ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

Ιταλικά υποβρύχια στην υπηρεσία του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού

Α΄ΜΕΡΟΣ

Περί Αλός

Του Αριστομένη Μπιλάλη
Ερευνητή Ναυτικής Ιστορίας

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική
Επιθεώρηση», τεύχος 589, σελ. 74,
ΙΟΥΝ – ΑΥΓ 2014. Αναδημοσίευση στο
Περί Αλός με την έγκριση της « ΝΕ» και
του συγγραφέως Αριστομένη Μπιλάλη.




Το Υ/Β «PERLA» κατά την άφιξή του στο Μπορντό.
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση

Το μοναδικό ιταλικής προέλευσης υποβρύχιο που υπηρέτησε στις τάξεις του ελληνικού ΠΝ ήταν το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ». Ωστόσο και το ιταλικό υποβρύχιο «BALILLA» περιήλθε έστω και πρόσκαιρα στο ναυτικό μας, έχοντας ήδη υποβιβαστεί σε ένα βοηθητικό ρόλο.

Υποβρύχιο-7 «ΜΑΤΡΩΖΟΣ»

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 έως το 1942 το Ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό παρέλαβε 59 υποβρύχια παράκτιων πλοών της κλάσης 600. Τα υποβρύχια αυτά είχαν ναυπηγηθεί με γνώμονα τους περιορισμούς που έθεταν οι τότε ισχύουσες συνθήκες της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου που όριζαν ότι το μέγιστο εν πλω εκτόπισμα των παράκτιων υποβρυχίων δεν έπρεπε να ξεπερνά τους 600 τόνους. Τα σκάφη της κλάσης 600 χωρίστηκαν σε πέντε υποομάδες και η καθεμία από αυτές έφερε το όνομα του πρώτου σκάφους της που ναυπηγήθηκε.

Στις 31 Αυγούστου 1935 τοποθετήθηκε στις εσχάρες των Cantieri Riuniti de lAnreitico στο Monfalcone η τρόπιδα του πρώτου υποβρυχίου της τρίτης υποομάδας της κλάσης 600, η οποία υποομάδα θα αριθμούσε δέκα σκάφη. Το σκάφος καθελκύσθηκε στις 3 Μαΐου 1936 λαμβάνοντας το όνομα PERLA (Μαργαριτάρι).

Το «PERLA» εντάχθηκε στο  Ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό στις 8 Ιουλίου 1936 και σύντομα απέπλευσε για ένα εκπαιδευτικό ταξίδι στην ανατολική Μεσόγειο. Το 1938 το «PERLA» στάλθηκε στη βάση της Μασάουα της τότε ιταλικής Ερυθραίας και από το Δεκέμβριο έως τον Ιανουάριο του 1939 πραγματοποίησε μια περιπολία στα ανοιχτά της επίσης ιταλικής Σομαλίας. Την άνοιξη του ίδιου έτους πραγματοποίησε ένα ταξίδι στον Ινδικό Ωκεανό μαζί με το αδελφό του «GEMMA» προκειμένου να διαπιστώσουν τη συμπεριφορά των σκαφών κατά την περίοδο των μουσώνων.



Το Υ/Β «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» κατά τη διάλυσή του. Τα
χαρακτηριστικά σημάδια στο κύτος του μαρτυρούν ότι
πριν οδηγηθεί στο διαλυτήριο είχε παραμείνει για ένα
διάστημα ημιβυθισμένο - ίσως λόγω διαρροών στο
αγκυροβόλιο παροπλισμού του.
(Φωτογραφία Κ. Μεγαλοκονόμου/συλλογή Α. Μπιλάλη).

Τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά καθώς τα δυο σκάφη δεν μπορούσαν να δράσουν στην επιφάνεια ενώ έγινε αντιληπτός ο κίνδυνος διαρροής χλωρομεθανίου ενός άχρωμου και άοσμου τοξικού αερίου που χρησίμευε ως ψυκτικός παράγοντας στο σύστημα κλιματισμού του υποβρυχίου και η εισπνοή του οποίου προκαλεί τοξικές επιδράσεις στο νευρικό σύστημα.

