ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Δευτέρα 3 Νοεμβρίου 2014

Η χαρτογράφηση των ακτών της Ηπείρου και της Αιτωλοακαρνανίας στα τέλη του 13ου αιώνα


Περί Αλός

με πηγές από το έργο των  J.B.Harley and D.Woodward, Cartography in prehistoric, ancient, and medieval Europe and the Mediterranean © 1987 by The University of Chicago.

 
Δημήτριος Κατηνιώτης
Υποπλοίαρχος ΠΝ
Η παρούσα μελέτη δημοσιεύεται στο Περί Αλός
με την έγκριση του συγγραφέως Δημητρίου Κατηνιώτη



Πορτραίτο χαρτογράφου (πιθανολογείται του Pietro Vesconte)
από τον Άτλα Vesconte (1318).Museo Correr, Venice, Italy..
 
 

Εισαγωγή
H έρευνα βασίζεται κατά κύριο λόγο στο κεφάλαιο του Tony Cambell, Portolan Charts from the Late Thirteenth Century to 1500. The University of Chicago, 1987.
Οι ναυτικοί χάρτες-πορτολάνοι αποτέλεσαν ουσιώδη τεκμήρια για την ιστορική μελέτη της χαρτογραφίας του μεσαίωνα. Η ακρίβεια όσο και η αρχική προέλευση των ναυτικών χαρτών όσο και των πορτολάνων, δηλαδή των συλλογών που περιείχαν γραπτές πληροφορίες χρήσιμες για τη ναυσιπλοΐα, παραμένουν έννοιες μυστηριώδεις. Υπερτερούν σαφώς από τους Πτολεμαϊκούς χάρτες σε λεπτομέρεια απεικόνισης,  αν και κατά το 15ο αιώνα συνυπήρχαν στην Ευρώπη. Παράλληλα όμως εξελίχθηκαν μαζί με την τοπογραφική χαρτογραφία. Ο πρώτος κατονομασμένος χαρτογράφος, στις αρχές του 14 ου αιώνα, ο Pietro Vesconte, φέρεται να είχε αντιληφθεί πλήρως την εμπορική αξία της χαρτογραφικής τέχνης. Επίσης αυτός χρησιμοποιούσε για τους χάρτες του τις λατινικές ονομασίες carta και tabula. Άλλες ονομασίες που χαρακτήριζαν τους ναυτικούς χάρτες του παρελθόντος ήταν: carta de Navegar, carta pro Navigaro, mappa mundi, mappae marris ακόμα και ο όρος compaso, ο οποίος ήταν συνώνυμος του portolano [1].
Στη συνέχεια αυτού του συγγράμματος θα χρησιμοποιείται η περιγραφή: χάρτης πορτολάνος (portolan chart), για τις ανάγκες της μελέτης.

 
α. Χαρακτηριστικά και προέλευση
Οι ναυτικοί χάρτες έως το 1500 σχεδιάζονταν με μελάνη επάνω σε επεξεργασμένο δέρμα ζώου και μπορούσαν να τυλίγονται σε ξύλινους κυλίνδρους προσαρμοσμένους στα άκρα του χάρτη. Τυπικές διαστάσεις ενός τέτοιου χάρτη ήταν τα 65 επί 100 εκατοστόμετρα και κλίμακα 1 προς 6.000.000. Ένδειξη γεωγραφικού μήκους εμφανίζεται τον 16ο αιώνα, πλην όμως υπήρχαν υποτυπώδεις κλίμακες μέτρησης αποστάσεων σε μίλια. Για λόγους απλούστευσης και εποπτείας η σχεδίαση, αν και βελτιωμένη, περιείχε στοιχεία μεγέθυνσης σε τοποθεσίες ιδιαίτερες για τη ναυσιπλοΐα όπως τα νησιά και τα ακρωτήρια, καθώς και τις εκβολές ποταμών αφού οδηγούσαν σε πόσιμο νερό και στην ενδοχώρα.
Η αναγραφή των ονομασιών και των τοπωνυμίων ακολουθεί τον κανόνα της γραφής εσωτερικά της στεριάς και σε διάσταση από τις ονομασίες νήσων. Διάταξη με σημείο αναφοράς τον Βορά δεν υπάρχει, λόγω του ότι ο χάρτης έπρεπε να μπορεί να περιστρέφεται σε κάθε ανάγνωση. Αντίθετα οι λεγόμενοι mappaemundi -χάρτες του Μεσαίωνα- είχαν προσανατολισμό ανατολικό ,για θρησκευτικούς λόγους (Άγιοι Τόποι), ενώ χάρτες όπως αυτός του Fra Mauro (1459) προσανατολίζεται στο Νότο. Πέρα από αυτά, υπήρχε πάντα το ερώτημα για την προέλευση των πορτολάνων χαρτών, ως προϊόν κάποιων προγενέστερων χαρτών. Όπως π.χ εξ αυτών των αρχαίων Ελλήνων, δηλαδή του Στράβωνα, του Ερατοσθένη και του Πτολεμαίου, ο οποίος επίσης ανέφερε συχνά τον Μαρίνο. Ο τελευταίος εισήγαγε την προβολή της στεριάς σε χάρτη, τους μεσημβρινούς και τους παραλλήλους, το 100μΧ περίπου.
Άλλη προσπάθεια διασύνδεσης της εν λόγω χαρτογραφίας με έργα Αράβων δημιουργών, όπως του al-Idrisi, υστερεί σε θέματα γνησιότητας των έργων.
Άλλοι πάλι ερευνητές υποστήριξαν τη βυζαντινή προέλευση των πορτολάνων χαρτών λίγο μετά το 1000μΧ.  Όμως οι υπέρμαχοι της ‘’μεσαιωνικής’’ σχολής τοποθετούν την κατασκευή των πορτολάνων χαρτών στην εποχή των αποδεδειγμένα υπαρχόντων, δηλαδή τα τέλη του 13ου αιώνα[2].

