ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Το φαινόμενο των «ναυαγιστών» στην Ελλάδα από την απότερη αρχαιότητα έως τον 19ο αιώνα


Το φαινόμενο των «ναυαγιστών» στην Ελλάδα από την απότερη αρχαιότητα έως
τον 19ο αιώνα

Περί Αλός

Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς- Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση»,
έκδοση Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού/ΓΕΝ,
τεύχος 599, σσ. 26-29, ΜΑΡΤ-ΜΑΪΟΣ 2017.
Το παρόν αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο της
συγγραφέως «Η Πειρατεία στην Αρχαία Ελλάδα»,
 εκδ. Historical Quest 2017.

 



"ΝΑΥΑΓΙΣΤΕΣ"
σχέδιο Γιάννης Νάκας,
Αρχαιολόγος- MA in Maritime
Archaeology.

Κατά τη μακραίωνη περίοδο της ναυσιπλοίας, από την αρχαιότητα έως και τις αρχές του 19ου αιώνος, οπότε αυτή εκτελείτο με ξύλινα ιστιοφόρα, οι κίνδυνοι της προσαράξεως ή του ναυαγίου στις ακτές ήταν αυξημένοι. Δραττώμενοι της ευκαιρίας ενός ναυαγίου, ορισμένοι κάτοικοι των ακτών προέβαιναν σε αρπαγή του φορτίου του πλοίου ή και των ιδίων των επιβατών.

Η συνήθεια της συλήσεως των ναυαγισμένων πλοίων είχε ως αρχικά αίτια την πρωτόγονη τάση για εξασφάλιση ευκόλου κέρδους, το αίσθημα της αποστροφής προς τους αλλοδαπούς και το πνεύμα αντεκδικήσεως των πειρατών, που λυμαίνονταν τις ακτές. Ορισμένοι από τους κατοίκους των παραλίων, οι οποίοι προκαλούσαν ναυάγιο σε διερχόμενο πλοίο με σκοπό την αρπαγή αγαθών και προσώπων για προσωπικό όφελος, χαρακτηρίστηκαν με τον αδόκιμο όρο «ναυαγιστές».


Ο συγκεκριμένος όρος απουσιάζει από τα αρχαία κείμενα, αφού είναι επινόηση επόμενων αιώνων. Αφορά περιπτώσεις κατά τις οποίες ασκούντο πρακτικές προκλήσεως ναυαγίων, μέσω παραπλανήσεως των Πλοιάρχων, ως προς τη γραμμή πλεύσεως. Οι πρακτικές αυτές, που επέζησαν ως τα μέσα του προπερασμένου αιώνος, συνίσταντο στην τοποθέτηση φανών σε βραχώδεις ακτές, ιδίως κατά τις ομιχλώδεις και τρικυμιώδεις νύχτες[1]. Οι φανοί δημιουργούσαν στους Κυβερνήτες/Πλοιάρχους την εντύπωση ότι στο σημείο εκείνο υπήρχε λιμένας. Στην προσπάθειά τους να καταπλεύσουν στον ασφαλή λιμένα, προσέκρουαν στα βράχια και το πλοίο τους καταστρεφόταν. Τότε παρουσιάζονταν οι προκαλέσαντες το ναυάγιο, οι «ναυαγιστές», για να το συλήσουν και να σκοτώσουν τους επιβαίνοντες ή να τους προωθήσουν σε σκλαβοπάζαρα.

Περί του όρου «ναυαγιστής»

Παρά το γεγονός ότι ο όρος ναυαγιστής δεν υπάρχει σε αρχαίο κείμενο εντούτοις ανακαλύπτουμε σε αυτά τον όρο ναυφθόρος (<ναῦς + φθείρω)[2], που δηλώνει εκείνον ο οποίος φθείρει, καταστρέφει πλοία. Δεν γνωρίζουμε εάν ο ναυφθόρος ήταν ταυτοχρόνως ναυαγιστής, ενδέχεται όμως αμφότεροι οι όροι να παρουσίασαν πολλά κοινά στη ελληνική ναυτική Ιστορία.

Ο όρος στην ελληνική προέρχεται από μετάφραση ξένων λέξεων. Ανατρέχοντας σε πηγές για την αρχαιότερη μνεία της λέξεως, ανακαλύπτουμε στον Λεξικογράφο του 19ου αιώνος H. N. Ulrich τον λατινικό όρο naufragalis, ο οποίος σημαίνει «ο ναυαγίαν επιφέρων, ναυφθόρος». Το λήμμα προέρχεται από τη λατινική λέξη naufragus (navis = ναῦς + frango = ἄγνυμι [3]) [4]. Στη Μ. Βρετανία εμφανίζεται επισήμως από το 1820 με τον όρο wrecker (one who causeς a shipwreck in order to plunder it)[5], ενώ στη Γαλλία το συναντούμε στο Λεξικό Larousse στο λήμμα naufrageur (Habitant des côtes qui, par de faux signaux, provoquait les naufrages, pour semprarer des épaves)[6].



Σημείο σελίδας από το P. Larousse,
Nouveau Larousse Illustré:
dictionnaire universel encyclopédique
1817-1875, vol.6.

Ιστορία και δράση

Ο πρώτος ναυαγιστής στην ιστορία φέρεται να είναι ο Ναύπλιος, πατέρας του Παλαμήδη[7] και εις εκ των Αργοναυτών:

[Αυτός, που έζησε πολλά χρόνια ταξιδεύοντας στη θάλασσα, άναβε πυρσούς για να σκοτώνονται οι ναυτικοί. Συνέβη λοιπόν να πεθάνει κι ο ίδιος με αυτόν τον τρόπο με τον οποίο, όταν πέθαιναν οι άλλοι…].

«οὗτος μακρόβιος γενόμενος, πλέων τὴν θάλασσαν, τοῖς ἐμπίπτουσιν ἐπὶ θανάτῳ ἐπυρσοφόρει, συνέβη οὖν καὶ αὐτὸν τελευτῆσαι ἐκείνῳ τῷ θανάτῳ ᾧπερ ἄλλων τελευτησάντων»[8].

Παρόμοια τακτική ακολουθούσαν οι Θράκες που ζούσαν στη χώρα των Μελινοφάγων[9], κοντά στη Σαλμυδησό, όπως περιγράφει ο Ξενοφών:

[Στο σημείο αυτό συμβαίνουν πολλά ναυάγια και τα πλοία πέφτουν στην ξηρά, γιατί σε μεγάλη έκταση της θάλασσας τα νερά είναι αβαθή και οι Θράκες που κατοικούσαν στα μέρη αυτά είχαν τοποθετήσει στα όρια της ιδιοκτησίας τους στήλες και λήστευαν ό,τι τύχει να ξεπέσει (από τη θάλασσα) στη περιοχή του καθενός. Φημολογείτο μάλιστα ότι λίγο- πριν καθοριστούν με τις προαναφερθείσες στήλες οι ιδιοκτησίες τους- αλληλοεξοντώνονταν την ώρα που έκαναν τις λεηλασίες ].