Κατά την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το PERLA προετοιμαζόταν στη Μασάουα για να διεξάγει επιχειρήσεις στην Ερυθρά Θάλασσα. Στις 19 Ιουλίου 1940 το «PERLA» αναχώρησε από τη ναυτική βάση της Ερυθραίας για μια περιπολία στο κόλπο της Tadjoura. Από την επομένη παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα στον εξαερισμό του υποβρυχίου με αποτέλεσμα να ανεβαίνει η θερμοκρασία στο εσωτερικό του συνεχώς και ανεξέλεγκτα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν παρουσιάστηκε διαρροή δηλητηριώδους χλωρομεθανίου. Ο κυβερνήτης του συνέχισε προς την περιοχή της περιπολίας αλλά σύντομα είχε να αντιμετωπίσει τις ψυχολογικές μεταπτώσεις μεγάλου μέρους του πληρώματος. Η θερμοκρασία έφτασε στο εσωτερικό του σκάφους τους 68ο βαθμούς κελσίου προκαλώντας στο πλήρωμα παραισθήσεις και απρόβλεπτες συμπεριφορές σε σημείο που χρειάστηκε να δέσουν ορισμένους καθώς βρίσκονταν σε ντελίριο. Τελικά το σκάφος έλαβε διαταγή να επιστρέψει στη βάση του αλλά κατά τον πλου δέχτηκε την επίθεση της βρετανικής κανονιοφόρου «SHOREHAM». Αφού διέφυγε από τις βόμβες βυθού το «PERLA» αναδύθηκε αλλά κατόπιν προσάραξε σε αβαθή ενός κοραλλιογενούς υφάλου στη Dancalia. Εκεί το ακινητοποιημένο υποβρύχιο έγινε στόχος του βρετανικού αντιτορπιλικού «KINGSTON». Το πλήρωμα προσπάθησε να το αντιμετωπίσει κάνοντας χρήση του πυροβόλου αλλά αυτό μετά τη δεύτερη βολή παρουσίασε εμπλοκή. Μη έχοντας άλλη δυνατότητα άμυνας ο κυβερνήτης διέταξε την εγκατάλειψη του σκάφους ενώ ο ίδιος παρέμεινε μαζί με δυο ναύτες που αρνήθηκαν να τον αφήσουν μόνο του στο σκάφος. Ο ένας από αυτούς σκοτώθηκε από τα συνεχιζόμενα βρετανικά πυρά. Στη βοήθεια του προσαραγμένου σκάφους έσπευσαν ιταλικά αεροσκάφη που ανάγκασαν το βρετανικό αντιτορπιλικό να υποχωρήσει. Κατόπιν έφθασαν ιταλικά πολεμικά που κατάφεραν να αποκολλήσουν το υποβρύχιο και να το ρυμουλκήσουν στη Μασάουα. Άλλα 14 μέλη από το πλήρωμα του «PERLA» έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της δηλητηρίασης, μερικοί κατά την προσπάθεια τους να εγκαταλείψουν το προσαραγμένο υποβρύχιο.



Γράφημα με την πορεία των τεσσάρων ιταλικών
υποβρυχίων. Με διακεκομμένη γραμμή απεικονίζεται η
πορεία του Υ/Β «PERLA». ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση

Το υποβρύχιο υπέστη τις απαραίτητες επισκευές με νέο κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Bruno Napp. Η έκβαση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην ανατολική Αφρική είχε πάρει πλέον άσχημη τροπή για τις ιταλικές δυνάμεις. Ήταν σαφές ότι τα ιταλικά πολεμικά σκάφη που παραμέναν στην Ερυθρά θα βρίσκονταν σύντομα αντιμέτωπα με τις συμμαχικές δυνάμεις. Έτσι αποφασίστηκε να επιχειρηθεί η διαφυγή των υποβρυχίων προς το ναύσταθμο του Μπορντό στην κατεχόμενη Γαλλία κάνοντας τον περίπλου της Αφρικής. Πρώτο αναχώρησε στις 05.30’ την 1η Μαΐου το «PERLA». Για το μικρό σκάφος που δεν είχε σχεδιαστεί για ωκεάνιους πλόες το εγχείρημα είχε επιπλέον δυσκολίες. Η χωρητικότητα των δεξαμενών πετρελαίου και νερού απαιτούσαν να γίνουν δυο ανεφοδιασμοί εν πλω, οι οποίοι εναποτέθηκαν σε γερμανικά πλοία που διέφευγαν του συμμαχικού αποκλεισμού. Τις επόμενες ημέρες αναχώρησαν για τον ίδιο προορισμό τα ωκεανοπόρα υποβρύχια «ARCHIMEDE», «GALILEI», «FERRARIS», και «GUGLIELMOTTI», τα οποία χάρι στις δυνατότητες τους μπορούσαν να ολοκληρώσουν το ταξίδι κάνοντας ένα μόνο ανεφοδιασμό. Η διαταγή που έλαβαν οι κυβερνήτες των υποβρυχίων ήταν να αποφύγουν οποιαδήποτε επίθεση κατά τον πλου τους.

