ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

LITTORAL COMBAT SHIP (LCS)

Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΙΑΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ
Του Γιώργου Σαλαπασίδη
Περί Αλός

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Στρατιωτική Ισορροπία
και Γεωπολιτική», τεύχος 4, σελ. 106. Αιγίς Εκδοτική.


Το LCS 2 USS Independence. 
ΦΩΤΟ: www.navy.mil

Λίγα συστήματα έχουν υποβληθεί σε τόσο εξαντλητική μελέτη από αναλυτές, έχουν συζητηθεί σε τέτοια έκταση κι έχουν δεχτεί τόσο σκληρή κριτική όσο το Πλοίο Παράκτιας Μάχης – Littoral Combat Ship (εφεξής LCS). Από τη στιγμή της σύλληψής του, το Littoral Combat Ship αποτέλεσε αντικείμενο σύγκρουσης σε επίπεδο επιτελών του ναυτικού, βιομηχανικών σχεδιαστών, πολιτικών και αναλυτών. «Αδύνατο να παραχθεί», ή «φθηνό στη θεωρία, ακριβό στην πράξη», ή «άσχετο με τις πραγματικές ανάγκες», ή «τίποτα το καινούργιο», ή «χωρίς πραγματικό ρόλο» και «ένας 3.000 τόνων κυνηγός ταχύπλοων σκαφών με την αντοχή μιας σουηδικής κορβέτας, τον οπλισμό ενός γερμανικού πλοίου υποστήριξης και τη χωρητικότητα ενός μικρού νοτιοκορεατικού λαθρεμπορικού» ήταν μερικές από τις επικρίσεις που δέχθηκε το πρόγραμμα κατά την εμβρυακή του φάση. Στις ακόλουθες γραμμές θα αποπειραθούμε να επεξηγήσουμε τη στρατηγική και επιχειρησιακή λογική πίσω από τη σχεδίασή του, τις στρατηγικές ανάγκες που το νέο απόκτημα του Ναυτικού των ΗΠΑ (USN: US Navy) καλείται να καλύψει, αλλά και τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη χρήση του εφόσον η ένταξή του δεν ολοκληρωθεί και με άλλα συμπληρωματικά συστήματα.

