ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2015

Τα εγγλέζικα της Οξφόρδης


Από τα κειμήλια του Περί Αλός

Γεωργίου Π. Σπορίδη
Εφ. Σημαιοφόρου


Απόσπασμα από το βιβλίο του Γ.Π. Σπορίδη
«Ναυτικές Ιστορίες», Αθήνα 1974.


Από το βιβλίο του Γ.Π. Σπορίδη «Ναυτικές Ιστορίες»,
Αθήνα 1974. Βλέπε σημ. συγγραφέως.
 

Γιες σερ, είπε ο Εγγλέζος. Γιες σερ. Όπως σας τα λέω. Χιζ Μάτζεστυ θα έλθη αυτοπροσώπως. Και λάβετε τα μέτρα σας.

-Ο ίδιος ο Βασιλιάς;

-Ο ίδιος. Το είπε καθαρά: «Θέλω να ιδώ και να επιθεωρήσω ένα συμμαχικό πλοίο». Το δικό σας είναι εδώ, στο δικό σας θα έλθη.

-Γιες σερ, είπε με τη σειρά του ο κυβερνήτης μας Γιες σερ. Να κοπιάσει. Θα είμαστε απίκο.

Χαιρέτησε ο Εγγλέζος, σήκωσε το γιακά της χλαίνης του και χάθηκε μες στην ομίχλη καθώς κατέβαινε τη σκάλα. Και μείναμε εμείς με τη σκέψη μας και τα βάσανά μας.

Δυό εβδομάδες είχε το καράβι σ’ εκείνο το λιμάνι της Βορείου Αγγλίας. Και δύο εβδομάδες, λες και για να μας ανοίξη τη καρδιά σα τριαντάφυλλο, δεν έπαψε να ψιχαλίζει. Έκανε μόνο διακοπές μισή ώρα, για να βρέξη με το τουλούμι, και ξανάρχιζε το τσουρ – τσουρ – τσουρ, που ούτε να το βλέπη, ούτε να το ακούει άντεχε ο άνθρωπος.

Αγγλία και χειμώνας είναι, σας βεβαιώ, πολύ θλιβερός συνδυασμός. Απ’ τους μελαγχολικώτερους που γίνονται. Αλλά Αγγλία, χειμώνας και από πάνω πόλεμος, με «μπλακ-άουτ» το σούρουπο και κάτι τέτοια, είναι σωστή σχιζοφρένεια, κ’ εδώ που τα λέμε, λίγο θέλαμε για να το καβαλήσουμε καλά το καλάμι.

Όταν έφυγε ο Εγγλέζος κ’ έσβυσαν τα βήματά του κάτω στο τσιμέντο του ντόκ, μείναμε σιωπηλοί για μια στιγμή. Σαν να πέρναμε κουράγιο, σα να μαζεύαμε δυνάμεις. Και ξαφνικά ξέσπασε η υστερία. Μπήξαμε, έτσι στα καλά καθούμενα, τις φωνές, ουρλιάζαμε και χτυπιόμαστε. Για να ξεθυμάνουμε και να βγη η αντάρα της συμφοράς από μέσα μας. Γιατί μεγάλη λαχτάρα μας είχε φέρει ο σύμμαχος, κι όποιος δεν την καταλάβαινε, κακό του κεφαλιού  του.

Δυο εβδομάδες είχαμε αραγμένοι σε εκείνη τη προβλήτα, τη μαύρη, τη μουχλιασμένη κι ελεεινή. Μόλις μας το είχαν παραδώσει το καράβι τα ξαδέλφια οι Εγγλέζοι. Σε κακά χάλια. Θαλασσοδαρμένο, άβαφο, σκουριασμένο κι άραχλο. Κι απάνω που λέγαμε λίγο να ξαποστάσουμε, κι απάνω που λογαριάζαμε λίγο να κοιμηθούμε, ήλθε του λόγου του και μας έκανε το κέφι μας περιβόλι της Εδέμ, Απρίλη μήνα, πνιγμένο στο μπουμπούκι και στο λουλούδι. Καθ’ όσον η Αυτού Βρεταννική Μεγαλειότης θα πέταγε σύντομα τις λαμαρίνες μας, που, με το συμπάθειο, δεν ήτανε ούτε για να τις πατήση η Χαρικλάρα του «Καφέ Αμάν» της οδού Αθηνάς.

