ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

Ναυτικός πολιτισμός στο Αιγαίο μέσα από τεκμήρια και μαρτυρίες


 
Mια διαχρονική προσέγγιση από την προϊστορία μέχρι του Αρχαίους χρόνους.

Περί Αλός

Της Σαπφώ Α. Μορτάκη
Δρ. Ιστορίας της Τέχνης – Μουσειολόγου

 

Δημοσιεύθηκε στο περ. «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ της Ναυτικής Ιστορίας»,
τ. 78, σ.50, ΙΑΝ-ΜΑΡΤ 2012, έκδ. Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση του ΝΜΕ.

 



Η προϊστορική πόλη της Φυλακωπής στη Μήλο.
ΦΩΤΟ:http://www.milos.gr/

Στο σπήλαιο Φράγχθι της Αργολίδας, στην είσοδο του Αργολικού κόλπου, τα έτη 1967-1976 και 1980-1982 επιστημονική ομάδα σε συνεργασία με τα πανεπιστήμια Pennsylvania και Indiana με επικεφαλής τον καθηγητή της αρχαιολογίας Thomas Jacobsen, υπό την αιγίδα της Ελληνικής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών της Αθήνας πραγματοποίησε αρχαιολογικές ανασκαφές κατά τις οποίες σε στρώμα του 8.000 π.Χ. ανακάλυψε κομμάτια μιας σκληρής πέτρας, γνωστής ως οψιανός ή οψιδιανός. Διαπίστωσαν ότι τα συγκεκριμένα κομμάτια οψιδιανού δεν ήταν ντόπια προϊόντα, καθόσον μόνο στα νταμάρια της Μήλου, στη Φυλακωπή, εξορύσσονταν τέτοιο είδος οψιδιανού, και άρα είχαν μεταφερθεί από τη Μήλο με κάποιου είδους πλωτό μέσο, ικανό να μεταφέρει ανθρώπους κι εμπορεύματα και μάλιστα με περισσότερους του ενός κωπηλάτες και το πιθανότερο πρέπει να ήταν η παπυρέλλα, ένας τελειοποιημένος τύπος της κερκυραϊκής παπυρέλλας, ένα είδος πλοιαρίου που κατασκευαζόταν στην Κέρκυρα και ήδη είχε γίνει αντικείμενο έρευνας από Έλληνες ιστορικούς κι ερευνητές. Η επιστημονική ομάδα του ΕΙΠΝΠ σε διάστημα τριών μηνών ανακατασκεύασε μια νέα βελτιωμένη παπυρέλλα και από τις 8-28 Οκτωβρίου 1988, με τη συμμετοχή μελών του ως πλήρωμα, πραγματοποίησε ταξίδι από την Αργολίδα στη Μήλο υπό συνθήκες που θύμιζαν την παλαιά εκείνη εποχή, χωρίς την παραμικρή σύγχρονη βοήθεια, αποδεικνύοντας ότι το ταξίδι εκείνο ήταν δυνατό να είχε γίνει με ένα παρόμοιο σκάφος.
Έτσι αποδείχθηκε ότι οι εμπορικές συναλλαγές στα νερά του Αιγαίου πελάγους είχαν ήδη αρχίσει πριν από 10.000 χρόνια, γεγονός σημαντικό, αφού παγκοσμίως δεν είχε επισημανθεί αρχαιότερος πλους (Λάζος, 1996).

Ο ναυτικός πολιτισμός στ ο Αιγαίο Πέλαγος κατά την πρωτοκυκλαδική ΙΙ περίοδο (2.800-2.300 π.Χ.)
Οι κάτοικοι των πολυάριθμων νησιών του Αιγαίου, αφού κυριάρχησαν στο φυσικό περιβάλλον του νησιού τους, θέλοντας να καλύψουν τις ανάγκες τους για ανεύρεση μέσων διαβίωσης, για επικοινωνία, για εξερεύνηση, ακόμα και για κυριαρχία, οδηγήθηκαν στην κατασκευή των πρώτων πλωτών μέσων, ώστε ανέπτυξαν την επικοινωνία και την ανταλλαγή των προϊόντων τους με τα γύρω παράλια αρχικά και στη συνέχεια με περιοχές εκτός της θάλασσάς τους, όπως το Ιόνιο πέλαγος, τις Δαλματικές ακτές, τη Σικελία αλλά και τη Μικρά Ασία, την Κρήτη, την Τροία.

Όσα γνωρίζουμε για τα πλοία της εποχής αυτής προέρχονται από παραστάσεις και εγχάρακτες διακοσμήσεις αντικειμένων σε πήλινα τηγανόσχημα σκεύη της πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου (Δαμιανίδης, 1997) και ιδίως τα τηγανόσχημα σκεύη της Σύρου της πολιτιστικής φάσης Κέρος – Σύρος (2.800-2.200 π.Χ.), τα οποία διασώζουν τις αρχαιότερες έως σήμερα αναπαραστάσεις ελληνικού πλοίου της εποχής του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού. Τα πρωτοκυκλαδικά αυτά πλοία φαίνεται να είναι εξελιγμένης ναυπηγικής τέχνης (Λάζος, 1996). Αν και η μορφή τους είναι αρκετά σχηματική είναι ευδιάκριτα πολλά βασικά χαρακτηριστικά: στην ελαφρά ανασηκωμένη πλώρη είναι εμφανής η ύπαρξη ενός είδους εμβόλου, η πρύμνη ογκώδης κι αρκετά ανασηκωμένη είναι διακοσμημένη στην επάνω απόληξή της με τη σχηματική μορφή ενός ψαριού, ενώ μερικές γραμμές, χαραγμένες στο πίσω μέρος της, επιδιώκουν να απεικονίσουν ή ένα ύφασμα ή σκοινιά που κρέμονται. Οι σειρές των κουπιών και στις δύο πλευρές του σκάφους υποδηλώνουν το μήκος του και, κατά συνέπεια, την κλίμακα απεικόνισής του. Το μέγεθος και το σχήμα του φανερώνουν πολύκωπη κι όχι μονόξυλη κατασκευή. Από την έλλειψη δε οιουδήποτε ίχνους ιστιοφορίας συμπεραίνεται ότι πρόκειται για αμιγώς κωπήλατα σκάφη (Δαμιανίδης, 1997). Η Μπινίση μιλώντας για την απλουστευμένη απεικόνιση αυτών των πλοίων επισημαίνει:

Η απλοϊκότητα των αποδόσεων είναι μερικές φορές παραπλανητική ως προς τις ναυτικές ικανότητες των εικονιζομένων σκαφών. Στην Τρίτη χιλιετία π.Χ. όμως, υπάρχει ήδη στον ελλαδικό χώρο μια ναυπηγική παράδοση πέντε χιλιάδων τουλάχιστον χρόνων, ενώ η χρήση μετάλλων, που είναι γνωστή αυτή την εποχή θα ενίσχυε την κατασκευή τους. Τα πλοία αυτά, πέρα από τις ειρηνικές ασχολίες, θα πρέπει να χρησιμοποιούντο και για την άμυνα και ίσως να αποτέλεσαν και το «υπόδειγμα» για τα πολεμικά πλοία που θα κατασκευαστούν αργότερα στην Ελλάδα και τη Ρώμη (Λάζος, 1996, 39).



Δοκός. Λίθινες άγκυρες από το
ναυάγιο. Πρωτοελλαδική II.
 Iνστιτούτο Eναλίων Aρχαιολογικών
Eρευνών-B' EΠKA. YΠΠO/TAΠ.
ΦΩΤΟ: http://www.fhw.gr/

Στοιχεία για την εποχή αυτή αντλούνται από το ναυάγιο της Δοκού, το οποίο αποτελεί το αρχαιότερο γνωστό ναυάγιο στον κόσμο. Εντοπίστηκε το καλοκαίρι του 1975 από τον ερευνητή βυθών Peter Throckmorton και άρχισε συστηματική ανασκαφή του ναυαγίου το καλοκαίρι του 1989 από το Ινστιτούτο Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών υπό την επίβλεψη του αρχαιολόγου Γ. Παπαθανασόπουλου. Το ενάλιο εύρημα αποτελεί μια από τις πιο πολύτιμες μαρτυρίες για την πρώιμη ναυσιπλοΐα, που πρόσφερε μεγάλες δυνατότητες στο θαλάσσιο εμπόριο, όπως επίσης και για το επίπεδο της τεχνολογίας της εποχής του χαλκού και την οικονομία του Αιγαίου κατά τους ύστερους χρόνους της τρίτης π.Χ. χιλιετίας.

