του 4ου αιώνα π. Χ. η Αθήνα, προμηθευόταν σιτάρι και άλλα βασικά είδη διατροφής από τις βόρειες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, εξάγοντας ταυτόχρονα στις περιοχές αυτές κεραμικά και άλλα βιοτεχνικά είδη. Ο έλεγχος των Στενών ήταν επομένως ζωτικής σημασίας, για την απρόσκοπτη διεξαγωγή αυτών των εμπορικών συναλλαγών και την εξασφάλιση του εφοδιασμού της Αθήνας.

Η ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς
Το μικρό λιμάνι των Αιγός Ποταμών, δεν ήταν κατάλληλο για τον ελλιμενισμό πολλών πλοίων. Ταυτόχρονα, δεν ήταν καθόλου εύκολο για τους Αθηναίους να βρίσκουν εφόδια από την αγορά της πόλης. Έτσι στη προσπάθεια τους να βρουν τροφή, απομακρύνονταν από την  πόλη και τα πλοία τους. Αντιθέτως το λιμάνι της Λάμψακου, ήταν σε θέση να προμηθεύει τα αναγκαία εφόδια στους Σπαρτιάτες στρατιώτες.
Οι Αθηναίοι, ίσως από επιπολαιότητα, ίσως γιατί ο στόλος τους θεωρείται αήττητος, ίσως πάλι από την πιεστική έλλειψη τροφίμων, άρχισαν να προκαλούν καθημερινά τους Σπαρτιάτες. Έτσι για τέσσερις ημέρες ο αθηναϊκός στόλος απέπλεε κάθε πρωί από το λιμάνι των Αιγός ποταμών και παρατασσόταν απέναντι από το σπαρτιατικό στόλο στο λιμάνι της Λάμψακου. Όμως κατόπιν εντολής του Λύσανδρου, οι Σπαρτιάτες παρέμεναν παραταγμένοι κανονικά και δεν απαντούσαν στις προκλήσεις των Αθηναίων. Πριν νυχτώσει ο στόλος των Αθηναίων επέστρεφε στους Αιγός Ποταμούς και οι στρατιώτες διασκορπίζονταν, προκειμένου να αναζητήσουν τα απαραίτητα εφόδια. Τις κινήσεις αυτές των Αθηναίων παρακολουθούσαν, κατόπιν εντολής του Λύσανδρου, δύο πλοία των Σπαρτιατών. Είναι άγνωστο αν οι Αθηναίοι είχαν παρατηρήσει τις κινήσεις των Σπαρτιατών, ωστόσο και να το έκαναν, το πιθανότερο είναι ότι από έπαρση δεν έδειξαν να προβληματίζονται. Έτσι δεν φρόντισαν να λάβουν κανένα μέτρο ασφαλείας, κάτι το οποίο δεν πέρασε απαρατήρητο από τους Σπαρτιάτες, όπως δεν πέρασε απαρατήρητη και η καθημερινή μετακίνηση των Αθηναίων για αναζήτηση τροφής. Το δειλινό της πέμπτης μέρας, τα σπαρτιατικά πλοία χρησιμοποιώντας μια χάλκινη ασπίδα, πάνω στην οποία συγκέντρωσαν τις αχτίδες του ήλιου, ειδοποίησαν τον υπόλοιπο στόλο που βρισκόταν στην Λάμψακο, για την επανάληψη των κινήσεων των Αθηναίων. Τότε οι Σπαρτιάτες έπλευσαν γρήγορα, επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και κατέλαβαν τα περισσότερα από τα 180 πλοία των Αθηναίων. Οι Σπαρτιάτες, συνέχισαν την καταδίωξη των Αθηναίων στη ξηρά και κατόρθωσαν να συλλάβουν 3.000 περίπου στρατιώτες αιχμαλώτους. Μόνο ένας από τους στρατηγούς των Αθηναίων, ο Κόνων, όταν είδε τους Σπαρτιάτες να πλέουν προς τα εκεί διέταξε τους άντρες που ήταν κοντά, να τρέξουν να επιβιβαστούν στα πλοία. Όμως αυτοί ήταν τόσο λίγοι, ώστε μόνο λίγα πλοία επανδρωθήκαν. Δεν ήταν δυνατόν λοιπόν να κάνουν τίποτα άλλο στη περίσταση αυτή, παρά να προσπαθήσουν να διαφύγουν. Έτσι έπλευσαν κοντά στη Λάμψακο, πήραν μεγάλα ιστία, τα οποία θα τους επέτρεπαν να πλεύσουν ταχύτερα και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο του Ελλήσποντου. Από κει ο Κόνων με τα πλοία του, επειδή φοβόταν τον Δήμο της Αθήνας και έβλεπε ότι ο πόλεμος είχε οριστικά χαθεί, έπλευσε στη Σαλαμίνα της Κύπρου όπου βασίλευε ο Ευαγόρας. Ταυτόχρονα η  ιερή Πάραλος, το γρήγορο πλοίο των ειδικών αποστολών που έτυχε να διασωθεί, έσπευσε στον Πειραιά για  να αναγγείλει την είδηση της καταστροφής. Οι άντρες του πλοίου αυτού, αν και δεν είχαν δει ολόκληρη τη καταστροφή, δεν τους ήταν δύσκολο να συμπεράνουν τι έγινε. Ήταν νύχτα την ώρα που αποβιβάσθηκαν, όμως η είδηση διαδόθηκε πολύ γρήγορα στο λιμάνι. Από κει το έμαθαν οι φρουροί των Μακρών τειχών και από τον έναν στον άλλον, έφθασε στην Αθήνα. Η λύπη των Αθηναίων ήταν τέτοια που όλοι έμειναν άυπνοι εκείνη τη νύχτα. Την επόμενη μέρα αποφάσισαν στην Εκκλησία του Δήμου, να φράξουν με χώμα τα δύο από τα τρία λιμάνια, να επισκευάσουν τα τείχη, να εγκαταστήσουν σε αυτά φρουρές και γενικά να προετοιμαστούν για την αντιμετώπιση πολιορκίας.