Όμως αμέσως μετά τον απόπλου το «PERLA» εντοπίστηκε τρεις φορές από βρετανικά αεροσκάφη και υποχρεώθηκε να καταδυθεί για να αποφύγει τις επιθέσεις τους. Τελικά ο Napp αποφάσισε να παραμείνει σε βάθος 40 μέτρων μέχρι που η κάλυψη της νύχτας θα επέτρεπε τη διαφυγή του προς νότο. Οι πρώτες τέσσερις ημέρες βρήκαν το υποβρύχιο να εναλλάσσεται μεταξύ καταδύσεων και πλου επιφανείας και μόνο μετά την έξοδο του από τον κόλπο του Άντεν μπόρεσε να πλεύσει με σχετική ασφάλεια στην επιφάνεια. Το PERLA
ακολούθησε διαφορετική πορεία από τα υπόλοιπα διαφεύγοντα ιταλικά υποβρύχια προκειμένου να ανεφοδιαστεί μια επιπλέον φορά. Έτσι έπλευσε
ανατολικά της Μαδαγασκάρης με αποτέλεσμα να εκτεθεί επί σειρά ημερών σε εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες με κύματα που έφταναν τα 7 με 8 μέτρα.

Το «PERLA» έφτασε στις 25 Μαρτίου στο προκαθορισμένο σημείο ανεφοδιασμού του, περί τα 200 μίλια νότια της Μαδαγασκάρης, αλλά δεν βρήκε ίχνος του σκάφους ανεφοδιασμού. Αυτό που δεν γνώριζε ο Napp ήταν ότι είχε καταπλεύσει σε μια περιοχή 120 μίλια πιο μακριά από την προκαθορισμένη, εξαιτίας λάθος στοιχείων που του είχαν δοθεί από την ιταλική διοίκηση. Το υποβρύχιο παρέμεινε επί τρεις ημέρες στριφογυρίζοντας στην περιοχή μέχρι που τα επίπεδα καυσίμου και νερού έφτασαν σε κρίσιμα χαμηλά επίπεδα.

Έτσι αναγκάστηκε να εκπέμψει σε ανοιχτή συχνότητα προκειμένου να έρθει σε επαφή με το σκάφος ανεφοδιασμού. Αυτό πραγματικά έλαβε το σήμα και έσπευσε προς το ιταλικό υποβρύχιο. Το γερμανικό πλοίο δεν ήταν άλλο από το περίφημο «πειρατικό» «ATLANTIS» που είχε σπείρει τον όλεθρο στις συμμαχικές μεταφορές. Προσέγγισε το ιταλικό σκάφος, φέροντας το παραπλανητικό όνομα ΤΑΜΕΣΗΣ, στις 18.00’ της 28ης Μαρτίου και ο Γερμανός κυβερνήτης Bernhardt Rogge έμεινε έκπληκτος από αυτό που συνάντησε.

Ο μόνος χάρτης πλοήγησης ήταν πρόχειρα σχεδιασμένος σε ένα πίνακα στον μπουλμέ, ενώ το πλήρωμα του έδωσε την εντύπωση ότι ήταν απογοητευμένο και χωρίς μαχητικό πνεύμα. Τα δυο σκάφη προσδέθηκαν τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας και οι μάνικες ανεφοδιασμού πετρελαίου και νερού κατέβηκαν στο υποβρύχιο ενώ παράλληλα ανεφοδιάστηκε με τροφές, τσιγάρα, τους απαραίτητους χάρτες και άλλα εφόδια.

Στις 14.00’ η επιχείρηση είχε ολοκληρωθεί και ο Rogge πρότεινε στον Napp να δράσουν από κοινού με το υποβρύχιο να προσεγγίζει τις παράκτιες περιοχές της Νότιας Αφρικής ενώ το «ATLANTIS» θα κατέστρεφε τα σκάφη που θα παρέπλεαν στα πιο ανοιχτά. Ωστόσο ο Napp είχε λάβει σαφείς διαταγές για αποφυγή επιθετικής δράσης και έτσι το «PERLA» έβαλε ρότα προς το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος. Ταξίδεψε σε αρκετή απόσταση από τις νοτιοαφρικανικές ακτές για να αποφύγει τυχόν συμμαχικά πλοία και παρόλα αυτά καταδύθηκε δυο φορές όταν συνάντησαν παραπλέοντα πλοία. Το «PERLA» συνέχισε τον πλου του στον Ατλαντικό και προς το δεύτερο προκαθορισμένο σημείο ανεφοδιασμού. Όταν έφτασε σε αυτό, στις 20 Απριλίου, και πάλι δεν εντόπισε το σκάφος ανεφοδιασμού και έτσι παρέμεινε για δυο ημέρες άπραγο μέχρι που κατέφυγε σε ραδιοεκπομπές.