 
Μινωική Εποχή
Τον πρώιμο ναυτικό πολιτισμό της πρωτοκυκλαδικής ΙΙ περιόδου διαδέχεται ο οργανωμένος πλέον μινωικός που διαμορφώθηκε στην Κρήτη κατά τους προϊστορικούς χρόνους (3.000-1.300 π.Χ.) από τους λαούς που κατοικούσαν τότε τη νήσο, τους Μινωικούς, που ως επί τον πλείστον ήταν γεωργοί και ναυτικοί. Ως θαλασσινοί, αλιείς και ναυτικοί είχαν συνάψει εμπορικές σχέσεις με πολλούς μεσογειακούς λαούς και είχαν ιδρύσει μινωικές αποικίες σε νησιά και παράλια του Αιγαίου Πελάγους (Πλάτων, 1970).

Η Ναυτιλία κατά την Παλαιοανακτορική Περίοδο
Οι γνώσεις μας για τα πλοία της εποχής περιορίζονται σε λίγες παραστάσεις, ιδίως επάνω σε σφραγιδόλιθους, που, εξαιτίας του περιορισμένου μεγέθους τους, δε μας δίνουν παρά συμβατική ή συνοπτική εικόνα τους. Μας διαφωτίζουν μόνο ως προς τη γενική μορφή των πλοίων με την υψηλή πλώρη, που συχνά διχαλώνεται, και τη χαμηλή πρύμνη, που συχνά καταλήγει πίσω σε ένα οριζόντιο έμβολο. Τα περισσότερα πλοία ήταν ιστιοφόρα με ένα έως τρία κατάρτια, εφοδιασμένα με προτόνους [1] και επιτόνους [2] και με ένα ή δύο κύρια πανιά, κάποτε και άλλα μικρότερα βοηθητικά, στην πλειοψηφία τους κωπήλατα, συχνά δε τα κουπιά των πηδαλίων ήταν πολύ μεγαλύτερα από τα άλλα. Ενίοτε διακρίνονται οι κουπαστές, ένα είδος γέφυρας και πολύ σπάνια ένας μικρός θαλαμίσκος στη μέση.

Είναι όμως βέβαιο ότι τα ποντοπόρα πλοία που διέσχιζαν τρικυμισμένες θάλασσες, θα έπρεπε να είχαν καλύτερη κατασκευή και βελτιωμένο εξοπλισμό. Άγνωστη είναι και η ύπαρξη πολεμικών πλοίων για την προστασία της νήσου από πειρατικές ή άλλες επιδρομές, δεδομένου ότι οι πόλεις της, ακόμη και τα ανακτορικά κέντρα, είχαν μείνει ατείχιστα (Πλάτων, 1970).



Λεπτομέρεια της νηοπομπής από την τοιχογραφία της Θήρας.

Μινωική Θαλασσοκρατορία
Η Μινωική εξάπλωση στο Αιγαίο θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί χωρίς τη θαλασσοκρατορία των Κρητών. Ο Μίνωας με τον αδερφό του Ροδάμανθη ήταν εκείνοι που από τη μία ένωσαν τα έθνη της Κρήτης σε ενιαίο σύνολο και δημιούργησαν το «Κοινό των Κρητών» ή αλλιώς την Κρητική πολιτεία με νόμους και θεσμούς, τους οποίους αργότερα αντέγραψαν οι Σπαρτιάτες με τον Λυκούργο και οι Αθηναίοι με τον Σόλωνα. Σύμφωνα με τους Θουκυδίδη (3-9), Ισοκράτη (Παναθηναϊκός), Διόδωρο (Βίβλος 4, 5), Στράβωνα (Βίβλος 10) κ.ά., ο Μίνωας συγκρότησε πολεμικό ναυτικό με αποτέλεσμα και ο ίδιος να γίνει θαλασσοκράτορας και να ελευθερωθούν οι θαλάσσιοι δρόμοι, ώστε οι Έλληνες να μπορέσουν να ασχοληθούν με τη ναυτιλία, να πλουτίσουν, να επικρατήσουν, να σταματήσουν το μεταναστευτικό βίο που τους εξανάγκαζαν οι κακοποιοί, να κτίσουν πόλεις και γενικά να αναπτύξουν τον πολιτισμό τους (Κρασανάκης, 2008).
Η απόλυτη επικράτηση της Κρήτης στη θάλασσα κατά την πρώτη φάση της Νεο-ανακτορικής περιόδου δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί, καθώς τα μυκηναϊκά κέντρα δεν είχαν ακόμη δημιουργηθεί, ενώ ο κρητικός αποικισμός στα νησιά είχε πάρει μεγάλη έκταση. Για τις δύο επόμενες φάσεις και ως την καταστροφή των μινωικών κέντρων, γύρω στα 1400 π.Χ., ο Κρητομυκηναϊκός κόσμος είναι ενιαίος και δε διαφαίνεται κανενός είδους ανταγωνισμός. Η Μυκηναϊκή επικράτηση έρχεται ύστερα από τη μεγάλη καταστροφή.

Η θαλασσοκρατορία προϋποθέτει τη συστηματική οργάνωση στόλου ικανού να ελέγχει τους θαλάσσιους δρόμους λιμένων και ναυτικών βάσεων και για την εξασφάλιση της Κρήτης από τους κινδύνους αιφνιδιαστικών επιδρομών. Το γεγονός ότι στη νήσο βασίλευε σταθερά ειρήνη και ότι οι πόλεις, ακόμη και στα κύρια ανακτορικά κέντρα, εξακολουθούσαν να μένουν ατείχιστες, σημαίνει αδιάκοπη επαγρύπνηση του ναυτικού.
Αποικισμοί σε μεγάλη κλίμακα θα ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν χωρίς άφθονα πλοία, άλλωστε, και η παράδοση αναφέρει μικρότερες ή μεγαλύτερες θαλασσινές εκστρατείες του Μίνωα, που πρέπει να ήταν μάλλον αποικιακές επιχειρήσεις.
Στις παραστάσεις των σφραγιδόλιθων και των σφραγισμάτων τα πλοία εμφανίζονται τώρα τελειοποιημένα, αρτιότερα εξοπλισμένα, με καλύτερη καλλιτεχνική απόδοση, καθόσον η τέχνη έγινε περισσότερο φυσιοκρατική. Στις παραστάσεις αυτές συναντώνται πολυίστια και πολύκωπα πλοία με πολλά ξάρτια, κουπιά, πηδάλια, έμβολα, κουπαστές και, σε κάποιες περιπτώσεις, θαλαμίσκους καταστρώματος. Τα πλοία αυτά θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν και φουρτούνες ανοιχτής θάλασσας με τη δεξιοσύνη τους πληρώματός τους. Ο Σκύλαξ [3] στους «Σταδιασμούς» αναφέρει ότι οι Μινωικοί ήταν πολύ καταρτισμένοι ναυτικοί, ενήμεροι για τις τελειότερες μεθόδους ναυσιπλοΐας της εποχής τους (Πλάτων, 1970).

Πολύ περισσότερες πληροφορίες για τη ναυτιλία και τη ναυπηγική τέχνη αυτής της εποχής παρέχει η αποκάλυψη της μεγάλης έγχρωμης τοιχογραφίας του «Στόλου» του δωματίου 5 της δυτικής οικίας στο Ακρωτήρι της Θήρας, αποικίας των Μινωιτών, όπου παριστάνεται ένας ολόκληρος στόλος από πλοία της Κρήτης. Η αποκάλυψη έγινε το 1972 από το Σπύρο Μαρινάτο (Λάζος, 1996). Χρονολογείται περίπου στο 1.650 π.Χ., αποτελεί μια από τις ωραιότερες αναπαραστάσεις πλοίων αυτής της εποχής και απεικονίζει μια νηοπομπή 14 σκαφών διαφόρων μεγεθών μεταξύ δύο λιμανιών. Με συναρπαστική για την
εποχή της λεπτομέρεια αποδίδεται ένα σύνολο σκαφών με διαφορές στο μέγεθός τους, στους τρόπους κωπηλασίας, ιστιοφορίας και κατασκευής. Το ασύμμετρο
σαν μισοφέγγαρο σχήμα τους και οι καμπύλες του περιγράμματός τους προϋποθέτουν αναπτυγμένη ναυπηγική τέχνη και κατασκευαστές έμπειρους στις βασικές αρχές καλής πλευστότητας. Από την αποκάλυψή της και μετέπειτα η τοιχογραφία αποτελεί αντικείμενο αναφοράς για κάθε έρευνα σχετική με τη ναυτιλία και τη ναυπηγική στο Αιγαίο πέλαγος γύρω στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. (Δαμιανίδης, 1997).