Ο Λύσανδρος αφού φρόντισε να ειδοποιήσει τους εφόρους της Σπάρτης για τα συμβάντα, συγκέντρωσε τους συμμάχους και ζήτησε τη γνώμη τους για τη τύχη των αιχμαλώτων. Οι σύμμαχοι, αναφέρθηκαν σε πολλές πράξεις των Αθηναίων, για τις οποίες ζητούσαν εκδίκηση. Κυρίως όμως αναφέρονταν σε ένα ψήφισμα με το οποίο οι Αθηναίοι, για να περιορίσουν την προθυμία ανδρών από διάφορες πόλεις να κατατάσσονται ως μισθοφόροι στα πλοία των Λακεδαιμονίων, όριζε ότι αν τους συνελάμβαναν αιχμαλώτους, θα τους έκοβαν το δεξί χέρι. Επίσης λεγόταν ότι ο στρατηγός των Αθηναίων Φιλοκλής, που ήταν ένας από τους αιχμαλώτους, είχε άλλοτε ρίξει στη θάλασσα τους άντρες δύο πλοίων, ενός των Κορινθίων και ενός των Ανδρίων, τα οποία είχε συλλάβει. Έτσι έπειτα από όλα αυτά, σκότωσαν όλους τους Αθηναίους αιχμαλώτους και ο Φιλοκλής αφέθηκε άταφος για τη πράξη του εκείνη. Ο μόνος που επέζησε ήταν ο Αθηναίος στρατηγός Αδείμαντος, που είχε αντιταχθεί στο ψήφισμα των Αθηναίων.
 Άποψη εσωτερικού της τριήρους "Ολυμπιάς"
ΦΩΤΟ: Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος


Διχογνωμίες ιστορικών
Ωστόσο παρατηρείται διχογνωμία μεταξύ των αρχαίων συγγραφέων, για τα εξής θέματα που αφορούν τη ναυμαχία στους Αιγός ποταμούς : α. τη περίπτωση της προδοσίας ή μη του αθηναϊκού στόλου, β. τον αριθμό των διασωθέντων πλοίων και γ. τον αριθμό των αιχμαλώτων.
Οι Ισοκράτης, Αριστοτέλης, Διόδωρος ο Σικελιώτης, Κορνήλιος Νέπως και Πολύαινος εξιστορώντας τα γεγονότα δεν κάνουν καμιά μνεία, ούτε καν υπαινιγμό για πιθανή προδοσία των αθηναϊκών δυνάμεων. Αντίθετα, λέγεται ότι ο Αλκιβιάδης που διέμενε πλέον στη θρακική χερσόνησο και μπορούσε να παρατηρεί τους δύο στόλους, εκτίμησε την κατάσταση και πρότεινε στους Αθηναίους στρατηγούς να αλλάξουν αγκυροβόλιο και να μεταφερθούν στη Σηστό. Όμως δύο από τους στρατηγούς, ο Τυδεύς και ο Μένανδρος, απάντησαν στον Αλκιβιάδη πως δεν ήταν εκείνος ο στρατηγός, αλλά αυτοί και τελικά τον αγνόησαν. Κάτω από την πιεστική κατάσταση της έλλειψης τροφίμων, θα ανέμενε κανείς μια διαφορετική συμπεριφορά απέναντι στον Αλκιβιάδη, που πρότεινε λύσεις στα προβλήματα του Αθηναϊκού στόλου και υποσχόταν βοήθεια από Θράκες στρατιώτες.