«ἔνθα τῶν εἰς τὸν Πόντον πλεουσῶν νεῶν πολλαὶ ὀκέλλουσι καὶ ἐκπίπτουσι· τέναγος γὰρ ἐστιν ἐπὶ πάμπολυ τῆς θαλάττης. καὶ Θρᾷκες οἱ κατὰ ταῦτα οἰκοῦντες στήλας ὁρισάμενοι τὰ καθ’ αὑτούς ἐκπιπτοντα ἕκαστοι λῄζονται· τέως δε ἔλεγον πρὶν ὁρίσασθαι ἁρπάζοντας πολλούς ὑπ’ ἀλλήλων ἀποθνῄσκειν»[10].

Η πρακτική των ναυαγιστών επέζησε κατά την πάροδο των χρόνων, είτε σε μεμονωμένες ομάδες μικρής κλίμακος, είτε σε μεγαλύτερες και με τη συνεργασία των τοπικών αρχών. Για κάθε μία από τις παραπάνω περιπτώσεις δημιουργήθηκαν και ανάλογες νομοθετικές ρυθμίσεις, οι οποίες απαγόρευαν τέτοιου είδους ενέργειες και υποχρέωναν τους παραβάτες να εκτίσουν ποινές, σε ορισμένες δε περιπτώσεις, επέβαλαν την ποινή του θανάτου.


Robert Swain Gifford (1840–1905),
"The Wreckers".
New Bedford Free Public Library, USA.

Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους υπήρχε νόμος που απαγόρευε την τοποθέτηση παραπλανητικών σημείων και φανών κοντά στις ακτές για την πρόκληση ναυαγίων και τη σύλησή τους:

Ne piscatores nocte lumine ostenso fallant navigantes, quasi in portum aliquem delaturi, eoque modo in periculum naves et qui in eis sunt deducant sibique execrandam praedam parent (darent;) praesidis provinciae religiosa constatia efficiat[11].

Μια βυζαντινή ρύθμιση αναφέρει ότι οι αρχές όφειλαν να λάβουν μέτρα: «τοῦ μὴ πῦρ ἔχει ἐν νυκτὶ τοὺς ἁλιείς καὶ κινδύνῳ περιβαλεῖν τὰ πλοῖα καὶ τοὺς πλέοντας διὰ κέρδος ἑαυτών οἰομένους προσορμίζοντα λιμένα»[12].

Η νομοθεσία ήταν αυστηρή ακόμη και για κείνους οι οποίοι ομολογούσαν τις πράξεις τους μετανιωμένοι. Η έμπρακτη μετάνοια του δράστη δεν αναγνωριζόταν[13].

Παρά τα κατά καιρούς διατάγματα, που απαγόρευαν τη σύληση ναυαγίων και τις σκληρές ποινές, οι παραβάτες πλήθαιναν σημαντικά. Ο αυτοκράτωρ Ανδρόνικος Κομνηνός είχε διατάξει τον απαγχονισμό των κλεπτών ναυαγίων στον ιστό του πλοίου ή στο πρώτο δένδρο της ακτής, μέτρο το οποίο τελικώς δεν απέφερε αποτελέσματα μεγάλης διάρκειας.
Κατά τον 13ο και 14ο αιώνα η σύληση ναυαγίων είχε αποτελέσει συνήθη πρακτική[14].

Τον Αύγουστο του 1525 στην Κύπρο οι κάτοικοι συνεργάστηκαν με χριστιανούς πειρατές για την κατάληψη της γαλεάτσας του Ιμπραήμ πασά. Με τη χρήση φωτιάς και σημάτων ειδοποίησαν τον πειρατή να πλησιάσει και όταν οι γενίτσαροι αποβιβάστηκαν, οι στρατιώτες της φρουράς του νησιού διενήργησαν επίθεση και τους απογύμνωσαν. Άρπαξαν από τον έναν εκατό και από τον άλλο διακόσια δουκάτα, τους προσέβαλαν ποικιλοτρόπως και τους ξύρισαν. Η οργή του σουλτάνου ήταν μεγάλη[15].

Κατά τον 17ο αιώνα αναφέρονται οι κάτοικοι της Μάνης ως κλέφτες περαστικών πλοίων, οι οποίοι φρόντιζαν με δικές τους ενέργειες να εξοκείλουν τα διερχόμενα πλοία στην περιοχή τους[16]. Για τους Μανιάτες ο περιηγητής John Covel αναφέρει ότι, αφού προκαλούσαν ναυάγιο στα διερχόμενα πλοία, τους χριστιανούς ταξιδιώτες, που αιχμαλώτιζαν στις ακτές, τους πουλούσαν στους Τούρκους, για να δουλέψουν στις γαλέρες ή αλλού ως σκλάβους. Με ανάλογο τρόπο μεταχειρίζονταν τους Τούρκους, τους οποίους πωλούσαν στον πρώτο χριστιανό δουλέμπορο[17].

Το Γαλλικό Διάταγμα του 168118 (βιβλ. IV, άρθρο XLV) αναφέρει ότι, εκείνοι που τοποθετούσαν παραπλανητικά φώτα σε επικίνδυνες ακτές με σκοπό την προσάραξη των πλοίων, τιμωρούντο με την ποινή του θανάτου και το σώμα τους κρεμόταν από ιστό τοποθετούμενο στον τόπο του ναυαγίου[19].


Ναυάγιον. Ελαιογραφία (1759) του Claude Joseph
Vernet (1714–1789). Groeningemuseum

«Ναυαγιστές» δίχως πρακτική παραπλανήσεως

Εκτός από την πρόκληση ναυαγίου με πυρσούς και σήματα, υπήρχαν κι εκείνοι που επωφελούντο των καιρικών συνθηκών και προέβαιναν σε λεηλασίες πλοίων, τα οποία εξαιτίας σφοδρών καταιγίδων προσέκρουαν σε απότομες ακτές ή ομάδες ληστών, που εκτελούσαν ληστρικές επιδρομές σε πλοία, τα οποία ναυάγισαν μετά από ναυμαχία ή απλώς τύχαινε να αγκυροβολήσουν.

Παραδείγματα από τέτοιες περιπτώσεις βρίθουν στην ελληνική ιστορία. Ενδεικτικώς αναφέρουμε: Το 480 π.Χ., μετά τη ναυμαχία της Σαλαμίνος, τα περσικά πλοία, που ναυάγισαν στην ακτή της Σηπιάδος, ήταν γεμάτα χρήματα και πολυτελή αντικείμενα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι ο Αμεινοκλής, ο υιός του Κρατίνου, περισυνέλεξε πολλά χρυσά και αργυρά ποτήρια καθώς
και πλήθος πολυτίμων αντικειμένων κι έγινε πλουσιότατος[20].

Το 1516 φούστα τουρκική με προορισμό τη Μέκκα αγκυροβόλησε στα Φρασκιά της Κρήτης. Οι Κρητικοί λήστεψαν τους επιβάτες και άρπαξαν αποσκευές και χρήματα[21].