Το γερμανικό πλοίο που ανταποκρίθηκε ήταν το πετρελαιοφόρο «NORTHMARK» το οποίο και κατέπλευσε στις 16.50 στις 22 Απριλίου και έδωσε στο PERLA νέες συντεταγμένες όπου θα γινόταν ο ανεφοδιασμός. Πραγματικά την αυγή της επόμενης ημέρας τα δυο σκάφη συναντήθηκαν και ο ανεφοδιασμός έγινε σε διάρκεια οχτώ ωρών. Κατόπιν το «PERLA» πήρε βόρεια κατεύθυνση πλέοντας σε καλές καιρικές συνθήκες. Στις 7 Μαΐου και ενώ το σκάφος έπλεε δυτικά των Κανάριων Νήσων παρουσιάστηκαν προβλήματα στους κινητήρες. Χρειάστηκαν τρείς ημέρες προσπαθειών των μηχανικών για να επαναλειτουργήσουν φυσιολογικά οι δυο κινητήρες. Επιτέλους, το πρωινό της 20ης Μαΐου το «PERLA» έφτασε τις εκβολές του ποταμού Gironde που οδηγεί στο Μπορντό.

Καλυπτόμενο πλέον από τις γερμανικές δυνάμεις το υποβρύχιο έδεσε στις 14.45’ στον κατεχόμενο ναύσταθμο τερματίζοντας ένα ταξίδι που διήρκησε 81 ημέρες και κατά το οποίο διανύθηκαν 13.100 ναυτικά μίλια. Για το επιτυχές εγχείρημα ο Napp τιμήθηκε με το χάλκινο μετάλλιο της Στρατιωτικής Τιμής.

Το 1941-42 ανακατασκευάστηκε ο πυργίσκος των περισσότερων ιταλικών υποβρυχίων προκειμένου να ελαττωθεί το μέγεθος του και να παρουσιάζει μικρότερο στόχο στην επιφάνεια. Έτσι και το «PERLA» απέκτησε ένα μικρότερο πυργίσκο που έφερε σε αυτόν των γερμανικών υποβρυχίων τύπου VIIC. Μετά από τέσσερις μήνες αδράνειας στο Μπορντό, το «PERLA» αναχώρησε στις 20 Σεπτεμβρίου για να επιστρέψει στη Μεσόγειο.

Στο στενό του Γιβραλτάρ το υποβρύχιο εντοπίστηκε από βρετανικά πολεμικά και υπέστη επίθεση με βόμβες βυθών για περισσότερες από 12 ώρες.
Ωστόσο κατάφερε να ξεγλιστρήσει και να φθάσει στο Κάλιαρι στις 3 Οκτωβρίου.
Με νέο κυβερνήτη, το «PERLA» εντάχθηκε ξανά σε επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.



Το Υ/Β «PERLA» αιχμάλωτο των Βρετανών στη Βηρυτό.
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση

Από τις 12 έως 23 Φεβρουαρίου πραγματοποίησε περιπολία στις ακτές της Κυρηναϊκής, από τις 29 Μαρτίου έως 9 Απριλίου στα νοτιοδυτικά της Γαύδου και στις 10 με 24 Μαΐου στα ανοιχτά της Τυνησίας. Στις 11 Μαΐου 1942 το υποβρύχιο εξαπέλυσε δυο τορπίλες ενάντια της μεγάλης βρετανικής ναρκοθέτιδος «HMS WELSHMAN» αλλά χωρίς να την πετύχει. Στις 6 Ιουλίου 1942 το «PERLA» αναχώρησε για μια περιπολία στην περιοχή της Κύπρου με νέο κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Gioacchino Ventura. Τρείς ημέρες αργότερα εντόπισε στα ανοιχτά της Βηρυτού τη βρετανική κορβέτα «HMS HYACINTH» (μετέπειτα ελληνική «ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ») και επιτέθηκε εναντίον της με δυο τορπίλες. Και πάλι όμως δεν βρήκε το στόχο του με αποτέλεσμα η κορβέτα να εξαπολύσει με τη σειρά της επίθεση με βόμβες βυθού. Οι ζημιές που προκάλεσε στο υποβρύχιο ήταν τέτοιες που ο κυβερνήτης διέταξε την ανάδυση του και κατόπιν την εγκατάλειψή του. Προτού προλάβει το ιταλικό πλήρωμα να ανοίξει τους κρουνούς κατάκλισης και να αυτοβυθίσει το «PERLA», ένα άγημα από το «HYACINTH» επιβιβάστηκε σε αυτό και ανέλαβε τον έλεγχο του υποβρυχίου. Το «PERLA» ρυμουλκήθηκε από το «HYACINTH» στη Βηρυτό και κατόπιν στο Πορτ Σάιδ όπου έμεινε για μήνες δεμένο χωρίς πλήρωμα έχοντας λάβει από τους Βρετανούς το διακριτικό P.712. Το πιο σημαντικό απόκτημα για τους βρετανούς ήταν οι κώδικες αποκρυπτογράφησης της ιταλικής ναυτικής διοίκησης που βρέθηκαν στο υποβρύχιο και με τους οποίους παρακολουθούσαν τις ιταλικές επικοινωνίες για τις επόμενες έξι εβδομάδες.