Ανακατασκευή πλοίου της Θήρας. Άποψη πρύμνης.
Κατασκευή: Δημήτρης Μάρας Mικροναυπηγός,
Μηχανολόγος Μηχανικός M.Sc. greekshipmodels.com



Μυκηναϊκός Πολιτισμός
Στα 1.450 π.Χ. η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας που είχε ως αποτέλεσμα να καταβυθιστεί το μεγαλύτερο μέρος του νησιού και να προκληθούν μεγάλοι σεισμοί και παλιρροϊκά κύματα που έφθασαν ως την Κρήτη και προξένησαν μεγάλες καταστροφές, έδωσαν την ευκαιρία στους Αχαιούς να κυριαρχήσουν στο Αιγαίο πέλαγος. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός, με επίκεντρο την Πελοπόννησο και περίοδο ακμής τον 14ο και 13ο αιώνα, είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του από τον 16ο αιώνα και χωρίς καμία αμφιβολία επηρεάστηκε από τον Μινωικό. Το εμπόριο εξαπλώνεται στο Αιγαίο και σε όλη τη Μεσόγειο μέχρι τον Εύξεινο Πόντο, όπου θα αναζητήσουν το Χρυσόμαλλο Δέρας. Η αργοναυτική εκστρατεία φαίνεται ότι είναι μια εξερευνητική ναυτική αποστολή που αναλήφθηκε από τους Μίνυες (ελληνικό φύλλο της Θεσσαλίας), με σκοπό το άνοιγμα νέων αγορών και προώθηση του ναυτεμπορίου στη Μαύρη Θάλασσα (Μακρής, 1984).

Κατά τον Απολλόδωρο (Α7, 2) η πρώτη πεντηκόντορος ναυς (πλοίο με πενήντα κουπιά) ήταν η «Αργώ», το πλοίο των Αργοναυτών, την οποία κατασκεύασε από ξύλο φυγός (δρυς, βελανιδιά) της Δωδώνης ο Άργος, από τον οποίον πήρε και το όνομά της (Κρασανάκης, 2008). Το προϊστορικό αυτό πλοίο του 14ου π.Χ. αι. που ανήκει στην τυπολογία της ηπειρωτικής ναυπηγικής σχολής ανακατασκευάστηκε το 2004 και στις 14/6/2008 απέπλευσε από την Ιωλκό (σημερινό Βόλο) για την Αδριατική. Αφού αγκυροβόλησε σε 28 λιμάνια τερμάτισε συμβολικά στην Ιθάκη, το νησί του Οδυσσέα.

Προς το τέλος του 13ου π.Χ. αιώνα οι Μυκηναΐοι επιχειρούν τη ναυτική εκστρατεία εναντίον της Τροίας. Ο δεκαετής Τρωικός Πόλεμος είναι συνέπεια μιας υπερπόντιας ναυτικής επιχείρησης που ανέλαβαν οι Αχαιοί υπό την ηγεσία του βασιλιά των Μυκηνών Αγαμέμνονα, με σκοπό να εγκατασταθούν στις βόρειες ακτές της Μικράς Ασίας, να εξασφαλίσουν την ελεύθερη χρήση των στενών της Προποντίδας και της Μαύρης Θάλασσας. Η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου είναι οι παλαιότερες αναφορές σχετικά με τη μέθοδο κατασκευής
πλοίων, καθώς και οι αρχαιότερες γραπτές μαρτυρίες γύρω από τη ναυτική ζωή και τη ναυπηγική τέχνη (Μακρής, 1984).

Είναι γεγονός ότι ο Όμηρος γνώριζε πάρα πολλά στοιχεία για τα οποία εξ αντικειμένου δεν ήταν δυνατόν να έχει ιδία αντίληψη. Επομένως, τα άκουσε και τα μετέφερε. Αφορούσαν όλους τους τομείς της ναυτιλίας, από τη ναυπηγική, την ουριοδρομία, την κωπηλασία, τον προσορμισμό, τη μετεωρολογία (γνώση των ανέμων) κ.α. και ως ποιητής έδωσε τις πληροφορίες με το δικό του κωδικοποιημένο τρόπο, ώστε να αποκρύψει τα στοιχεία από τους τότε ανταγωνιστές Φοίνικες που και αυτοί από την πλευρά τους έκαναν το ίδιο ή διέδιδαν ψευδείς πληροφορίες. Οι μεταγενέστεροι ποιητές που έγραψαν οδηγίες προς ναυτιλλόμενους όπως ο Ησίοδος, ο Φώκος ο Σάμιος και ο Άρατος του Σολέα, παρουσιάζουν τις γνώσεις που παραδίδουν έμμετρα μεν αλλά όχι κωδικοποιημένες (Λάζος, 1996).



Κρατήρας Γεωμετρικής περιόδου
800 - 775 π.Χ. Metropolitan Museum
of Art, Νέα Υόρκη.

Προκλασική περίοδος
(μέσα 14ου - 9ος αιώνας )
Από τα μέσα του 13ου αιώνα εισβολές νέων πληθυσμών σαρώνουν τους παλαιότερους πολιτισμούς της ανατολικής Μεσογείου με αποτέλεσμα την αναστολή των περισσοτέρων θαλάσσιων επικοινωνιών και εμπορικών συναλλαγών σε αυτήν την περιοχή.
Η σκοτεινή αυτή περίοδος για τον ελληνικό χώρο θα διαρκέσει έως τον 9ο αιώνα π.Χ. περίπου. Αλλά και σ’ αυτή ακόμα επέρχονται σημαντικές ανακατατάξεις και μετακινήσεις πληθυσμών τόσο στο εσωτερικό της Ελλάδας όσο και στο Αιγαίο, οι οποίες διαμορφώνουν τις συνθήκες για την ανάπτυξη του Ελληνικού πολιτισμού των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων.

Από τον 11ο έως τον 9ο αι. π.Χ. η Αθήνα εξελίσσεται σε κεντρική πολιτική δύναμη στον ελληνικό χώρο με παράλληλη ανάπτυξη της ναυτιλίας της, ενώ κι άλλες πόλεις της Ελλάδας επιδίδονται σε έναν αγώνα εμπορικής κυριαρχίας από τη Μασσαλία ως τη Μαύρη Θάλασσα και τις ακτές της Συρίας. Τα πλοία, βέβαια, είναι τα αποκλειστικά μέσα αυτών των μετακινήσεων και χωρίς αμφιβολία η ναυπηγική τέχνη έχει εξελιχθεί σημαντικά από την περίοδο του «Στόλου» της Θήρας (Δαμιανίδης, 1997).

Το έτος 1982 υποθαλάσσιες ανασκαφές στη θέση Ulu Burun, κοντά στις νότιες ακτές της Μικράς Ασίας ανάμεσα στην Κύπρο και τη Ρόδο, έφεραν στο φως ένα
από τα αρχαιότερα βυθισμένα πλοία που θεωρείται «το αρχαιότερο ναυάγιο του κόσμου» (14ος-13ος αι. π.Χ.). Τα αγαθά που βρέθηκαν στο πλοίο προέρχονται από διάφορους λαούς της Μεσογείου και αποδεικνύουν τόσο την κουλτούρα αυτών όσο την ύπαρξη καθιερωμένου εμπορικού δρόμου στο Αιγαίο πέλαγος.