Η περίπτωση των κατοίκων της Ιθάκης φαίνεται, μεταξύ άλλων, να απασχόλησε αρκετά τις αρχές και τους ξένους περιηγητές τον 18ο αιώνα. Το 1769 ο Duc de la Praslin σε επιστολή του αναφέρει ότι πλοίο του cap. Manuel de St. Tropez λεηλατήθηκε και βυθίστηκε από ληστές σε έρημη ακτή του νησιού. Με το σπαθί στο χέρι άρπαξαν  κάσα με κοράλια[22]. Ο Saint Sauveur αποκαλεί τους Ιθακησίους, σε επιστολή του το 1783 προς τον Andrea Delfino, «πειρατές ξηράς», αφού κάποιο πλοίο υποχρεωνόταν από την τρικυμία να πλησιάσει την ξηρά, οι νησιώτες εμφανίζονταν στις ακτές όχι για να βοηθήσουν, αλλά για να κλέψουν τους άτυχους ναυτιλλομένους[23].

Τον Οκτώβριο του 1808 ο Υδραίος Αναστάσιος Κοκκίνης, εγκατεστημένος προσωρινά στα Κύθηρα, διαμαρτυρήθηκε στον Διοικητή του νησιού για τον
καστελάνο του οχυρού Αγίου Νικολάου, Νικόλα Μισιρλή, ότι καθημερινώς ξεγύμνωνε το πλοίο του, που ήταν αγκυροβολημένο στον Αυλέμονα. Ο τελευταίος άρπαζε σχοινιά και κακοποιούσε το πλήρωμα. Τελικώς οι άνδρες εγκατέλειψαν το πλοίο, που κινδύνευε να πέσει έξω και να τσακιστεί[24].

Αντιλαμβανόμαστε ότι οι ναυαγιστές δεν παρουσίαζαν ουσιαστικές διαφορές με τους απλούς ληστές των ναυαγίων. Αμφότεροι είχαν ενεργό δράση, η οποία περιορίζετο σε επιχειρήσεις ξηράς. Η γνώση ναυτιλίας ή η χρήση πλοίου δεν ήταν απαραίτητες, γεγονός που καθιστούσε οποιοδήποτε κάτοικο νησιού ή παράκτιας περιοχής να ασκήσει τέτοιου είδους πρακτικές.

Συνεπώς, οι «ναυαγιστές» δεν θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «πειρατές», αλλά ούτε και «πειρατές ξηράς». Αν επιθυμούμε να κινηθούμε εντός ορίων του επισήμου ορισμού της πειρατείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών[25], τότε αυτοί οι άνθρωποι, που ενδέχεται να μην χρησιμοποιούν σε κάθε περίπτωση ούτε πλωτό αντικείμενο για τις ενέργειές τους, δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν τίποτε άλλο από απλούς ληστές, με την σύγχρονη έννοια του όρου.

 
Από «ναυαγιστές» σε «ναυαγιαιρέτες»

Με το πέρασμα των χρόνων η πρακτική της προκλήσεως ναυαγίου και η εν συνεχεία σύλησή του ναυαγισθέντος πλοίου εξελίχθηκε σε ναυαγιαιρεσία, με την θετική σημασία του όρου. Εντύπωση προκαλεί η εξέλιξη ορισμένων ναυαγιστών σε πραγματικούς διασώστες, όπως στην περίπτωση των Καβύλων, κατοίκων των ακτών της Αλγερίας. Αναφέρεται ότι φύλαρχος των πρώην Καβύλων, από τα περίχωρα της Μπουζέ, τιμήθηκε το 1868 από τον Βασιλέα Γεώργιο Α΄ της Ελλάδος με παράσημο του Τάγματος του Σωτήρος, για τη διάσωση ναυαγών[26].

Η μετάλλαξη από ναυαγιστή σε διασώστη δεν θα πρέπει να εκπλήσσει, αφού από τα πρώτα μεταχριστιανικά χρόνια υπήρξαν περιπτώσεις ναυαγιστών, οι οποίοι αναγκάζονταν να προβούν σε πράξεις διασώσεως, όταν η λεηλασία δεν μπορούσε να γίνει για κάποιους λόγους. Ενδεχομένως, η επί σειρά ετών και κατά ανάγκη παροχή βοηθείας σε ναυαγισμένο πλοίο δημιούργησε σταδιακά συνειδήσεις σε ομάδες ανθρώπων, τέτοιες, που να θέτουν ως προτεραιότητα τη διάσωση και το ανθρωπιστικό έργο και να ενδιαφέρονται δευτερευόντως για την όποια αμοιβή μπορούσε να προκύψει.

[τρέξανε οι ψαράδες με τα πλοιάριά τους για λεία. Και όταν είδαν κάποιους εκεί πάνω έτοιμους να υπερασπίσουν ό,τι τους είχε απομείνει μεταβάλανε την απανθρωπιά τους σε φιλανθρωπία]

«Procurrere piscatores parvulis expediti navigiis ad praedam rapiendam. Deinde ut aliquos viderunt, qui suas opes defederent, mutaverunt crudelitatem in auxilium»[27].

Στην Ιουστινιάνεια νομοθεσία, βλέπουμε το κράτος να επιτρέπει συνεταιριστικές σχέσεις κολυμβητών-δυτών (uniratores) για την ανεύρεση και την ανέλκυση ναυαγίων και αυτοί να αμείβονται για τα εμπορεύματα που ανέλκυαν[28].


Κρίστυ Ε. Ιωαννίδου
Η πειρατεία στην αρχαία Ελλάδα,
Αθήνα, Historical Quest, 2017

Επίλογος

Σταδιακά η πρόκληση ναυαγίων, μέσω παραπλανητικών φανών και σημάτων και η σύληση ναυαγισμένων πλοίων και φορτίων στις ακτές άρχιζε να παρουσιάζει κάμψη και από τα μέσα του 19ου αιώνα έπαψε να αποτελεί υπολογίσιμη πρακτική των κατοίκων νησιών και παραλίων. Η εξέλιξη στην ναυπήγηση των πλοίων (χρήση σιδήρου και χάλυβα) κατέστησε τα πλοία πιο ανθεκτικά, ενώ ταυτοχρόνως η εξέλιξη στις επικοινωνίες επέτρεψε την ταχύτερη παροχή βοηθείας. Επιπλέον από τις αρχές του ίδιου αιώνα η νομοθεσία προέβλεπε αμοιβή για τη χορήγηση αρωγής σε πλοίο που διέτρεχε κίνδυνο να χαθεί ή να πάθει σοβαρές ζημιές[29].
ΠΗΓΗ: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2017/10/19.html
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Α.Μ. Αντάπαση, Θαλάσσια αρωγή και διάσωση, τ. 1, Αθήνα, Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1992, σ. 28.

[2] Mε τόνο στην προπαραλήγουσα, δηλ. «ναύφθορος», έχει την έννοια του ναυαγού. Ι. Σταματάκος, Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσης, Αθήνα, Βιβλιοπρομηθευτική 1999 και Κ.Ε.Ιωαννίδου, Λεξικό Αρχαίων Ελληνικών Ναυτικών Όρων, Αθήνα, Historical Quest 2014.