Κι άρχισε το μαρτύριο. Το βαθύ, το πικρό, το αβάσταχτο μαρτύριο. Να καθαρίσεις ένα καράβι, να το ξεσκουριάσεις, να το βάψεις, να το έχεις λαμπίκο να φας τα νύχια σου στα παραπέτα του για δέκα λεπτά επιθεώρηση! Μάλιστα! Αυτό έπρεπε να γίνη. Αυτή ήταν η μαύρη μας η μοίρα! Και την υποδεχτήκαμε όμορφα και με χαμόγελο. Βόγγηξαν ως και οι λαμαρίνες από τη βλαστήμια. Μερικούς καλόβολους Άγιους του έβαλαν στο στόχο κάτι μάγκες Πειραιώτες κ’ έκαναν ένα σωρό πράγματα, που θα κοκκίνιζαν και οι πίθηκοι. Ας είναι. Συμφορά είχαμε πάθει. Στο θυμό του πολλά λέει κανείς. Τάκουσε, όμως, και ο κυβερνήτης και αγρίεψε:
-Ύπαρχε! Όποιος ξανακατεβάση Άγιο από τον ουρανό και τον βάλη να κάνει τούτο και τ΄ άλλο, πέντε μέρες μέσα, και αυστηρά. Ορίστε μας! Να κατέβη ο ουρανός να μας πνίξη θέλουν μωρέ;

Και βρήκαν την ησυχία τους οι Άγιοι και ησυχάσαμε κ’ εμείς από τις φωνές.

Φασίνα. Δυό φορές, τρείς φορές, τέσσερις φορές φασίνα. Και μετά πετρέλαιο. Και πάλι φασίνα. Και ξανά πετρέλαιο όλο το ρημάδι από πάνω ως κάτω. Και «Μπράσο». Να μπρούντζοι! Να πόμολα! Να άκρες των παραπέτων! Χρυσός δεκαοχτώ καρατιών! Κ’ έφαγε ο κόσμος τα νύχια του και τα χέρια του να τρίβη τις παλιολαμαρίνες και τα σκουριασμένα συρματόσχοινα στην κουβέρτα.

Πέρασαν τέσσερις μέρες με τα καταναγκαστικά. Ως κ’ οι αξιωματικοί είχαν ανασκουμπωθή και δίναν κι αυτοί ένα χέρι για να τελειώνουμε. Έλαμπε το καρρέ. Έλαμπε το τσάρτ-ρούμ. Και με τη γλώσσα έξω και τη ψυχή στο στόμα, σταθήκαμε το μεσημεράκι της πέμπτης μέρας και χαζεύαμε τα έργα μας.

Ευχαριστημένοι φαινόμαστε, δόξα σοι ο Θεός. Και ο κόσμος και οι αξιωματικοί και ο καπετάνιος. Αλλά η χαρά κ’ η ευτυχία σ’ αυτόν τον κόσμο δεν  καρατάνε πολύ. Γιατί εκεί που χαμογελάγαμε προς το Άπειρο και θαυμάζαμε το καράβι, που αστραφτοκοπούσε σα δεκάρα μπακιρένια του Όθωνα, να και συννεφάκι φάνηκε στα μάτια του κυβερνήτου. Κι ώσπου να το καλοκαταλάβουμε, πλάκωσε καταχνιά και το συννεφάκι έγινε αντάρα και κατσούφιασε ο καπετάνιος, λες και του είχε πέσει στη θάλασσα το πορτοφόλι με το μισθό του.

Μάζεψε τα φρύδια ο κυβερνήτης. Σούρωσε τα χείλια. Μουρμουρητό βλαστήμιας βγήκε από τα χείλια του. Κ’ έμπηξε τη φωνή:
-Ύπαρχε! Καήκαμε, ύπαρχε! Εγγλέζικα, μωρέ! Εγγλέζικα! Κατάλαβες; Ο Βασιλιάς όλο και κάπου θα σταματήση, κάποιον θα ρωτήσει στην επιθεώρηση! Τι θα γίνη; Εγγλέζικα! Έχουμε κανέναν για Εγγλέζικα;

Συναγερμός. Πολεμική έγερσις. «Μπρανλμπά ντε κομπά» που λένε τα ξαδέλφια οι Γάλλοι. Ποιοι ξέρουν εγγλέζικα μωρέ; Ποιοι;

Παρουσιάστηκαν εφτά. Τους έπιασε ο ύπαρχος και τους άρχισε τις εξετάσεις. Που σε πονεί και που σε σφάζει.
-Ντου γιου σπηκ ίνγκλις;
-Γιες, σερ.
-Να λες γιες, Γιούρ Μάτζεστυ!
-Γιες, Γιούρ Μάτζεστυ.
-Χάου ντου γιου λάϊκ σή λάϊφ;
-Δηλαδή, κύριε ύπαρχε;
-Τον κακό σου τον καιρό! Έξω! Που ήρθες τέτοιες ώρες να μας δουλέψης.