Στις 30 Οκτωβρίου 1942 τέθηκε στο Eλληνικό Πολεμικό Ναυτικό από τους Άγγλους το ερώτημα κατά πόσο θα ήταν πρόθυμο να επανδρώσει το συλληφθέν «PERLA», χωρίς αυτό να επηρεάσει την μελλοντική παραχώρηση σύγχρονων υποβρυχίων στο ΠΝ. Αν και η ελληνική πλευρά ήταν καταρχάς επιφυλακτική τελικά αποδέχτηκε την παραχώρηση του υποβρυχίου, αφού πρώτα διεξήχθησαν επιθεωρήσεις. Το Νοέμβριο του 1942 ξεκίνησε η διαδικασία παραλαβής του σκάφους και στις 5 Δεκεμβρίου υψώθηκε σε αυτό η ελληνική σημαία και του δόθηκε το όνομα «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» προς τιμήν των πυρπολητών Λέκκα και Ιωάννη Ματρόζου που έδρασαν κατά την Eλληνική Eπανάσταση. Επιλέχτηκε τότε η γραφή του ονόματος του σκάφους με Ω αντί του ορθού Ο και του δόθηκε το διακριτικό Υ-7.

Τα χαρακτηριστικά του υποβρυχίου σύμφωνα με το ελληνικό μητρώο του ήταν:

Εκτόπισμα: 677 τόνοι εν πλω / 857 τόνοι εν καταδύσει.

Διαστάσεις: μέγιστο μήκος: 60,18 μ., μέγιστο πλάτος: 6,45 μ., μέσο βύθισμα: 4 μ.

Προωστήρια δύναμη: 2 πετρελαιοκινητήρες FIAT συνολικά 1400 ίππων / 2 ηλεκτροκινητήρες CRDA συνολικά 800 ίππων // διπλέλικο.

Μέγιστη ταχύτητα: 15,5 κόμβοι εν πλω / 7,5 κόμβοι εν καταδύσει.

Αυτονομία: εν πλω 2.500 μίλια με 12 ταχύτητα κόμβων / εν καταδύσει 74 μίλια με ταχύτητα 4 κόμβων.

Μέγιστο βάθος κατάδυσης: 80 μέτρα.

Οπλισμός: 6 τορπιλοσωλήνες (4 πρωραίοι και 2 πρυμναίοι) των 533 χιλιοστών, 1 πυροβόλο Vickers των 100/47 mm χιλιοστών και 3 πολυβόλα Breda των 13,2 χιλιοστών.

Πλήρωμα: 5 αξιωματικοί, 12 υπαξιωματικοί και 29 ναύτες.

Λόγω της εγκατάλειψής του, το σκάφος χρειαζόταν εκτεταμένες επισκευές για να επανέλθει σε ενεργό δράση. Το έργο της επανενεργοποίησης του με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ιωάννη Μασουρίδη δυσχέρανε η απώλεια των σχεδίων και των εγχειριδίων του σκάφους. Στις 30 Οκτωβρίου 1943 έγιναν οι πρώτες εν πλω δοκιμές του «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» και οχτώ ημέρες αργότερα έγινε η
πρώτη κατάδυση. Όπως αναφέρει ο τότε ύπαρχος του Ανθυποπλοίαρχος Ευάγγελος Κουρής, «Για να βρούμε τα δίκτυα και τα καλώδια, τα ακολουθούσαμε με το δάκτυλο. Στις πρώτες δοκιμές εν πλω, στις προσβάσεις του Πορτ Σάιδ, κόλλησαν τα εξαεριστικά κάποιου θαλασσέρματος και κατεβαίναμε με κλίση 22ο προς το βυθό. Ευτυχώς οι χειρισμοί του κυβερνήτη υπήρξαν επιτυχείς και γλυτώσαμε τα χειρότερα».



To Υ/Β «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» στο
Πορτ Σάιδ κατά την περίοδο
γενικής επιθεώρησης και
επισκευής του
ΦΩΤΟ: Aρχείο ΥΙΝ.

Το πλοίο μετά από πρόχειρες επισκευές μετέβη στη Βηρυτό τον Μάρτιο του 1943 και εντάχθηκε στον εκεί 1ο στολίσκο υποβρυχίων. Το σκάφος παρέμεινε υπό επισκευή μέχρι το Νοέμβριο του 1943 και με την ολοκλήρωση των εργασιών πραγματοποίησε δυο δοκιμαστικούς πλόες.