[3] Το αρχαίο ρήμα άγνυμι σημαίνει: θραύω, συντρίβω, θρυμματίζω. Το συναντούμε ως β’ συνθετικό στις λέξεις: ναυάγιον (ναυς+ἄγνυμι) και κάταγμα (κατά+ἄγνυμι).

[4] H. N. Ulrich, Λεξικόν Λατινοελληνικόν, εν Αθήναις, εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας, 1843, σ. 548

[5] Douglas Harper, Online Etymology Dictionary, 2010.

[6] P. Larousse, Nouveau Larousse Illustré: dictionnaire universel encyclopédique 1817-1875, vol.6.

[7] Κατά τον Τρωικό Πόλεμο, ο Παλαμήδης, λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου εξαιτίας των μηχανορραφιών του Οδυσσέως. Για να εκδικηθεί ο Ναύπλιος την εκτέλεση του γιου του, παραπλάνησε με το παραπάνω τέχνασμα πολλά ελληνικά καράβια στα βράχια του Καφηρέως ενώ εκείνα επέστρεφαν απ’ την Τροία. Όρα επόμενη σημείωση.

[8] Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη, Β, 1, 5. Ο Απολλόδωρος εσφαλμένως αναφέρει εδώ ότι πρόκειται για τον Ναύπλιο, τον υιό του Ποσειδώνος και της Αμυμώνης. Το διορθώνει όμως στην επιτομή του VI, 7-11. Όρα επίσης: Απολλωνίου Ροδίου, Αργοναυτικά, Α, 133-138, Ευριπίδου, Ελένη, 766 κ.ε., 1126 κ.ε.

[9] Θρακικό φύλο που έλαβε το όνομά του εξ αιτίας της κυρίας τροφής τους που αποτελείτο από μελίνη (είδος κέγχρου).

[10] Ξενοφώντος, Κύρου Ανάβασις, Ζ, 5, 12-13.

[11] Dig. XLVII (47), 9, 10.

[12] Βασιλικά, εκδ, Ι. Ζέπου, 1912.

[13] Dig. XLVII (47), 8, 5.

[14] Nicetas Choniates, Historia, ed. Van Dieten, pp. 326-329.

[15] A. Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας 1390-1538, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2014, σσ. 229, 230 και με αναφορά στο M. Sanuto, I Diarii di M.S. (1496-1533) dallautografo Marciano ital., Βενετία 1879-1903, τ. Μ στ. 23, 26, 58, 82-84, 127, 515.

[16] A. Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους μέσους χρόνους της Τουρκοκρατίας 1538-1699, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2014, σ. 289, 293 και με αναφορά στο J.B. Labat, Mémoires du Chevalier d’ Arvieux, envoyé extraordinaire du Roi à la Porte, Paris, 1735, τ. 6, σσ. 33-34 και Thevenot, Relation d’ un voyage fait au Levant, Paris, 1665, σσ. 23-24.

[17] Τζερμιάς, Π., «Έλληνες πειρατές και κουρσάροι στα μάτια ξένων παρατηρητών», Πειρατές και κουρσάροι, Μονεμβασιώτικος Όμιλος, Ι΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20-22 Ιουλίου 1997, Εστία, 2004, σ. 211. Αναφορά στον E. Eickhoff (σε συνεργασία με τον R. Eickhoff ), Venedig, Wien und die Osmanen, Umbruch in Sudosteuropa 1645-1700, Μόναχο1970, ιδιαίτερα σ. 120 κ,ε.

[18] Οι προβλέψεις του εν λόγω διατάγματος για τα ναυάγια, τα ναυαγήματα και τις προσαράξεις είχαν ιδιαίτερη απήχηση στο διεθνές πεδίο. Οι ρυθμίσεις του νόμου ΤϟΒ της 29-10/17-11-1856 «περί ναυαγίων και ναυαγιαιρέσων» είχαν επηρεαστεί σημαντικά από το γαλλικό διάταγμα του 1681.

[19] Α.Μ. Αντάπαση, τ.1, σ. 60.

[20] Ηροδότου, Ιστοριών, Ζ(7), 190.

[21] A. Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας 1390-1538, σ. 225 και με αναφορά στο M. Sanuto, τ. ΚΓ στ. 385.

[22] A. Κραντονέλλη, Ελληνική πειρατεία και κούρσος, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1998, σ. 46.

[23] Ό.π, σσ. 125-126 καθώς και Ε. Γιαννακοπούλου, «Η ληστοπειρατεία στις κλειστές θάλασσες» Πειρατές και κουρσάροι, Μονεμβασιώτικος Όμιλος, Ι΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20-22 Ιουλίου 1997, Εστία, 2004, σ. 136.

[24] Ό.π. σ. 241 με αναφορά στο Archives du Ministère des Affaires Etrangères, CCC vol. 7 φ. 315.

[25] Κατά τον επίσημο ορισμό του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, πειρατεία ονομάζεται κάθε πράξη βίας ή αιχμαλώτισης ή απόσπασης, η οποία διαπράττεται στην ανοιχτή θάλασσα ή τα διεθνή ύδατα από το πλήρωμα ή τους επιβάτες ενός ιδιωτικού πλοίου ή αεροσκάφους (εάν πρόκειται για αεροπειρατεία), και στρέφεται εναντίον προσώπων ή ιδιοκτησίας που μεταφέρονται μ’ ένα άλλο σκάφος. ΟΗΕ, Convention on the law of the sea of 10 December 1982, άρθρο 101.

[26] Ed. Jurien De La Gravière, Les Corsairs Barbaresques et la Marine de Joliman le Grand, Paris, E. Plon, Nourit, et cie, 1887, σ. 298.

[27] Πετρώνιος, Σατυρικόν, 114.

[28] Dig. XIV 2, 4, § 1.

[29] Νόμος ΤϟΒ της 7ης Νοεμβρίου 1856 αριθ, 71, άρθρα 2 και 7.

 

Πηγές - Βιβλιογραφία

Αντάπαση, Α.Μ., Θαλάσσια αρωγή και διάσωση, τ. 1, Αθήνα, Αντ. Ν. Σάκκουλα, 1992.

Βελισσαροπούλου, Γ., «Πειρατεία και πειρατές στην ελληνική αρχαιότητα», Αρχαιολογία, τ. 3, Αθήνα, Μάιος 1982.

Ιωαννίδου, Κ.Ε., Η πειρατεία στην αρχαία Ελλάδα, Αθήνα, Historical Quest, 2017.

Ιωαννίδου, Κ. Ε., Τριήρης, Τακτική και Επιχειρησιακό Περιβάλλον στην αρχαία Ελλάδα, Αθήνα, Υπηρεσία Ιστορίας Ναυτικού, 2016.

Ιωαννίδου, Κ. Ε., Λεξικό Αρχαίων Ελληνικών Ναυτικών Όρων, Αθήνα, Historical Quest, 2014.

Κραντονέλη, Α., Ελληνική πειρατεία και κούρσος τον ΙΗ αιώνα και μέχρι την Eλληνική Eπανάσταση, Αθήνα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1998.

