ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Τρίτη, 12 Απριλίου 2016

Στολές & διακριτικά των πληρωμάτων των ελληνικών υποβρυχίων κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο


Περί Αλός

Γιάννης Μυλωνάς
Ειδικός ενδυματολόγος - οπλογνώστης του Πολεμικού Μουσείου

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση»,
τ. 593-594, σελ. 114, ΙΟΥΝ – ΝΟΕ 2015. Αναδημοσίευση στο
Περί Αλός με την έγκριση της «Ναυτικής Επιθεωρήσεως»

 


Εισαγωγή

Στο παρόν άρθρο παρουσιάζουμε τις στολές που έφεραν τα πληρώματα των ελληνικών υποβρυχίων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν είναι δυνατόν όμως να μην αναφερθούμε, έστω και συνοπτικά, στη δράση των υποβρυχίων που διέθετε εκείνη την περίοδο το Ελληνικό Ναυτικό.

Κατά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου, την 28η Οκτωβρίου 1940, το Ελληνικό Βασιλικό Ναυτικό διέθετε έξι, γαλλικής κατασκευής, υποβρύχια. Από αυτά, το «Κατσώνης» Υ-1 και το «Παπανικολής» Υ-2 είχαν κατασκευαστεί στα ναυπηγεία Gironde και Loire, αντιστοίχως, μεταξύ των ετών 1925 και 1927 και είχαν τα παρακάτω τεχνικά χαρακτηριστικά:

Διαστάσεις: 62,5 m μήκος, 5,3 m ύψος, 3,6m πλάτος.

Εκτόπισμα: 576 t στην επιφάνεια και 775 t σε κατάδυση.

Πρόωση: 2 πετρελαιοκινητήρες 1.300 hp – 2 ηλεκτροκινητήρες 1.000 hp.

Ταχύτητα: 14 kts στην επιφάνεια και 9 kts σε κατάδυση.

Οπλισμός: 6 τορπιλοβλητικοί σωλήνες των 21 in, 1 πυροβόλο των 100 mm και δύο αντιαεροπορικά πολυβόλα των 13,2 mm.

Πλήρωμα: 30 άνδρες.

Τα άλλα τέσσερα, το «Πρωτεύς» Υ-3, το «Νηρεύς» Υ-4, το «Τρίτων» Υ-5 και το «Γλαύκος» Υ-6, είχαν ναυπηγηθεί επίσης στη Γαλλία, στα ναυπηγεία Loire, μεταξύ των ετών 1927 και 1930. Τα τεχνικά τους χαρακτηριστικά ήταν:

Διαστάσεις: 68,6 m μήκος, 5,7 m ύψος, 4,1m πλάτος.

Εκτόπισμα: 790 t στην επιφάνεια, 960 t σε κατάδυση.

Πρόωση: 2 πετρελαιοκινητήρες 1.420 hp – 2 ηλεκτροκινητήρες 1.200 hp.

Ταχύτητα: 14 kts στην επιφάνεια, 8,5 kts σε κατάδυση.

Οπλισμός: 8 τορπιλοβλητικοί σωλήνες των 21 in, 1 πυροβόλο των 100 mm και 1 πυροβόλο των 40 mm.

Πλήρωμα: 41 άνδρες.

Το 1942 παραχωρήθηκε από τους Βρετανούς στο Βασιλικό Ναυτικό το ιταλικό υποβρύχιο "Perla" που είχε καταληφθεί στη Μεσόγειο από τη βρετανική κορβέτα HMS «Hyacinth» (μετέπειτα "Αποστόλης"). Το υποβρύχιο εντάχτηκε στον Ελληνικό Στόλο με το όνομα «Ματρώζος» Υ-7. Τα τεχνικά του χαρακτηριστικά ήταν:

Διαστάσεις: 60 m μήκος, 6,4 m ύψος, 4,4 m πλάτος.

Εκτόπισμα: 618 t στην επιφάνεια, 855 t σε κατάδυση.

Πρόωση: 2 πετρελαιοκινητήρες 1.350 hp – 2 ηλεκτροκινητήρες 800 hp.

Ταχύτητα: 14 kts στην επιφάνεια, 8,5 kts σε κατάδυση.

Οπλισμός: 6 τορπιλοβλητικοί σωλήνες των 21 in, 1 πυροβόλο των 100 mm και δύο αντιαεροπορικά πολυβόλα των 13 mm.

Πλήρωμα: 45 άνδρες.



Ο κελευστής-πυροβολητής Κ. Τζάνος και ο
ναύτης-πυροβολητής Πατεράκης σε άσκηση
πυροβόλου του υποβρυχίου "Πιπίνος" (Υ-8).
Αγγλία, τέλος του 1943
(φωτ. αρχείο Πολεμικού Μουσείου).

To 1943 οι Βρετανοί παραχώρησαν ένα ακόμη υποβρύχιο στο Βασιλικό Ναυτικό, το «Πιπίνος» Υ-8, πρώην HMS «Veldt» P-71, τύπου V με τα ακόλουθα τεχνικά χαρακτηριστικά:

Διαστάσεις: 62,5 m μήκος, 4,9 m ύψος, 3,9 m πλάτος.

Εκτόπισμα: 545 t στην επιφάνεια, 740 t σε κατάδυση.

Πρόωση: 2 πετρελαιοκινητήρες 615 hp, 2 ηλεκτροκινητήρες 825 hp.

Tαχύτητα: 13 kts στην επιφάνεια, 9 kts σε κατάδυση.

Οπλισμός: 4 τορπιλοβλητικοί σωλήνες των 21 in, 1 πυροβόλο των 3 in και 2 αντιαεροπορικά πολυβόλα.

Πλήρωμα: 37 άνδρες.