Όμως οι Λυσίας, Ξενοφών, Παυσανίας και Πλούταρχος, γράφουν με σαφήνεια για προδοσία των Αθηναίων και αναφέρουν και τους προδότες της καταστροφής στους Αιγός ποταμούς. Πιο συγκεκριμένα, ο Λυσίας γράφει ότι ο Αλκιβιάδης μαζί με τον Αθηναίο στρατηγό Αδείμαντο, πρόδωσαν τα αθηναϊκά πλοία στον Λύσανδρο. Αυτή η καταγγελία γίνεται στο δικαστήριο, ενώπιον ακροατηρίου και μάλιστα σε μια εποχή που δεν απείχε πολύ από το χρόνο της καταστροφής του αθηναϊκού στόλου στους Αιγός ποταμούς. Ο Ξενοφών που ήταν φυγάς και συμπαθούσε το ολιγαρχικό καθεστώς της Σπάρτης γράφει ότι ο Αδείμαντος  πρόδωσε το στόλο (Ελλην. ΙΙ, Ι, 32). Προσθέτει μάλιστα ότι οι Αθηναίοι αιχμάλωτοι φονεύθηκαν «πλην Αδείμαντος». Γιατί όμως ο Αλκιβιάδης να προδώσει τον αθηναϊκό στόλο; Ίσως γιατί και το τελευταίο έρεισμα του για την επάνοδο του στην Αθήνα, είχε χαθεί. Έτσι ίσως να σκέφτηκε να συνεργαστεί με τον Αδείμαντο προκειμένου να προδοθεί ο αθηναϊκός στόλος. Αλλά και ο Αδείμαντος γιατί να ήθελε την προδοσία; Ίσως να ήταν δυσαρεστημένος με την πολιτική κατάσταση που επικρατούσε στην Αθήνα ή και να συμπαθούσε τους ολιγαρχικούς. Όμως ο Αδείμαντος από τις υπάρχουσες πληροφορίες, δε φαίνεται στη συνέχεια να διακρίθηκε στη πολιτική σκηνή. Ίσως πάλι αν έγινε συνεργός, η απόφαση του να προέκυψε από την κατάσταση που επικρατούσε στον Αθηναϊκό στόλο: απροθυμία για πόλεμο με τους Σπαρτιάτες εξαιτίας της έλλειψης τροφίμων ή και απροθυμία και από άλλους στρατηγούς του αθηναϊκού στόλου, οι οποίοι πιθανόν να συμπαθούσαν το Σπαρτιατικό καθεστώς. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί σαφώς και από τις επίμονες και αλλεπάλληλες επί τέσσερις μέρες προκλήσεις των Αθηναίων, προκειμένου να προκαλέσουν το δυνατόν συντομότερο μια λύση. Πώς όμως ο Αλκιβιάδης και ο Αδείμαντος πρόδωσαν τον αθηναϊκό στόλο; Ίσως συμπαρασύροντας τους στρατηγούς σε μια αμελή και αδιάφορη φύλαξη των ναυτικών δυνάμεων, πιστεύοντας ότι αυτού του είδους η προδοσία δεν θα ήταν δυνατόν να γίνει ποτέ γνωστή. Πάντως είναι γεγονός ότι τα νεότερα βιβλία της ιστορίας, συνήθως αγνοούν τη πιθανότητα της προδοσίας.
Ο Ξενοφώντας αναφέρει ακόμα ότι σώθηκαν μαζί με την ιερή Πάραλο και άλλα επτά πλοία. Αντίθετα ο Λυσίας, αναφέρει ότι τα πλοία που σώθηκαν ήταν δώδεκα και μεταξύ αυτών ήταν και τα δύο πλοία που έσωσε ο ίδιος. Ο Διόδωρος επίσης αναφέρει ότι σώθηκαν μόνο δέκα πλοία από τα οποία το ένα ήταν του Κόνωνα.
Τέλος ο Λυσίας, ο Ξενοφών και ο Διόδωρος δεν αναφέρουν τίποτε για τον αριθμό των Αθηναίων αιχμαλώτων. Από τους μεταγενέστερους ο Πλούταρχος αναφέρει τρεις και ο Παυσανίας τέσσερις χιλιάδες. Αν οι Αθηναίοι είχαν 180 τριήρεις και η καθεμία από αυτές είχε 200 ναύτες, τότε ο συνολικός αριθμός των ναυτών ανέρχεται σε 36.000. Άρα ο συνολικός αριθμός των αιχμαλώτων πρέπει να θεωρηθεί μικρός. Ενδεχόμενος ο αριθμός των αιχμαλώτων να ήταν μεγαλύτερος και να ελευθερώθηκαν όσοι δεν ήταν Αθηναίοι πολίτες.

Τέλος του πελοποννησιακού πολέμου
Ο πόλεμος ωστόσο είχε πια κριθεί. Η τελευταία και πιο καθοριστική πράξη της πολεμικής κορύφωσης είχε γείρει τη πλάστιγγα υπέρ των Σπαρτιατών με την ολοσχερή καταστροφή του αθηναϊκού στόλου. Ο Λύσανδρος, αποπλέοντας από τη Λάμψακο πήγε στην Καλχηδόνα και το Βυζάντιο, όπου εγκαθίδρυσε Σπαρτιατικές φρουρές. Σειρά είχε η Λέσβος, η οποία προσχώρησε ολόκληρη στη συμμαχία της Σπάρτης. Έστειλε ακόμα στα παράλια της Θράκης τον Ετεόνικο, ο οποίος κατόρθωσε να προσχωρήσουν στους Λακεδαιμονίους, οι πόλεις εκείνες. Σύντομα όλες οι πόλεις της αθηναϊκής συμμαχίας αποσκίρτησαν και αποδέχθηκαν τη σπαρτιατική κυριαρχία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μόνη πόλη που παρέμεινε πιστή σύμμαχος των Αθηναίων και μετά την ήττα τους στους Αιγός ποταμούς, ήταν η Σάμος. Στη προκειμένη μάλιστα περίπτωση οι Σάμιοι, προκειμένου να μη κινδυνεύσουν από τον εσωτερικό εχθρό, θανάτωσαν τους αριστοκράτες.