Παραστρατίδης Ν., Αντιμετώπιση του φαινομένου της Πειρατείας στα Νομοθετικά Κείμενα και της Πηγές της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από την Ίδρυσή της μέχρι την Πτώση της, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νομική Σχολή, Τμήμα Νομικής, 2007.

Yannakopoulou, E. “Quelques repaires de pirates en Grèce de l’ Ouest , lieux de commerce illegal du XVIème au XVIIIème siècle”, Actes du Ile Colloque International d’ Histoire: Économies méditerranéennes Équilibres et intercommunications, Αθήνα 1985.





Το Περί Αλός προτείνει:

Ακολουθήστε μας στο facebook!
Θα έχετε την δυνατότητα να βλέπετε
όλες τις νέες και τις παλαιότερες
αναρτήσεις καθώς και:
Ρήσεις σοφών
Προτάσεις για ντοκυμαντέρ  
Προτάσεις για ημερίδες/ομιλίες
Ενδιαφέρουσες πληροφορίες
Όλες σχετικές με την θάλασσα και τη Ναυτική Ιστορία!
Πιέσατε ΕΔΩ

  

Πέμπτη 28 Σεπτεμβρίου 2017

Η Διαβόητος Βιαία Ναυτολογία στο Βρετανικό Ναυτικό ΜΕΡΟΣ Β


Η Διαβόητος Βιαία Ναυτολογία στο Βρετανικό Ναυτικό

ΜΕΡΟΣ Β

Περί Αλός

του Ηλία Μεταξά
τ. Οικονομικού Αξιωματικού του Ε.Ν.

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση»,
έκδοση Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού/ΓΕΝ,
τεύχος 598, σελ. 30, ΔΕΚ 2016- ΦΕΒ 2017.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση της ΝΕ.





The Press Gang, 1858 (ελαιογραφία),
Johnston, Alexander (1815-91).
 Ferens Art Gallery, Hull Museums,
UK / The Bridgeman Art Library.

Συνέχεια από το Α ΜΕΡΟΣ

 

2) Η “Impress Service” υποτίθεται ότι επεριορίζετο μόνον στην σύλληψη των “Seamen”.

Αλλά στην λέξη «ναυτικούς» απέδιδαν ευρυτέραν έννοια. Τα όρια ηλικίας τους ήσαν από 18 έως 55 ετών, αλλά και αυτά ηγνοούντο. Από το 1795 η Βρετανία και η Ιρλανδία ήσαν διηρημένες σε 32 Περιφερειακές Διοικήσεις και η “Impress Service” διέθετε 85 τέτοιες «Συμμορίες». Στους κύριους λιμένες Διοικητής τους ήταν ένας “Regulating Captain”. Αυτός ο βαθμός σε ελεύθερη και περιφραστική μετάφραση αποδίδεται ως Πειθαρχικός Πλοίαρχος. Ήταν περιορισμένων καθηκόντων, δηλαδή μόνον δι’ υπηρεσίαν ξηράς, ενδεχομένως λόγω τραύματος ή μεγάλης ηλικίας. Ίσως και λόγω επαγγελματικής ανεπαρκείας να κυβερνήσει ένα μεγάλο Πολεμικό πλοίο που θα άρμοζε στον βαθμό του.

Στους ήσσονος σημασίας λιμένες επί κεφαλής ήταν ένας “Lieutenant”. Στην σύνθεση αυτής της παναθλίας Υπηρεσίας υπήρχαν συνολικώς 84 Lieutenants, και αυτοί συνήθως ηλικιωμένοι που είχαν χρόνια να πατήσουν σε καράβι. Οι Αξιωματικοί αυτής της ποιότητος προφανώς δεν είχαν άλλην επιλογήν. Διά να παραμείνουν στο Ναυτικό, έστω και με “Half-Pay”, απεδέχοντο αυτήν την
υποτιμητική τοποθέτηση δι’ έναν Αξιωματικό Καριέρας. Οι Υπαξιωματικοί ανήρχοντο σε 162 και οι Ναύτες σε 754. Όλοι ήσαν πάνοπλοι και αδίστακτοι. Την βάση τους την αποκαλούσαν σκωπτικά “Rendezvous”. Oι συμμορίες τους σπανίως απετελούντο από κανονικούς Ναύτες παρά μόνον όταν απεβιβάζοντο από τυχόν ναυλοχούντα Πολεμικά, ως κανονικά Αγήματα, δια να συμπληρώσουν τους ελλείποντας από την σύνθεση του Πληρώματός τους.

Οι επί κεφαλής των “Press - Gangs” απευθύνοντο στα «ευγενή» στελέχη των τοπικών κοινωνιών π.χ. παλικαράδες, νταήδες, τραμπούκους κ.ο.κ. και τους προσελάμβαναν έναντι αμοιβής. Όλοι αυτοί οι «κύριοι» με την ένταξή τους στις συμμορίες είχαν διπλό κέρδος. Απέφευγαν να γίνουν οι ίδιοι θύματα της Βιαίας Ναυτολογίας και είχαν και χρηματικές απολαβές. Κατά κανόνα ήσαν αργόσχολοι, άνεργοι ή άεργοι. Αλώνιζαν την Χώρα δια να βρουν ατυχείς «νεοσυλλέκτους». Δι’ έξοδα κινήσεως οι Αξιωματικοί ελάμβαναν 3 Pennies ανά μίλι. Οι απλοί Gangers 1 Penny ανά μίλι. Διά κάθε ταλαίπωρο που άρπαζαν εισέπρατταν 10 Shillings.

Υπενθυμίζουμε : 1 Pound Sterling = 20 Shillings. 1 Shilling = 12 Pennies. 1 Penny = 4 Fardines. Ως εικώς εστί, επικρατούσε μεγάλη διαφθορά. Πολλά υποψήφια θύματα δωροδοκούσαν τους Gangers διά να γλυτώσουν από την αρπάγη τους. Δι’ έναν ευκατάστατον δεν ήταν υπέρογκο ποσόν οι 10 Λίρες, προκειμένου να μείνει ελεύθερος.


Το HMS ''Pique'',40guns, με Πλοίαρχο
τον CHB Ross αιχμαλωτίζει το ισπανικό
Μπρίκι ''Orquijo'', (18 Φεβρουαρίου1805).
Ελαιογραφία του Thomas Whitcombe  (1763–1824).