Η κριτική για το LCS δεν αποτελεί παρά την αντανάκλαση του ρίσκου που πήρε το USN προωθώντας πλατφόρμες που σχεδιαστικά έρχονται σε αντίθεση με την κατεστημένη άποψη περί της «κραταιάς αμερικανικής ναυτικής δύναμης». Είναι μικρότερο, ελαφρύτερα εξοπλισμένο και λιγότερο προστατευμένο από οποιοδήποτε άλλο σκάφος μάχης έχει κατασκευαστεί τα τελευταία χρόνια στα αμερικανικά ναυπηγεία, εξαιρουμένων των σκαφών που δεν επιχειρούν εντός συγκροτημάτων κρούσης. Οι αντιδράσεις ήταν μάλλον λογικές, εφόσον το LCS δεν αποτελεί την τεχνολογική εξέλιξη μιας εφαρμοσμένης αντίληψης περί θαλάσσιων δυνάμεων αλλά, θεωρητικά, έρχεται να εισαγάγει το USN στο παγκόσμιο πεδίο επιχειρήσεων των επόμενων 30 τουλάχιστον ετών. Στο νέο πεδίο επιχειρήσεων το USN θα πρέπει να επιδείξει «ευελιξία» και να υιοθετήσει «καινοτόμες στρατηγικές», όπως υποστήριξε άλλωστε και υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Ρόμπερτ Γκέιτς. Για τους εμπνευστές του, το LCS δεν είναι απλώς μια νέα ναυτική πλατφόρμα, αλλά σχεδιάζεται και θα παραχθεί ως οργανικό συστατικό (component) ενός ενιαίου και δικτυωμένου συστήματος θαλάσσιας μάχης. Εκτός του συστήματος, το LCS δεν αποτελεί παρά μια «μέτρια» πλατφόρμα υπό τα συμβατικά μέτρα και σταθμά.
Το LCS σηματοδοτεί την «προσαρμογή» του Ναυτικού στα μεταψυχροπολεμικά στρατηγικά δεδομένα και εντάσσεται στο ευρύτερο πρόγραμμα συνολικού μετασχηματισμού των ναυτικών δυνάμεων ο οποίος φαίνεται ότι καθυστέρησε ουσιαστικά δέκα ολόκληρα χρόνια (1). 
Οι νέες προκλήσεις ασφάλειας προέρχονταν τώρα από τη «μονοπολικότητα», δηλαδή την πλήρη υπερίσχυση των ΗΠΑ σε κάθε τομέα συμβατικής ισχύος, κάτι που ενισχύει παράλληλα τη χρησιμότητα-καταλληλότητα της ασύμμετρης ανταπάντησης από τους αντιπάλους, την παγκοσμιοποίηση η οποία διαχέει τεχνολογίες που δυνητικά ενισχύουν τις ασύμμετρες απειλές (πυραυλικά συστήματα, όπλα μαζικής καταστροφής κ.ά.), την ανάδυση πολυάριθμων συγκρούσεων που σχετίζονται με την πολιτική, θρησκευτική και εθνοτική ταυτότητα, αλλά και την παράλληλη υποβάθμιση των πιθανοτήτων για μια σύγκρουση μεγάλης κλίμακας μεταξύ κρατών, ειδικά ναυτικών δυνάμεων. Με άλλα λόγια, στο νέο παγκόσμιο περιβάλλον οι ΗΠΑ είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν περισσότερους εχθρούς, γεωγραφικά πιο διεσπαρμένους και με δυνατότητες που καλύπτουν πολλές τεχνολογικές γενεές.
Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το πεδίο επιχειρήσεων των Ενόπλων Δυνάμεων των ΗΠΑ μεταβλήθηκε, αν όχι ριζικά, τουλάχιστον σημαντικά με το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Παρόλο που η εμπειρία του Πόλεμου του Κόλπου, αλλά και οι μετέπειτα επιχειρήσεις σε Βοσνία και Κοσσυφοπέδιο αναβάθμισαν στις αντιλήψεις των αξιωματούχων τη σημασία της αεροπορίας ως του πλέον αποτελεσματικού μέσου διαχείρισης των αναδυόμενων κινδύνων, η ευφορία των αεροπόρων αποδείχθηκε βραχύβια και ουσιαστικά εξαντλήθηκε με τον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας στο Αφγανιστάν κι έπειτα στο Ιράκ.
Απέναντι στις εξελίξεις, το USN φαίνεται ότι αδράνησε στη διαμόρφωση μιας νέας περισσότερο αποτελεσματικής και οικονομικά αποδοτικής στρατηγικής αντίληψης για τις νέες συνθήκες. Μόλις πριν από δέκα χρόνια, οι νέες ανάγκες μορφοποιήθηκαν μέσα από το διάλογο μεταξύ της κυβέρνησης και των επικεφαλής του USN. Ο κοινός τόπος των αναλύσεων ήταν η νέα εποχή «συνεργασίας» με φίλιες χώρες (που αντανακλούσε βεβαίως και τον αυξημένο παρεμβατισμό των ΗΠΑ) προκειμένου οι προκλήσεις να αντιμετωπιστούν σε τοπικό επίπεδο, από κοινού με τους εταίρους, ώστε το πολιτικό και το οικονομικό κόστος να παραμείνουν περιορισμένα, ενώ εδραιώθηκε η (όχι και τόσο καινοτόμα) αντίληψη ότι υπό τις νέες γεωστρατηγικές συνθήκες, αλλά και με τους περιορισμένους αμερικανικούς πόρους, η πρόληψη των συγκρούσεων αξιολογείται ως εξίσου σημαντική με την επικράτηση σε αυτές, εφόσον απαιτηθεί (2). Η πρόληψη, που ουσιαστικά συνεπαγόταν τον περιορισμό υπαρχόντων ή κυοφορούμενων συγκρούσεων, θα επιτυγχανόταν με την αποφασιστική προβολή ναυτικών δυνάμεων για την αντιμετώπιση απειλών «πολυεπίπεδης»-«πολυδιάστατης» υπόστασης.