Η δράση των υποβρυχίων

Το «Κατσώνης» (Υ-1) κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-41, πραγματοποίησε τέσσερις πολεμικές περιπολίες με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Αθ. Σπανίδη. Στις 31 Δεκεμβρίου 1940 βύθισε το ιταλικό φορτηγό «Quindo» κοντά στις ακτές της Γιουγκοσλαβίας. Mετά την κατάληψη της Ελλάδας κατέφυγε στη Μέση Ανατολή. Στις 2 Ιουλίου 1942 βυθίστηκε λόγω βλάβης στο λιμάνι του Πορτ Σάιντ. Μετά από μακροχρόνια επισκευή άρχισε πάλι την πολεμική του δράση με κυβερνήτη τον αντιπλοίαρχο Β. Λάσκο. Στις 2 Απριλίου 1943 βύθισε μία ιταλική ναρκοθέτιδα στο Γύθειο, στις 5 του ιδίου μήνα ένα εμπορικό 1.500t έξω από την Κύθνο και στις 29 Μαΐου 1943 ένα ακόμη φορτηγό 1.000 t κοντά στη Σκιάθο. Το «Κατσώνης» βυθίστηκε στις 14 Σεπτεμβρίου στην περιοχή της Σκιάθου μετά από ηρωική μάχη με μία γερμανική κορβέτα. Σκοτώθηκε ο κυβερνήτης Β. Λάσκος και 31 άνδρες του πληρώματος, αιχμαλωτίστηκαν 15, ενώ ο ύπαρχος υποπλοίαρχος Ηλ. Τσουκαλάς και δύο υπαξιωματικοί διέφυγαν κολυμπώντας.

Το «Παπανικολής» (Υ-2) από την έναρξη του Ελληνοϊταλικού πολέμου μέχρι την κατάληψη της Ελλάδας, πραγματοποίησε τέσσερις πολεμικές περιπολίες με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Μ. Ιατρίδη. Στις 23 Δεκεμβρίου 1940 βύθισε ένα πετρελαιοκίνητο φορτηγό και την επομένη το οπλιταγωγό «Firenze» 3.952 t. Μετά την κατάληψη της Ελλάδας κατέφυγε στη Μέση Ανατολή. Με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Ρουσσέν, βύθισε ένα φορτηγό 8.000 t έξω από το λιμάνι Αλίμνια της Δωδεκανήσου. Βύθισε επίσης έναν αριθμό γερμανικών και ιταλικών ιστιοφόρων και αιχμαλώτισε ένα από αυτά 220 t. Παροπλίστηκε το 1945, ο δε πυργίσκος του διατηρήθηκε αρχικά στη Βάση Υποβρυχίων και στη συνέχεια τοποθετήθηκε στο Ναυτικό Μουσείο στον Πειραιά, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.

Το «Πρωτεύς» (Υ-3) στις 29 Δεκεμβρίου 1940, με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Μ. Χατζηκωνσταντή, επιτέθηκε σε προστατευμένη με πλοία συνοδείας ιταλική νηοπομπή, 75 km ανατολικά του Μπρίντιζι και βύθισε το οπλιταγωγό "Sardegna" 11.452 t. Εντοπίστηκε όμως και εμβολίστηκε από το ιταλικό τορπιλοβόλο "Antares" με αποτέλεσμα να βυθιστεί αύτανδρο.

Το «Νηρεύς"» (Υ-4) κατά τη διάρκεια του Ελληνοϊταλικού πολέμου 1940-41 έλαβε μέρος σε τέσσερις πολεμικές περιπολίες με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Βρ. Ρώτα και σε 12 ακόμη πολεμικές περιπολίες από τη Μέση Ανατολή με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Α. Ράλλη. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1942 βύθισε το ιταλικό οπλιταγωγό "Fiume" 1.500 t και στις 25 του ιδίου μήνα ένα μεγάλο ιταλικό ιστιοφόρο. Ακολούθησαν και άλλα μικρότερα ιστιοφόρα. Χρησιμοποιήθηκε σε αποστολές κομάντο και για τη μεταφορά προσωπικού που φυγαδευόταν από την κατεχόμενη Ελλάδα. Το 1947 παροπλίστηκε και το 1952 εκποιήθηκε.



Δεξαμενισμός του υποβρυχίου «Τρίτων» (Υ-5) στο
Πορτ Σάιντ τον Αύγουστο του 1941. Ο ύπαρχος
υποπλοίαρχος Ι. Μασουρίδης και ο ανθυποπλοίαρχος
Χ. Σολιώτης με βρετανικού τύπου λευκές θερινές
στολές (φωτ. αρχείο Πολεμικού Μουσείου).

 

Το «Τρίτων» (Υ-5) κατά τη διάρκεια του πολέμου 1940-41, πραγματοποίησε πέντε πολεμικές περιπολίες με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Δ. Ζέπο και στις 24 Ιανουαρίου 1941 πιθανώς βύθισε το ιταλικό υποβρύχιο «Neghelli». Στις 23 Μαρτίου 1941 βύθισε το επιβατηγό «Carnia» 5.451t, 55 km ανατολικά του ακρωτηρίου Γκάλο του Μπρίντιζι. Στις 23 Απριλίου 1941 κατέφυγε στην Αλεξάνδρεια. Από τη Μέση Ανατολή πραγματοποίησε επτά πολεμικές περιπολίες και ένα ταξίδι ανεφοδιασμού της Μάλτας. Με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Ε. Κοντογιάννη βυθίστηκε στις 16 Νοεμβρίου 1942, κοντά στον Καφηρέα, μετά από σκληρή μάχη με το γερμανικό περιπολικό UJ-2101. Απωλέστηκαν 23 άνδρες, αιχμαλωτίστηκαν 30, μεταξύ των οποίων και ο κυβερνήτης και διέφυγαν κολυμπώντας δύο.