To “Impressment” υπήρχε στην Αγγλία πολλούς αιώνες προ των «Γαλλικών Πολέμων». Σταδιακώς είχαν δημιουργηθεί και οι συγκεκριμένοι «κανόνες» αρπαγής πολιτών. Επισήμως δεν μπορούσαν να συλλάβουν Αλλοδαπούς, αυτοί όμως είχαν το δικαίωμα τάχα να καταταγούν μόνοι τους.
Εάν ένας Αλλοδαπός είχε νυμφευθεί Βρετανίδα Υπήκοο ή είχε εργασθεί σε Βρετανικό Εμπορικό πλοίο επί δύο έτη, εκινδύνευε να απαχθεί.
Οι Αμερικανοί είχαν το μεγαλύτερο πρόβλημα, ειδικότερα οι Ναυτικοί. Η Κυβέρνησίς τους δια να τους προφυλάξει, κατά κάποιον τρόπον, εξέδωσε και τους εφοδίασε με τα λεγόμενα “Protections”.
Ήταν ένα κάποιο είδος Ναυτικού Φυλλαδίου, το οποίον περιείχε μίαν γενική περιγραφή του φέροντος. Το μόνον που έπρεπε να κάνουν οι κάτοχοι αυτών των εντύπων ήταν να ορκισθούν ενώπιον Συμβολαιογράφου ότι ήσαν Αμερικανοί Πολίτες, γεννηθέντες στην συγκεκριμένη Πολιτεία και την συγκεκριμένη ημερομηνία τους.

Η Βρετανική Κυβέρνησις αντιδρούσε σε αυτά πράγματα, ισχυριζομένη ότι όποιος είχε γεννηθεί Βρετανός, δεν μπορούσε να αλλάξει την Εθνικότητά του, απλώς και μόνον μετακινούμενος σε άλλη Χώρα. Σ’ εκείνα τα χρόνια, χωρίς Πιστοποιητικά Γεννήσεως, χωρίς φωτογραφίες κ.λπ. ήταν πολύ δύσκολο να αποδείξει κάποιος την Υπηκοότητά του. Δια τους Αμερικανούς ακόμη χειρότερα καθ’ όσον είχαν την πρόσθετην ατυχία να ομιλούν μόνον Αγγλικά. Στον ποταμό Τάμεση όπου ήσαν δεμένα Αμερικανικά Εμπορικά απήγαγαν πολλούς Αμερικανούς Ναύτες και παρενέβη ο Πρέσβης των Η.Π.Α. Το “Impressment” εις βάρος Αμερικανών Πολιτών ήταν μία από τις αιτίες που οδήγησαν στον «Αγγλο-Αμερικανικό Πόλεμο» του 1812-14. Οι σύγχρονοι Αμερικανοί Ιστορικοί τον αποκαλούν και «Δεύτερεύοντα Πόλεμον της Ανεξαρτησίας».

Οι Βρετανικές Αρχές εμίμηθησαν τις Αμερικανικές και εξέδιδαν και αυτές τα δικά τους “Protections”. Yπήρχαν διάφοροι τύποι, από αυτά του Nαυαρχείου, μέχρι του “Trinity House”. Αυτή είναι η ονομασία του πασίγνωστου Οργανισμού εν συντομία. Η πλήρης είναι η εξής μακροσκελής:

«The Master Wardens and Assistants of the Guild Fraternity or Brotherhood of the most Glorious and Undivided Trinity and of Saint Clemens in the Parish of Deptford Strond in the County of Kent». Τον είχε ιδρύσει το 1514 ο Βασιλεύς ΗΕΝRΥ 8ος (1491-1547).

Αυτά τα Βρετανικά “Protections”, εν αντιθέσει προς τα Αμερικανικά, είχαν ακριβή περιγραφή του ανδρός. Τα έφεραν πάντοτε μαζί τους και τα επεδείκνυαν σε κάθε έλεγχο. Όμως, και αυτά τα αγνοούσαν σε περιόδους μεγάλης εντάσεως που από τότε τις αποκαλούσαν “Ηot Press”. To Nαυαρχείον έδιδε την αυστηρή διαταγή : “Press From All Protections”.

3) Οι Quota Acts, ερμηνεύονται ως Νομοθετικές Πράξεις Αναλογίας. Το 1795 ο Πρωθυπουργός William Pitt (1759-1806), έφερε δύο τέτοιες στο Κοινοβούλιο. Με τις Πράξεις αυτές επέβαλε σε κάθε Κομητεία να προσφέρει στο Ναυτικό έναν αριθμόν ανδρών, αναλόγως του ποσοστού του πληθυσμού της, και βάσει του αριθμού των λιμένων που ευρίσκοντο στην περιοχή της.
Π.χ. το London ώφειλε να δώσει 5.704 άνδρες, ενώ το Yorkshire, η μεγαλυτέρα Κομητεία σε έκταση, έπρεπε να δώσει μόνον 1.081 άνδρες.
Διάφορες Κομητείες προθυμοποιήθησαν να συνεισφέρουν άνδρες προς κατάταξιν, αλλά λίγοι παρουσιάσθησαν. Τοιουτοτρόπως ηναγκάσθησαν να καταφύγουν ξανά, ως προαναφέραμε, στους καταδικασθέντας σε φυλάκιση.

Βάσει της ισχυούσης τότε Ποινικής Νομοθεσίας, ακόμη και δια μικροαδικήματα προεβλέποντο αυστηρές ποινές φυλακίσεως, ενίοτε και ποινή θανάτου. Επομένως η «στράτευσις» ήταν ελκυστική διέξοδος διότι εφ’ όσον θα είχαν επιζήσει του πολέμου και των άλλων κακουχιών, θα μπορούσαν να ελπίζουν και σε κάποια σύνταξη. Το δυσάρεστο ήταν ότι οι πλείστοι εξ αυτών εξερχόμενοι της φυλακής ήσαν σε πάρα πολύ κακή υγεία. Συνήθως έπασχαν από τύφο, φυματίωση, πυρετό της φυλακής κ.ο.κ. Τα νοσήματα αυτά τα μετέδιδαν μέσα στα υγιή πλοία.

Οι Κυβερνήτες των Πολεμικών εχρειάζοντο ειδικευμένους άνδρες δια να ταξιδεύσουν τα καράβια τους και όχι ασχέτους στεριανούς. Πάντως χωρίς αμφιβολία το μεγάλο ποσοστό των «στρατολογημένων» ήσαν όντως Ναυτικοί.
Ομολογουμένως η συντριπτική πλειοψηφία των απαχθέντων μόλις κατώρθωναν να αποδείξουν την ιδιότητά τους, αφίεντο ελεύθεροι. Η Βρετανική Κυβέρνηση δεν μπορούσε να «φτιάξει» καλούς Ναύτες, όπως έφτιαχνε καλούς Στρατιώτες, ειδάλλως δεν θα εχρειάζετο το φρικτό “Impressment”.
Το Ναυαρχείο εξέδιδε “Warrants” και “Orders” και τους παρείχε όσο μπορούσε κάλυψη ακόμη και στις παρανομίες τους. Συνήθως κάθε Gang απετελείτο, στα χαρτιά τουλάχιστον, από 10 άνδρες, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους προήρχοντο από στεριανά επαγγέλματα, προτού τους κατατάξουν βιαίως και τους ιδίους. Δια να επιβεβαιώσουν ότι το θύμα τους ήταν ναυτικός, κοίταζαν τις παλάμες του δια να βρουν ρόζους και ίχνη πίσσας. Από αυτά ακριβώς τα λερωμένα χέρια προέρχεται ο τρόπος που χαιρετά το Βρετανικό Ναυτικό με την παλάμη να στρέφεται προς τα μέσα, ώστε να μη φαίνονται οι βρωμιές. Ενώ ο Βρετανικός Στρατός χαιρετά με την παλάμη στραμμένη προς τα έξω.