Ύστερα από τις εξελίξεις αυτές, δεν έμενε παρά η κατάληψη της Αθήνας. Σύντομα ο σπαρτιατικός στρατός με αρχηγό το Παυσανία και τον Άγη, άρχισε να καταστρέφει την Αττική ύπαιθρο, ενώ ο Λύσανδρος απέκλεισε τα παράλια της πόλης. Τα πανικόβλητα πλήθη άρχισαν να καταφεύγουν μέσα στα Μακρά τείχη για να σωθούν και η πολυκοσμία προκάλεσε μεγάλη έλλειψη τροφίμων. Ο Λύσανδρος για να επιτείνει την ήδη άσχημη κατάσταση, άφησε ελεύθερους όσους Αθηναίους παραδίνονταν, με τον όρο να γυρίσουν ξανά στη Αθήνα. Η Αθήνα βρισκόταν περικυκλωμένη από παντού και δεν είχε καμιά ελπίδα βοήθειας ή αποστολής τροφίμων. Παρόλα ταύτα οι Αθηναίοι, άντεξαν επί μήνες και μόνο όταν άρχισαν οι θάνατοι από πείνα ζήτησαν ειρήνη, με τον όρο να συμμαχήσουν μεν με τους Λακεδαιμονίους αλλά να διατηρήσουν τις αμυντικές τους δυνάμεις. Οι Σπαρτιάτες αρνήθηκαν, επιδιώκοντας την άνευ όρων παράδοση της Αθήνας και κυρίως το γκρέμισμα των Μακρών τειχών. Οι Αθηναίοι συνέχισαν να αμύνονται αλλά τελικά επικράτησε η ειρηνόφιλη μερίδα και απεστάλη στη Σπάρτη πρεσβεία, με αρχηγό το Θηραμένη. Ο Θηραμένης που όπως αποδείχθηκε εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των Σπαρτιατών, καθυστέρησε σκόπιμα και παρέμεινε κοντά στο Λύσανδρο τρεις μήνες. Τελικά οι λιμοκτονούντες Αθηναίοι, αναγκάστηκαν να συνθηκολογήσουν άνευ όρων. Στη Σπάρτη μετέβησαν πρεσβείες και των συμμάχων των Σπαρτιατών, πολλοί εκ των οποίων (ιδιαίτερα οι Κορίνθιοι και οι Θηβαίοι) ζητούσαν την καταστροφή της Αθήνας εκ θεμελίων την πώληση των Αθηναίων ως δούλων. Οι Σπαρτιάτες όμως, αρνήθηκαν γιατί οι Αθηναίοι είχαν προσφέρει σημαντικές υπηρεσίες στην Ελλάδα κατά τα Μηδικά. Η πόλη παραδόθηκε το Μάρτη του 404 π. Χ., 27 χρόνια αφότου οι Θηβαίοι επιτέθηκαν εναντίων των Πλαταιών, γεγονός που σήμανε την έναρξη του πολέμου. Οι όροι ήταν επαχθείς για τους Αθηναίους : υποχρεώθηκαν να γκρεμίσουν τα Μακρά τείχη και την οχύρωση του Πειραιά, να παραδώσουν το στόλο τους εκτός από 12 τριήρεις, να καλέσουν πίσω όσους ήταν φιλολάκωνες, και να ακολουθούν την ίδια εξωτερική πολιτική με τη Σπάρτη, υποστηρίζοντας την στις πολεμικές της εμπλοκές. Ο σοβαρότερος όμως όρος ήταν η κατάλυση του δημοκρατικού πολιτεύματος και η επιβολή του καθεστώτος των Τριάκοντα Τυράννων που ήταν όργανα της Σπάρτης. Αμέσως μετά την συνθηκολόγηση ο Λύσανδρος, έσπευσε να γκρεμίσει τα τείχη «υπ΄ αυλητρίδων» και να καταλάβει τη Σάμο, η οποία έπεσε ύστερα από πολύμηνη πολιορκία, γράφοντας τον επίλογο του Πελοποννησιακού πολέμου.
Ο Πελοποννησιακός πόλεμος, προκάλεσε μεγάλες ανθρώπινες απώλειες και τεράστιες υλικές καταστροφές και άφησε την Ελλάδα εξασθενημένη. Ταυτόχρονα η Σπάρτη είχε πετύχει μια πύρρειο νίκη καθώς η ηγεμονία της δεν επρόκειτο να κρατήσει πολύ. Την νίκη της αυτή, την χρωστούσε στο χρυσάφι που είχε εξασφαλίσει από τους Πέρσες, συνάπτοντας συμφωνίες ατιμωτικές για Σπαρτιάτες και Έλληνες. Από τότε και μέχρι την κατάλυση της Περσικής Αυτοκρατορίας από τον Μέγα Αλέξανδρο, ο βασιλιάς της Περσίας και οι σατράπες του, κατόρθωναν να εκμεταλλεύονται τις διαφορές των ελληνικών κρατών, για να πετυχαίνουν την κυριαρχία τους στα μικρασιατικά παράλια. Έτσι, η νίκη των Λακεδαιμονίων στον Πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν ταυτόχρονα και ήττα των ιδεών, για τις οποίες οι ίδιοι πάλεψαν με αγωνιστικότητα και σθένος κατά την διάρκεια των Μηδικών.