Το «Γλαύκος» (Υ-6) δεν έλαβε μέρος στον πόλεμο 1940-41 λόγω της συνεχιζόμενης επισκευής του. Με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Κ. Εγκολφόπουλο, κατέπλευσε στην Αλεξάνδρεια στις 23 Απριλίου 1941. Από τη Μέση Ανατολή πραγματοποίησε δύο πολεμικές περιπολίες με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Β. Αρσάνογλου. Στις 21 και 22 Ιουνίου 1941 βύθισε με το πυροβόλο του δύο πετρελαιοκίνητα των 40 t και στις 10 Νοεμβρίου 1941, το γερμανικό φορτηγό «Norburg» 2.392 t κοντά στη Σούδα. Βυθίστηκε στις 4 Απριλίου 1942, ενώ ήταν αγκυροβολημένο για επισκευή στο λιμάνι της Μάλτας από αεροπορική επιδρομή. Ο κυβερνήτης του Β. Αρσάνογλου είχε φονευθεί ένα μήνα πριν κατά τη διάρκεια μιας άλλης αεροπορικής επιδρομής.

Το «Ματρώζος» (Υ-7) με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Ι. Μασουρίδη, ξεκίνησε για την πρώτη πολεμική του περιπολία στις 19 Μαρτίου 1943.

Μέχρι το τέλος του 1944 πραγματοποίησε συνολικά τέσσερις πολεμικές περιπολίες. Παροπλίστηκε το 1945 και το 1946 εκποιήθηκε. Το «Πιπίνος» (Υ-8) στις 9 Αυγούστου 1944, με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Κ. Λούνδρα, βύθισε στο λιμάνι της Σάμου το ιταλικό αντιτορπιλικό «Calatafimi» και το πρώην ελληνικό ανεφοδιαστικό φάρων "Ωρίων". Επεστράφη στο Βρετανικό Ναυτικό το 1959.

Οι στολές των πληρωμάτων

Οι αξιωματικοί, οι υπαξιωματικοί και οι ναύτες που επάνδρωναν τα ελληνικά υποβρύχια, φορούσαν τις στολές που καθιερώθηκαν με τον κανονισμό στολών του Βασιλικού Ναυτικού του 1939.



Πλήρωμα υποβρυχίου του Ελληνικού
Βασιλικού Ναυτικού το 1942.
Αριστερά απεικονίζεται ένας ανθυποπλοίαρχος
με χακί στολή υπηρεσίας Μ1939 battle dress,
πίσω απότο πολυβόλο, ένας ναύτης με πουλόβερ
και τον μπερέ της στολής εργασίας, στο κέντρο,
ο κυβερνήτης με τον βαθμό του αντιπλοιάρχου
και δεξιά, ένας ναύτης Α' - τορπιλητής.
Πίσω τους, επάνω στη γέφυρα, διακρίνονται
άλλα μέλη τουπληρώματος
(σχέδιο Γιάννης Μυλωνάς).

Χαρακτηριστικό έμβλημα που τους διέκρινε από τους άλλους άνδρες του Βασιλικού Ναυτικού ήταν ένα μεταλλικό υποβρύχιο «εν ημικαταδύσει» που έφεραν στο αριστερό μέρος του στήθους τους. Το υποβρύχιο των αξιωματικών είχε μήκος 65 mm, ενώ των υπαξιωματικών και των ναυτών 50 mm.

Επίσης το υποβρύχιο των αξιωματικών και των υπαξιωματικών ήταν επίχρυσο, ενώ των ναυτών επάργυρο.

Οι ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες διαβίωσης στον στενό χώρο των υποβρυχίων και με δεδομένη την έλλειψη καθαριότητας, ανάγκαζαν τα πληρώματα να φορούν τις στολές τους όπως εξυπηρετούντο κάθε φορά κάνοντας διάφορους συνδυασμούς που τους επέτρεπαν να τις αντιμετωπίζουν.

Η χειμερινή στολή υπηρεσίας των Αξιωματικών και των Υπαξιωματικών

Πηλήκιο: Οι αξιωματικοί και οι υπαξιωματικοί έφεραν ναυτικό πηλήκιο κατασκευασμένο από σκούρο μπλε, σχεδόν μαύρο, μάλλινο ύφασμα (ερέα). Το υποσιάγωνο ήταν κατασκευασμένο από γυαλιστερό μαύρο δέρμα και στερεωνόταν με δύο μικρά επίχρυσα ναυτικά κουμπιά. Το γείσο των κατωτέρων αξιωματικών και υπαξιωματικών ήταν κατασκευασμένο από μαύρο γυαλιστερό δέρμα.

Το γείσο των ανωτέρων αξιωματικών ήταν κα-λυμμένο από μαύρο λεπτό μάλλινο ύφασμα και ήταν διακοσμημένο με χρυσοκέντητους κλάδους φύλλων δρυός για τους μάχιμους και τους μηχανικούς, ενώ των ανωτέρων αξιωματικών των άλλων κλάδων ήταν διακοσμημένο με χρυσοκέντητο επίρραμμα πλάτους 12 mm. Tο πηλήκιο των αξιωματικών είχε εμπρός το εθνόσημο, το οποίο αποτελείτο από μια επίχρυση μεταλλική άγκυρα σε οβάλ γαλάζιο τσόχινο φόντο που περιβαλλόταν από δύο χρυσοκέντητους κλάδους φύλλων δάφνης. Ο κάθε κλάδος είχε έξι φύλλα. Στο εθνόσημο των υπαξιωματικών κάθε κλάδος είχε μόνο δύο φύλλα δάφνης. Τέλος, το άνω διάζωμα του πηληκίου είχε κάλυμμα από λευκό ύφασμα "γραμμωτού πικέ".

Χιτώνιο: Το χιτώνιο υπηρεσίας των αξιωματικών και των υπαξιωματικών ήταν ένα σταυρωτό σακάκι, κατασκευασμένο από μπλε σκούρο, σχεδόν μαύρο, μάλλινο ύφασμα (ερέα). Το χιτώνιο κούμπωνε με οκτώ επίχρυσα ναυτικά κουμπιά τοποθετημένα σε δύο σειρές. Τα κουμπιά είχαν ανάγλυφα στο στέμμα και την άγκυρα και ναυτικό σχοινί στην περίμετρο. Στο αριστερό μέρος του στήθους υπήρχε ένα εσωτερικό τσεπάκι και κάτω από την κάθε πλευρά μία εσωτερική τσέπη χωρίς καπάκι, ενώ πίσω υπήρχαν δύο ανοίγματα.