To σύνολο απειλών που αντιμετωπίζεται τώρα και θα αντιμετωπίζεται για τις επόμενες δεκαετίες από τις ΗΠΑ μπορεί να χαρακτηριστεί πολυσχιδές και πολύπλοκο. Το χείριστο σενάριο, σύμφωνα με τις προβλέψεις των αμερικανικών επιτελείων, είναι οι αποκαλούμενες «υβριδικού» τύπου συγκρούσεις. Πρόκειται για συγκρούσεις οι οποίες, λόγω της ασυμμετρίας δυνατοτήτων μεταξύ των αντιπάλων, δύνανται να προβάλουν πολυδιάστατες και προς το παρόν απρόβλεπτες στις λεπτομέρειές τους προκλήσεις. Ήδη από το 2006 το αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας προέβη στη διάκριση αυτών των προκλήσεων ορίζοντας τα είδη τους ως έξης:
- Παραδοσιακές (traditional) προκλήσεις που προέρχονται από κράτη που διαθέτουν «εγνωσμένες» αμυντικές δυνατότητες και δυνάμεις που λαμβάνονται υπόψη και γίνονται κατανοητές με το σημερινό σκεπτικό αμυντικής οργάνωσης. Αφορά, με άλλα λόγια, τις περιπτώσεις που η διάγνωση απειλών είναι σχετικά εύκολη εφόσον επικεντρώνεται στον συσχετισμό συμβατικών δυνατοτήτων σε μια συγκρουσιακή δυάδα.
- Ανορθόδοξες (irregular) προκλήσεις από εκείνους που χρησιμοποιούν «μη συμβατικές» μεθόδους αντιμετώπισης υπέρτερων αριθμητικά και ποιοτικά αντιπάλων. Τέτοιες θα μπορούσαν να είναι οι περιπτώσεις που οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν την απειλή χαλαρά οργανωμένων μονάδων αντάρτικου σε χερσαίες επιχειρήσεις ή, στο θαλάσσιο πεδίο μάχης, την απειλή πολυάριθμων μικρών σκαφών με τακτικές «σμήνους» (swarm tactics).
- Καταστροφικές (catastrophic) προκλήσεις, που προέρχονται από τους κατόχους όπλων μαζικής καταστροφής.
- Αποδιοργανωτικές (disruptive) προκλήσεις, οι οποίες αφορούν αντιπάλους που χρησιμοποιούν νέες τεχνολογίες με σκοπό την άρνηση κρίσιμων αμερικανικών πλεονεκτημάτων σε περιοχές καίριας σημασίας. Κλασικό παράδειγμα είναι η χρήση των πυραύλων Ying-Ji 802 από τις δυνάμεις της σιιτικής οργάνωσης του Λιβάνου, Χεζμπολάχ, εναντίον της ισραηλινής φρεγάτας Χάνιτ, κλάσης Sa’ar V στον πόλεμο Ισραήλ-Λιβάνου το 2006. Στη διάρκεια της ίδιας σύγκρουσης, η Χεζμπολάχ «εγκαινίασε» και την πρώτη χρήση μη επανδρωμένου αεροσκάφους για την παρατήρηση και τον εντοπισμό στόχων στο Ισραήλ.
Οι υβριδικές συγκρούσεις αφορούν τις περιπτώσεις που κατά την εξέλιξη μιας ένοπλης διαμάχης συγκεντρώνονται οι παραπάνω προκλήσεις σε ένα θέατρο επιχειρήσεων ταυτόχρονα. Έτσι, οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ τους πρακτικά θολώνουν. Όπως υποστηρίζει ο δρ. Μάικλ Έβανς, «οι Βρετανοί, οι Γάλλοι και οι Ρώσοι αμυντικοί αναλυτές μιλούν τώρα για την ανάδυση του πολύπλευρου [multi-variant ή multi-modal] πόλεμου. Αναφέρονται σε ένα φάσμα σύγκρουσης από ανεξέλεγκτους πόλεμους τύπου Mad Max όπου συμμετρικοί και ασύμμετροι πόλεμοι συντήκονται και όπου η Microsoft συνυπάρχει με τις ματσέτες και η τεχνολογία στελθ με τους βομβιστές αυτοκτονίας» (3). Με απλά λόγια, θα πρόκειται για συγκρούσεις οι οποίες θα περιλαμβάνουν μείγμα παραδοσιακής αντιπαράθεσης με οργανωμένες δυνάμεις, αντάρτικου με σκοπό τη φθορά, τακτικών «σμηνών» (swarm tactics) στη θάλασσα έναντι υπέρτερων τεχνολογικά αντιπάλων, εγκληματικής δράσης με σκοπό την οικονομική υποστήριξη μιας εξωτερικής ή εσωτερικής σύγκρουσης (λαθρεμπόριο, εμπόριο ναρκωτικών και οπλικών συστημάτων, πειρατεία κ.λπ.) και τη διάβρωση ή ενίσχυση της επιρροής εξωτερικών δυνάμεων με απώτερο σκοπό την αποφασιστική πολιτική ανατροπή. Διαφορετικού τύπου (και ασύμμετρες) συγκρούσεις έχουν παρατηρηθεί πλειστάκις μέχρι σήμερα, αλλά αφορούσαν μεμονωμένες επιχειρήσεις, σε διαφορετικά μήκη και πλάτη, και πρόσφεραν τη δυνατότητα ad hoc προσαρμογής δυνάμεων και τακτικών προκειμένου να αντιμετωπιστούν. Οι υβριδικές συγκρούσεις δεν θα προσφέρουν αυτή την πολυτέλεια στις μεγάλες δυνάμεις που επιδιώκουν τη διατήρηση ενός status quo συμβατού με τα συμφέροντά τους σήμερα. Αντικειμενικό σκοπό των ΗΠΑ αποτελεί επομένως η αντιμετώπιση των παραπάνω προκλήσεων εν τη γενέσει τους, ώστε μια τοπική ανάφλεξη να μην επεκταθεί στο παγκόσμιο σύστημα και να απειλήσει το ευμενές μέχρι σήμερα, σε γενικές γραμμές, περιβάλλον για τις ΗΠΑ.