 
β.  Ο πορτολάνος χάρτης Carta Pisana (Carte Pisane)
Ο χάρτης πορτολάνος Carta Pisana θεωρείταιως ο παλαιότερος που έχει βρεθεί στο είδος του. Οφείλει την ονομασία του στον Jomard, πιθανών γόνος οικογένειας από την Πίζα. Πολύ συχνά η προέλευση του θεωρήθηκε γενοβέζικη, εκ της τεχνοτροπίας και η ηλικία του προσδιορίζεται στα τέλη του 13ου αιώνα[3].
Μάλιστα η χρήση τέτοιων χαρτών ήταν αρκετά διαδεδομένη και η χαρτογραφία έβαινε διαρκώς αναπτυσσόμενη, διότι έπρεπε να συμβαδίσει με την εκτεταμένη ναυτιλιακή δραστηριότητα, το εμπόριο και την αποικιοκρατική δράση των Ιταλικών ναυτικών δημοκρατιών, όπως της Βενετίας και της Γένοβας.
Το αν οι χάρτες πορτολάνοι όπως ο Carta Pisana ήταν αμιγώς εποπτικά βοηθήματα ή και μέσα ναυσιπλοΐας, αυτό αποτελεί ακόμα θέμα διερεύνησης.
Καταρχήν υπάρχουν ερωτήματα σχετικά με τον τύπο προβολής, δηλαδή το Γεωμετρικό μοντέλο -απεικόνισης της Γης στο επίπεδο- που χρησιμοποιήθηκε. Επιπρόσθετα υπάρχει ασάφεια για το αν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η μαγνητική πυξίδα για πλου, συναρτήσει των γενικών παραμορφώσεων των στεριών του πορτολάνου χάρτη, αλλά και των άγνωστων τοπικών μαγνητικών ανωμαλιών. Από μία άλλη άποψη υπήρχαν ενδείξεις ναυτιλιακής εφαρμογής όπως μαρτυρά η χρήση του σύμβολου του σταυρού. Αν και χρησιμοποιήθηκε συστηματικά στην επισήμανση αβαθών από τον Vesconte (1311), εντούτοις και στην περίπτωση του Carta Pisana τοποθετείται για να υποδείξει σκόπελο, νοτιοανατολικά της Σικελίας.
Στην προσπάθεια εύρεσης συσχετισμού μεταξύ του παλαιότερου σωζόμενου χάρτη (Carta Pisana) και στον προγενέστερο πορτολάνο/συλλογή οδηγιών προς ναυτιλλόμενους (Lo compasso da navigare), ομοίως δεν φαίνεται να υπάρχει αποτέλεσμα. Ο πρώτος αναγράφει τα ονόματα των λιμένων σε διαλέκτους ενώ ο δεύτερος χρησιμοποιεί την Ιταλική γλώσσα. Επίσης απουσιάζει αρκετά μεγάλος αριθμός λιμένων της Μαύρης θάλασσας από τον πορτολάνο. Τα παραπάνω διατυπώθηκαν ώστε να κατανοηθούν περισσότερο οι ιδιαιτερότητες και οι ελλείψεις στην προσπάθεια κατασκευής των πρώτων χαρτών-πορτολάνων του Μεσαίωνα, των οποίων τουλάχιστον η απεικόνιση, αν και εντυπωσιακή, διαφοροποιείται αισθητά από τους μεταγενέστερους εξελιγμένους.



Ο χάρτης Carta Pisana θεωρείται ως ο παλαιότερος
που έχει βρεθεί στο είδος του (τέλη 13ου αιώνα).
Φώτο: http://en.wikipedia.org/
γ. Τοπωνύμια ακτών Ηπείρου και Αιτωλοακαρνανίας στον Carta Pisana
Ξεκινώντας την ανάγνωση των παράκτιων ονομάτων με κατεύθυνση από το Βορά προς το Νότο θα διαπιστώσουμε πως η πρώτη ονομασία αφορά στη Gomenniza σημερινή Ηγουμενίτσα.  Ακολουθεί ο όρμος των Συβότων με την ονομασία Ciurta, γνωστόςσήμερα και ως Μούρτος. Στη συνέχεια αναγράφεται το όνομα Larta, η  Άρτα –πρωτεύουσα του Δεσποτάτου της Ηπείρου εκείνη την χρονική περίοδο [4].
Η λέξη cauo μεταφράζεται ως κόλπος, εννοώντας τον Αμβρακικό. Για την ονομασία Arfirro στην περιοχή της Ακαρνανίας, δεν υπάρχει ασφαλής ερμηνεία.
Πιθανώς να εννοείται η Αμφιλοχία. Νοτιότερα η ονομασία Nalico, εκτιμάται πως αντιστοιχεί στο Αιτωλικό ή  Ανατολικό, κατά μία ερμηνεία σαν γεωγραφικός προσδιορισμός ως προς τις Εχινάδες νήσους. Τέλος η νοτιότερη ονομασία αφορά στο λιμάνι της Ναυπάκτου, γνωστό ως Νepanto στους πρώιμους ιταλικούς χάρτες και Lepanto κατά τους Καταλανούς χαρτογράφους του Μεσαίωνα.