Τα γεγονότα πριν τη ναυμαχία της Κνίδου
Το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, δεν έβαλε όμως τέλος στις συγκρούσεις ανάμεσα στους Έλληνες. Σύντομα ο αυταρχισμός των Σπαρτιατών, οδήγησε πολλές πόλεις να συμμαχήσουν με τους Αθηναίους, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν επαναφέρει το δημοκρατικό πολίτευμα στην πόλη (403 π.Χ.). Την ίδια περίοδο, στη Περσική αυτοκρατορία διεξάχθηκε εμφύλιος πόλεμος, που τερματίστηκε με τον θάνατο του Κύρου, στη μάχη στα Κούναξα το 401 π. Χ. Ακολούθησε η κάθοδος των Μυρίων, ενώ ήρθε στο πολιτικό προσκήνιο ο σατράπης της Μικράς Ασίας Τισσαφέρνης που πρόσφερε τις δυνάμεις του στο Μεγάλο Βασιλέα. Ο Αρταξέρξης, τον αντάμειψε για τις υπηρεσίες του, παραχωρώντας του και τη διοίκηση που ασκούσε ο Κύρος. Ο Τισσαφέρνης, βάση τριών παλαιοτέρων συνθηκών για χρηματική βοήθεια μεταξύ Περσών και Σπαρτιατών, ζήτησε να εφαρμοστούν οι όροι, που προέβλεπαν ότι ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας επρόκειτο να παραδοθεί στο Πέρση βασιλιά. Οι λόγοι δεν ήταν τυπικοί αλλά ουσιαστικοί. Έχοντας τα μικρασιατικά παράλια στη κατοχή της, η Περσία ανακτούσε τον έλεγχο του Αιγαίου και των νησιών. Οι Σπαρτιάτες κατάλαβαν ότι αν δεν επενέβαιναν θα κλονιζόταν το κύρος τους μεταξύ των Ελλήνων. Οι τελευταίοι αναγκαστικά θα συνέκριναν τη συμπεριφορά των Σπαρτιατών με τη πολιτική των Αθηναίων, χάρη στην οποία οι Αιολείς, οι Ίωνες και οι Δωριείς της Μικράς Ασίας απελευθερώθηκαν από το περσικό ζυγό. Επί πλέον γνώριζαν, ότι οι Έλληνες της Μικράς Ασίας θα γίνονταν και πάλι υποτελείς του Πέρση βασιλιά και θα διέτρεχαν σοβαρό κίνδυνο από την εκδικητικότατα των στρατευμάτων του. Άλλωστε, οι ίδιοι οι Σπαρτιάτες δεν συμπαθούσαν τον Τισσαφέρνη που είχε υπάρξει εχθρός του φίλου τους Κύρου. Ακόμη, είχαν εντυπωσιασθεί από τα κατορθώματα των Μυρίων. Τελικά, αποφάσισαν να επέμβουν υπέρ των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και απαίτησαν από τον Τισσαφέρνη να αποφύγει κάθε ενέργεια εναντίον τους. Εκείνος δεν συμμορφώθηκε και λεηλάτησε τη χώρα των Κυμαίων, συνέλαβε αιχμαλώτους και πολιόρκησε τη πόλη. Με την έλευση του χειμώνα, αποσύρθηκε και ελευθέρωσε τους αιχμαλώτους με λύτρα. Οι Σπαρτιάτες απάντησαν με την αποστολή εκστρατευτικού σώματος υπό των Θίβρωνα. Ο τελευταίος σημείωσε αρκετές επιτυχίες, σύντομα όμως ανακλήθηκε στη Σπάρτη, διότι οι Σπαρτιατικές αρχές δεν ήταν ικανοποιημένες με τη στρατηγική του. Άλλωστε οι συμμαχικές πόλεις τον κατηγόρησαν ότι επέτρεπε στο στράτευμα να τις λεηλατεί. Στη θέση του στάλθηκε ο Δερκυλίδας, ο οποίος σημείωσε αρκετές προόδους.
Ωστόσο το 399 π. Χ., ο Κόνωνας μέσω του Ευαγόρα, βασιλιά της κυπριακής Σαλαμίνας και του Κτησία, Έλληνα γιατρού και έμπιστου του Αρταξέρξη, είχε κατορθώσει να αποκαταστήσει ένα δίαυλο επικοινωνίας με τον Πέρση βασιλιά. Πιο συγκεκριμένα, του είχε προτείνει να στηρίξει οικονομικά τη ναυπήγηση μεγάλου και ισχυρού στόλου, που θα επέτρεπε στους Πέρσες να επιβληθούν στο Αιγαίο, αναγκάζοντας τους Λακεδαιμονίους να εγκαταλείψουν τη Μικρά Ασία. Πράγματι ο Αρταξέρξης δέχθηκε, προσέλαβε το Κόνωνα ως ναύαρχο και επένδυσε 500 τάλαντα από το ταμείο του στη ναυπήγηση στόλου, ο οποίος άρχισε να κατασκευάζεται με ταχείς ρυθμούς. Οι Αθηναίοι μαθαίνοντας τις εξελίξεις αυτές, αναθάρρησαν και θεωρώντας ότι ο Κόνων θα τους βοηθούσε στον αγώνα τους εναντίον της Σπάρτης, ήρθαν σε επαφή μαζί του και άρχισαν να τον ενισχύουν αποστέλλοντας του πληρώματα και όπλα.