Στα χρόνια από το 900-700 π.Χ. σε παραστάσεις αντικειμένων της γεωμετρικής τέχνης (αγγεία, τοιχογραφίες, επιγραφές) έχουμε τις πρώτες λεπτομερείς αναφορές πολύκωπων πλοίων, στα οποία για πρώτη φορά γίνεται αισθητός ο διαχωρισμός μεταξύ εμπορικών και πολεμικών πλοίων.

Τα δεύτερα, για λόγους ευελιξίας, ήταν χαμηλά, ελαφρά, με μακρόστενο σχήμα, για να διασχίζουν με ευκολία τη θάλασσα, με έμβολο, βοηθητικά πανιά για τις ειδικές κινήσεις τις απαραίτητες στη μάχη, και ονομάζονται «μακραί νήες». Οι ανάγκες της νέας πολεμικής τακτικής με τους εμβολισμούς οδήγησαν στην καθιέρωση των δύο σειρών κουπιών, έτσι ώστε να γίνονται γρήγορα και ευέλικτα αφού το συνολικό μήκος τους υποδιπλασιάζεται. Τα πιο κοινά πολεμικά καράβια της περιόδου αυτής ήταν η τριαντακόντορος και η πεντηκόντορος, με τριάντα και πενήντα κουπιά αντίστοιχα, διατεταγμένα σε μία ή δύο σειρές, οπότε ονομάζονταν «μονήρη» ή «διήρη» (Δαμιανίδης, 1997). Απαντώνται ακόμη και άλλα πλοία, όπως η εικοσάκωπος, πλοίο με δέκα κουπιά σε κάθε πλευρά.



Κρατήρας Γεωμετρικής περιόδου 800 - 775 π.Χ. (λεπτομέρεια) 
Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη. 

Τα κατεξοχήν εμπορικά σκάφη, οι «στρογγύλαι νήες» είχαν πλώρη και πρύμνη ψηλές, στρογγυλεμένες και ευρύχωρο αμπάρι. Τον 7ο αι. απέκτησαν μεγάλα ιστία και βοηθητικά πανιά, αυξάνοντας έτσι την ταχύτητά τους, και εφοδιάστηκαν με άγκυρα. Ονομάζονταν ολκάδες και ο Αριστοτέλης, αργότερα, τα παρομοίωσε με μεγάλα έντομα με μικροσκοπικά φτερά (Κρασανάκης, 2008).

Σε αγγείο του τέλους της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. από την Ιολκό, που σήμερα βρίσκεται στο μουσείο του Βόλου, βρίσκουμε την παλαιότερη απεικόνιση της τριαντακοντόρου. Οι διήρεις θα παραμείνουν σε ενέργεια για πάνω από 1.500 χρόνια, όπως γνωρίζουμε από την παρουσία των βυζαντινών δρομώνων, που ήταν πλοία με διπλές σειρές κουπιών (Λάζος, 1996).

Αρχαία Χρόνια
Η εξέλιξη των πλοίων της προκλασικής περιόδου και ιδιαίτερα της διήρους οδήγησε στην κατασκευή ενός πολεμικού κυρίως πλοίου των χρόνων του 6ου π.Χ. αι. της τριήρους. Σχετικά με την κατασκευή της, οι οπαδοί των Φοινίκων, στηριζόμενοι σε στοιχεία από διάφορα ανάγλυφα πλοίων, επιμένουν ότι οι τελευταίοι κατασκεύασαν πρώτοι ένα τέτοιο σκάφος τον 8ο π.Χ. αι. στη Σιδώνα. Ο ναύαρχος Σίμψας αναφερόμενος στον Πλίνιο γράφει «ο Πλίνιος όμως αναφέρει τον λογογράφο Δαμάστη, σύγχρονο του Ηροδότου, κατά τον οποίο τη διήρη επινόησαν οι Ερυθραίοι, δηλαδή κάτοικοι των Ερυθρών της Μικράς Ασίας (σημερινό Λυθρί απέναντι από τη Χίο) που ήταν τότε άποικοι των Βοιωτών».

Ο Όμηρος στη Β’ ραψωδία της Ιλιάδας (στ. 507-510) αναφέρει ότι κατά τον Τρωικό πόλεμο τα μεγαλύτερα πλοία που συμμετείχαν σε αυτόν ήταν των Βοιωτών με 120 κουπιά το καθένα, γεγονός που επισημαίνει και ο Θουκυδίδης (Α 10-4).
Κατά τις αναλύσεις ειδικών αυτά τα πλοία πρέπει να ήταν διήρεις.
Κατά τον Θουκυδίδη (Ιστοριών Α, 13) ως πρώτος κατασκευαστής της τριήρους αναφέρεται ο περίφημος Κορίνθιος ναυπηγός Αμενοκλής κατά τον 8ο- 7ο αι. π.Χ. Ο ίδιος μάλιστα ναυπήγησε το 704 π.Χ. τέσσερα πλοία για τους Σαμίους, οι οποίοι την εποχή του τυράννου Πολυκράτη (570 π.Χ.) επέφεραν μετατροπές ώστε προήλθε ένας νέος τύπος πλοίου μεταξύ διήρους-τριήρους, η Σάμαινα.

Ανεξάρτητα της καταγωγής της η τριήρης υπήρξε μια «μακρά ναυς», ένα πανίσχυρο εξαιρετικά γρήγορο και ευέλικτο σκάφος με κύριο μέσο προώσεως τρεις σειρές κουπιών από τις δύο πλευρές διευθετημένες με τέτοιο τρόπο ώστε να μην απαιτείται μεγάλο ύψος του σκάφους και η κωπηλασία να πραγματοποιείται χωρίς τον κίνδυνο σύγκρουσης των κουπιών.

Απαιτούσε όμως εντατική άσκηση των πληρωμάτων και επιτήδεια διακυβέρνηση.
Στην τριήρη αναφέρεται το απόφθεγμα του Περικλέους «το δε ναυτικόν τέχνης εστί» (Δεσποτόπουλος, 1972).
Κύριο όπλο της τριήρους αποτελούσε το «έμβολον» στην πλώρη, μία προεξοχή ενός μέτρου περίπου με ισχυρή μεταλλική επένδυση και διάφορα εκηβόλα όπλα, στα οποία αργότερα, τον 4ο π.Χ. αι., προστέθηκαν καταπέλτες και δελφίνες. Για την προστασία του πληρώματος τόσο από τα εχθρικά πυρά όσο και από τα κύματα, έφρασσαν τα πλευρά του πλοίου πάνω από το κατάστρωμα και τότε η τριήρης ονομάζονταν «κατάφρακτη». Για την ιστιοπλοΐα η τριήρης διέθετε έναν κύριο ιστό με μεγάλο τετράγωνο πανί κι ένα μικρότερο προς την πλώρη, το ακάτιο (Λάζος, 1996).

Η ονομασία τριήρης δεν χαρακτήριζε αποκλειστικά ένα σχήμα πλοίου, αλλά ανάλογα με την πόλη κατασκευής της και τη χρήση της υπήρχαν οι αθηναϊκές, οι κορινθιακές, οι σαμιακές, οι ροδιακές, οχιακές, οι θάσιες, οι μηλίσιες, οι συρακούσιες, για να αναφέρουμε μόνο αυτές που ανήκαν σε μερικές από τις σημαντικότερες πόλεις-κράτη της Ελλάδας.
Διαφορά υπήρχε και ως προς τη χρήση τους, μεταφορά στρατιωτών, εμβολισμός, ιππαγωγοί. Περισσότερο γνωστός είναι ο τύπος των Αθηναϊκών τριήρεων που χαρακτηρίστηκαν εξαίρετοι κατά τον 4ο αι. και ήταν σχεδιασμένες με τέτοια διάταξη κωπηλατών ώστε να αυξάνονται στο μεγαλύτερο βαθμό οι επιδόσεις εμβολισμού και τακτικών ελιγμών κατά τη διάρκεια των ναυμαχιών. Όπως υπολογίστηκε, με βάση κυρίως τους νεωσοίκους της Ζέας, οι διαστάσεις αυτών των πλοίων ήταν περίπου οι ακόλουθες: μήκος 36 μ., πλάτος 5 μ., ύψος από την ίσαλο γραμμή 2,20 μ. και βύθισμα 1 μ. Το εκτόπισμά τους ήταν 70-90 τόνοι και κινούνταν είτε με κουπιά είτε με ιστία είτε και με τα δύο συγχρόνως. Η διάταξη των κωπηλατών παρουσιάζεται με αρκετή ευκρίνεια σε ένα απόσπασμα ανάγλυφου από την Ακρόπολη, το γνωστό ως ανάγλυφο Lenorman (410-400 π.Χ.) που αναπαριστά το μεσαίο τμήμα μιας τριήρους (Δαμιανίδης, 1997).