Το χιτώνιο των υπαξιωματικών δεν είχε τσεπάκι στο αριστερό μέρος του στήθους ούτε τα ανοίγματα πίσω.



Υπαξιωματικός του Βασιλικού
Ναυτικού, 1940.
Κελευστής – υδροφωνητής των
υποβρυχίων με στολή υπηρεσίας.
Σχέδιο: Γιάννης Μυλωνάς.

Χλαίνη: Η χλαίνη των αξιωματικών και των υπαξιωματικών ήταν κατασκευασμένη από βαρύ μάλλινο ύφασμα σκούρου μπλε, σχεδόν μαύρου, χρώματος. Ο γιακάς ήταν ανοικτός, φαρδύς και αναδιπλωμένος. Η χλαίνη κούμπωνε με οκτώ επίχρυσα ναυτικά κουμπιά τοποθετημένα σε δύο σειρές. Είχε δύο εσωτερικές τσέπες με καπάκια αριστερά και δεξιά από τη μέση. Πίσω, στη μέση, είχε μισή υφασμάτινη ζώνη που στερεωνόταν με δύο επίχρυσα ναυτικά κουμπιά και στο κάτω μέρος άνοιγμα με τρία μικρά επίχρυσα ναυτικά κουμπιά. Οι αξιωματικοί και οι αρχικελευστές έφεραν τα διακριτικά του βαθμού τους επάνω σε σκληρές μαύρες επωμίδες, ενώ οι κελευστές στους βραχίονες. Υπήρχε και βραχεία χλαίνη, η οποία διέφερε από τη μακρά στο μήκος και δεν είχε ζώνη πίσω και κουμπιά στο άνοιγμα.

Στολή εργασίας των αξιωματικών (φόρμα): Οι αξιωματικοί έφεραν ολόσωμη φόρμα εργασίας κατασκευασμένη από φαιό ύφασμα. Η φόρμα άνοιγε εμπρός και κούμπωνε με μία σειρά από έξι επίχρυσα ναυτικά κουμπιά. Είχε δύο εξωτερικές τσέπες στο στήθος και δύο σχισμές (εσωτερικές τσέπες) στις πλευρές. Στη μέση είχε ζώνη από το ίδιο ύφασμα με απλή μεταλλική πόρπη. Στους ώμους της φόρμας ήταν ραμμένα τα διακριτικά βαθμού των αξιωματικών, επάνω σε μαλακές μαύρες επωμίδες. Η φόρμα εργασίας φερόταν με το πηλήκιο χωρίς το λευκό του κάλυμμα. Τη φόρμα φορούσαν μόνο οι μηχανικοί αξιωματικοί στα πλοία και σε ώρα εργασίας, ενώ οι μάχιμοι, όταν επιθεωρούσαν αποθήκες και μηχανές πλοίων.

Διακριτικά βαθμών: Γύρω από το κάτω άκρο των μανικιών (περιχειρίδες) ήταν τοποθετημένα τα διακριτικά βαθμού των αξιωματικών κατασκευασμένα από χρυσές ταινίες (γαλόνια) παράλληλα τοποθετημένες. Η ανώτερη ταινία των διακριτικών των μαχίμων αξιωματικών και των μηχανικών σχημάτιζε έναν κύκλο. Μία ταινία πλάτους 14,2 mm έδειχνε τον βαθμό του σημαιοφόρου, δύο του ανθυποπλοιάρχου, τρεις, από τις οποίες η μεσαία είχε πλάτος 7 mm, του υποπλοιάρχου, τρεις του πλωτάρχη, τέσσερις, από τις οποίες η δεύτερη από πάνω ταινία είχε πλάτος 7 mm, του αντιπλοιάρχου και τέσσερις του πλοιάρχου. Οι χρυσές ταινίες των μηχανικών και των αξιωματικών των κλάδων ήταν ραμμένες επάνω σε ύφασμα που είχε το διακριτικό χρώμα του κλάδου στον οποίο ανήκαν. Το χρώμα ήταν σκούρο βυσσινί βελούδο για τους μηχανικούς, μαύρο βελούδο για τους ναυπηγούς, ανοικτό βυσσινί βελούδο για τους ηλεκτρολόγους μηχανικούς, κόκκινο βελούδο για τους ιατρούς, πράσινο βελούδο για τους φαρμακοποιούς, σκούρα κόκκινη τσόχα για τους οικονομικούς κλπ.

Στις περιχειρίδες των μανικιών είχαν και οι αρχικελευστές (με βάση τη σημερινή ιεραρχία ήταν ανθυπασπιστές) τα διακριτικά του βαθμού τους. Δύο χρυσές ταινίες, από τις οποίες η επάνω είχε πλάτος 6 mm και η κάτω 8 mm, έδειχναν τον βαθμό του αρχικελευστή Α'. Στο μέσον της επάνω ταινίας υπήρχε ορθή γωνία κατασκευασμένη από ταινία 6 mm. Μία ταινία πλάτους 8 mm με ορθή γωνία από την ίδια ταινία στο μέσον της, έδειχνε τον βαθμό του αρχικελευστή Β'. Οι κελευστές έφεραν τα διακριτικά του βαθμού τους στο μέσον κάθε βραχίονα. Τα διακριτικά ήταν χρυσές ταινίες που σχημάτιζαν Λ. Δύο ταινίες πλάτους 14 mm έδειχναν τον βαθμό του κελευστή (σημ. επικελευστής), δύο ταινίες από τις οποίες η επάνω είχε πλάτος 14 mm και η κάτω 8 mm, έδειχναν τον βαθμό του υποκελευστή Α', μία ταινία 14 mm, τον βαθμό του υποκελευστή Β' και τέλος μία ταινία 8 mm, τον βαθμό του δόκιμου υποκελευστή. Οι αρχικελευστές είχαν χρυσοκέντητα τα διακριτικά της ειδικότητάς τους, τοποθετημένα επάνω από τη γωνία του διακριτικού του βαθμού τους, ενώ οι κελευστές μέσα στο Λ που σχημάτιζαν τα διακριτικά του βαθμού τους.