Γεωστρατηγική πραγματικότητα και Αμερικανικό Ναυτικό                                                                                                       
Η ιδέα για το LCS ξεκίνησε από τα πολεμικά παίγνια και τη βιβλιογραφία που αναπτύχθηκε γύρω από το μέλλον των ναυτικών δυνάμεων των ΗΠΑ μετά το 2000, στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων του Αμερικανικού Ναυτικού. Παρόλο που το Αμερικανικό Ναυτικό παραδοσιακά πρωτοστατεί στην υιοθέτηση νέων τεχνολογιών και καινοτόμων τακτικών στο πεδίο της μάχης (βλ. δικτυοκεντρικός πόλεμος, κάθετοι εκτοξευτές κατευθυνόμενων όπλων, vertical launch systems-VLS κ.ά.), μέχρι εκείνη τη στιγμή παρέμενε προσκολλημένο στη φιλοσοφία της ψυχροπολεμικής εποχής όταν η δομή των δυνάμεων βασίζονταν στην αξιολόγηση των αντικειμενικών στρατιωτικών απειλών (δηλαδή του Σοβιετικού Ναυτικού) και ο σημαντικότερος στόχος ήταν η διασφάλιση του ελέγχου των θαλασσών με τη δυνατότητα αφανισμού (annihilation) του αντιπάλου σε μια σύγκρουση με εξαιρετικά ευρύ φάσμα έντασης, από απλή διαχείριση μιας τοπικής κρίσης έως γενικευμένο θερμοπυρηνικό πόλεμο. Προς αυτή την κατεύθυνση οι αμερικανικές ναυτικές μονάδες σχεδιάζονταν για το χείριστο σενάριο, δηλαδή αποφασιστικές (decisive) συγκρούσεις μεγάλης κλίμακας στον ωκεανό, είχαν μεσαίο έως μεγάλο εκτόπισμα (στη συντριπτική πλειοψηφία άνω των 3.000 τόνων) προκειμένου να διατηρούν εξαιρετική ισχύ πυρός και υψηλή αντοχή στα πλήγματα, ενώ τις υπηρεσίες σε παράκτιο περιβάλλον θα προσέφεραν οι μικρότερες σε εκτόπισμα μονάδων και σε μέγεθος στόλου, συμμαχικές ναυτικές δυνάμεις. Πρακτικό αποτέλεσμα του παραπάνω σχεδιασμού ήταν ακόμα και αποστολές δευτερεύουσας σημασίας, όπως θαλάσσια απαγόρευση (maritime interdiction), να διεξάγονται από αμερικανικά σκάφη εκτοπίσματος έως και 8.000 τόνων με προφανή κατασπατάληση πόρων για το Ναυτικό.
Η σταδιακή μεταβολή της διεθνούς κατάστασης, η χαλάρωση των συμμαχικών δεσμεύσεων εξαιτίας της μεταλλαγής του διπολικού συστήματος αλλά και η ταχεία ανάδυση νέων κινδύνων για τα αμερικανικά συμφέροντα οδήγησε το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, υπό τον Ντόναλντ Ράμσφελντ, στην υιοθέτηση μιας νέας φιλοσοφίας σχεδιασμού βασισμένη στις δυνατότητες κι όχι στις απειλές, οι οποίες κρίθηκαν ως περισσότερο απρόβλεπτες σήμερα (4). Επρόκειτο, ουσιαστικά, για την αλλαγή παραδείγματος στη ναυτική στρατηγική.
Ως κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχία των νέων αποστολών του ναυτικού προσδιορίστηκε το ζήτημα της πρόσβασης (access) σε περιοχές ενδιαφέροντος οι οποίες τώρα τοποθετούνται εγγύτερα στις ακτές εφόσον η πιθανότητα σύγκρουσης μεγάλων στόλων στην ανοικτή θάλασσα περιορίζεται, διότι οι δυνητικοί αντίπαλοι δεν διαθέτουν μεγάλες ναυτικές δυνάμεις. Σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Αμερικανικού Ναυτικού αλλά και των αμερικανικών ινστιτούτων αναλύσεων, οι παραπάνω προκλήσεις είναι πιθανό να εκδηλωθούν σε περιοχές υψηλής γεωστρατηγικής σημασίας, ασταθούς πολιτικής κατάστασης ή και ενδημικής εγκληματικότητας. Τέτοιες θα είναι ο Δυτικός Ειρηνικός, η αραβική χερσόνησος και ο Περσικός Κόλπος, η Αφρική και η Κεντρική και Νότια Αμερική. Υπό μια παγκόσμια οπτική, τα τρία τέταρτα του πληθυσμού, τα τέσσερα πέμπτα των μεγάλων αστικών κέντρων και σχεδόν το σύνολο της παγκόσμιας παραγωγικής υποδομής βρίσκονται σε απόσταση μικρότερη των 300 χιλιομέτρων από την ακτή. Το διακύβευμα για τις ναυτικές δυνατότητες μιας υπερδύναμης είναι επομένως προφανές.