 
δ. Επίμετρο
Δυστυχώς τον επόμενο αιώνα, η επιδημία του Μαύρου θανάτου, που σάρωσε την Ευρώπη το 1348, είχε ως αποτέλεσμα τη δραστική δημογραφική και οικονομική πτώση. Χρειάστηκε περισσότερο από εκατό χρόνια για να επανέλθουν οι πληθυσμοί στους αριθμούς του 1300. Αντίστοιχο ήταν και το πλήγμα στην τέχνη της χαρτογραφίας. Για τους λόγους αυτούς πολλές νέες πόλεις δεν αναφέρονται σε χάρτες. Παράδειγμα από τη νέα πόλη Giulianova κοντά στην Ancona (1470) και το κάστρο Pizzo (1478), μόνο το δεύτερο αναφέρεται στον Vesconte Maggio lo Atlas (1512). Αντίστοιχη περίπτωση αποτελεί και το Φανάρι (Fanaro) της Κωνσταντινούπολης το οποίο, αν και αναφερόταν από τον Pietro Vesconte (1311), εν συνεχεία έπαψε να αναγράφεται επί μακρόν και κατόπιν θεωρήθηκε πως πρωτοεμφανίστηκε στους χάρτες, τον 15ο αιώνα[5].
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
[1] Eva G.R Taylor, The Haven Finding Art: a history of navigation from Odysseus to Captain Cook. London: 1956 p. 115-117.
[2] Tony Campbell, Portolan Charts from the Late Thirteenth Century to 1500,1978, p. 382.
[3] Επίσης δίνονται οι κατά προσέγγιση χρονολογίες ‘’ca 1275’’ και ‘’ca 1291’’. το ορόσημο ‘’ca.1290’’ συνεπάγεται πως για παράδειγμα δεν θα είχε τοποθετηθεί στον χάρτη αυτό , ένας σταυρός δίπλα από την πόλη Acre (Άκρα) αφού η πόλη πέρασε στους Τούρκους το 1291. Για τις διάφορες απόψεις περί χρονολόγησης του χάρτη βλ. Paolo Revelli, Partecipazione Italiana Alla Mostra Oceanografica Internazionale DiSiviglia, 1929.
[4] Ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (1282-1328) βλέποντας την απειλή συμμαχίας των Γάλλων με τους αυτονομημένους Ηπειρώτες, αντέδρασε στέλνοντας μισθοφορικά στρατεύματα στα Ιωάννινα και το Δυρράχιο, υποστηριζόμενα από το στόλο των συμμαχικών γενοβέζικων πλοίων, τα οποία έπλευσαν κατά της Άρτας, το έτος 1292. Norwich,J.J. Byzantium: The decline and fall, London 1995 , p.260.
[5] Ε.Todorova. More about Vicina and the West Black See Coast. 1978.

 
Το Περί Αλός προτείνει:
Πορτολάνοι 14-15ου αιώνος. Πιέσατε ΕΔΩ
Ανάλυση της Carta Pisana. Κατεβάστε το pdf ΕΔΩ
Το ανθρώπινο στους πορτολάνους. Πιέσατε ΕΔΩ
Ο Διεθνής Υδρογραφικός Οργανισμός και οι επίσημοι κρατικοί ηλεκτρονικοί ναυτιλιακοί χάρτες ENCs. Πιέσατε ΕΔΩ
 
 
 

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2014

Παρουσιάστηκε το βιβλίο της Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου

Περί Αλός
 
Ευχαριστώ πολύ όλες τις φίλες και τους φίλους που με τίμησαν με την παρουσία τους. Ιδιαιτέρως εκείνους που ήλθαν από πόλεις μακρινές, εκτός νομού Αττικής.

Εύχομαι πάντοτε να έχετε υγεία και να είστε γεμάτοι από αγάπη και φως.

 
Με επιτυχία πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της 22ας Οκτωβρίου στο Αίθριο της Δημοτικής Πινακοθήκης Πειραιά η παρουσίαση του βιβλίου της Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου με τίτλο «Λεξικό Αρχαίων Ελληνικών Ναυτικών Όρων».


Παναγιώτης Τριπόντικας, Πλωτάρχης Π.Ν. – Διευθυντής Πλωτού
Ναυτικού Μουσείου Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ»,
Αναστασία Αναγνωστοπούλου- Παλούμπη Πρόεδρος Ναυτικού
Μουσείου Ελλάδος, Ηλίας Αρ. Υφαντής, Καθηγητής Σ.Ν.Δ.,
Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου Συγγραφεύς-Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας,
Νανά Λάτση Ηθοποιός – Σκηνοθέτης, Ιδρύτρια και
Πρόεδρος του Ομίλου «ΕΞΑΛΕΙΠΤΡΟΝ» και
Γεώργιος Λεβέντης, Ναύαρχος ΠΝ, Διοικητής Σχολής Ναυτικών Δοκίμων.
 
Την εκδήλωση παρουσίαση η Ιδρύτρια και Πρόεδρος του Ομίλου «ΕΞΑΛΕΙΠΤΡΟΝ» κα Νανά Λάτση (Ηθοποιός – Σκηνοθέτης).