Άποψη εσωτερικού τριήρους «Ολυμπιάς».
Φώτο: Περί Αλός (Αρχείο Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου)

Η τριήρης ήταν το αριστούργημα της αρχαίας ελληνικής ναυπηγικής, ένα πρωτοποριακό πλοίο για την εποχή του που συνέβαλε όχι μόνο στην προστασία της Ελλάδος από τους εχθρούς της αλλά και στη δημιουργία και διάδοση του ελληνικού πολιτισμού. Στη ναυμαχία της Σαλαμίνος το 480 π.Χ. η διορατικότητα του Θεμιστοκλή ανέδειξε την τριήρη το σημαντικότερο πλοίο της αρχαιότητας. Τα «ξύλινα τείχη», οι γρήγορες και ευέλικτες τριήρεις, επανδρωμένες με ελεύθερους πολίτες έμειναν απόρθητες σώζοντας την Αθήνα και τους κατοίκους της, όπως είχε προφητέψει το Μαντείο των Δελφών, με συνέπεια να διασωθεί οριστικά η Ελλάδα από τον Περσικό εναγκαλισμό και μακροπρόθεσμα η Ευρώπη να αποφύγει το βαρβαρισμό (Κρασανάκης, 2008). Ο Θεμιστοκλής έγινε ο θεμελιωτής της ναυτικής δύναμης των Αθηνών, ο ιδρυτής της Αθηναϊκής Συμμαχίας που 45 χρόνια αργότερα, υπό τη μεγαλοφυή ηγεσία του Περικλή, έγινε πανίσχυρη ναυτική ηγεμονία με την Αθήνα το μεγαλύτερο εμπορικό, κοινωνικό και καλλιτεχνικό κέντρο του τότε γνωστού κόσμου με παγκόσμια ακτινοβολία (Μακρής, 1984).

Η τριήρης, όμως, παρά τη μακρόχρονη συμμετοχή της στη ναυτική ιστορία της Μεσογείου για 1.000 περίπου χρόνια, 12 αιώνες μετά την εμφάνισή της έπαψε να είναι γνωστή και η ιστορική λήθη κάλυψε την ύπαρξή της, ώσπου το ενδιαφέρον για αυτήν αναζωπυρώθηκε και από τον Μάιο του 1985 έως τον Ιούλιο του 1987 κατασκευάστηκε στην Ελλάδα η τριήρης «Ολυμπιάς» πάνω σε σχέδιο που παρασχέθηκε από το Trireme Trust της Βρετανίας, μοναδικό αντίγραφο της αρχαίας αθηναϊκής τριήρους σε πραγματικό μέγεθος. Το πλοίο δοκιμάστηκε σε φυσικές συνθήκες στα πλαίσια της πειραματικής αρχαιολογίας δίνοντας απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα για τη ναυτική τεχνολογία της αρχαιότητας, πλην όμως προκλήθηκαν και φθορές. Από το 2004 η «Ολυμπιάς» αποτελεί μουσειακό έκθεμα στην προβλήτα του Φαληρικού όρμου, λίγα μέτρα πιο πέρα από το θωρηκτό Αβέρωφ, και αποτελεί ζωντανή απόδειξη της ναυτικής παράδοσης των Ελλήνων.
http://perialos.blogspot.gr/2014/05/blog-post_12.html
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Πρότονοι: χοντρά σκοινιά που συγκρατούσαν το μεγάλο ιστό του πλοίου.
[2] Επίτονοι: ξάρτια των επιστηλίων.
[3] Εξερευνητής του 6ου π.Χ. αιώνα, ο οποίος, με εντολή του Δαρείου Α’, εξερεύνησε τις ασιατικές ακτές, πέρα από τον Ινδό ποταμό.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Δαμιανίδης, Κ. (1998). Ελληνική παραδοσιακή ναυπηγική. Αθήνα: Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ.  

Δαμιανίδης, Κ. (Επιμ.) (1997). Ναυτική παράδοση στο Αιγαίο. Ταρσανάδες και σκαριά. Αθήνα: Υπουργείο Αιγαίου.

Δεσποτόπουλος Α. (1972), Το πλοίο. Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Γ’1,

Κλασικός Ελληνισμός, Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σσ. 231-233.

Καρδάσης, Β. (1993). Από του ιστίου εις τον ατμόν. Ελληνική εμπορική ναυτιλία 1858-1914.

Αθήνα: Πολιτιστικό Τεχνολογικό Ίδρυμα ΕΤΒΑ.

Κοτσοβίλλης Γ. Ι. (1919). Περί Εξαρτισμού των Πλοίων. Σύρος: Ν. Φρέρης.  Κρασανάκης, Α.Γ. (2008). Ναυτική ιστορία ελληνικού έθνους. Αθήνα.

Λάζος, Χ. (1996). Ναυτική τεχνολογία στην Αρχαία Ελλάδα. Όργανα, χάρτες, ανεμολόγια. Αθήνα: Αίολος.

Μακρής Ε. (1984), Τουρκοκρατία – Προεπαναστατικά Χρόνια – Αγώνας Ανεξαρτησίας: Η Ναυτική Δραστηριότητα. Στο Ναυτικόν Μουσείον της Ελλάδος. Αθήνα: Εκδοτική Ελλάδος Α.Ε., σσ. 32-45.

Μακρής, Ε. (1984). Αρχαία Χρόνια, η ναυτική δραστηριότητα. Στο Ναυτικόν Μουσείον της Ελλάδος. Αθήνα: Εκδοτική Ελλάδος Α.Ε., σσ. 12-21.

Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν, Εγκυκλοπαιδική Επιθεώρηση «Ήλιος», Αθήνα.

Πλάτων Ν. (1970). Μινωική Θαλασσοκρατορία. Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’, Προϊστορία και Πρωτοϊστορία. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σ. 195.  Πλάτων Ν. (1970). Παλαιοανακτορικός Μινωικός Πολιτισμός. Στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’, Προϊστορία και Πρωτοϊστορία. Αθήνα: Εκδοτική Αθηνών, σσ. 134-160.

Σίμψας Μ. (1984). Βυζαντινά Χρόνια: «Των Βυζαντινών το Ναυτικό». Στο Ναυτικόν Μουσείον της Ελλάδος. Αθήνα: Εκδοτική Ελλάδος Α.Ε., σσ. 26-28.

 

Το Περί Αλός προτείνει:

Η Τριακόντορος. Πιέσατε ΕΔΩ

Το αρχαίο πολεμικό πλοίο εξήρης. Πιέσατε ΕΔΩ

ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΟΥ DORAK Το πλοίο της Ιωλκού και τα πλοία του θησαυρού του Ντοράκ. Πιέσατε ΕΔΩ

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Τα έμβολα των πολεμικών πλοίων της κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής


Μια νέα προσέγγιση

Περί Αλός

Του Γιώργου Βαρουφάκη, Καθηγητή Παν/μίου Αθηνών

 Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Περίπλους της Ναυτικής Ιστορίας»,
τεύχος 82, σελ. 26, ΙΑΝ.-ΜΑΡΤ. 2013, Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση του ΝΜΕ.

 


ΕΙΚΟΝΑ 1.Έμβολο πολεμικού πλοίου- 3ος - 4ος αι. π.Χ.
Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς. ΦΩΤΟ: tovima.gr
Η παρούσα μελέτη αναφέρεται στα έμβολα των πολεμικών πλοίων της κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Τα συμπεράσματα της εν λόγω μελέτης είναι πολύ ενδιαφέροντα και αφορούν στη χημική σύνθεση τους, τη μορφή τους και τις μεταξύ τους διαφορές αναλόγως της εποχής στην οποίαν αναφέρονται. Εξ αυτών το ένα εκτίθεται στο Μουσείο του Πειραιά, το άλλο στο αρχαιολογικό μουσείο των Ιωαννίνων και το τρίτο στο Μουσείο Κανελλοπούλου στην Πλάκα. Για το τελευταίο ο παρών ερευνητής διατυπώνει τις αμφιβολίες του, αν πράγματι το έμβολο αυτό μπορεί να θεωρηθεί έμβολο, όπως θα εκτεθεί αργότερα.