Το LCS 1 USS Freedom σε θαλάσσιες δοκιμές τον Αύγουστο. Πηγή www.navy.mil

Σε αυτές τις περιοχές οι Αμερικανοί θα κληθούν να αντιμετωπίσουν τις προσπάθειες των αντιπάλων να αυξήσουν το κόστος μιας αμερικανικής παρέμβασης ώστε αυτή να μην επιχειρηθεί, και, στην περίπτωση που όντως επιχειρηθεί, να προκαλέσει δυσανάλογες απώλειες ώστε να προκαλέσει δυσμενή πολιτικά αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, το Αμερικανικό Ναυτικό θα κληθεί να αντιμετωπίσει επιχειρήσεις τύπου A2/AD (anti-access/area denial), δηλαδή αποτροπής διείσδυσης και απαγόρευσης περιοχής, που στο παράκτιο περιβάλλον είναι εφικτές ακόμα και από σημαντικά υποδεέστερες σε ισχύ πυρός δυνάμεις.
Πώς ορίζεται σε όρους επιχειρησιακών συνθηκών η παράκτια περιοχή; Σύμφωνα με το Ισραηλινό Ναυτικό, πρόκειται για τη «θαλάσσια περιοχή πλησίον της εχθρικής ακτής που προστατεύεται από συστήματα εντοπισμού και αμυντικά συστήματα σε στεριά, πλωτά μέσα και αεροσκάφη, εντός της περιοχής» (5). Πρόκειται, με άλλα λόγια, για δίκτυα θαλάσσιας αναγνώρισης και προσβολής (maritime reconnaissance-strike networks-MRSN) που σε συνδυασμό με τα ειδικά χαρακτηριστικά των παράκτιων περιοχών προσφέρουν στον αμυνόμενο σημαντικά πλεονεκτήματα. Οι παράκτιες περιοχές παρέχουν περισσότερα «αποφασιστικά σημεία», δηλαδή νήσους, ακρωτήρια, εκβολές ποταμών, στενά και διώρυγες, όπου τα πλωτά μέσα είναι περισσότερο ευάλωτα διότι απαιτείται συγκέντρωση για τον διάπλου αλλά και τη μάχη (6). Επιπλέον, το εξ ορισμού μικρό βάθος περιορίζει την κινητικότητα των μεγάλων ναυτικών μονάδωνû η θερμοκρασία του νερού, η αλμυρότητα, η μορφολογία του βυθού και της ακτής καθιστούν δυσκολότερη τη λειτουργία υποβρύχιων αισθητήρων, ενώ οι ιδιαίτερες μετεωρολογικές συνθήκες και το ανάγλυφο της ακτής δυσχεραίνουν και το έργο των αισθητήρων επιφανείας όπως και των επικοινωνιών (7).
Σε αυτές τις περιπτώσεις απαιτούνται μονάδες επιφανείας «εστιασμένης αποστολής» (focused-mission) που να προπορεύονται της δύναμης επιχειρήσεων και να εκτελούν την επικίνδυνη διείσδυση εκμεταλλευόμενες το μικρό μέγεθος και την υψηλότερη κινητικότητα. Στη σχετική βιβλιογραφία η αποστολή τους συχνά παρομοιάζεται με τις αποστολές καταστολής αεράμυνας (Suppression of Enemy Air Defence – SEAD) που εκτελούνται με αεροσκάφη «Wild Weasel» όπως το F-4G/EF-111 Raven/F-16CJ πριν από έναν αεροπορικό βομβαρδισμό. Εξειδικευμένα σκάφη μικρού εκτοπίσματος, ιστορικά. πάντα αναλάμβαναν τέτοιους ρόλους. Στις περιπτώσεις του παρελθόντος που οι στόλοι αναγκάστηκαν να πλησιάσουν σε παράκτιες περιοχές, οι μεγάλες μονάδες ανέλαβαν το βάρος της καταστολής των δυνάμεων άμυνας ή και της υποστήριξης των φίλιων δυνάμεων στο έδαφος από απόσταση, αλλά οι ίδιες προστατεύονταν από στόλο μικρότερων σκαφών που διενεργούσαν αποστολές ναρκοθηρίας, προστασίας από τα μικρότερα σκάφη του εχθρού και τα υποβρύχια (maritime screening), ενώ ταυτόχρονα υλοποιούσαν και ναυτική αποτροπή σε μεγάλο εύρος της παράκτιας περιοχής. Η σημασία των μικρών σκαφών υπογραμμίστηκε και κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, όταν –ελλείψει συμμάχων με σκάφη μικρού εκτοπίσματος στο Βιετνάμ– το Αμερικανικό Ναυτικό απαίτησε και απόκτησε πολυάριθμα μικρά σκάφη («brown-water navy») με κατεπείγουσες διαδικασίες (8). Στο σημερινό θαλάσσιο πεδίο μάχης οι μικρές μονάδες θα έχουν επιπλέον το ρόλο της συλλογής πληροφοριών που θα διανέμονται στη δύναμη επιχειρήσεων ώστε να βελτιστοποιούν την επίγνωση τακτικής κατάστασης.
Για τις δευτερεύουσες αποστολές που αναφέρθηκαν, τα σκάφη σχετικά μικρού εκτοπίσματος κρίθηκαν ως ιδανικά, παρόλο που η ισχύς πυρός και η αντοχή τους περιορίζεται λόγω μεγέθους. Αυτή ήταν και η κεντρική σύλληψη του αντιναυάρχου Άρθουρ Σεμπρόουσκι στον οποίο πιστώνεται και ο μετέπειτα σχεδιασμός του LCS. Ήδη από το 2001 είχε υποστηρίξει σθεναρά ότι το νέο περιβάλλον στο οποίο θα καλείτο να επιχειρεί το Αμερικανικό Ναυτικό θα ήταν το παράκτιο (littoral), το οποίο με τις ιδιαιτερότητές του είναι πολλαπλώς επικινδυνότερο από το ανοικτό-ωκεάνιο, και απαιτεί πλατφόρμες διαφορετικού σχεδιασμού και δυνατοτήτων (9). Κεντρικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας του Σεμπρόουσκι αποτέλεσε η πεποίθηση ότι στον δικτυοκεντρικό αμερικανικό στόλο η κατανομή των δυνατοτήτων μάχης υπερτερούσε σε σημασία του οπλικού φορτίου κάθε σκάφους ξεχωριστά. Επιπλέον, η ταχύτητα των ναυτικών μονάδων θα υποσκέλιζε σε σημασία τις δυνατότητες απόκρυψης αλλά και την ευελιξία, δεδομένου ότι το ζητούμενο είναι οι ΗΠΑ να μπορούν να προβάλλουν ισχύ σε πολλαπλά μήκη και πλάτη του κόσμου με ταχύτητα.