Οι Σπαρτιάτες μαθαίνοντας ότι ετοιμάζονται 300 τριήρεις, κατέληξαν στην απόφαση (αντί να ναυπηγήσουν και άλλα πλοία) να ενισχύσουν το εκστρατευτικό τους σώμα στη Μικρά Ασία. Στην απόφαση αυτή συνέβαλε ο Λύσανδρος, ο οποίος είχε λησμονήσει ότι οι Αθηναίοι κατόρθωσαν να αποσπάσουν τα μικρασιατικά παράλια από τους Πέρσες, όταν είχαν ναυτική υπεροπλία. Ο Λύσανδρος πέτυχε μάλιστα, να τοποθετηθεί ο Αγησίλαος (νέου βασιλιά της Σπάρτης, αδελφού του Άγη που είχε πεθάνει λίγο καιρό πριν) επικεφαλής του εκστρατευτικού σώματος. Στη πραγματικότητα, εκείνο που επιθυμούσε ο Λύσανδρος ήταν να αποκαταστήσει τα καθεστώτα που είχε ο ίδιος ορίσει στις διάφορες πόλεις κατά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και τα οποία είχαν στο μεταξύ καταλυθεί. Την ίδια εποχή που ο Αγησίλαος διαπεραιωνόταν στην Ασία, τη διοίκηση του σπαρτιατικού στόλου με έδρα τη Ρόδο, αναλάμβανε ο Πόλλις. Αυτός όμως βρήκε ένα στόλο αρκετά μειωμένο σε αντίθεση με τον Κόνωνα που ενισχύθηκε με 90 τριήρεις από τον Φαρνάβαζο και τον Αρταφέρνη. Σύντομα προώθησε το στόλο του στα παράλια της καρικής Χερσονήσου και έθεσε το σπαρτιάτικο στόλο υπό την επιτήρηση του. Το 396 π. Χ., ο Κόνων έπεισε τους Ροδίους να του δώσουν το λιμάνι τους για να το χρησιμοποιήσει ως βάση του στόλου του. Ταυτόχρονα οι Ρόδιοι δημοκρατικοί με τη βοήθεια του, επαναστάτησαν και εγκαθίδρυσαν στη πόλη τους δημοκρατικό πολίτευμα, αποσκιρτώντας από τη Σπάρτη, στην οποία είχαν προσχωρήσει το 412 π. Χ., εγκαταλείποντας τότε την αθηναϊκή συμμαχία.
Όμως παρά τις επιτυχίες του ο Αγησίλαος, αναγκάζεται να επιστρέψει στην Ελλάδα (394 π. Χ.) προκειμένου να αντιμετωπίσει τον αντισπαρτιατικό συνασπισμό, ο οποίος είχε συναφθεί από την Αθήνα, τη Βοιωτία, τη Κόρινθο και το Άργος. Η συμμαχία αυτή ήταν αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης από τους Πέρσες της δυσαρέσκειας που υπήρχε προς την Σπαρτιατική πολιτική, προκειμένου να επιτύχουν ένα αντιπερισπασμό μέσα στην ίδια την Ελλάδα και είχε ως αποτέλεσμα τη κήρυξη του Κορινθιακού πολέμου.
ΦΩΤΟ: Ιστορικός Σύλλογος Μελετών "Κορύβαντες"
www.koryvantes.org

Η ναυμαχία στη Κνίδο
Εν τω μεταξύ οι ναυτικές δυνάμεις Περσών και Σπαρτιατών αδρανούσαν. Ο περσικός στόλος υπό την ηγεσία του Κόνωνα που περιλάμβανε 90 κυπριακά και ροδιακά πλοία ναυλοχούσε στα Λώρυμα της καρικής Χερσονήσου. Ο σπαρτιατικός υπό την ηγεσία του Πείσανδρου, γυναικαδελφού του Αγησιλάου, ήταν στο λιμάνι της Κνίδου. Στις αρχές Αυγούστου έφτασε στα παράλια της Καρίας  μοίρα 80 φοινικικών πλοίων με επικεφαλής το δυνάστη της Σιδώνος. Μαζί της έπλευσε και ο Φαρνάβαζος, που είχε την ανώτατη διοίκηση του βασιλικού ναυτικού. Ο Φαρνάβαζος με το Κόνωνα και το δυνάστη της Σιδώνας αποφάσιζαν να κινηθούν άμεσα εναντίον του σπαρτιατικού στόλου που λίγο νωρίτερα είχε μετασταθμεύσει στη Φύσκο. Ο ναύαρχος των Σπαρτιατών βλέποντας ότι ο εχθρός πλησίαζε, έσπευσε να τον συναντήσει έχοντας την ιδέα ότι θα είχε απέναντι του μόνο τα πλοία του Κόνωνα (τα φοινικικά κρύβονταν πίσω τους). Όση ώρα οι σπαρτιατικές τριήρεις ναυμαχούσαν με τη μοίρα του Κόνωνα, είχαν κάποια υπεροχή. Σύντομα όμως επενέβησαν οι Φοίνικες και το αριστερό άκρο του στόλου των Σπαρτιατών, που σχηματιζόταν από συμμαχικά πλοία, κλονίσθηκε και σήμανε γενική υποχώρηση. Ο Πείσανδρος, δεν την ακολούθησε και έπεσε μαχόμενος. Ο στόλος του έχασε 50 τριήρεις εκ των οποίων άλλες αιχμαλωτίσθηκαν και άλλες βυθίσθηκαν.