Με το χιτώνιο έφεραν λευκό υποκάμισο με μαύρη γραβάτα ή μάλλινο λευκό πουλόβερ με ψηλό αναδιπλωμένο γιακά. Το πουλόβερ των υπαξιωματικών ήταν μπλε σκούρο.

Παντελόνι: Το παντελόνι ήταν μακρύ, κατασκευασμένο από το ίδιο με το χιτώνιο ύφασμα.

Υποδήματα: Τα υποδήματα ήταν σκαρπίνια ή ημιάρβυλα από μαύρο δέρμα.

Γάντια: Τα γάντια ήταν από καφέ δέρμα και μαύρα μάλλινα πλεκτά για το κρύο.

Διακριτικά ειδικότητας
 


Αρμενιστής: άγκυρα

Διαχειριστής: δύο γραφίδες χιαστί

Δύτης: κράνος δύτη

Εσχαρεύς (μάγειρας): δικτυωτό πλέγμα σε κύκλο

Ηλεκτριστής: τρίπτερος έλικα με κεραυνούς

Μηχανικός: τρίπτερος έλικα
 


Ναρκίτης: κύκλος σε σχήμα θαλάσσιας νάρκης με άγκυρα στο κέντρο του



Οπλίτης: κυνηγετικό κέρας

Πηδαλιούχος: άγκυρα με τιμόνι

Πυροβολητής: κανόνι
 


Τηλεγραφητής: κύκλος με άγκυρα στο κέντρο του και τρεις κεραυνούς εκατέρωθεν

Ραδιογωνιομέτρης: όμοιο με του τηλεγραφητή και ένα τρίγωνο από πάνω

Υδροφωνητής: όμοιο με του τηλεγραφητή και έναν κύκλο από πάνω

Σηματωρός: σημαιάκια χιαστί

Σκοπευτής: κανόνια χιαστί
 


Τηλεμέτρης: κανόνι με κύκλο

Τορπιλητής: τορπίλη

Τεχνίτης: τρίγωνο και διαβήτης

Τεχνίτης τορπιλών: τορπίλη και διαβήτης κλπ.

 

H θερινή στολή των Αξιωματικών και των Υπαξιωματικών

Χιτώνιο: Το χιτώνιο ήταν κατασκευασμένο από λευκό βαμβακερό ύφασμα με όρθιο κλειστό περιλαίμιο (κολάρο) και κούμπωνε με μία σειρά από πέντε ναυτικά κουμπιά. Στο στήθος είχε δύο απλές εξωτερικές τσέπες χωρίς καπάκια. Το χιτώνιο των αξιωματικών είχε δύο σχισμές στο πίσω μέρος, ενώ των υπαξιωματικών δεν είχε. Οι αξιωματικοί και οι αρχικελευστές έφεραν τα διακριτικά του βαθμού τους επάνω σε σκληρές μαύρες επωμίδες. Οι κελευστές επάνω στους βραχίονες.

Παντελόνι: Το παντελόνι ήταν μακρύ, κατασκευασμένο από το ίδιο με το χιτώνιο λευκό ύφασμα.

Υποδήματα: Τα υποδήματα ήταν σκαρπίνια από λευκό δέρμα.

Η στολή υπηρεσίας των ναυτοδιοπών

Πιλίσκος: Οι δίοποι και οι ναύτες έφεραν βρετανικού τύπου λευκό πιλίσκο. Ο πιλίσκος είχε μαύρη μεταξωτή ταινία που είχε τυπωμένα με χρυσό τα γράμματα ΒΠ (Βασιλικό Πλοίο) και το όνομα του πλοίου. Ο πιλίσκος είχε υποσιάγωνο από μάλλινη ταινία πλάτους 25 mm.

Χιτώνιο: Οι δίοποι και οι ναύτες έφεραν το χαρακτηριστικό ναυτικό χιτώνιο (μπελαμάνα).

Το χειμερινό χιτώνιο ήταν κατασκευασμένο από σκούρο μπλε μάλλινο ύφασμα. Ήταν εφαρμοστό στο σώμα και κάλυπτε τους γλουτούς. Το θερινό χιτώνιο, όμοιο με το χειμερινό, ήταν κατασκευασμένο από λευκό βαμβακερό ύφασμα. Τα διακριτικά βαθμού φέρονταν στο μέσον κάθε βραχίονα.

Οι δίοποι έφεραν διακριτικό όμοιο με τους κελευστές και οι ναύτες Α' όμοιο με τους υποκελευστές Β', αλλά κατασκευασμένα από κόκκινη ταινία. Μέσα στη γωνία των διακριτικών τους έφεραν το διακριτικό ειδικότητας, το ίδιο με των υπαξιωματικών, αλλά κόκκινο. Οι ναύτες Β' έφεραν στο μέσον κάθε βραχίονα το διακριτικό της ειδικότητάς τους.

Με το χιτώνιο έφεραν το περιλαίμιο (κολαρίνα) από μπλε σκούρο ύφασμα, που είχε τρεις λευκές ταινίες. Επίσης έφεραν μαύρο μαντήλι από βαμβακερό ύφασμα και ένα λευκό κορδόνι (λιγαδούρα) μήκους 1 m και διαμέτρου 5 mm.

Κάτω από το χιτώνιο φορούσαν μία λευκή μάλλινη χνουδωτή φανέλα με κοντά μανίκια και τετράγωνο άνοιγμα στον λαιμό, το οποίο είχε μπλε σκούρο παράρραμμα (φυτίλι). Έφεραν επίσης για το κρύο μάλλινο μπλε σκούρο πουλόβερ με ψηλό αναδιπλωμένο κολάρο.