Οι επιχειρησιακές απαιτήσεις

Με την κατάρτιση μελετών και τη διεξαγωγή πολεμικών παιγνίων οι απαιτήσεις επιχειρησιακής δυνατότητας του LCS συγκεκριμενοποιήθηκαν, εναρμονίστηκαν με τη συνολική φιλοσοφία του αμερικανικού στόλου και επισημοποιήθηκαν ώστε να διοχετευθούν στους σχεδιαστές. Θεμελιακή παραδοχή των σχεδιαστών αποτέλεσε ότι τα δίκτυα αποτελούν την κεντρικής σημασίας αρχή για την οργάνωση και λειτουργία του στόλου, ενώ οι δυνατότητες εντοπισμού και διεξαγωγής μάχης θα πρέπει να κατανέμονται κατάλληλα και αποδοτικά μεταξύ πολλαπλών επανδρωμένων και μη μέσων. Επιπλέον, οι αισθητήρες (sensors) του στόλου θα πρέπει να συλλέγουν, να αντιπαραβάλλουν και να επεξεργάζονται πληροφορίες με ταχύτητα μεγαλύτερη έναντι ενός αντιπάλου, ο οποίος δεν απολαμβάνει δικτυοκεντρική οργάνωση του ιδίου επιπέδου. Τα παραπάνω θα συνέβαλαν ώστε το LCS να προσφέρει τη δυνατότητα διασφαλισμένης πρόσβασης (assured access), κατέχοντας τα μέσα να εντοπίσει, να αναγνωρίσει, να βάλει ή και να διαφύγει του αντιπάλου με τη συνεχή ανταλλαγή πληροφοριών και την αρωγή με το συγκρότημα κρούσης αεροπλανοφόρου ή με ένα εκστρατευτικό συγκρότημα, τα οποία θα μπορούσαν να προσφέρουν στήριξη ακόμα και πέραν του ορίζοντα. Επιπλέον, βασικό ζητούμενο αποτέλεσε η ανάγκη για την ad hoc προσαρμοστικότητα του σκάφους για ποικίλα είδη επιχειρήσεων, που θα δημιουργούσε και πρόσθετες οικονομίες κλίμακας, αλλά και η προβλεπόμενη δυνατότητα για συνεχή επαύξηση των τεχνολογικών του δυνατοτήτων χωρίς την ανάγκη χρονοβόρων προγραμμάτων αναβάθμισης όπου το σκάφος πρέπει να αποσυρθεί σε ναυπηγεία και να υποστεί σημαντικές μετατροπές. Η εκπλήρωση των παραπάνω προϋποθέσεων θα επέτρεπε την αντικατάσταση των 30 φρεγατών τύπου FFG-7 Oliver Hazard Perry, των 14 ναρκαλιευτικών τύπου Avenger και των 15 παράκτιων ναρκοθηρευτικών MHC-51 τύπου Osprey με συνολικά 55 LCS.
Πολλές και διαφορετικές ιδέες προωθήθηκαν για το σχεδιασμό του σκάφους, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που χαρακτηρίστηκε από αναβολές, παλινωδίες αλλά και δραματική αύξηση του κόστους ανάπτυξης. Πριν ακόμα ξεκινήσει ο σχεδιασμός, επιτελείς του ναυτικού αξιολόγησαν ποικίλα σενάρια ανάπτυξης, από πολύ μικρού εκτοπίσματος ταχύτατα σκάφη (προϊόντα του ερευνητικού προγράμματος του ναυτικού Streetfighter) μέχρι και σκάφη Fighter-Freighter, τα οποία θα ήταν μικρού εκτοπίσματος και θα «ρυμουλκούσαν» εγκιβωτισμένους αισθητήρες ή και συστήματα κρούσης (off-board systems) που θα τοποθετούνταν στην παράκτια περιοχή.
Τελικά, οι επιχειρησιακές απαιτήσεις ορίστηκαν περίπου ως εξής (10):
- Αξιοπλοΐα (seaworthiness), ικανότητα ενδιαίτησης (bunker capacity) και δυνατότητα διαβίωσης (habitability) τέτοια ώστε το LCS να επιχειρεί αυτόνομα για αποστάσεις 3.500 με 43.000 μίλια σε οικονομική ταχύτητα και με προμήθειες μεταξύ 14 και 21 ημερών.
- Εκτόπισμα ίσο ή ανώτερο από 3.000 τόνους, το οποίο θεωρείται το ελάχιστο για επιχειρήσεις στο πλαίσιο συγκροτήματος ή εκστρατευτικών μονάδων.
- Δυνατότητα πλεύσης με ταχύτητα ανώτερη των 45 κόμβων.
- Μεταφορά αναδιαμορφούμενων (reconfigurable) φορτίων, των Συνόλων Αποστολής, μεταξύ 180 και 210 τόνων.
- Δυνατότητα μεταφοράς δύο ελικοπτέρων MH-60 ή μη επανδρωμένων αεροχημάτων (UAV) ή μείγμα και των δυο, καθώς επίσης και δυνατότητα μεταφοράς ελαστικών λέμβων άκαμπτης γάστρας (Rigid-Hulled Inflatable Boats – RHIBs).
Αξίζει εδώ να επισημανθεί ότι βασικό σχεδιαστικό χαρακτηριστικό του LCS αποτελεί η δυνατότητα αλλαγής ή συμπλήρωσης ή μεταβολής (ανάλογα με το είδος της αποστολής που θα αναληφθεί) του πληρώματος ενώ το πλοίο θα βρίσκεται σε επιχειρησιακή ανάπτυξη σε προκεχωρημένες περιοχές επιχειρήσεων. Το δεδομένο αυτό, όπως είναι φυσικό, θα επιφέρει επαναστατικές αλλαγές τόσο στο σύστημα επάνδρωσης όσο και στο σύστημα διαχείρισης προσωπικού του Αμερικανικού Ναυτικού.
Η ταχύτητα αποτέλεσε εξαιρετικά σημαντική παράμετρο της σχεδίασης. Σύμφωνα με τους επιτελείς του Αμερικανικού Ναυτικού, η υψηλή ταχύτητα προσδίδει πλεονεκτήματα στο παράκτιο περιβάλλον επιχειρήσεων διότι το LCS θα μπορεί να λαμβάνει την κατάλληλη θέση έναντι επιθέσεων μικρών σκαφών σε «σμήνη» (μια από τις κλασικές ανορθόδοξες απειλές σε παράκτιο περιβάλλον), να αυξάνει τις πιθανότητες διαφυγής από επιθέσεις με τορπίλες και να μεγιστοποιεί την αποδοτικότητα της εγγύς άμυνας έναντι αντιπλοϊκών πυραύλων, τύπου κρουζ (cruise). Κυρίως, όμως, η ταχύτητα αυξάνει τη στρατηγική κινητικότητα εφόσον το LCS δύναται να προπορεύεται της δύναμης επιχειρήσεων και να επεκτείνει το βεληνεκές επιχειρήσεων, εξαπολύοντας ελικόπτερα ή UAV από απόσταση και ανακτώντας τα πλησίον της περιοχής ενδιαφέροντος.
Όλα τα παραπάνω θα υλοποιούνταν υπό την αρχή ότι στην τεχνοοικονομική μελέτη του νέου σκάφους θα δινόταν έμφαση όχι μόνο στα ποιοτικά χαρακτηριστικά της πλατφόρμας, αλλά και στην οικονομική διάσταση, ώστε οι παραγωγικές δυνατότητες να διατηρηθούν υψηλές. Κι αυτό διότι στο νέο περιβάλλον το USN αξιολογεί ότι «η ποσότητα προσδιορίζει και την ποιότητα». Εφόσον το παρόν δόγμα δεν θέτει την αποφασιστική μάχη (που απαιτεί υψηλή συγκέντρωση δυνάμεων) ως πρώτη πιθανότητα ή προτεραιότητα, οι αριθμοί σκαφών θα πρέπει να επαρκούν για την ευρεία διασπορά ώστε να καλύπτονται δύο τοπικά μέτωπα ταυτόχρονα αλλά και να μπορούν να επιτελούνται και παράπλευρες λειτουργίες όπως ανάσχεση του αντίπαλου, υποστήριξη διακλαδικών και ειδικών επιχειρήσεων αλλά και προστασία των συμμαχικών δυνάμεων από τους ίδιους κινδύνους. Είναι άξιο αναφοράς ότι μερικά από τα σενάρια που προβλέπονται για το LCS, όπως αυτό του γνωστού οργανισμού ερευνών RAND, προϋποθέτουν την εμπλοκή του στόλου των LCS σε μια μεγάλης κλίμακας σύγκρουση και σε τρεις λιγότερο απαιτητικές επιχειρήσεις (αντιτρομοκρατικός αγώνας, διατήρηση της ειρήνης, εσωτερική ασφάλεια) ταυτόχρονα (11). Υπό αυτές τις συνθήκες, ένα σφάλμα σχεδιασμού όπως του υπερ-μαχητικού F-22 Raptor, όπου η πλατφόρμα χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά υψηλή επιχειρησιακή απόδοση αλλά το κόστος δεν επιτρέπει την παραγωγή και υποστήριξη μεγάλων αριθμών, θα υπονόμευε τη διενέργεια των αποστολών για τις οποίες το σκάφος σχεδιάστηκε εξαρχής.