Το σύστημα του “Impressment”, σήμερα το βλέπουμε (και είναι) απαίσιο. Ουδείς επείθετο με υποσχέσεις δια περιπέτεια, δόξα και πλούσια μερίδια να καταταγεί εθελοντικώς. Ως εκ τούτου οι “Press Gangs” είχαν την δική τους αλάνθαστη μέθοδο. Τους ξυλοκοπούσαν και τους συνελάμβαναν ή τους μεθούσαν και τους απήγαγαν. Δυστυχώς, τότε πολλοί το θεωρούσαν ως απoδεκτόν, δια
μη πούμε και δημοφιλές. Όμως, οι Τοπικές Αρχές έκαναν ότι ήταν δυνατόν δια να παρεμποδίζουν τις «επιχειρήσεις» των συμμοριών. Αλλά και οι απλοί Πολίται εύρισκαν πολλούς τρόπους, νομίμους ή όχι, να αντιστέκονται κατά του “Impressment”, ή να ξεγελούν τους «νταήδες» των “Press Gangs”. Αυτές είχαν την έδρα τους σε διάφορα μέρη στην στεριά. Υπήρχαν και οι περιπτώσεις, όπως προαναφέραμε, που απεβιβάζοντο τα επίσημα Αγήματα από τα Πολεμικά πλοία. Πολλοί απαχθέντες απηλευθερώνοντο από το οργισμένο πλήθος το οποίον ξυλοφόρτωνε τις «Συμμορίες».
Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις έριχναν και πυροβολισμούς εναντίον των «Γραφείων» τους.

Το 1813 στο NEWCASTLE, κάποιος Ναύτης ονόματι Βell το έσκασε από το “Press Room” όπου τους κλείδωναν φορώντας τα ενδύματα της αδελφής του, η οποία τον είχε επισκεφθεί. Το “Press Room” να μη γίνει παρανόηση ότι ήταν δια συνεντεύξεις του Τύπου. Το έλεγαν έτσι επειδή ανήκε στο “Press-Gang” και το είχαν ως Μπαλαούρο.

Στο CORK της Ιρλανδίας κάποιος παρίστανε τον νεκρό μέσα στο φέρετρο και οι γυναίκες έκλαιγαν γύρω του, αλλά ο Lieutenant-Αγηματάρχης τον αντελήφθη. Χιλιάδες τέτοια τραγελαφικά συμβάντα είναι καταγεγραμμένα. Στο HARWICH, μαζί με τους άλλους, απήγαγαν και τον παππά της ενορίας. Στο BRIXHAM ήρπασαν τον Αστυνόμο και έναν μουγγό.

Τα Βρετανικά Εμπορικά πλοία ήσαν ο πρώτος στόχος των εγκληματικών “Press-Gangs”. Toυς απηγόρευαν τον απόπλου μέχρι να φθάσουν και να αρπάξουν όσους εκ του Πληρώματος δεν είχαν «Πιστοποιητικά Απαλλαγής». Επίσης, μπορούσαν να σταματήσουν ένα Εμπορικό στο πέλαγος και να κάνουν κλήση Πληρώματος. Πρότειναν στους «Εμπορικάντζες» να καταταγούν στο R.N. εθελο-
ντικώς, οπότε θα είχαν και μερτικό από την Λεία Πολέμου, ειδάλλως θα τους έπαιρναν με την βία. Πολλοί Εμποροπλοίαρχοι παρέδιδαν κάποια Μέλη του Πληρώματός τους, τα οποία ήθελαν να ξεφορτωθούν από το καράβι τους. Όμως, πολλοί άλλοι Καπετάνιοι κατεσκεύαζαν κρυψώνες δια να κρύψουν έναν ή δύο χρησίμους ανθρώπους τους.



«Press Gang». Καρικατούρα του 1780.
Πηγή: Vaisseau de Ligne, Time Life, 1979.

Ο κανών ήταν να αφήνουν στον Καπετάνιο τους Αξιωματικούς και τους Μαθητευομένους του, οι οποίοι ήσαν απολύτως απαραίτητοι δια την ασφαλή πλεύση. Επίσης, αρκετούς άνδρες από το Κατώτερο Πλήρωμα, ώστε να είναι δυνατόν να ταξιδεύσει το πλοίο του. Αλλά και αυτός ο κανών άφηνε πολλά περιθώρια δι’ ευρυτάτην ερμηνεία και εφαρμογή. Οι επί κεφαλής των Συμμοριών ελάμβαναν αμοιβή 1 Λίρα δια κάθε έναν που προσήγαγαν δια «κατάταξη».

Ένα παράδοξο φαινόμενο ήταν ότι πολλοί απαγόμενοι υπετάσσοντο στην μοίρα τους με στωικότητα, τουλάχιστον μέχρι να τους παρουσιασθεί η ευκαιρία να δραπετεύσουν. Οι ευκαιρίες ήσαν πολλές κατά τους πρώτους μήνες της καταναγκαστικής «θητείας» τους. Οι λιποταξίες βαθμηδόν εμειούντο, μέχρι και τον 18ον μήνα.

Μετά ήσαν πολύ λίγες. Στους δραπέτες έγραφαν δίπλα στο όνομα τους την ένδειξη «R», η οποία σήμαινε “Run” = φυγάς.

Επισημαίνουμε πάλι, την προθυμία πολλών θυμάτων να ενταχθούν στην ίδια “Press Gang” που τους συνέλαβε. Απέφευγαν την σκληρήν υπηρεσίαν επάνω στα καράβια. Δια να σιγουρέψουν την θέση τους επεδείκνυαν πολύ σκληρή συμπεριφορά. Εγένοντο χειρότεροι και από εκείνους, οι οποίοι τους είχαν συλλάβει.

Δια να αποτρέψουν απόπειρες δυναμικής απελευθερώσεως των «Νέοσυλλέκτων» ή τις νομικές παρεμβάσεις από τους συνηγόρους τους, εναύλωναν μικρά σκάφη, τα λεγόμενα “Press Tenders”. Τα αγκυροβολούσαν «αρόδου» κοντά στην περιοχή δράσεώς τους. Κάθε ημέρα μετέφεραν επ’ αυτών όσους άρπαζαν και τους κλείδωναν στο αμπάρι. Η διαβίωση εκεί ήταν φρικτή επί εβδομάδες. Ένας λογικός υπολογισμός ανεβίβαζε τους βιαίως ναυτολογηθέντας στο ήμισυ των Ναυτών του Royal Navy.