 
Το έμβολο του Μουσείου του Πειραιά
Το έμβολο της εικόνας 1, αποτελεί το ήμισυ του αρχικού εμβόλου και εκτίθεται στο Μουσείο του Πειραιά. Σύμφωνα με τον αρχαιολόγο Δρ. Γεώργιο Σταϊνχάουερ υπολογίζεται, ότι ανήκει στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. με αρχές ίσως του 3ου αι. π.Χ.
Θα πρέπει να σημειωθεί, ότι το εν λόγω έμβολο ανακαλύφθηκε από κάποιον αλιέα, ο οποίος προς τιμήν του το παρέδωσε αμέσως στο Μουσείο, αντί να προσπαθήσει να το πουλήσει, όπως θα έκαναν άλλοι. Δυστυχώς όμως εξαφανίστηκε χωρίς να πληροφορήσει τους αρχαιολόγους για το που το βρήκε, ώστε να γίνουν προσπάθειες να ανακαλυφθεί και το άλλο μισό και πολύ πιθανόν και άλλα αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία θα βοηθούσαν τους αρχαιολόγους να χρονολογήσουν ακριβέστερα το έμβολο.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει να διευκρινισθεί, ότι με τη διατύπωση ότι «βρέθηκε το μισό έμβολο», εννοείται, ότι αρχικά ήταν συγκολλημένο πλευρικά με το άλλο μισό, που δυστυχώς δε βρέθηκε.
Η μάζα του εν λόγω εμβόλου είναι 36.7 κιλά και επομένως το αρχικό θα ήταν γύρω στα 75 με 80 κιλά. Το πάχος των πλαγίων πτερυγίων ήταν 15 χιλιοστά, ενώ το μήκος του εμβόλου 75 εκατοστά και έχει τη μορφή της λεγόμενης τρίαινας.

Η μορφή των εμβόλων
Σχετικά με τη μορφή των εμβόλων θα ήταν ενδιαφέρον να προβληθούν οι εικόνες 2 και 3 δύο πλοίων της μινωϊκής εποχής, γιατί η μορφή τους δικαιολογεί την μετέπειτα εξέλιξή τους σε πολεμικά πλοία των επερχόμενων εποχών. Το ένα είναι ομοίωμα μινωϊκού εμπορικού πλοίου του 1700 π.Χ. και το άλλο της Θήρας του 1550 [1].



2 Ομοίωμα Μινωϊκού σκάφους
του 1700 περίπου π.Χ.
(Ναυτικό Μουσείο  Ελλάδoς)
3. Ομοίωμα σκάφους της
Θήρας, περίπου 1550 π.Χ.
(Ναυτικό Μουσείο Ελλάδoς)

Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες, που το κατασκεύασαν είχαν ως πρότυπα εικαστικές πηγές, όπως απεικονίσεις πλοίων, που βρέθηκαν σε πήλινα αγγεία, κοσμήματα και κυρίως σε σφραγιδόλιθους (εικ.4)
ΕΙΚΟΝΑ 4 Σφραγιδόλιθος
του 500 π.Χ.
(Μητροπολιτικό Μουσείο
Νέας Υόρκης). ΦΩΤΟ:
www.krassanakis.gr
 
Στην εικόνα 4, ο ανωτέρω σφραγιδόλιθος δείχνει ένα πολεμικό πλοίο, όπου το έμβολο αποτελεί συνέχεια της τρόπιδας του πλοίου και στην εικόνα 5 προβάλλεται μια πεντηκόντορος του 7ου αιώνα π.Χ., που διέθετε 50 κουπιά (25 σε κάθε πλευρά) και ένα κωνικό έμβολο, που δείχνει μια εξέλιξη της τεχνολογίας στον τομέα των αρχαίων πολεμικών πλοίων [2].





Εικόνα 5. Ομοίωμα πεντηκόντορου πολεμικού
πλοίου με κωνικό έμβολο (Ναυτικό Μουσείο Ελλάδoς).
Αξίζει να σημειωθεί επίσης, ότι το έμβολο είναι κωνικό καλυμμένο με χάλκινο, ή μάλλον σκληρό μπρούντζινο φύλλο.
Στην περίπτωση των αρχαιότερων μπρούντζινων εμβόλων, η κωνική τους μορφή αποτελούσε ένα σοβαρό πρόβλημα, γιατί κατά τον εμβολισμό ενός εχθρικού πλοίου το έμβολο σφήνωνε και δεν ήταν εύκολη η εξαγωγή του από το τελευταίο με γρήγορη όπισθεν κωπηλασία. Για το λόγο αυτόν, υπήρχαν πέραν από τους κωπηλάτες και καλά οπλισμένοι οπλίτες, οι οποίοι πολεμούσαν στη συνέχεια με τους εχθρούς του αντίπαλου πολεμικού πλοίου μέχρι να αποκολληθεί από το εχθρικό. Αυτή, λοιπόν, ήταν και η αιτία, που πολύ γρήγορα, τα έμβολα έλαβαν τη μορφή τρίαινας, όπως αυτή του εμβόλου του Πειραιά (εικόνα 1) και της Αθηναϊκής τριήρους.
Άλλα ενδιαφέροντα έμβολα με τη μορφή της τρίαινας είναι αυτά του Bremerhaven της Γερμανίας, και του Αθλίτ της Χάϊφας.



Το έμβολο Athlit-Ισραήλ του 4ου αιώνα π.Χ.
Μουσείο Χάϊφας-Ισραήλ. ΦΩΤΟ: Wikipedia


Η ύπαρξη των πτερυγίων αποτελεί σημαντική εξέλιξη, διότι επέτρεπε την ταχεία αποκόλληση από το εχθρικό πλοίο μετά τον ισχυρό εμβολισμό του. Η μορφή των πτερυγίων θυμίζει τα ξίφη, τις ξιφολόγχες και τα σπαθιά, που έχουν κοιλότητες στη μέση, ώστε να είναι εύκολη η αποκόλληση από το σώμα του εχθρού.
Θα πρέπει να σημειωθεί επίσης, ότι όλοι οι επιβάτες και ειδικά οι κωπηλάτες των πλοίων δεν ήταν δούλοι, αλλά ελεύθεροι πολίτες.

Ραδιογραφική εξέταση
Η ραδιογραφική εξέταση του εμβόλου του Πειραιά πραγματοποιήθηκε με σκοπό να διαπιστωθεί, εάν υπήρχε κάποια συγκόλληση κάτω από τις παχιές στρώσεις των οξειδίων, που κάλυπταν όλη την επιφάνεια του εμβόλου. Η ενέργεια αυτή έγινε, ώστε σε περίπτωση, που θα υπήρχε κάποια συγκόλληση να προσέξει ο συντηρητής κατά τη διαδικασία του καθαρισμού τού εμβόλου από τα οξείδια, που το κάλυπταν.

Η ραδιογραφία έγινε με τη χρήση ισοτόπου Ιριδίου 192 σε συνδυασμό με ένα πολύ ευαίσθητο φιλμ. Η εξέταση έδειξε, ότι
1) δεν υπήρχε καμιά συγκόλληση, 2) το έμβολο ήταν κρατέρωμα, που προήλθε από την κατάλληλη χύτευση του στην άμμο και 3) διέθετε μια καλή συνεχή και χωρίς πόρους μάζα.
Η χημική σύνθεση του εμβόλου του Πειραιά ήταν η ακόλουθη:


O προσδιορισμός της περιεκτικότητας του χαλκού έγινε με ηλεκτρόλυση, ενώ τα υπόλοιπα στοιχεία με τη μέθοδο της ατομικής απορρόφησης (Perkin Elmer). Η χημική ανάλυση έδειξε, ότι το εν λόγω έμβολο είναι ένα κρατέρωμα με τις ακόλουθες ιδιότητες:
1) Υψηλή σκληρότητα, όπως θα όφειλε να έχει ένα τέτοιο ναυτικό όπλο και
2) ικανοποιητική αντιδιαβρωτική ικανότητα μέσα στο θαλάσσιο νερό.