Για το βιβλίο μίλησαν οι Ιωάννης Παλούμπης, Αντιναύαρχος ε.α., Π.Ν.,
 

 
Ηλίας Αρ. Υφαντής, Καθηγητής Σ.Ν.Δ.
 
 
και Παναγιώτης Τριπόντικας, Πλωτάρχης Π.Ν. – Διευθυντής Πλωτού Ναυτικού Μουσείου Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ».
 

 
Τη βραδιά «έκλεψε» η μικρή Κασσάνδρα (κόρη της συγγραφέως) όταν κατά το πέρας της ομιλίας προσέφερε λουλούδια στη μητέρα της.

 
 
 
 

Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2014

ΛΕΞΙΚΟ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ


Παρουσίαση του βιβλίου:
ΛΕΞΙΚΟ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΝΑΥΤΙΚΩΝ ΟΡΩΝ

Περί Αλός

 

Σας περιμένω φίλοι μου την Τετάρτη, στις 22 Οκτωβρίου 2014, στις 7.00 το απόγευμα στο Αίθριο της Δημοτικής Πινακοθήκης Πειραιά, Φίλωνος 29.

 

Θα μιλήσουν:

Ιωάννης Παλούμπης, Αντιναύαρχος ε.α., Π.Ν.

Ηλίας Αρ. Υφαντής, Καθηγητής Σ.Ν.Δ.

Παναγιώτης Τριπόντικας, Πλωτάρχης Π.Ν. – Διευθυντής Πλωτού Ναυτικού Μουσείου Θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ»

 
Την εκδήλωση θα παρουσιάσει η Ιδρύτρια και Πρόεδρος του Ομίλου «ΕΞΑΛΕΙΠΤΡΟΝ» κα Νανά Λάτση (Ηθοποιός – Σκηνοθέτης)

Είσοδος Ελεύθερη

 


 

Περισσότερες πληροφορίες για τη συγγραφέα και το έργο της ΕΔΩ
 
Δείτε το βιντεάκι μας για το βιβλίο ΕΔΩ
 
 
 

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Ναυτικά Σχοινιά


Κατασκευή-Τύποι Σχοινίων
Περί Αλός

Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς – Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας
Μέλος Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.)

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Ελλάς», τ. 971, σ.71
ΣΕΠ. 2014, έκδοση της Ενώσεως Αποστράτων Αξιωματικών
Ναυτικού (Ε.Α.Α.Ν.), υποπτευόμενο από ΥΕΘΑ μέσω ΓΕΝ.

 


Ναυτικό σχοινί. ΦΩΤΟ: knappe.oliver
https://www.flickr.com/photos/106275498@N03/sets/
 

ΥΛΙΚΑ/ΤΡΟΠΟΙ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ
Ένα από τα κυριότερα εφόδια των πλοίων τα οποία ανήκουν στον βασικό εξαρτισμό του σκάφους αποτελούν τα ναυτικά σχοινιά. Κατασκευάζονται κυρίως από φυτικές ίνες (σκληρές ή μαλακές) ή από τεχνιτές (συνθετικές) ίνες. Οι ίνες, κατόπιν ειδικής επεξεργασίας [1], γνέθονται και στρέφονται, συνήθως προς τα δεξιά, για να σχηματίσουν το κλώσμα (σφιλάτσο-yarn). Το κλώσμα αυτό θεωρείται η βάση για τη δημιουργία σχοινιού.





Τρόπος κατασκευής μονόπλοκου σχοινιού.
ΦΩΤΟ:  Φαμηλωνίδης, 2005, σελ.1.

Εν συνεχεία τα κλώσματα στρέφονται κατά την αντίθετη φορά, από αυτή των ινών, (στη περίπτωσή μας αριστεροστρόφως), για να δημιουργήσουν το έμβολο (έμπολο-stand). Όταν τρία έμβολα πλέκονται δεξιοστρόφως σχηματίζουν ένα δεξιόστροφο μονόπλοκο σχοινί, όπως είναι δηλαδή τα περισσότερα σχοινιά των πλοίων. Αντιστοίχως τρία έμβολα πλεγμένα αριστερά σχηματίζουν ένα αριστερόστροφο μονόπλοκο σχοινί (Hawser laid rope).
Ετούτη η εναλλαγή στροφής (από δεξιά προς τα αριστερά και τανάπαλιν) από τις ίνες μέχρι το έμβολο και το σχοινί, είναι απαραίτητη για να εξασφαλίζεται και να διατηρείται η μορφή του σχοινιού.
Σε περίπτωση που χρησιμοποιηθούν τέσσερα έμβολα για την δημιουργία σχοινιού τότε αυτά καλούνται εντέταρτα (shroud laid ropes). Τα έμβολα, τότε, στρίβονται γύρω από ένα άλλο, πέμπτο έμβολο, το οποίο παραμένει στο κέντρο συστροφής των τεσσάρων άλλων εμβόλων και καλείται «μήτρα» ή «φυτίλι» (core). Τα εντέταρτα σχοινιά παρουσιάζουν μικρότερη αντοχή καθώς και ελαστικότητα από το μονόπλοκο έντριτο και χρησιμοποιούνται σπάνια στα πλοία.
Τα μονόπλοκα έντριτα σχοινιά αν συστραφούν μεταξύ τους με διεύθυνση αντίθετη από αυτήν που έχει σχηματισθεί καθένα από αυτά σχηματίζουν ένα δίπλοκο σχοινί (cable laid rope).
Τα δίπλοκα σχοινιά παρουσιάζουν μεγαλύτερη ελαστικότητα από τα μονόπλοκα του ιδίου μεγέθους. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται σε εργασίες όπου η ελαστικότητα κατέχει τον πρώτο ρόλο, όπως π.χ. στη ρυμούλκηση.