Οι κριτικές για το LCS

Ο σχεδιασμός του LCS υπέστη άμεσα δριμεία κριτική σε όλα τα επίπεδα. Σημαντικό μέρος των ναυτικών επιτελών αμφισβήτησε καταρχήν τη σκοπιμότητα παραγωγής σκαφών μικρού εκτοπίσματος. Τα μικρά σκάφη στερούνται «ισχύος παραμονής» (staying power), διότι λόγω εκτοπίσματος δεν διαθέτουν συστήματα προστασίας αντίστοιχα των μεγαλύτερων μονάδων επιφανείας, ενώ δεν δύνανται να απορροφήσουν πλήγματα και να συνεχίσουν να επιχειρούν. Από αυτή την άποψη, και με δεδομένο ότι ο πιθανότερος κίνδυνος στις επιχειρήσεις σε παράκτιες περιοχές είναι η «μεταφορά» της ισχύος πυρός του αντιπάλου στο παράκτιο μέτωπο, τα υπάρχοντα πλοία με πυραύλους μεγάλου βεληνεκούς (φρεγάτες και αντιτορπιλικά με stand-off συστήματα) θα πρόσφεραν αποφασιστικά πλεονεκτήματα. Από την άλλη, ο αντίλογος των υποστηρικτών του LCS επικεντρώθηκε στο ότι το πλοίο δεν πρόκειται ποτέ να στερηθεί την αντιαεροπορική κάλυψη μίας δύναμης επιχειρήσεων όταν επιχειρεί σε περιοχές υψηλής επικινδυνότητας και ότι, σε κάθε περίπτωση, τα κορεσμένα από αντιπλοϊκά συστήματα περιβάλλοντα θα καταλαμβάνουν πολύ μικρό μέρος των συνολικών σεναρίων επιχειρησιακής αξιοποίησης του LCS, οπότε σε τελική ανάλυση θα επιτυγχάνεται τόσο η επιχειρησιακή επάρκεια όσο και η εξοικονόμηση πόρων.
Το ότι η συνέργεια σε επίπεδο δικτυοκεντρικού πεδίου μάχης μεταξύ του LCS και της υπόλοιπης δύναμης επιχειρήσεων είναι εγγυημένες διαφαίνεται και από τα συστήματα μάχης και τους διαθέσιμους αισθητήρες των σκαφών. Τα Freedom (LCS1) της Lockheed Martin και Independence (LCS2), της κοινοπραξίας της οποίας ηγείται η General Dynamics, αμφότερα είναι εξοπλισμένα με τις πιο πρόσφατες τεχνολογίες Συστημάτων Διαχείρισης Μάχης. Το LCS1 στηρίζεται στο Ολικό Σύστημα Πλοίου στηριζόμενο σε Εξαρτήματα 21 (COMBATSS-21), το οποίο αποτελεί μετεξέλιξη του Aegis, ενώ το LCS2 εξοπλίζεται με το σύστημα TACTICOS της Thales Naval Nederland. Η σχεδιαστική φιλοσοφία και των δύο συστημάτων είναι ανοικτής αρχιτεκτονικής, δίνει έμφαση στη δυνατότητα ολοκλήρωσης τεχνολογίας off-the-shelf, την περιοδική και ανεξάρτητη αναβάθμιση μηχανών (hardware) και λογισμικού (software), αλλά και την ευχερή διασύνδεση αισθητήρων και οπλικών συστημάτων χωρίς σημαντικές μετατροπές.
Περισσότερο δριμεία κριτική υπέστη ο οπλισμός των LCS ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως ανεπαρκής. Στο LCS1 έχει εγκατασταθεί πυροβόλο Mk. 110 των 57 mm/70cal της BAE Systems και το Οπλικό Σύστημα Κατευθυνόμενων Βλημάτων Mk. 31 (φορέας Mk. 49) για 21 βλήματα περιστρεφόμενης ατράκτου (Rolling Airframe Missile-RAM) RIM-116Β. Το ίδιο πυροβόλο έχει εγκατασταθεί στο LCS2 αλλά ως Σύστημα Κατευθυνόμενων Βλημάτων έχει επιλεγεί το Raytheon SeaRAM. Τον περιορισμένο εξοπλισμό προβλέπεται να αντισταθμίσουν οι δυνατότητες των ελικοπτέρων MH-60 (και των φερόμενων πυραύλων και ρουκετών), των UAV RQ-8B Fire Scout όπως και άλλων ρομποτικών Υποβρύχιων Μη-Επανδρωμένων Οχημάτων (Unmanned Underwater Vessels-UUVs) και όπως και Μη-Επανδρωμένων Οχημάτων Επιφανείας (Unmanned Surface Vessels - USVs). Τα οχήματα θα ανήκουν οργανικά στα 64 σύνολα αποστολής (16 ανθυποβρυχιακού πολέμου-ASW, 24 ναρκοπολέμου-MIW, 24 πολέμου επιφανείας-SUW) που πρόκειται να προμηθευτεί το Αμερικανικό Ναυτικό. Παρ’όλα αυτά, είναι γεγονός ότι το LCS από μόνο του δεν θα μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο επιφάνειας ακόμα κι όταν είναι εξοπλισμένο με το πακέτο SUW, δεδομένου ότι δεν διαθέτει τορπιλοσωλήνες ή σύστημα κάθετης εκτόξευσης πυραύλων (VLS). Εντούτοις, θα εξοπλίζεται με το NETFIRES (γνωστό και ως XM501 Non-Line-if-Sight Launch System), με ισχύ πυρός περίπου όσο ενός πυροβόλου των 155 χλστ., το οποίο αν και ακυρώθηκε ως πρόγραμμα του στρατού, τα κεφάλαια μεταφέρθηκαν πρόσφατα στο ναυτικό με σκοπό τη διάσωσή του (12). Σε κάθε περίπτωση, οι υποστηρικτές του σχεδίου επιμένουν ότι η αιχμή του δόρατος του σκάφους θα είναι το ελικόπτερο MH-60 και ότι η υψηλή δικτύωση θα επιτρέπει τη βολή εναντίον μεγάλων στόχων επιφανείας από άλλες, μεγαλύτερου εκτοπίσματος, πλατφόρμες.
Επιπλέον, ισχυρή κριτική δέχτηκαν και οι απαιτήσεις για την ταχύτητα του σκάφους. Είναι γεγονός ότι, πέραν των προφανών περιορισμών που αποφέρει στη σχεδίαση, η ταχύτητα κοντά στους 45 κόμβους δεν θα είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί κατά τη διάρκεια των ανθυποβρυχιακών επιχειρήσεων, αποστολών αντιμέτρων ναρκών ή ακόμα και κατά την εξαπόλυση ή ανάκτηση ελικοπτέρων και UAV. Από αυτή την άποψη η εμμονή σε τόσο υψηλή ταχύτητα ίσως και να οδηγεί σε κατασπατάληση πόρων και σε υποβάθμιση της εμβέλειας. Η λογική πίσω από την απαίτηση, ωστόσο, δεν είναι μόνο τακτική αλλά και στρατηγική, εφόσον στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος είναι η «ταχύτητα άφιξης» του LCS που θα προσφέρει τη δυνατότητα παρουσίας και περιφοράς (loiter) σε περιοχές ενδιαφέροντος σε σχετικά περιορισμένο χρόνο και προτού η Δύναμη Κρούσης Αεροπλανοφόρου ή το Εκστρατευτικό Συγκρότημα (αμφιβίων επιχειρήσεων) αφιχθεί.
Τέλος, η τιμή του LCS επίσης απασχολεί σχεδιαστές, επιτελείς, πολιτικούς και αναλυτές, δεδομένου ότι συνεχείς ακυρώσεις και υπερβάσεις έχουν ανεβάσει το κόστος σε πολύ υψηλότερα από το αναμενόμενο ύψη. Σύμφωνα με την Αμερικανική Υπηρεσία Απολογισμού Ευθυνών (General Accountability Office - GAO) από τον Μάιο του 2004 μέχρι σήμερα το κόστος έρευνας αυξήθηκε κατά 169,2%, το συνολικό κόστος προγράμματος κατά 285,9% και το κόστος ανά μονάδα κατά 139%, ανάμεσα στα 650 και 730 εκατ. δολάρια ΗΠΑ (13). Πρακτικά, αυτό συνεπάγεται ότι το LCS, ενώ σχεδιάζεται ως ένα φθηνό σκάφος που θα παραχθεί σε μεγάλους αριθμούς, έχει φτάσει σε τιμή τις φρεγάτες μικρότερων ναυτικών δυνάμεων! Στην περίπτωση μάλιστα που αλλαγές στις απαιτήσεις επιβάλλουν περαιτέρω εξέλιξη, μετατροπές και προσθήκες, δεν αποκλείεται το κόστος να αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Λόγου χάρη, σύμφωνα με τον GAO, ενώ το τεχνολογικό ρίσκο του προγράμματος συνολικά παραμένει χαμηλό, εντούτοις το τριμαραν σκάφος του LCS2 απαιτεί περαιτέρω ανάπτυξη και δόκιμες, ο μηχανισμός εξαπόλυσης και ανάκτησης ακάτων το ίδιο, ενώ οι ελεγκτές δεν έχουν ακόμα πειστεί για την ανθεκτικότητα και των δύο σκαφών σε πλήγματα (14). Από την άλλη, η μαζική προμήθεια του LCS, η αντικατάσταση άλλων σκαφών (Perry, Osprey) από εκείνο, η τελική ομογενοποίηση του στόλου μικρών σκαφών αλλά και η εξοικονόμηση που θα προέλθει από τη μέριμνα για ευχερή και χαμηλού κόστους αναβάθμιση θα μειώσουν συνολικά και μεσο-μακροπρόθεσμα τα κόστη για το Αμερικανικό Ναυτικό.