Παντελόνι: To παντελόνι είχε χαρακτηριστικό κούμπωμα και ήταν φαρδύ κάτω. Το χειμερινό ήταν κατασκευασμένο από σκούρο μπλε μάλλινο ύφασμα, ενώ το θερινό από λευκό βαμβακερό.

Υποδήματα: Ημιάρβυλα από μαύρο δέρμα.

Χλαίνη (επενδύτης): Ήταν βραχεία, κατασκευασμένη από βαρύ μπλε σκούρο μάλλινο ύφασμα.

Ο γιακάς ήταν φαρδύς, ανοικτός και αναδιπλωμένος. Η χλαίνη κούμπωνε με δύο σειρές από τέσσερα μαύρα κοκκάλινα κουμπιά. Τα κουμπιά είχαν ανάγλυφη άγκυρα με στέμμα. Κάθε πλευρά είχε μία εσωτερική τσέπη με καπάκι. Στη χλαίνη, οι ναυτοδίοποι δεν έφεραν κανένα διακριτικό.

Στολή εργασίας των υπαξιωματικών και των ναυτοδιόπων (φόρμα):

Η φόρμα των υπαξιωματικών ήταν όμοια με εκείνη των αξιωματικών, αλλά κατασκευασμένη από σκούρο μπλε ύφασμα. Οι αρχικελευστές έφεραν μαύρες μαλακές επωμίδες με τα διακριτικά του βαθμού τους, ενώ οι άλλοι υπαξιωματικοί δεν έφεραν διακριτικά βαθμού. Με τη φόρμα έφεραν το πηλήκιο χωρίς το λευκό του κάλυμμα. Οι ναυτοδίοποι έφεραν την ίδια με τους υπαξιωματικούς μπλε σκούρα φόρμα εργασίας. Η φόρμα τους κούμπωνε με έξι μαύρα κοκκάλινα κουμπιά και στη θέση της ζώνης είχαν ραμμένες στη μέση δύο λωρίδες από το ίδιο ύφασμα που δενόταν σε φιόγκο πίσω. Με τη φόρμα έφεραν λευκό πιλίσκο ή έναν μαύρο μπερέ εργασίας. Η φόρμα δεν είχε κανένα διακριτικό.

Στη Μέση Ανατολή τα πληρώματα εφοδιάστηκαν και με βρετανικά υλικά. Οι αξιωματικοί έφεραν χακί βρετανικές στολές υπηρεσίας Μ1939 battle dress με τα διακριτικά του βαθμού τους σε μαύρες περαστές επωμίδες και επενδύτες τύπου μοντγκόμερι (duffle coat) από βαρύ χακί-κρεμ μάλλινο ύφασμα. Έφεραν επίσης βρετανικού τύπου θερινές στολές με λευκά ή χακί κοντομάνικα υποκάμισα και κοντά παντελόνια. Είναι αξιοσημείωτο ότι σε όλες τις φωτογραφίες της περιόδου 1941-44, οι αξιωματικοί και οι άνδρες των υποβρυχίων δεν φέρουν στο στήθος τους το μεταλλικό υποβρύχιο, χαρακτηριστικό διακριτικό της ειδικότητάς τους, όπως αναφέρει ο κανονισμός στολής του 1939. Επίσης η ταινία στον πιλίσκο των ναυτών δεν έγραφε το όνομα του πλοίου, αλλά Β.ΝΑΥΤΙΚΟΝ, προφανέστατα για την απόκρυψη πληροφοριών από τον εχθρό.
Πηγή: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2016/04/blog-post.html
 
Βιβλιογραφία

(1) Κανονισμός Στολών Βασιλικού Ναυτικού 1939, ΓΕΒΝ.

(2) Κ. Παΐζη-Παραδέλη, αντιναυάρχου ε.α.: ΤΑ ΠΛΟΙΑ

ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΚΟΥ ΝΑΥΤΙΚΟΥ 1829-1999, Αθήνα,

Εκδόσεις Αστραία.

 

Το Περί Αλός προτείνει:

Διαβάστε για τους τομείς που υστερούσαν τα ελληνικά υποβρύχια του 1940:
«Γηραιοί Θηρευτές. Πολεμώντας τον εχθρό με απαρχαιωμένο υλικό" .
Πιέσατε ΕΔΩ


Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

Η Απώλεια του Τορπιλοβόλου 12


Περί Αλός

Του Αναστάσιου Κ. Δημητρακόπουλου,
Αντιναυάρχου Π.Ν. ε.α.

Το παρόν βασίστηκε στο βιβλίο του συγγραφέως
«Ιστορία του Πολεμικού Ναυτικού, 1874-1912».
Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ», τεύχος 91 ,
σ. 60, έκδ. Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος, ΑΠΡ-ΙΟΥΝ 2015.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση του ΝΜΕ.


 
 