Πλεκτά (plaited ropes) καλούνται τα σχοινιά των οποίων τα έμπολα αντί να συστρέφονται πλέκονται μεταξύ τους. Διακρίνονται σε μονής και διπλής πλέξης. Είναι καταλληλότερα για πρόσδεση των πλοίων γιατί ενώ παρουσιάζουν την ίδια αντοχή με τα μονόπλοκα έντριτα του ιδίου μεγέθους, έχουν πολύ μεγαλύτερη ευκαμψία και πιάνουν/σφίγγουν καλύτερα στα τύμπανα των βαρούλκων ή του εργάτη.

Σε γενικές γραμμές, τα καλής ποιότητας σχοινιά και τα πιο ανθεκτικά, είναι απαραίτητα εκεί που δημιουργούνται ισχυρές τάσεις και υφίσταται περισσότερη έκθεση στον ήλιο και στις καιρικές συνθήκες. Αντιθέτως, για τις βοηθητικές εργασίες προτιμώνται τα σχοινιά δεύτερης ποιότητας (πιο οικονομικά).






Τρόπος κατασκευής συρματόσχοινου. Διακρίνεται
(με μπλε χρώμα) η κύρια μήτρα κατασκευασμένη
από φυτική ίνα (κάνναβη ή γιούτα).
ΦΩΤΟ: επεξ. από: Φαμηλωνίδης, 2005, σελ.17.

ΕΙΔΗ/ΤΥΠΟΙ ΣΧΟΙΝΙΩΝ
ΣΧΟΙΝΙΑ ΑΠΟ ΦΥΤΙΚΕΣ ΙΝΕΣ
Α. Σχοινιά από σκληρές φυτικές ίνες
Μανίλα (manila ropes)
Πολλάκις στην αγγλική ο τύπος σχοινιού μανίλα απαντάται ως manila hemp γνωστό ως «Κάνναβη Μανίλας». Σε καμία περίπτωση όμως δεν σχετίζονται με την κάνναβη. Αυτή η σύγχυση ενδεχομένως να δημιουργήθηκε από κάποιους εξερευνητές οι οποίοι επισκέφθηκαν την Μανίλα και διαπίστωσαν ότι οι ντόπιοι χρησιμοποιούσαν διαφορετικές φυτικές ίνες ως πρώτη ύλη για τα σχοινιά τους. Καθώς δεν ήταν βοτανολόγοι κινήθηκαν σύμφωνα με την εμπειρία τους: όλα τα σχοινιά ήταν φτιαγμένα από κάνναβη, οπότε αυτά που έβλεπαν ήταν απλώς ένα συγκεκριμένο είδος καννάβινων σχοινιών που χρησιμοποιούσαν στην Μανίλα [2].
Ωστόσο θα πρέπει να αναφέρουμε ότι υπάρχουν σαράντα εννέα φυτά κάνναβης που αναφέρονται στο Matthews Textile Fibers (1947) που αντιπροσωπεύουν ίνες από άλλα φυτά εκτός από την κάνναβη (Cannabis sativa) [3].
Τα σχοινιά μανίλα κατασκευάζονται από τις ίνες του φυτού abaca (Musa textilis). Πρόκειται ένα είδος μπανάνας (βανανέα η υφαντική) που ευδοκιμεί στην Φιλιππίνες. Έχει κορμό πολύ χονδρό, ύψους μέχρι και 6 μέτρων. Από τον κορμό παράγονται οι ίνες τις οποίες χρησιμοποιούν για την κατασκευή σχοινιών, σπάγγου, σάκου και χαρτιού.
Το σχοινί μανίλα είναι εύκαμπτο, λείο, στιλπνό, αντοχής και με μεγάλη διάρκεια ζωής. Επιμηκύνεται μέχρι περίπου 15%-16% του μήκους του.



Σχοινί τύπου Μανίλα. ΦΩΤΟ: http://www.knotandrope.com/

Σχοινιά Σιζάλ (sisal ropes)
Κατασκευάζονται από τις ίνες του φυτού Agave sisalana, το οποίο φέρει καταγωγή από το νότιο Μεξικό, (λιμάνι Γιουκατάν Sisal, Κόλπος Μεξικού) αλλά καλλιεργείται ευρέως και πολιτογραφήθηκε σε πολλές άλλες χώρες.

Κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου, όταν άλλες παρόμοιες ίνες ήταν σε έλλειψη για την κατασκευή ναυτικών σχοινιών, τα σχοινιά σιζάλ αποδείχθηκαν κατάλληλα για τις ναυτικές εργασίες [4].

Η αντοχή του σχοινιού σιζάλ είναι όμοια με μεσαίας ποιότητας σχοινιού Μανίλας [5]. Είναι στιλπνό αλλά η επιφάνειά του είναι ανώμαλη γι’ αυτό και η παρατεταμένη χρήση του με γυμνά χέρια είναι ενοχλητική. Φθείρεται γρήγορα και όταν βραχεί διογκώνεται περισσότερο από το σχοινί μανίλα. Χρησιμοποιείται σε δευτερεύουσες εργασίες.