Έτσι, με μια μόνο ναυμαχία εκπληρώθηκε ένας από τους πιο θεμελιώδεις σκοπούς της περσικής αυτοκρατορίας : η ναυτική υπεροπλία στο Αιγαίο. Στη συνέχεια ο Φαρνάβαζος και ο Κόνωνας περιέπλευσαν τα νησιά και τα παράλια του ανατολικού Αιγαίου, δίνοντας υποσχέσεις ότι θα σέβονταν την αυτονομία των πόλεων και ότι δεν θα εγκαθιστούσαν φρουρές σε αυτές. Τη συγκεκριμένη τακτική υπέδειξε ο Κόνωνας, υποστηρίζοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα κέρδιζαν την εμπιστοσύνη των κατοίκων των ελληνικών πόλεων. Σε διαφορετική περίπτωση η κάθε μια πόλη θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα στους Πέρσες ή και όλοι οι Έλληνες θα μπορούσαν να ενωθούν εναντίον τους. Οι καρποί της νίκης δεν άργησαν να φανούν : από τη σπαρτιατική συμμαχία αποσκίρτησαν οι Κώοι, οι Νισύριοι, οι Τήλιοι, οι Χίοι, οι Εφέσιοι, οι Μυτιληναίοι και πολλοί άλλοι. Το περσικό ναυτικό συνάντησε αντίσταση στον Ελλήσποντο. Ο Δερκυλίδας που ήταν τότε αρμοστής στην Άβυδο και στη Σηστό, έπεισε τους κατοίκους να μείνουν πιστοί στη Σπάρτη, επιστράτευσε εκείνους που είχαν εγκατασταθεί στη θρακική χερσόνησο από τους Σπαρτιάτες και συνάθροισε υπολείμματα φρουρών από άλλες πόλεις. Ο Φαρνάβαζος που στο μεταξύ είχε φτάσει δια ξηράς από την Ιωνία στον Ελλήσποντο, κάλεσε τους κατοίκους της Άβυδου και της Σηστού να διώξουν τους Λακεδαιμονίους. Επειδή όμως δεν πείστηκαν, διέταξε το Κόνωνα να τους αποκλείσει από τη θάλασσα ενώ ο ίδιος λεηλάτησε την ύπαιθρο της Άβυδου. Ύστερα, αποχώρησε για την έδρα του αφήνοντας μόνο τον Κόνωνα. Έτσι οι Πέρσες πραγματοποίησαν μια ακόμα επιδίωξη τους : ανέκτησαν τις ελληνικές πόλεις των μικρασιατικών παραλίων.
Οι υποσχέσεις που έδωσαν ο Φαρνάβαζος και ο Κόνωνας καθησύχασαν γενικά τις ελληνικές πόλεις ότι δε θα κινδύνευαν οι ζωές, οι περιουσίες, η αυτονομία τους και προσεταιρίστηκαν ειδικά τις δημοκρατικές πλειοψηφίες με τη προοπτική της αποκαταστάσεως των δημοκρατικών πολιτευμάτων, που είχαν καταλύσει οι Σπαρτιάτες. Ωστόσο είναι αυτονόητο ότι τα αποτελέσματα δεν θα ήταν τα ίδια αν οι πόλεις είχαν απέναντι τους όχι τον Κόνωνα και ελληνικά πληρώματα κυπριακών και ροδιακών πλοίων, αλλά Πέρσες στρατηγούς και ασιατικά στρατεύματα. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι πόλεις δεν συνθηκολόγησαν με τον Φαρνάβαζο και τον Κόνωνα, αλλά τους υποδέχθηκαν σαν ελευθερωτές και ότι οι νέες κυβερνήσεις απένειμαν στο δεύτερο μεγάλες τιμές, όπως φιλοτέχνιση ανδριάντων. Αυτές οι εκδηλώσεις μας δίνουν να καταλάβουμε πόσο δυνατές και πόσο εκτεταμένες ήταν οι αντιπάθειες που είχαν αποκτήσει οι Σπαρτιάτες στο ανατολικό Αιγαίο και στις πόλεις των μικρασιατικών παραλίων, αν και χάρη στη Σπαρτιάτικη παρέμβαση προστατεύθηκαν από τους Πέρσες επί πέντε χρόνια. Η καταπάτηση των εσωτερικών ελευθεριών, βάρυνε περισσότερο από την αναχαίτιση του περσικού κινδύνου.