Παραλλήλως, oι «αρμόδιοι» της Ναυτολογίας μετήρχοντο και μίαν άλλη δολίαν μέθοδο δια να τους υποχρεώσουν να τους ακολουθήσουν. Όπως τα έπιναν μαζί με τα υποψήφια θύματα τους στις ταβέρνες και τους «έψηναν», τότε έβαζαν επάνω στο τραπέζι και κάποια κέρματα, δήθεν ως την προκαταβολή του “Prest Money”. Επομένως εθεωρείτο ως να είχαν συμφωνήσει να καταταγούν, ακόμη και εάν δεν είχαν καν ακουμπήσει τα χρήματα, πολύ δε περισσότερο να τα βάλουν στην τσέπη τους. Δι’ αυτό και υπήρχαν οι γυάλινες κούπες με τον διαφανή πάτο, οπότε οι δυνητικώς κατατασσόμενοι να μπορούν να βλέπουν τι συμβαίνει από κάτω την στιγμή που εσήκωναν την κούπα διά να πιουν. Επίσης, ο γυάλινος πάτος εχρησίμευε δια να βλέπουν μήπως τους κολλήσουν στην κοιλιά κάποια πιστόλα ή στιλέτο και τους εξαναγκάσουν να τους ακολουθήσουν έξω από το «καπηλειό» ή ενδεχομένως έξω από κάποιο άλλο «αμαρτωλό κατάστημα». Εν συνεχεία να τους «τσουβαλιάσουν» στην τοπική βάση τους ή στο ναυλοχούν πολεμικό πλοίο ή στο “Press Tender”.

Ο γράφων προ πολλών ετών, όταν ακόμη θαλασσοπορούσε, είχε δει στην Αγγλία μία τέτοια συλλεκτική κούπα.
Mεταξύ των εμπολέμων, Βρετανίας και Γαλλίας, υπήρχε μία συμφωνία και ένα σύστημα ανταλλαγής αιχμαλώτων. Οι Βρετανοί συνελάμβαναν περισσοτέρους από ό,τι οι Γάλλοι.
Αλλά και σε αυτές τις περιπτώσεις έκαναν παρασπονδίες. Οι Φρεγάτες και οι Σκούνες του Royal Navy, αναχαίτιζαν τα ναυλωμένα εμπορικά πλοία με τα οποία επέστρεφαν στην πατρίδα τους οι Βρετανοί πρώην αιχμάλωτοι άρτι
απελευθερωθέντες. Άρπαζαν εν πλώ όσους εχρειάζοντο και τους λοιπούς τους επέστρεφαν στην “Impress Service”.

Eκτός αυτού, οι “Press-Gangs” καραδοκούσαν στους λιμένας που επέστρεφαν τα καράβια με τους «παλινοστούντας» και τους άρπαζαν δια νέα «θητεία». Επειδή οι των Εμπορικών συμπαθούσαν τους ταλαιπωρημένους που επί τέλους γύριζαν στα σπίτια τους, αντιδρούσαν με τον τρόπο τους. Προσήγγιζαν σε παραλίες που εγνώριζαν ότι δεν υπήρχαν οι “Press-Gangs” και τους απεβίβαζαν συνήθως την νύκτα στα γρήγορα, πριν καταφθάσουν οι συμμορίες.

Όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι δεν είχαν δώσει όρκο πίστεως και υπακοής στον Βασιλέα. Ως εκ τούτου οι Κυβερνήτες και τα λοιπά Μόνιμα Στελέχη του R.N. δεν τους είχαν καμμίαν εμπιστοσύνη.

Υπήρχαν όμως οι Marines = Πεζοναύτες, οι οποίοι ήσαν κανονικά στρατευμένοι και ορκισμένοι. Ως εκ τούτου απήλαυαν της εμπιστοσύνης της Ιεραρχίας, η οποία εστηρίζετο σε αυτούς. Μόνον έτσι μπορούσαν να διοικούν τα Πλοία του Βασιλέως, με το-σο σκληρή πειθαρχία, η οποία συχνά εγένετο κτηνώδης. Οι Πεζοναύτες ενδιαιτώντο σε χώρο μεταξύ των διαμερισμάτων των Αξιωματικών και του Πληρώματος. Έτσι, εσχημάτιζαν, τρόπον τινά, μία ζώνη ασφαλείας δι’ αποτροπήν ανταρσίας, πράγμα καθόλου σπάνιο τις εποχές εκείνες, λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις τραγικές συνθήκες διαβιώσεως και τις απάνθρωπες τιμωρίες. Εάν όντως εξεδηλούτο ανταρσία, οι Πεζοναύτες όφειλαν να την καταστείλουν και να προστατεύσουν τους Αξιωματικούς τους. Δια να επιβραβεύσουν την αφοσίωσή τους, το 1802 τους απένειμαν το τιμητικό πρόθεμα “Royal” στον τίτλο τους. Έκτοτε ονομάζονται “Royal Marines”. Συγκαταλέγονται μεταξύ των κορυφαίων «Ειδικών Δυνάμεων» παγκοσμίως.

Όλοι αυτοί ερρίπτοντο μέσα στα καράβια ως ανθρώπινα ράκη. Παρ’ όλα αυτά, αυτοί οι ίδιοι συνετέλεσαν με το αίμα τους στην ενδυνάμωση του Ναυτικού, του σιωπηλού Όπλου, όπως το αποκαλούσαν οι Βρετανοί. Εδημιούργησαν την παγκόσμιαν ισχύ του Ηνωμένου Βασιλείου. Ο Αrthur Wellesley (1769-1852), 1stDuke of Wellington, είχε δηλώσει:

«Εάν κάποιοι θέλουν να μάθουν την ιστορίαν αυτού του πολέμου, θα τους πω ότι είναι η θαλασσία υπεροχή μας που μου δίνει την δύναμη να διατηρώ τον Στρατό μου, ενώ ο εχθρός είναι ανίκανος να πράξει το ίδιο».
ΠΗΓΗ: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2017/09/blog-post.html
 

Βιβλιογραφία

‘The Naval History of Great’, του William James , Richard Bentley Ltd, London, 1859.

‘The British Fleet’, του Commander Charles N. Robinson, George Bell & Son Ltd, London, 1895.

‘Nelson and his Times, του Rear Admiral - Lord Charles Beresford, Harmsworth Bros, London, 1900.

’Navies in History’,του Clark G. Reynolds, Naval Institute Press, Annapolis, 1908.

’The Wonder Book of the Navy’, τoυ Harry Golding, Ward & Lock & Co. LTD, 1922.

’The Majesty’s Ships and their Forbears’, τoυ Cecil King, Studio Publications, London, 1940.

Τhe Line of Battle / Sailing Warship 1650-1840’, τoυ Robert Gardiner, Conway Maritime Press, London, 1992.

’Nαυτικοί Βαθμοί και Στολές - Ιστορία και Παράδοση’, του Ηλία Μεταξά, (υπό έκδοσιν), Πειραιεύς, 2016.

 

Το Περί Αλός προτείνει:

Η  ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ   ΙΣΤΟΡΙΑ  της  ‘ΚΟΥΛΟΥΡΑΣ’  (CURL) στα  ΣΕΙΡΙΤΙA. Πιέσατε ΕΔΩ

Η προέλευση των αμφιμασχαλίων. Πιέσατε ΕΔΩ

Η ΦΡΕΓΑΤΑ. Πιέσατε ΕΔΩ

ΤΟ ΟΛΛΑΝΔΙΚΟ ΝΑΥΤΙΚΟ. Πιέσατε ΕΔΩ
 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...