Καρυόσχοινα (coir ropes)
Πρώτη ύλη των καρυόσχοινων αποτελούν οι ίνες που υπάρχουν στις φλούδες του κοκοφοίνικα (Cocos nucifera, Κόκος ο καρυοφόρος). Η αγγλική λέξη για τον κοκοφοίνικα, «coir», προέρχεται από την λέξη «Kayar» η οποία στην ινδική διάλεκτο Malayalam (Μαλαγιάλαμ) σημαίνει καλώδιο [6].
Την εκτεταμένη χρήση του κοκοφοίνικα για τα ναυτικά σχοινιά αναφέρουν Άραβες συγγραφείς του 11ου αιώνα μ.Χ.
Πρόκειται για σκληρά και δύσκαμπτα σχοινιά με κοκκινωπό χρώμα. Σε θέματα αντοχής χαρακτηρίζονται ως τα ασθενέστερα από όλα τα σχοινιά [7]. Κύριο πλεονέκτημά  τους είναι το μικρό τους  βάρος αλλά και ότι είναι  τα μόνα σχοινιά που επιπλέουν  στη θάλασσα επειδή δεν απορροφούν  το νερό και δεν προσβάλλονται  από την υγρασία. Επίσης έχουν  μεγάλη ελαστικότητα, δηλαδή εκτείνονται  σημαντικά πριν κοπούν.





Ναυτικά σχοινιά
ΦΩΤΟ: Κώστας Λαδάς http://kostasladas.blogspot.gr/


 
 
 
Β. Σχοινιά από μαλακές φυτικές ίνες
Καννάβινα σχοινιά (hemp ropes)
Κατασκευάζονται από τις ίνες του στελέχους του φυτού κάνναβη. Μεγάλη χρήση των σχοινιών αυτών παρουσιάστηκε κατά την Εποχή των Ιστιοφόρων (16ος- μέσα19ου αιώνος) ενώ σήμερα λόγω της σπανιότητας της πρώτης ύλης και του υψηλού κόστους τείνει να εκλείψει. Ήταν κεδρωτά (δηλαδή αλείφονταν με κατράμι [8], για να προφυλάσσονται από την υγρασία) και είχαν την ιδιότητα να μην συστέλλονται σε περίπτωση που βρέχονταν. Παρά το γεγονός ότι τα κεδρωτά διατηρούνται επί περισσότερο χρόνο, παρουσιάζουν μικρότερη αντοχή από τα λευκά (ακέδρωτα) καθώς το κέδρωμα καίει τα νήματα. Προκειμένου να επιτευχθεί η προστασία από την υγρασία διχως όμως να μειώνεται η αντοχή τους, σήμερα αντί της κεδρίας χρησιμοποιούνται πλέον χημικά παρασκευάσματα ειδικά για τον σκοπό αυτό.
Ειρήσθω εν παρόδω ότι η συνήθεια να κεδρώνεται το ναυτικό σχοινί από κάνναβη έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα [9].

Βαμβακερά σχοινιά (cotton ropes)
Πρώτη ύλη για την κατασκευή τους, όπως μαρτυρεί και η ονομασία τους, αποτελεί το βαμβάκι. Τα βαμβακερά σχοινιά υιοθετήθηκαν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό κατά τον 19ο αιώνα. Ο φημισμένος Καναδός Ναυπηγός Donald McKay (September 4, 1810 – September 20, 1880), ο κατασκευαστής του περίφημου ClipperRepublic” εξόπλισε όλα τα πλοία του με βαμβακερά σχοινιά . Ο Πλοίαρχος Brown δήλωσε ότι στο ιστιοφόρο Medora χρησιμοποιήθηκαν βαμβακερά σχοινιά για 28 μήνες και τα βρήκε, σε κάθε περίπτωση, πολύ καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο τύπο σχοινίου που είχε μέχρι τότε χρησιμοποιήσει. «Σε υγρό καιρό, επίσης, το βαμβακερό σχοινί γίνεται πιο εύκαμπτο, ενώ στην παγωνιά δεν είναι τόσο δύσκαμπτο όπως τα τύπου μανίλα» [10].
Πρόκειται για ένα πολύ μαλακό σχοινί, κατά κανόνα λεπτό, που όμως εύκολα ρυπαίνεται. Κατά ένα μεγάλο ποσοστό έχουν αντικατασταθεί σήμερα από τα ναύλον.

Σχοινιά Γιούτα (jute)
Κατασκευάζεται από  τις ίνες του φυτού γιούτα και συγκεκριμένα του είδους Corchorus capsularis (Κόρχορος). Στην αρχαία Ινδία, ιδιαιτέρως στη Βεγγάλη, από τις ίνες του φυτού αυτού κατασκεύαζαν πάσης χρήσεως σχοινιά για τις οικιακές, κυρίως, εργασίες τους [11].
Λόγω της μικρότερης αντοχής του από την κάνναβη, χρησιμοποιείται για τις μήτρες των συρματοσχοίνων.

Σχοινιά από λινάρι (flax)
Κατασκευάζεται από τις ίνες λιναριού (Linum). Πρόκειται για ένα πολύ λεπτό σχοινί το οποίο χρησιμοποιείται για ράψιμο μουσαμάδων και ιστίων (ιστιόραμμα) αλλά και ως βάση για την κατασκευή μουσαμάδων και λινών ιστίων.
Το λινάρι αποτέλεσε την πρώτη ύλη για την κατασκευή ιστίων στη Μεσόγειο από το 2000 π.Χ.  [12].