Στις 19 Μαρτίου αναχώρησε από το Πορτ Σάιδ για την πρώτη του περιπολία η οποία είχε ως κύριο στόχο την αξιολόγηση της λειτουργίας του υλικού. Το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» έφθασε στις 25 Μαρτίου κοντά στις νήσους Στροφάδες στο Ιόνιο και εκτέλεσε περιπολία δυτικά της Πελοποννήσου. Κατά τη διάρκεια μιας νυκτερινής κατάδυσης πλησίον των ακτών της Πελοποννήσου απωλέσθηκε ο ναύτης Ι. Λαζαρίδης. Αν και δεν αποκλείσθηκε το ενδεχόμενο του ατυχήματος επικράτησε η άποψη ότι ο ναύτης σκόπιμα έπεσε στη θάλασσα για να κολυμπήσει ως την ακτή επωφελούμενος της ήρεμης θάλασσας. Ωστόσο τις περισσότερες ημέρες επικράτησε κακοκαιρία και αυτή σε συνδυασμό με την έλλειψη ραντάρ δεν επέτρεψαν τον εντοπισμό κάποιου στόχου. Έτσι το πρωί της 2ας Απριλίου το υποβρύχιο κατέπλευσε στη Μάλτα όπου είχε στο μεταξύ μεταφερθεί η έδρα του ελληνικού στολίσκου υποβρυχίων. Εκεί έγινε γνωστό στη βρετανική Διοίκηση Υποβρυχίων ότι το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» είχε κινηθεί εκτός του προκαθορισμένου τομέα που είχε οριοθετηθεί, κάτι που ήταν επικίνδυνο για την ασφάλεια του σκάφους και του πληρώματος μιας και θα μπορούσε να είχε στοχοποιηθεί από άλλα συμμαχικά υποβρύχια που δεν γνώριζαν την ύπαρξή του εκεί. Στην αναφορά του βρετανικού συνδέσμου που επέβαινε στο σκάφος διατυπωθήκαν αρνητικές κρίσεις για την μη τήρηση των ορίων της περιπολίας από τον κυβερνήτη αλλά ταυτόχρονα εκφράστηκε η ικανοποίηση για το ηθικό του πληρώματος και τη μέριμνα του προς το υλικό που εξασφάλισε την επαναλειτουργία του υποβρυχίου η οποία κρίθηκε από τους Βρετανούς ως επιτυχής. Επίσης, προέκυψαν κάποια ερωτήματα ως προς την επαρκή αποθηκευτική ικανότητα των μπαταριών του σκάφους ενώ η κουζίνα και η ψυκτική χάλασαν και το περισκόπιο επιθέσεως παρουσίασε δυσλειτουργίες που μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μόνο με εξειδικευμένη επισκευή. Τέλος, καταγράφηκαν ορισμένα από τα χρόνια προβλήματα του σκάφους όπως ότι ο έντονος διατοιχισμός προκαλούσε τη διαρροή οξέος από τις μπαταρίες καθώς και ότι η κατάδυση του υποβρυχίου σε τέτοιες καιρικές συνθήκες γινόταν με δυσκολία.

Στο μεταξύ, σε συνέχεια του κινήματος που είχε εξελιχτεί και ήδη κατασταλεί στην Αλεξάνδρεια, o Διοικητής Υποβρυχίων Πλοίαρχος Σ. Τσιριμώκος ανακοίνωσε στις 24 Απριλίου στο Βρετανό Ναυτικό Διοικητή της Μάλτας ότι αρνείτο να υπηρετήσει υπό το νέο Αρχηγό Στόλου Π. Βούλγαρη αλλά και ότι ήταν πρόθυμος να συνεχίσει τον αγώνα υπό βρετανική διοίκηση. Οι Βρετανοί συνέλαβαν τον Τσιριμώκο και το μεγαλύτερο μέρος των πληρωμάτων των εκεί ευρισκόμενων υποβρυχίων, συμπεριλαμβανομένου και του «ΜΑΤΡΩΖΟΣ», αποβιβάστηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Τις επόμενες μέρες περί τους μισούς επέστρεψαν στα σκάφη και οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν κρατούμενοι σε στρατόπεδα στην Αίγυπτο. Υπό αυτές τις συνθήκες μέλη του πληρώματος του «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» μεταφέρθηκαν στο υποβρύχιο «ΠΙΠΙΝΟΣ» που κινδύνευε να περιέλθει σε βρετανικό έλεγχο αν δεν παρουσιαζόταν ετοιμοπόλεμο. Εντός του Μαΐου το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» επανδρώθηκε πλήρως και στις 15 Ιουνίου αναχώρησε για περιπολία στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου. Το σκάφος έφθασε μετά από δυο ημέρες στην περιοχή και αντικατέστησε το υποβρύχιο «ΝΗΡΕΥΣ». Το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» παρέμεινε, με τα προαναφερθέντα τεχνικά προβλήματα να παραμένουν, επί οχτώ ημέρες στις προσβάσεις του Λακωνικού και του Μεσσηνιακού κόλπου χωρίς όμως να συναντήσει κάποιον αξιόλογο στόχο. Επέστρεψε στις 29 Ιουνίου στη Μάλτα και τον Αύγουστο κατέπλευσε στον υπό συμμαχική κατοχή ιταλικό ναύσταθμο στον Τάραντα όπου διεξήχθησαν οι απαραίτητες επισκευές στο περισκόπιο από Ιταλούς της κατασκευάστριας εταιρίας. Το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» απέπλευσε από τη Μάλτα για την τρίτη περιπολία του στις 14 Σεπτεμβρίου. Το υποβρύχιο περιπόλησε επί δυο ημέρες στα νότιο-ανατολικά της Ρόδου ωστόσο διατάχθηκε να επιστρέψει για ανεφοδιασμό στη βάση του πριν την προκαθορισμένη ημερομηνία, μιας και οι ανάγκες για περιπολίες είχαν μετατοπιστεί σε πιο βόρειες περιοχές. Έτσι το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» κατέπλευσε στη Μάλτα στις 24 Σεπτεμβρίου.