Το μέλλον στα πολεμικά πλοία επιφανείας
απεικονίζεται στις δύο σχεδιαστικές προτάσεις
οι οποίες απέδωσαν τα LCS 1 και LCS 2.
ΦΩΤΟ:  www.navy.mil

Αν και ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Ρόμπερτ Γκέιτς έχει προσφέρει την αμέριστη υποστήριξή του στο LCS, όντας πεπεισμένος ότι τα παραπάνω προβλήματα τελικά θα επιλυθούν, ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι το ίδιο το LCS αλλά ο στόλος ως στοιχείο του οποίου θα χρησιμοποιηθεί. Δεδομένου ότι η βασική αρχή σχεδίασης ήταν να αποτελέσει περισσότερο συστατικό (component) του δικτυακού συστήματος μάχης (battle network system) και λιγότερο αυτόνομη μονάδα, η επιχειρησιακή αξία του LCS συναρτάται με τη συμβατότητά του με τη συνολική δομή του αμερικανικού στόλου και ειδικά των μονάδων του που θα επιχειρούν πλησίον των ακτών. Υποτίθεται ότι το LCS σχεδιάζεται για την αντιμετώπιση προκλήσεων χαμηλού προφίλ, «low-end», και θα δρα συμπληρωματικά με τα πολύ καλύτερα εξοπλισμένα, και περίπου τρεις φορές ακριβότερα, αντιτορπιλικά κλάσης Zumwalt που σχεδιάζονται για τις «high-end» επιχειρήσεις. Το Zumwalt προορίζεται να προσφέρει τις δυνατότητες προσβολής και αντιαεροπορικής άμυνας που το LCS δεν σχεδιάστηκε να παρέχει. Ο περιορισμός όμως του προγράμματος Zumwalt σε μόλις τρεις μονάδες, ελέω της οικονομικής κρίσης από την οποία οι ΗΠΑ δεν έχουν ακόμα ανανήψει πλήρως, θέτει εν αμφιβόλω όχι απλώς το πρόγραμμα DD(X) από το οποίο το Zumwalt προέρχεται, αλλά και το LCS, διότι τελικά το Αμερικανικό Ναυτικό θα κληθεί να επιλέξει ανάμεσα σε δύο εξίσου δυσάρεστα ενδεχόμενα: είτε το LCS θα αναβαθμιστεί προκειμένου να αντιμετωπίσει τις απειλές για τις οποίες προορίζονταν το Zumwalt, με αποτέλεσμα τη δραματική αύξηση του κόστους και ίσως την αναίρεση των προϋποθέσεων σχεδιασμού του (αδυναμία παραγωγής μεγάλων αριθμών για γεωγραφική διασπορά), είτε το LCS θα χρησιμοποιηθεί ως έχει, υπό το ρίσκο το νέο σκάφος να βρεθεί σε συνθήκες τις οποίες δεν σχεδιάστηκε να αντιμετωπίσει και που, κατά τις αναλύσεις των ίδιων των Αμερικανών, θα εμφανίζονται όλο και συχνότερα εκεί που το Αμερικανικό Ναυτικό θα καλείται να επέμβει. Ωστόσο, όπως τόνισαν οι Αμερικανοί αντιναύαρχοι (ε.α.) Μάστιν και Κατζ, «καμία από τις δύο επιλογές δεν είναι ανεκτή».


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ: 
1. Βλ. χαρακτηριστικά Robert O. Work, Naval Transformation and the Littoral Combat Ship, Center for Strategic and Budgetary Assessments, Washington 2004, σ. 65-84.
2. Robert O. Work, The US Navy: Charting a Course for Tomorrow’s Fleet, Center for Strategic and Budgetary Assessments, Washington, 2008, σ. 49.
3. Michael Evans, “From Kadesh to Kandahar: Military Theory and the Future of War”, Naval War College Review, Summer 2003, σ. 136 από το Frank G. Hoffman, Conflict in the 21st Century: the rise of hybrid wars, Potomac Institute for Policy Studies, Arlington, Virginia, Dec. 2007.
4. Robert O. Work, Naval Transformation and the Littoral Combat Ship, Center for Strategic and Budgetary Assessments, Washington, 2004, σ. 90.
5. Captain Opher Doron, Israel Navy (Ret.), “The Israelis Know Littoral Warfare”, Proceedings, March, 2003, σ. 67.
6. Martin N. Merphy, Littoral Combat Ship: an examination of its possible concepts of operation, Center for Strategic and Budgetary Assessments, Washington, 2010, σ. 13.
7. Βλ. ό.π.
8. Robert O. Work, Naval Transformation and the Littoral Combat Ship, Center for Strategic and Budgetary Assessments, Washington, 2004, σ. 110.
9. Robert O. Work, Naval Transformation and the Littoral Combat Ship, Center for Strategic and Budgetary Assessments, Washington, 2004, σ. 46-47.
10. Martin N. Merphy, Littoral Combat Ship: an examination of its possible concepts of operation, Center for Strategic and Budgetary Assessments, Washington, 2010, σ. 16.
11. Βλ. σενάριο στο «Getting the Most out of Littoral Combat Ships», RAND Corporation, California, 2008, στο (http://www.rand.org/pubs/research_briefs/RB9301/index1.html).
12. «Committee Shifts NLOS R&D Funding to Navy», Navy Times, May 12, 2010 στο (http://www.navytimes.com/news/2010/05/military_army_navy_nlos_funding_051210w/).
13. General Accounting Office, «Defense Acquisitions: Assessments of Selected Weapon Programs», Report to Congressional Committees, March 2010, σ. 95-98.
14. ό.π.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...