 

Δεξιόστροφο μονόπλοκο νάυλον σχοινί.

ΣΧΟΙΝΙΑ ΑΠΟ ΤΕΧΝΗΤΕΣ ΙΝΕΣ

Σχοινιά από νάυλον
Κατασκευάζονται από ίνες πολυαμίδης (συντομογραφία ΡΑ). Εφευρέτης και κατασκευαστής του νάιλον είναι η Αμερικανική Εταιρία Χημικών DuPont (28 Φεβρουαρίου του 1935) η οποία με την εισαγωγή του νέου αυτού υλικού στην αγορά βοήθησε να παράγουν τις πρώτες ύλες για αλεξίπτωτα, ναυτικά σχοινιά κι ελαστικά.
Τα σχοινιά από νάυλον είναι εύκαμπτα, ελαστικά, με μεγάλη αντοχή και δεν επηρεάζονται από την υγρασία. Δεν επιπλέουν στο νερό και οι ίνες του είναι ευπαθείς με τα οξέα. Οι άκρες του καίγονται εύκολα. Αυτή η ιδιότητα τους δίνει το πλεονέκτημα, όταν τα άκρα των εμβόλων κρατηθούν στιγμιαία πάνω από φλόγα, να κλείνουν ομοιόμορφα με αποτέλεσμα να αποφεύγεται το ξέφτισμα στις άκρες του σχοινιού.

Σχοινιά από πολυεστέρα (τερυλέν/terylene)
Τα σχοινιά αυτά έχουν ως πρώτη ύλη την ρητίνη τερεφθαλικού πολυαιθυλενίου  Polyethylene terephthalate (συντομογραφία PET). Η ονομασία «τερυλέν» δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1940 (από τα στοιχεία της συνθετικής ύλης terephthalic (acid) + ethylene) και σήμερα δεν απαντάται συχνά.
Έχουν μεγάλη αντοχή κατά την τριβή τους σε ράουλα ή δέστρες, υπερδιπλάσια αντοχή από εκείνα του τύπου Μανίλα αλλά μισή από εκείνα του νάυλον. Δεν επηρεάζονται από το βρέξιμο, έχουν εξαιρετική αντίσταση στα οξέα αλλά όχι στα αλκάλια.

Σχοινιά από πολυαιθυλένιο (polyethylene ή polythene)
Το πολυαιθυλένιο (συντομογραφία ΡΕ) είναι το γνωστόν τοις πάσι πλαστικό. Τα σχοινιά κατασκευασμένα από πολυαιθυλένιο είναι ελαφριά κι επιπλέουν στο νερό. Έχουν διπλάσια αντοχή από τα τύπου μανίλα και όταν βραχούν απορροφούν πολύ λίγο νερό. Είναι ανθεκτικά στο φως του ηλίου και την τριβή και είναι ανεπηρέαστα από τα περισσότερα βιομηχανικά χημικά.

Σχοινιά από πολυπροπυλένιο (polypropylene)
Το πολυπροπυλένιο (συντομογραφία PP ) είναι ένα πολυμερές το οποίο γίνεται από το μονομερές προπυλενίου. Είναι τραχύ και ασυνήθιστα ανθεκτικό σε πολλά χημικά διαλυτικά, οξέα και βάσεις.
Τα σχοινιά που είναι κατασκευασμένα από το υλικό αυτό θεωρούνται ότι έχουν τα περισσότερα πλεονεκτήματα. Έχουν διπλάσια αντοχή από τα τύπου μανίλα, οικονομικότερα από τα ναύλον και πολυεστέρα, επιπλέουν στο νερό και δεν επηρεάζεται η αντοχή τους από την υγρασία. Χρησιμοποιούνται ευρύτατα στα εμπορικά πλοία.

Επιπροσθέτως υπάρχουν και τα σχοινιά από ανθρακονήματα (kevlar) ή dyneema τα οποία έχουν εξαιρετική αντοχή. Λόγω του υψηλού κόστους συνήθως χρησιμοποιούνται σε ειδικές περιπτώσεις [13].