Πραγματικά, στις 3 Οκτωβρίου 1944 το ΜΑΤΡΩΖΟΣ αναχώρησε από τη Μάλτα για να εκτελέσει πολεμική περιπολία στην περιοχή της Χίου. Οι Γερμανοί είχαν ήδη ξεκινήσει την υποχώρησή τους από τα ελληνικά νησιά και οι νηοπομπές που σχημάτιζαν αποτελούσαν ένα δυνητικό στόχο. Κατά τις πρωινές ώρες στις 8 του μήνα, στα βόρεια της Ικαρίας συνάντησε νηοπομπή αποτελούμενη από πέντε μικρά πλοία. Τα πλοία ήταν το τσιμεντόπλοιο «ACHILLES», το «PAUL» και το μότορσιπ «HORST» [1] συνοδευόμενα από τις ακτοφυλακίδες GK.91 και GD.92 [2] και είχε αποπλεύσει από τη Λέρο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Καθώς υπήρχε εντολή των Bρετανών να γίνεται αναγνώριση του στόχου πριν την επίθεση για να αποφευχθεί τυχόν πλήγμα σε σκάφη που μετέφεραν τρόφιμα στον πληθυσμό των νησιών, το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» πλησίασε και έκανε σήμα αναγνώρισης. Τότε δέχθηκε τα πυρά των εχθρικών σκαφών και το υποβρύχιο ανταπέδωσε στις 06.20’ κάνοντας χρήση του πυροβόλου και των πολυβόλων που διέθετε. Από τα εχθρικά πυρά το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» υπέστη μικρές ζημιές (κόπηκε η κεραία του ασυρμάτου και καταστράφηκαν μερικές σανίδες του καταστρώματος) ενώ τα συνοδά προσπαθούσαν να θέσουν το υποβρύχιο μεταξύ διασταυρούμενων πυρών. Μετά την 29η βολή το κοίλο του πυροβόλου του ΜΑΤΡΩΖΟΣ υπερθερμάνθηκε με αποτέλεσμα να διασταλεί ο κενός κάλυκας της τελευταίας βολής και να μην μπορεί να αφαιρεθεί. Στις 06.45’ αναδύθηκε πλησίον του «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» το βρετανικό υποβρύχιο «VIVID». Ο Υποπλοίαρχος Μασουρίδης αντάλλαξε τις πληροφορίες για όσα διαδραματίζονταν στο βρετανικό υποβρύχιο. Ο στόχος του ήταν να συνεννοηθεί με το «VIVID» προκειμένου να διενεργήσουν από κοινού τορπιλική επίθεση στη νηοπομπή. Ωστόσο προτού γίνει αυτή η συνεννόηση το βρετανικό υποβρύχιο καταδύθηκε. Το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» κινήθηκε προς βορά προκειμένου να αποκόψει τη διαφυγή της νηοπομπής και να την περιορίσει στο χώρο όπου ανέμενε να γίνει επίθεση από το «VIVID» [3].



Κατά τον πλου του Υ/Β «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» από το Πορτ Σάιδ
στη Βηρυτό. ΦΩΤΟ: Aρχείο ΥΙΝ.