Σύντομα ο περσικός στόλος προσέγγισε τις Κυκλάδες και προκάλεσε την ανατροπή των φιλολακωνικών καθεστώτων, σε όλα τα νησιά εκτός από τη Μήλο. Έπειτα, αφού κατέλαβαν τα Κύθηρα έπλευσαν στις Κεγχρεές και συνάντησαν τους αντιπάλους του αντισπαρτιατικού συνασπισμού, που συνεδρίαζε στη Κόρινθο. Ο Φαρνάβαζος παρέδωσε χρήματα τόσο στο συμμαχικό ταμείο για τη συνέχιση του πολέμου, όσο και στο Κόνωνα, για την ανοικοδόμηση των Μακρών τειχών και του τείχους του Πειραιά. Οι Βοιωτοί μάλιστα όχι μόνο επικρότησαν την ανοικοδόμηση των τειχών (για την κατεδάφιση των οποίων είχαν πανηγυρίσει για δεκαετία νωρίτερα) αλλά και συνεργάστηκαν μαζί με πολίτες άλλων πόλεων στο χτίσιμο. Οι Αθηναίοι, τίμησαν τον Κόνωνα με παραχώρηση ατέλειας και ορειχάλκινο ανδριάντα του κοντά στο άγαλμα του Διός Σωτήρος. Η δεύτερη διάκριση δεν είχε απονεμηθεί ποτέ σε κανέναν άλλο πολίτη, εκτός από τους δύο τυραννοκτόνους Αρμόδιο και Αριστογείτονα.
Ο Αθηναίος ναύαρχος εκτός του ότι βοήθησε τη πατρίδα του κατόρθωσε να πάρει εκδίκηση από τους Σπαρτιάτες για ότι εκείνοι είχαν διαπράξει εις βάρος των συμπολιτών του 11 χρόνια πριν. Μάλιστα το έπραξε αυτό χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους και τα ίδια μέσα που είχαν οδηγήσει τους Σπαρτιάτες στη νίκη, αξιοποιώντας στο μέγιστο βαθμό την εμπλοκή του περσικού παράγοντα στις εσωτερικές υποθέσεις των ελληνικών κρατών.

Επίλογος
Ως συνέπεια των δύο αυτών ναυμαχιών ήρθε στις αρχές του 387 π. Χ. η Ανταλκίδειος ειρήνη. Μια ειρήνη ατιμωτική για τους Έλληνες που μας παραδίδεται  από το Ξενοφών και το Διόδωρος. «Ο Βασιλεύς Αρταξέρξης θεωρεί δίκαιο οι πόλεις της Ασίας και τα νησιά Κλαζομεναί και Κύπρος να του ανήκουν, οι δε ελληνικές πόλεις, μικρές και μεγάλες, να είναι αυτόνομες εκτός της Λήμνου, της Ίμβρου και της Σκύρου, οι οποίες, όπως και παλαιότερα, θα ανήκουν στους Αθηναίους. Όσοι δεν θα υποδεχθούν την ειρήνη αυτή θα τους πολεμήσω εγώ, μαζί με εκείνους που θα την αποδεχθούν, και στη ξηρά και στη θάλασσα και με τα πλοία και με το χρήμα μου». Οι Έλληνες της Ασίας εγκαταλείφθηκαν στην τύχης τους. Η Αθηνά κρατούσε τις κτήσεις της, ενώ η Σπάρτη αδιαφορεί για τις εξελίξεις και κλείνεται στον εαυτό της.
Η ειρήνη επιβλήθηκε στις ελληνικές πόλεις, οι οποίες με την απειλή πολέμου αναγκάστηκαν να δεχθούν την διαιτησία του Πέρση βασιλιά. Η επίλυση των ελληνικών υποθέσεων υπαγορευόταν πλέον όχι από τους ίδιους αλλά από βαρβάρους. Έτσι η Ελλάδα είχε υποστεί την πιο βαριά ταπείνωση.

Βιβλιογραφία
  1. Θουκυδίδη, Ο Πελοποννησιακός πόλεμος, έκδοση Κάκτος, 1993
  2. Ξενοφώντος,  Ελληνικά, έκδοση Κάκτος, 1993
  3. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Γ1, Εκδοτική Αθηνών, 1977
  4. Δημήτριος Μαρκαντωνάτος, Ο Λύσανδρος στο Αιγαίο, η ταπείνωση της Αθηναϊκής δημοκρατίας, Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 23,
  5. Δημήτριος Μαρκαντωνάτος, Αθηναϊκό πολεμικό ναυτικό, ο θεμέλιος λίθος της Αθηναϊκής κυριαρχίας, Στρατιωτική Ιστορία, τεύχος 29
  6. Αθανάσιος Αντωνίου, Η καταστροφή του Αθηναϊκού στόλου στους Αιγός Ποταμούς, Παρνασσός, τόμος ΚΓ, 1981
  7. Ναυμαχίες Αιγός – Κνίδου, ένθετο Ιστορικά, της εφημερίδας Ελευθεροτυπίας, 11/10/01


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...