Έξω! Και με το έξω αυτόν, έξω εκείνον, καθάρισε ο φουκαράς ο ύπαρχος τέσσερις, που κάτι κατάφερναν στη γλώσσα του μακαρίτη του Σαίξπηρ.
-Που θα τους βάλουμε ύπαρχε;
-Προς τη μέση  της παρατάξεως κύριε κυβερνήτα. Και να ειδοποιήσουμε και το ναυτικό ακόλουθο και τους Εγγλέζους, να ξέρουν κι εκείνοι. Να σταματήσουν, να σταματήση κι’ ο Μεγαλειότατος, να τραβήξη τις ερωτήσεις του, να απαντήσουν οι Σαίξπηρ, να βγάλουμε το καράβι ασπροπρόσωπο. Τι λέτε κ’ εσείς;
-Λέω, καλώς. Μια χαρά. Κι ο Θεός να βάλη το χέρι Του.

Αλοίμονο! Ο Μεγαλοδύναμος ούτε που το κούνησε! Στραμπουληγμένο ίσως το είχε.

 
Παράτα. Όλος ο κόσμος «εν επιθεωρήσει». Κλαρίνο μέχρι τη γάτα τη Κική. Άστραφτε το καράβι. Άστραφτε το πλήρωμα. Του κουτιού οι αξιωματικοί.
-Ταρατατάμ! Ταρατατάμ!
-Παρουσιάστε άρμ!

Βρόντηξαν τα όπλα. Έλαμψαν οι καλογυαλισμένες ξιφολόγχες κάτω από τον αναιμικό ήλιο της Αγγλίας.
-Βασιλικόν σήμα!

Φράπ! Στον πρωραίο ιστό άρχισε να υψώνεται η κόκκινη σημαία με τους λέοντες.
-Τιμητικαί βολαί! Άρξασθε! Βολαί εικοσιμία!

-Σμπάμ! Σμπουμ!
-Γκόντ σέηβ δη Κίνγκ!

Ανεβαίνει ο Άγγλος Βασιλιάς. Τρεις ναύαρχοι ξοπίσω του, δύο πλοίαρχοι. Κι’ ανάμεσα σ’ όλους και ο ναυτικός μας ακόλουθος. Κυττάει τον κυβερνήτη με σημασία. Τον κυττάει κι’ ο κυβερνήτης με σημασία. Κλαρίνο οι Σαίξπηρ στη μέση. Αρχίσαμε να αναπνέουμε.

Αναφορά.
-Γιούρ Μάτζεστυ, Χιζ Ελλένικ Μάτζεστυ’ς σιπ… τραύλισε λίγο ο κυβερνήτης.

Καλοκάγαθος ο Γεώργιος ο ΣΤ’, χαμογελά. Προσπαθή να μας δώσει θάρρος με το βλέμμα. Σα να λέη:
-Μη τρέμετε παιδιά! Όλοι ένα είμαστε! Άνθρωπος είμαι κι εγώ.
-Θενκ γιού, κάπτεν, μας  λέει στο τέλος. Θενκ γιου! Εξαίρετο το πλοίο σας. Μάϊ κόμπλιμεντς.

Προχωρεί για την επιθεώρηση ο Βασιλιάς. Πίσω του ο κυβερνήτης, οι ναύαρχοι, όλος ο κ κόσμος. Περνάει τον πρώτο ζυγό. Περνάει το δεύτερο. Περνάει τον τρίτο. Πλησιάζει τους Σαίξπηρ που τρέμουν σα κληματόφυλλα έτοιμα να γίνουν ντολμάδες. Τρέχει ο κυβερνήτης. Κλείνει το μάτι στο ναυτικό ακόλουθο. Σπρώχνει εκείνος με τρόπο τον Εγγλέζο ναύαρχο. Εδώ είναι! Εδώ οι ερωτήσεις! Εδώ, γιατί αλλιώς καήκαμε, Αμάν!