Tο τορπιλοβόλο 11, αδελφό του Τ-12.
ΦΩΤΟ: Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδος.
Στις 7 και 15΄ το βράδυ της 28ης Μαρτίου/10ης Απριλίου 1900, ένα απρόσμενο συμβάν συγκλόνισε το Ναυτικό και την Ελλάδα γενικότερα. Ενώ το γερμανικής κατασκευής τορπιλοβόλο 12 έπλεε από το Ναύσταθμο Σαλαμίνας στον Πειραιά για ανθράκευση, προκειμένου να συνενωθεί στο Βόλο με τη Μοίρα Γυμνασίων, ανατινάχθηκε στο Στενό της Σαλαμίνας από έκρηξη του λέβητα. Το πλοίο κόπηκε στα δύο και βυθίστηκε μέσα σε λίγα λεπτά της ώρας. Κατά την έκρηξη φονεύθηκαν ο κυβερνήτης του υποπλοίαρχος Αλέξανδρος Χρηστομάνος και οκτώ άνδρες του πληρώματος, από τους οποίους δύο αρχικά φέρονταν ως αγνοούμενοι. Όπως είναι φυσικό, επί μέρες ο τύπος αφιέρωσε μακροσκελέστατα άρθρα με λεπτομέρειες και αναλύσεις, μερικές από τις οποίες ήταν δηκτικές ως προς την κατάσταση των πλοίων του Στόλου. Εξάλλου, συλλυπητήρια τηλεγραφήματα λήφθηκαν στο υπουργείο των Ναυτικών από ξένα Ναυτικά[1].
Ως προς τα γεγονότα τώρα: Το πρωί της ημέρας του ατυχήματος, είχε κατέλθει στο Ναύσταθμο ο υπουργός των Ναυτικών Βασίλειος Βουδούρης για να επιθεωρήσει τα τορπιλοβόλα που επρόκειτο να αποπλεύσουν και, στη συνέχεια, επέστρεψε στην Αθήνα. Αμέσως μετά το συμβάν, ο διευθυντής του Ναυστάθμου πλοίαρχος Μιχαήλ Κουτσούκος ενημέρωσε τον Βουδούρη, ο οποίος έσπευσε στο υπουργείο και ζήτησε από τον Κουτσούκο περισσότερα στοιχεία για το ατύχημα. Στη συμπληρωματική αναφορά που έλαβε, περιλαμβανόταν η πληροφορία ότι λέμβοι περισυνέλεξαν ναυαγούς και τραυματίες, οι οποίοι μεταφέρθηκαν στο Ναυτικό Νοσοκομείο του Ναυστάθμου.
Οι περισσότεροι έφεραν σοβαρά εγκαύματα και ορισμένοι ήταν ακρωτηριασμένοι.
Παράλληλα, αναφερόταν ότι διατάχθηκαν δύτες να ερευνήσουν τον βυθό. Στη συνέχεια, ο Βουδούρης παρουσιάστηκε στον βασιλέα και τον ενημέρωσε σχετικώς.
Την ίδια μέρα, ο Βουδούρης ανακοίνωσε το ατύχημα στη Βουλή[2]. Αυτό προκάλεσε ευρεία συζήτηση σχετικά με την κατάσταση των λεβήτων των τορπιλοβόλων, τις επιθεωρήσεις τους και τη συντήρησή τους. Ο υπουργός παρέσχε όλα τα σχετικά έγγραφα, από τα οποία τεκμηριωνόταν ότι όλες οι σχετικές εργασίες είχαν γίνει κανονικά και ότι ο Χρηστομάνος είχε παραλάβει ενυπογράφως το σκάφος του [3]. Πράγματι, το πρωί της 28ης του μηνός, λίγες ώρες πριν από το ατύχημα, ο άτυχος κυβερνήτης είχε υπογράψει πρωτόκολλο παραλαβής του σκάφους, στο οποίο αναφερόταν ότι αυτό ήταν σε καλή κατάσταση και ότι οι λέβητες αντείχαν σε πίεση ατμού 7 ατμοσφαιρών.


 Σελίδα από την έκδοση του ΓΕΝ Ελληνικά Πλοία,
Πολεμικά και Εμπορικά, από 30 Τόνων και Άνω,
Σηματολογημένα κατά τον Διεθνή περί Σημάτων
Κώδικα», στην οποία φαίνεται η αλλαγή του
τορπιλοβόλου Τ-13 σε Τ-12.  ΦΩΤΟ: ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