Θεωρώντας πως η νηοπομπή είχε διαφύγει [4] και μη μπορώντας να εκπέμψει και να λάβει σήματα, το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» συνέχισε τον πλου του και το μεσημέρι έδεσε στο λιμάνι της Χίου όπου έγιναν και οι απαραίτητες επισκευές. Ο κυβερνήτης του Ι. Μασουρίδης που είχε εν τω μεταξύ προαχθεί σε Πλωτάρχη προτάθηκε από τον Ανώτερο Διοικητή Υποβρυχίων Π. Αντωνόπουλο για ηθική αμοιβή «δια το επιδειχθέν υπ’ αυτού επιθετικόν πνεύμα». Στις 11 Οκτωβρίου το υποβρύχιο συνέχισε την περιπολία του κινούμενο από τα βόρεια των Σποράδων έως τον κόλπο της Κασσάνδρας, χωρίς όμως να εντοπίσει κάποιο πιθανό στόχο. Έχοντας ολοκληρώσει την περιπολία του, το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» έπλευσε στις 16 Οκτωβρίου στη Μυτιλήνη αλλά αναχώρησε την ίδια μέρα. Το υποβρύχιο έπλευσε προς νότο κατά μήκος της ελληνοτουρκικής συνοριογραμμής και διέπλευσε το στενό της Κω εν πλω με το φως της ημέρας με αποτέλεσμα να γίνει αντιληπτό από τα γερμανικά φυλάκια τα οποία όμως δεν έβαλαν εναντίον του. Στη συνέχεια το σκάφος έπλευσε παράλληλα με την ανατολική ακτή της Ρόδου και συνέχισε την πορεία του προς δυσμάς πλέοντας στα νότια της Κρήτης.

Στις 22 Οκτωβρίου το υποβρύχιο κατέπλευσε στην Μάλτα και μετά από μια εβδομάδα αναχώρησε με προορισμό τον απελευθερωμένο Πειραιά όπου έφτασε στις 1 Νοεμβρίου. Εξαιτίας των καταστροφών που είχε υποστεί ο Ναύσταθμος Σαλαμίνος, το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» παρέβαλε στο βοηθητικό «ΚΟΡΙΝΘΙΑ» το οποίο ήταν αγκυροβολημένο στα ανοιχτά της Ψυττάλειας.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου το υποβρύχιο «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» διένυσε υπό ελληνική σημαία 10.576 μίλια σε 1.896 ώρες πλου. Εξαιτίας των τεχνικών δυσκολιών που συναντούσε το πλήρωμα του, το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» τέθηκε στις 17 Απριλίου 1945 σε κατάσταση εφεδρείας και συντήρησης και το επόμενο έτος διαγράφηκε από τη δύναμη του στόλου. Το Ναυτικό εξάλλου παρέλαβε το
1945-46 από τους Βρετανούς πέντε υποβρύχια, κάτι που επέτρεψε τον παροπλισμό των παλαιότερων και λιγότερο αξιόμαχων υποβρυχίων.

Το παροπλισμένο «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» εκποιήθηκε για διάλυση ως παλαιοσίδερα και ρυμουλκήθηκε το 1954 στο διαλυτήριο.
ΠΗΓΗ: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2015/06/blog-post_9.html
 
Η συνέχεια και το άγνωστο υποβρύχιο «Balilla» στο Β' ΜΕΡΟΣ πιέσατε ΕΔΩ

 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Τo ACHILLES (1.150 κ.ό.χ.) είχε κατασκευασθεί το 1944 στο Πέραμα με χρήση τσιμέντου ενώ το PAUL (212 κ.ό.χ.) είχε μάλλον ναυπηγηθεί το 1944 στα Αμπελάκια από ξυλεία. Το HORST (212 κ.ό.χ.) είχε ναυπηγηθεί το 1938 στη Γερμανία για ποτάμιους πλόες και είχε πλεύσει το 1943 μέσω του Δούναβη στη Μαύρη Θάλασσα και κατόπιν στο Αιγαίο.

[2] Tα GK.91 και GD.92 ήταν τύπου Kriegsfischkutter (εξοπλισμένου αλιευτικού). Το πρώτο ανήκε στην γερμανική ναυτική δύναμη της Κρήτης (GK=Griechenland, Kreta) ενώ το δεύτερο στων Δωδεκανήσων.

[3] Το VIVID θεώρησε ότι το μέγεθος των σκαφών δεν απαιτούσε τη χρήση τορπιλών και παρακολούθησε τη νηοπομπή μέχρι να βεβαιωθεί ότι καταστράφηκε από μονάδες επιφανείας που προσέτρεξαν στην περιοχή.

[4] Η νηοπομπή δέχθηκε την ίδια μέρα επίθεση τριών βρετανικών τορπιλακάτων με αποτέλεσμα να απωλεσθούν και τα τρία μεταγωγικά σκάφη στα βορειοδυτικά της Χίου.

 


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...