Παρόμοια χημική σύνθεση έχει και το γιγάντιο έμβολο των 465kg, που βρέθηκε στον πυθμένα της λίμνης Athlit, κάπου 20 km νότια της Χάιφας (πολύ πιθανόν το όνομα να προέρχεται από το ελληνικό αθλητής, αν και οι Ισραηλινοί ερευνητές δεν το παραδέχονται…). Το εν λόγω έμβολο είχε με τα χρόνια σκεπαστεί με λάσπη και ως εκ τούτου προστατεύτηκε για αιώνες από τους αδηφάγους εμπόρους παλαιών μετάλλων, (τα λεγόμενα scrap), που τα πωλούν στα διάφορα χυτήρια.
Κάποια, λοιπόν, στιγμή ένας Ισραηλινός αρχαιολόγος παρατήρησε να προεξέχει λίγο κάτω από την επιφάνεια του νερού ένα περίεργο στερεό υλικό. Η έρευνά του οδήγησε στην ανακάλυψη του γιγάντιου εμβόλου, που ανέφερα. Μια ανακάλυψη εξαιρετικής αρχαιολογικής, επιστημονικής και αρχαιομεταλλουργικής σημασίας. Η ομοιότητα της χημικής σύνθεσής του με εκείνη του εμβόλου του Πειραιά ενισχύει την άποψη, ότι οι αρχαίοι μηχανικοί-ναυπηγοί εφάρμοζαν κανονισμούς και αυστηρές τεχνικές προδιαγραφές ακόμη και στη ναυπηγική. Επομένως, θα μπορούσαμε να αποδεχθούμε, ότι ακόμη και στην περίπτωση των μπρούντζινων εμβόλων θα υπήρχαν πρότυπα και τεχνικές προδιαγραφές, οι οποίες θα εφαρμόζονταν σε κάθε περίπτωση ανάλογα και με το μέγεθος του εμβόλου. Η ομοιότητα ως προς τη χημική σύνθεση των δύο εμβόλων πιθανόν να οφείλεται στο ό,τι και τα δύο ανήκαν στην ελληνιστική εποχή. Μάλιστα το έμβολο του Πειραιά ανήκε στα τέλη της κλασικής, αρχές της ελληνιστικής εποχής.
Εδώ υπεισέρχεται ένα θέμα χύτευσης, γιατί το μεγάλο μέγεθος του εμβόλου Αθλίτ οπωσδήποτε θα παρουσίαζε μεγάλες δυσκολίες και συμφωνώ απολύτως με τον ερευνητή Dr. Schlomo Eisenberg, ότι η χύτευσή του θα έγινε ταυτόχρονα από πολλούς κλιβάνους τήξης, ώστε να επιτευχθεί μια καλή ρευστότητα και ένα ομοιογενές χυτό. Είναι πράγματι αξιοθαύμαστη η τεχνολογία, που εφάρμοζαν οι αρχαίοι μεταλλοτεχνίτες.

Το έμβολο της Νικόπολης
Η εικόνα 9 δείχνει θραύσμα από ένα έμβολο, που βρέθηκε στη Νικόπολη. Δυστυχώς τα μεγάλα ακέραια έμβολα, που κοσμούσαν κάποτε το εξαιρετικό μνημείο, που ίδρυσε ο ρωμαίος αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος μετά τη νίκη του ενάντια στους ενωμένους στόλους του Μάρκου Αντώνιου και της αγαπημένης του βασίλισσας της πτολεμαϊκής Αιγύπτου Κλεοπάτρας, εκλάπησαν από τους αδηφάγους εμπόρους μετάλλων, που θα τα πούλησαν σε κάποια χαλκουργεία.




Θραύσμα ορειχάλκινου εμβόλου από πλοίο του Αντώνιου
και της Κλεοπάτρας που αιχμαλώτισε ο Στόλος του
Οκταβιανού στη Ναυμαχία του Ακτίου.
Αρχαιολογικό Μουσείο Νικόπολης (ΦΩΤΟ: ΛΓ΄ ΕΠΚΑ).

Η εξέταση αυτού του εμβόλου αποκάλυψε μια διαφορετική σύνθεση από εκείνη των μέχρι τώρα εκτεθέντων εμβόλων.


Το έμβολο της Νικόπολης, που, που όπως ελέχθη, αποτελεί στην πραγματικότητα ένα θραύσμα του αρχικού εμβόλου δείχνει να περιέχει λιγότερο κασσίτερο (περίπου 9%) συγκρινόμενο με τα δύο πρώτα έμβολα (Πίνακας 1, του Πειραιά και του Αθλίτ), αλλά αρκετό μόλυβδο (13%).
Γιατί αυτή η διαφορά; Ήταν κάτι τυχαίο ή σκόπιμη προσθήκη τόσου μολύβδου;
Ο παρών ερευνητής πιστεύει, ότι ήταν σκόπιμη η προσθήκη. Όπως είναι γνωστό, οι αρχαίοι Έλληνες τεχνικοί σε αρχαιότερους χρόνους εφάρμοζαν αυστηρές προδιαγραφές σε κάθε περίπτωση. Επομένως, τον 1ο αιώνα π.Χ., την εποχή δηλαδή, που οι μεταλλουργοί παρήγαν μεγάλα έμβολα παρόμοια με αυτά της Νικόπολης, θα εφάρμοζαν άλλες προδιαγραφές. Η παρουσία, λοιπόν, του μολύβδου δεν ήταν τυχαία, αλλά σκόπιμη.
Αποτελεί μάλιστα μια μεγάλη τεχνολογική πρόοδο συγκριτικά με εκείνη των προηγούμενων χρόνων για την παραγωγή μεγάλων εμβόλων, όπως εκείνου του Αθλίτ. Και τούτο, γιατί με την προσθήκη του μολύβδου πετύχαιναν πολύ καλύτερη ρευστότητα, ευχυτότητα και μεγαλύτερη ομοιογένεια. Κάτι πολύ σημαντικό.

Είναι ενδιαφέρουσα η αναφορά του ερευνητή W. M. Murray για την κατασκευή των μεγάλων εμβόλων, που κοσμούσαν το θαυμάσιο μνημείο του Οκταβιανού Αυγούστου στη Νικόπολη. Σε άρθρο του αναφέρει, ότι οι γιγάντιες υποδοχές, που συγκρατούσαν τα έμβολα από τη ναυμαχία του Ακτίου, θα πρέπει να ήταν πολύ μεγαλύτερα και βαρύτερα από τα έμβολα της εποχής του Αθλίτ και υπογραμμίζει, ότι η μάζα τους θα ξεπερνούσαν τον 1 τόνο.
Επομένως, η χύτευσή τους θα ήταν ακόμη δυσκολότερη από εκείνη της χύτευσης των εμβόλων μεγέθους του Αθλίτ. Γι’ αυτό, η σχετικά μεγάλη περιεκτικότητα σε μόλυβδο (13%) θα βοηθούσε, όπως ανέφερα, στη καλύτερη ευχυτότητα κατά τη χύτευση τόσο μεγάλων εμβόλων.
Βέβαια, τα έμβολα με λιγότερο κασσίτερο και με την παρουσία μολύβδου θα είχαν σχετικά μικρότερη σκληρότητα, όπως δείχνει ο Πίνακας 3:


Η ευχυτότητα των εμβόλων με μόλυβδο
Σχετικά, τώρα με το θέμα της ευχυτότητας, πειράματα, που πραγματοποιήθηκαν σε σύγχρονο χαλκουργείο κραμάτων χαλκού κάπου στην περιοχή της Ελευσίνας έδειξαν, ότι κράματα όπως αυτό της Νικόπολης έχουν
πολύ καλύτερη ευχυτότητα στους 1200ο από εκείνη του κρατερώματος (μπρούντζου) με 12% κασσίτερο και χωρίς μόλυβδο.