Σταματάνε οι ναύαρχοι. Καταλαβαίνουν από τέτοια. Από λαχτάρες.
-Γιούρ Μάτζεστυ, λέει ο ένας. Αν θέλετε να ρωτήσετε τίποτε τους ναύτες…

Σταματάει ο Βασιλιάς. Κάνει δυο βήματα προς τα καμάρια μας. Προς την Οξφόρδη. Πάει να σπάση η καρδούλα μας. Άντε, Γεώργιε! Άντε παιδί μου! Πάτα την ερωτησούλα τώρα! Πάτησέ την!

Θεέ Μεγαλοδύναμε! Ύψιστε Θεέ! Πέρασε την Οξφόρδη ο Βασιλιάς! Πέρασε και  τους Καίμπριτζ! Ούτε που σταμάτησε μπρος τους Σαίξπηρ! Θεέ! Γιατί; Γιατί, Θεέ;

Κάνει δυό βήματα και στέκει μπρος σε κάποιον άλλον.
-Ποιος είναι μωρέ; ρωτάει κατακίτρινος ο κυβερνήτης.
-Απορριφθείς Σαίξπηρ! Απαντά ο ύπαρχος. Ο Θεός να βάλη το χέρι Του!

Δεν το έβαλε όμως! Δεν το έβαλε! Στραμπουληγμένο το είχε.
-Χουάτ ιζ γιούρ νέϊμ;

Μπόμπα έσκασε η πρώτη ερώτησις.
-Νίκολας Τσιρτσιμπίρης, Γιούρ Μάτζεστυ!

Τσιρτσιμπίρης; Μα όνομα είναι Τσιρτσιμπίρης; Είναι! Αυτό ήταν το όνομα του κ. Τσιρτσιμπίρη. Και το κοπάνισε με στόμφο:
-Τσιρτσιμπίρης, Γιουρ Μάτζεστυ. Φρομ Κάτω Πετράλωνα.
-Τον άτιμο! Θα τον γδάρω ζωντανό! Ψιθύρισε ο κυβερνήτης.

Δεν πρόφθασε. Δεύτερη ερώτηση αμόλησε ο Βασιλιάς:
-Ιζ ιτ εν άϊλαντ;
-Γιες, απάντησε ο κ. Τσιρτσιμπίρης.
-Άκουσέ τον, μωρέ! Σκύβει ο κυβερνήτης στον ύπαρχο. Άκουσέ τον! Τα Πετράλωνα νησί! Θα τον σκίσω!

Και ο Γεώργιος τον χαβά του:
-Χάου λόνγκ αρ γιου ιν δη νέϊβυ;

Πόσο καιρό έχει στο ναυτικό; Εύκολο είναι, βρε! Τσιρτσιμπίρη! Πες το Χρυσόστομε! Πες το!

Και ανοίγει το στόμα του ο Χρυσόστομος και πρώην Τσιρτσιμπίρης και απαντάει:
-Γιες.

Αμάν! Άσπρος ο κυβερνήτης. Άναυδος ο ύπαρχος. Σιωπηλοί οι ναύαρχοι. Και μόνο ο Βασιλιάς χαμογελάει. Αρχίζει και μπαίνει στο νόημα. Και το γλεντάει:
-Αρ γουί γκουντ φρέντς;

Πες γιες βρε Τσιρτσιμπίρη! Φίλοι είμαστε! Δεν είμαστε;
-Νόου, λέει ο κύριος Τσιρτσιμπίρης. Νόου! Χάριν ποικιλίας δικής του και λιποθυμίας δικής μας.

Ούτε να λιποθυμήσουμε δεν μπορέσαμε. Καθ’ όσον δέκα λεπτά κάθησε εκεί ο Βασιλιάς και το γλένταγε. Κι όταν επιτέλους κουράστηκε κι έφυγε, γελάγανε και τα αυτιά του.
-Θενκ γιου, κάπτεν, είπε στον κυβερνήτη μας. Θενκ γιου! Ποτέ μου δε πέρασα καλύτερα σε πολεμικό πλοίο. Ποτέ μου! Ούτε όταν υπηρετούσα στο Ναυτικό. Παρακαλώ, ουδείς να τιμωρηθή. Ήταν έξοχα!

Ουδείς ετιμωρήθη. Ούτε ο κ. Τσιρτσιμπίρης. Τι έφταιγε, εξ άλλου, ο φουκαράς; Τι έφταιγε;
-Αυτά του έμαθαν στην Οξφόρδη, του αφιλότιμου, αυτά έλεγε! Απεφάνθη και ο κυβερνήτης.