Η κηδεία του Χρηστομάνου έγινε με την παρουσία του Βουδούρη, του μεγάλου αυλάρχη που αντιπροσώπευσε τον βασιλέα, άλλων επισήμων, μεγάλου αριθμού αξιωματικών του Ναυτικού και πλήθους κόσμου.
Άγημα 120 ανδρών και η μουσική του Ναυτικού απέδωσαν τις τιμές[4].
Ο Βουδούρης συνέστησε επιτροπή αποτελούμενη από τον πλοίαρχο Κοσμά Ζώτο, τον υποπλοίαρχο Ιάσωνα Μπούμπουλη και τον αρχιμηχανικό Β΄ τάξης Επαμεινώνδα Τσακάλη για τη διερεύνηση των αιτίων της έκρηξης. Η επιτροπή πήρε καταθέσεις από τους επιζώντες του ατυχήματος, καθώς και από τους κυβερνήτες και τους διευθυντές μηχανών των λοιπών ιδίου τύπου τορπιλοβόλων, ενώ παράλληλα ανελκύστηκε και εξετάστηκε ο διαρραγείς λέβητας. Από τις καταθέσεις και τα λοιπά στοιχεία που συνέλεξε, η επιτροπή σχημάτισε την εικόνα ότι ο λέβητας ήταν σε καλή κατάσταση και αρχικά εκτίμησε ότι το ατύχημα προήλθε από την αύξηση της πίεσης σε αυτόν πάνω από 8 ατμόσφαιρες. Ωστόσο, στην έκθεση της επιτροπής η έκρηξη αποδίδεται «σε ίζημα εξ ελαίου και ακαθαρσιών, όπερ παρεκώλυσε την θέρμανσιν του ύδατος, συνέτεινε δε συγχρόνως εις την πυράκτωσιν του λέβητος. Ούτω δε το ύδωρ, αιφνιδίως ελθόν εις επαφήν με το διάπυρον έλασμα, μετεβλήθη αμέσως εις ατμόν, όστις διέρρηξε τον λέβητα».
Στις 21 Ιουνίου/4 Ιουλίου, το τορπιλοβόλο ανελκύστηκε και στο εσωτερικό του βρέθηκαν τα πτώματα των δύο ναυτών που αγνοούνταν.
Στο μεταξύ, ο υπουργός είχε διατάξει την αναβολή του απόπλου των άλλων τορπιλοβόλων, προκειμένου να προηγηθεί επιθεώρηση των λεβήτων και των μηχανημάτων τους από επιτροπή και να εκτελεστούν δοκιμές υπό μεγίστη πίεση. Παράλληλα, δήλωσε ότι θα ζητήσει πίστωση 300.000 δραχμών για την αντικατάσταση των λεβήτων των τορπιλοβόλων και την εκτέλεση διαφόρων επισκευών σε αυτά.
Στα «απόνερα» του συμβάντος, ο Βουδούρης έθεσε σε αργία διά προσκαίρου παύσεως τον διευθυντή της Υποβρύχιας Άμυνας αντιπλοίαρχο Θεοχάρη Θεοχάρους, στον οποίον υπάγονταν τα τορπιλοβόλα, για «ανάρμοστον συμπεριφοράν προς την θέσιν του αξιωματικού». Τούτο επειδή, πριν από τον προκείμενο απόπλου των τορπιλοβόλων ο Θεοχάρης είχε αναφέρει στο υπουργείο ότι αυτά ήταν σε καλή κατάσταση και «οι λέβητες αυτών έχουσιν άριστα». Ωστόσο, μετά το ατύχημα, είχε αναιρέσει σε ιδιωτικές συζητήσεις όσα είχε επισήμως αναφέρει, και επέρριπτε το ατύχημα στην μη καλή κατάσταση των σκαφών και του Στόλου και, γενικότερα, στον Ναύσταθμο και στον υπουργό.
Τα λεγόμενά του περιήλθαν σε γνώση του Βουδούρη και επέσυραν την επιβολή της ποινής που προαναφέρθηκε.
Κλείνοντας αυτό το θλιβερό συμβάν, πρέπει να σημειωθεί ότι για τον αριθμό του τορπιλοβόλου υπάρχει σύγχυση. Ο τύπος και τα στοιχεία της εποχής αναφέρουν ότι επρόκειτο για το υπ’ αριθ. 12. Το ίδιο αναφέρει και το τηρούμενο στο Γενικό Επιτελείο Ναυτικού Μητρώο του Χρηστομάνου, το οποίο τον φέρει να υπηρετεί και να φονεύεται ως κυβερνήτης του σκάφους αυτού. Ωστόσο, ο υποπλοίαρχος Λυκούργος Τσουκαλάς σε επιστολή του στον τύπο του 1908 καταχωρίζει τον αριθμό 13 [5]. Αλλά και οι Κ. Παΐζης-Παραδέλης, Σ. Χαρατσής κ.ά. μνημονεύουν το υπ’ αριθ. 13. (ο Χαρατσής το ανασκευάζει σε 12 σε νεότερη εργασία του). Σε επίταση της σύγχυσης, να προστεθεί ότι το τορπιλοβόλο 12 συνεχίζει να εμφανίζεται στη σύνθεση του Στόλου μέχρι το 1919 και, μάλιστα, να λαμβάνει μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους με κυβερνήτη τον υποπλοίαρχο Κωνσταντίνο Μαλικόπουλο (βλ. Σ. Δούσμανη και Επ. Μπαμούρη), ο οποίος όμως αναφέρεται στο Μητρώο του ως κυβερνήτης του υπ’ αριθ. 13.

Απόσπασμα του Γενικού Μητρώου του Αλεξάνδρου
Χρηστομάνου. Στις τελευταίες γραμμές αναφέρεται
η ανάληψη από αυτόν των καθηκόντων κυβερνήτη
του τορπιλοβόλου Τ-12 και μετά η απώλειά του
κατά την έκρηξη του πλοίου. ΦΩΤΟ: ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

Και σε κατακλείδα: Στις αρχές του 1912, το υπουργείο των Ναυτικών εξέδωσε το «Ελληνικά Πλοία, Πολεμικά και Εμπορικά, από 30 Τόννων και Άνω, Σηματολογημένα κατά τον Διεθνή περί Σημάτων Κώδικα, μέχρι Ιανουαρίου 1912». Στο αντίτυπο που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος, στον πίνακα των πολεμικών πλοίων, με α/α 36 και διακριτικό GRHV, αναφέρεται το τορπιλοβόλο 13, είναι διορθωμένο με μελάνι σε 12, σαν το πλοίο να έχει μετονομαστεί (Γιατί, άραγε; Για να μην υπάρχει ο «γρουσούζικος» αριθμός;). Όμως, βασιλικό διάταγμα μετονομασίας δεν υπάρχει. Όπως και αν είναι, εδώ επιλέγεται για το απολεσθέν ο αριθμός 12, δεδομένου ότι αυτός μοιάζει ορθότερος μιας και μνημονεύεται στα έγγραφα στοιχεία της εποχής, κυρίως δε στον τύπο επί μέρες.
ΠΗΓΗ: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2016/04/12.html
 

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] Συμπτωματικά, μερικές μέρες αργότερα, βυθίστηκαν από έκρηξη του λέβητα δύο γαλλικά τορπιλοβόλα (ένα στην Ανατολική Μεσόγειο και ένα στην Βρέστη) και ένα τουρκικό.

[2] Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, Περίοδος ΙΕ΄, Σύνοδος Έκτακτη, Συνεδρίαση ΝΒ΄ της 28ης Μαρτίου 1900 (π.ημ.), σελ. 512.

[3] Πρακτικά των Συνεδριάσεων της Βουλής, Περίοδος ΙΕ΄, Σύνοδος Έκτακτη, Συνεδρίαση ΝΔ΄ της 30ης Μαρτίου 1900, σσ. 557-558 και ΝΕ΄ της 31ης Μαρτίου 1900, σσ. 571-574, καθώς και Σύνοδος Β΄, Συνεδρίαση ΙΒ΄ της 22ας Νοεμβρίου 1900, σσ. 67-70 (όλες οι ημερομηνίες με το π.ημ.).

[4] Εφημερίδα Καιροί της 30ης Μαρτίου 1900 (π.ημ.).

[5] Εφημερίδα Καιροί της 29ης Ιουνίου 1908 (π,ημ.).
 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...