 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Η ειδική επεξεργασία, όπως π.χ. λείανση, αφορά μόνο τις φυτικές ίνες.
[2] Ο Hagenbuch υποστηρίζει ότι η σύγχυση αυτή δημιουργήθηκε από τον Βρετανό εξερευνητή και θαλασσοπόρο James Cook (1728 –1779). Για το θέμα αυτό διατηρώ επιφυλάξεις. Αφενός ο Cook φρόντιζε στα ταξίδια του να συνοδεύεται από βοτανολόγους αφετέρου δεν έχω διασταυρώσει, προς το παρόν, την πληροφορία αυτή με άλλη πηγή. (Hagenbuch, 2006, σελ 2). Από την άλλη υπάρχει η πληροφορία ότι όταν ο Μαγγελάνος έφθασε το 1521 στις Φιλιππίνες είδε τους αυτόχθονες νησιώτες να κατασκευάζουν υφάσματα από τις ίνες του φυτού Musa textilis (GhilleanNesbitt, 2005, σελ. 301).
[3] Ghillean – Nesbitt, 2005, σελ. 296.
[4] Ghillean – Nesbitt, 2005, σελ. 301.
[5] Συγκεκριμένα, η αντοχή τους είναι μικρότερη κατά 20% από εκείνης των σχοινιών καννάβεως και μανίλας. (Σδούγκος, σελ. 18)
[6]  GhilleanNesbitt, σελ. 292.
[7] Κατά τον Σδούγκο, περίπου το 1/4-1/5 της αντοχής των τύπων μανίλα (Σδούγκος 1986, σελ. 17 ). Κατά των Φαμηλωνίδη η αντοχή τους είναι περίπου το 1/6 της αντοχής των σχοινιών μανίλα του ιδίου μεγέθους (Φαμηλωνίδης, 2005 σελ. 5).
[8] κατράμι ή κεδρία: παχύρρευστο, σκουρόχρωμο, υγρό το οποίο λαμβάνεται κατά την ξηρά απόσταξη ρητινούχων ξύλων.
[9] Ιωαννίδου, 2007: «Άγκυρες, βαρούλκα και ρεμέτζα στην αρχαία Ελλάδα» σελ. 82. (http://perialos.blogspot.gr/2011/02/blog-post_21.html)
[10] Turner, 1857 σελ. 222
[11] Μεταξύ άλλων ιστορικών εγγράφων γίνεται αναφορά στο Ain-e-Akbari του Abul Fazal (http://en.wikipedia.org/wiki/Jute)
[12] Ιωαννίδου 2013: «Το ιστιοφόρο μινωϊκό πλοίο. Σύντομη προσέγγιση στο πλοίο της Θήρας», σελ. 47 (https://www.academia.edu/4325847/_._ ) καθώς και στην αγγλική: «The Minoan Sailing Vessel. A quick overview of the “Ship of Thera”» https://www.academia.edu/6439818/The_Minoan_Sailing_Vessel._A_quick_overview_of_the_Ship_of_Thera_
[13] Πριόβολος, 2011.

 

ΣΥΝΤΟΜΟΓΡΑΦΙΕΣ/ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Δημαράκης, 1995: Αναστασίου Δημαράκη, «Αρμενιστής σκαφών αναψυχής» (Βουλιαγμένη, 1995).

Ιωαννίδου, 2007: Κρίστυ  Εμίλιο Ιωαννίδου, «Άγκυρες, βαρούλκα και ρεμέτζα στην αρχαία Ελλάδα» περιοδικό «Ναυτική Ελλάς», τεύχος 888, σελ. 82, Σεπτέμβριος 2007, έκδοση της Ελληνικής Θαλάσσιας Ένωσης / ΓΕΝ.

Ιωαννίδου, 2013: Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου, «Το ιστιοφόρο μινωϊκό πλοίο. Σύντομη προσέγγιση στο πλοίο της Θήρας», περιοδικό "Ναυτική Ελλάς", τ.958, σελ. 47, Ε.Α.ΑΝ. / ΓΕΝ Αύγουστος 2013

Ιωαννίδου, 20014: «Λεξικό Αρχαίων Ελληνικών Ναυτικών Όρων», (Αθήνα: Historical Quest, 2014)

Κωστάλας,  Κωστάλα Ηλία, «Οδηγός Ναυτικής Τέχνης», (Πειραιάς: Σταυριανάκης)

Πριόβολος, 2011: Πριόβολος Σπύρος «Τα σχοινιά του σκάφους μας»,  περιοδικό Thalassa, τεύχος 111, Μάιος, (Αθήνα: Thalassa, 2011). (http://www.thalassamedia.gr/texnika/skafos/texnika/202-ta-sxoinia-tou-skafous-mas.html)

Σδούγκος, 1986: Ζ. Ν. Σδούγκος, «Ναυτική Τέχνη», (Αθήνα: Ίδρυμα Ευγενίδου/ΑΔΣΕΝ 1986)

Τριπολίτης-Τριάντης, 2013: Κωνσταντίνος Τριπολίτης-Γεώργιος Τριάντης, «Ναυτική Τέχνη Έκτακτες Ανάγκες», (Αθήνα: ΟΕΔΒ, Τεχνικά-Επαγγελματικά Εκπαιδευτήρια, τομέας Ναυτικός-Ναυτιλιακός, 2013).

Φαμηλωνίδης, 2005: Γεωργίου Ιωσήφ Φαμηλωνίδη, «Ναυτική Τέχνη» (Αθήνα: Ίδρυμα Ευγενίδου/ΑΔΣΕΝ 2005)

Ghillean – Nesbitt, 2005: Ghillean Prance – Mark Nesbitt, eds. «The Cultural History of Plants» (New York: Routledge, 2005).

Hagenbuch, 2006: Bill Hagenbuch, “The story of rope”, Rope cord NEWS THE CORDAGE INSTITUTE (Wayne, Pennsylvania: Cordage Institute, 2006), Vol. VX, No. 1 page 2.

Matthews-Mauersberger, 1947: J. Merritt Matthews; Herbert R. Mauersberger, «Matthews' Textile fibers : their physical, microscopical, and chemical properties», (New York: John Wiley and Sons, 1947)

Turner, 1857: J. A. Turner, “THE COTTON PLANTER'S MANUAL: BEING A COMPILATION OF FACTS FROM THE BEST AUTHORITIES ON THE CULTURE OF COTTON; ITS NATURAL, HISTORY, CHEMICAL ANALYSIS, TRADE, AND CONSUMPTION; AND EMBRACING A HISTORY OF COTTON AND THE COTTON GIN”(New York: C. M. Saxton and Company, 1857) σελ. 222

 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...