Είναι λυπηρό, ότι στην περίπτωση των εμβόλων της Νικόπολης δε βρέθηκε ούτε ένα πλήρες έμβολο. Οπωσδήποτε, έμποροι παλαιών μετάλλων (scrap) θα τα πούλησαν σε χαλκουργεία. Ωστόσο, η ανακάλυψη ενός μαρμάρινου μοντέλου στο μεγάλο μνημείο του Αυγούστου και οι γιγάντιες υποδοχές των εμβόλων, δείχνουν, ότι τα αρχαία έμβολα των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων παρουσίαζαν όλα περίπου τη μορφή της τρίαινας. Σχόλια για τη σύνθεση των γιγάντιων εμβόλων της Νικόπολης
Η προσεκτική επιλογή της σύνθεσης του κρατερώματος για την παραγωγή των εμβόλων ήταν πολύ σημαντική και στόχευε στα εξής δύο κρίσιμα σημεία:
1) Σε μια καλή ευχυτότητα από μεταλλουργικής πλευράς, ιδιαίτερα, όταν επρόκειτο για μεγάλα χυτά, που ξεπερνούσαν τον ένα τόνο, όπως στην περίπτωση των εμβόλων της Νικόπολης και
2) Στην οικονομία παραγωγής των μεγάλων αυτών εμβόλων μια και η τιμή του κασσιτέρου ήταν πάντοτε πολύ υψηλότερη από εκείνη του χαλκού.

Σύμφωνα με την επιγραφή της Ελευσίνας του 4ου αι. π.Χ. ο κασσίτερος ήταν περίπου 7 φορές ακριβότερος από την τιμή του χαλκού και πολύ πιθανόν θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη κατά τον 1ο αι. π.Χ. την εποχή δηλαδή παραγωγής των γιγάντιων εμβόλων της Νικόπολης.
Oι τιμές του Πίνακα 3 δείχνουν, ότι ο μόλυβδος μειώνει τη σκληρότητα του κρατερώματος. Ωστόσο, στην περίπτωση των μεγάλων εμβόλων, όπως αυτών της Νικόπολης, θα πρέπει να έχουμε πάντοτε κατά νουν, ότι το όπλο δεν ήταν μόνον αυτό καθεαυτό το έμβολο, αλλά το μεγάλο σκάφος συν το έμβολο. Σε μια ναυμαχία, το εν λόγω βαρύ πολεμικό πλοίο, κινούμενο με μεγάλη αλλά ελεγχόμενη ταχύτητα προσέκρουε στο εχθρικό ξύλινο πλοίο, προκαλώντας του φοβερό ρήγμα με συνέπεια τη βύθισή του. Επομένως, τρεις παράμετροι έπαιζαν σημαντικό ρόλο σε μία ναυμαχία:
1) το μεγάλο και βαρύ έμβολο, όπως ήταν η περίπτωση του μολυβδούχου κρατερώματος. 2) ο συνδυασμός του πλοίου μεγάλου εκτοπίσματος και του βαρέως εμβόλου του και 3) η μορφή του τελευταίου (δηλαδή, μορφή τρίαινας, που ήδη αναφέρθηκε).

Η μορφή των εμβόλων της Νικόπολης
Δυστυχώς, δεν βρέθηκε, όπως ήδη ελέχθη, ούτε ένα ακέραιο έμβολο, για να γνωρίζουμε τη μορφή των γιγάντιων αυτών εμβόλων.
Η ανακάλυψη, ωστόσο, ενός μαρμάρινου εμβόλου στην περιοχή της Νικόπολης, οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι ανεξάρτητα από το μέγεθός τους, θα είχαν και αυτά τη μορφή τρίαινας, όπως αυτά του Πειραιά, του Μουσείου Bremerhaven Γερμανίας και του Αθλίτ της Χάϊφας.

Το έμβολο του Μουσείου Κανελλόπουλου, στη Πλάκα της Αθήνας
Στην εικόνα 13 εκτίθεται το υποτιθέμενο έμβολο του Μουσείου Κανελλοπούλου στην Πλάκα. Η σύνθεσή του έχει ως ακολούθως:

Το εν λόγω έμβολο παρουσιάζει μια περίεργη μορφή. Και το ερώτημα είναι: Πρόκειται πράγματι για έμβολο; Είναι ικανό ένα τόσο μικρών διαστάσεων έμβολο να μπορεί να βυθίζει πολεμικά ή εμπορικά πλοία;
Το μήκος του είναι μόλις 35 εκατοστά και η μάζα του 4 κιλά. Μήπως στην πραγματικότητα αποτελούσε ένα μικρό διακοσμητικό χυτό αρχαίων εμπορικών πλοίων, που στόλιζαν συνήθως την πλώρη αρχαίων πλοίων; Μάλλον αυτή πρέπει να είναι η ορθή απάντηση.



Εικ.13 Έμβολο πλοίου.
Μουσείου Κανελλοπούλου.
ΦΩΤΟ: Περίπλους

Συμπεράσματα
Η μελέτη όλων των εμβόλων, που ανακαλύφθηκαν μέχρι σήμερα αποκαλύπτει, ότι οι αρχαίοι ναυπηγοί πλοίων γνώριζαν πολύ καλά το ποια θα έπρεπε να είναι η σύνθεσή και η μορφή τους, ώστε να επιτύχουν: 1) τη μεγίστη σκληρότητα για ένα έμβολο, 2) καλές αντιδιαβρωτικές ιδιότητες, 3) καλή ευχυτότητα κατά τη χύτευσή τους, για να επιτευχθεί ένα καλό ομοιογενές χυτό, ιδιαίτερα στην περίπτωση των μεγάλων εμβόλων, παρόμοιων εκείνων του 1ου αιώνα π.Χ. (της Νικόπολης) και 4) την αποτελεσματική χρήση πρώτων υλών και ιδίως στην περίπτωση της σπανιότητας πρώτων υλών και την υψηλή τιμή του κασσιτέρου.

Τέλος, η πολύχρονη έρευνα γύρω από τα αρχαία έμβολα ενισχύει την άποψη, ότι οι αρχαίοι μηχανικοί θα εφάρμοζαν τεχνικές προδιαγραφές ως προς τη σύνθεση και τη μορφή τους. Οι προδιαγραφές αυτές θα ήταν οπωσδήποτε διαφορετικές αναλόγως του μεγέθους των εμβόλων. Η μελλοντική έρευνα των χιλιάδων εμβόλων, που βρίσκονται στους πυθμένες της Μεσογείου θα μας βοηθούσε στην συμπλήρωση της γνώσης μας γύρω από τα θαυμάσια αυτά θαλασσινά όπλα.

Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί, ότι, όταν, η πανίσχυρη πλέον ρωμαϊκή αυτοκρατορία κυριαρχεί σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, τα έμβολα καταργούνται και εφαρμόζουν άλλες μορφές πλοίων χωρίς έμβολα, αλλά εξοπλισμένα με άλλα οπλικά συστήματα και τη χρήση ουσιών, όπως ήταν το γνωστό «υγρόν πυρ», που προκαλούσαν πυρκαγιές και καταστροφές σε εχθρικά ή πειρατικά καράβια.

Ευχαριστίες
Θερμά ευχαριστώ την Πρόεδρο του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος αξιότιμη κα Αναστασία Αναγνωστοπούλου για την πρόθυμη συνεργασία και βοήθειά της στη συγγραφή της παρούσης μεταλλουργικής μελέτης των αρχαίων εμβόλων της αρχαϊκής, κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής.
Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω θερμά τον συνεργάτη μου και ερευνητή κ. Ιωάννη Παναγιωτούλια της ΑΕ «ΧΑΛΥΒΟΥΡΓΙΚΗ» για τη βοήθειά του στην εν λόγω μελέτη.
http://perialos.blogspot.gr/2014/05/blog-post.html
 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Οι δημιουργοί του εν λόγω ομοιώματος ήταν οι καλλιτέχνες Γ. και Αριστοτέλης Ράλλης του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος.
[2] Η κατασκευή του ομοιώματος οφείλεται στον Γ. Βαμμένο υπό την εποπτεία του Κ. Αλεξανδρή.


Σημείωση Περί Αλός: Ζητούμε συγγνώμη για την απουσία κάποιων εικόνων οι οποίες, για τεχνικούς λόγους, δεν ήταν δυνατό να συνοδεύσουν το κείμενο. Ωστόσο ακολουθείται πιστά η αρίθμησή τους από το πρωτότυπο.
 
 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...