Και μόνον ο ύπαρχος ήταν παραπονεμένος. Γιατί ο κ. Τσιρτσιμπίρης, «φρομ Κάτω Πετράλωνα», είχε μιλήσει τόση ώρα με τον Βασιλιά της Αγγλίας. Κι’ ας τον είχε απορρίψει ως υποψήφιο Σαίπξηρ!
ΠΗΓΗ: Περί Αλός: http://perialos.blogspot.gr/2015/07/blog-post.html
 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ Συγγραφέως Γ. Σπορίδη: Από τις 50 γελοιογραφίες του βιβλίου οι 35 είναι του Αντώνη Θεοφιλόπουλου και οι υπόλοιπες του Φάνη Γιόση, που εφιλοτέχνησε και το εξώφυλλο.

 

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Ο Κολοκοτρώνης ζητάει επίμονα από την Ύδρα ναυτική δύναμη για να εξοντωθεί η στρατιά του Δράμαλη



Περί Αλός

Του Λαζάρου Βλαδίμηρου
Διδάκτορος της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση»,
τ. 589, σελ. 30, ΙΟΥΝ – ΑΥΓ 2014. Αναδημοσίευση στο
Περί Αλός με την έγκριση της «Ναυτικής Επιθεωρήσεως»

 



Κολοκοτρώνης.
Έργο του Giovanni Boggi.
Έγχρωμη λιθογραφία.
Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Μετά την συντριβή και τον θάνατο του αποστάτη Αλή πασά τον Ιανουάριο του 1822, οι Τούρκοι αποφάσισαν να δώσουν το τελειωτικό χτύπημα στις επαναστατικές δυνάμεις των Ελλήνων στην καρδιά της εξέγερσης, στον Μοριά. Για τον σκοπό αυτό αποδέσμευσαν μεγάλες στρατιωτικές δυνάμεις από το μέτωπο της Ηπείρου και ανάθεσαν στον πασά της Δράμας Μαχμούτ να πνίξει στο αίμα την εξέγερση στον Μοριά. Το μέγεθος της στρατιάς του Δράμαλη αποδείκνυε και την μεγάλη σημασία που έδωσε η Πύλη στην εκστρατεία αυτή.

Στις 6 Ιουλίου του 1822 η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη, ουσιαστικά χωρίς να συναντήσει σοβαρή αντίσταση στο πέρασμά της, εισέρχεται στην Πελοπόννησο. Η στρατιά που απειλούσε να καταπνίξει την Επανάσταση, αποτελείτο από 30.000 και πλέον άνδρες, από τους οποίους, περισσότεροι από 20.000 ήταν πολεμιστές, στη μεγάλη τους αναλογία ιππείς, ακολουθούμενοι από το πεζικό που αποτελείτο κυρίως από Αλβανούς μισθοφόρους και χιλιάδες βοηθητικούς, υπηρέτες, εργάτες, ιπποκόμους, γυρολόγους, τυχοδιώκτες, καθώς και από χιλιάδες ζώα που μετέφεραν τα εφόδια της στρατιάς, μαζί με κοπάδια ζώων για την διατροφή του στρατεύματος. Έχει γραφτεί ότι για τρεις ολόκληρες ημέρες περνούσε η στρατιά από τη γέφυρα του Σπερχειού [1].

Για τα πληθυσμιακά δεδομένα της επαναστατημένης Ελλάδας, αλλά και για τα πολεμικά δρώμενα των αρχών του 19ου αιώνα, ο αριθμός των ανδρών που κινητοποιήθηκε προκειμένου να αντιμετωπίσει λίγες χιλιάδες ατελώς εξοπλισμένων και χωρίς πολεμική εμπειρία επαναστατών, κρίνεται ιδιαίτερα μεγάλος. Σύγχρονος Άγγλος ιστορικός σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ο Δράμαλης διοικούσε τον μεγαλύτερο στρατό που είχε κάνει την εμφάνισή του στην Ελλάδα από το 1715, οπότε οι Τούρκοι είχαν τελικά εκδιώξει του Ενετούς… έφθαναν
τελικά τους 20.000 μάχιμους, μια τεράστια δύναμη προκειμένου να συντρίψει μερικές χιλιάδες αντάρτες, ακόμα και στο Βατερλό ο Γουέλιγκτον και ο Ναπολέων είχαν υπό τις διαταγές τους μόνο 70.000 άνδρες ο καθένας» [2]

Κοντά στον μεγάλο αριθμό των πολεμιστών, δεν πρέπει να υποτιμηθεί και ο εξαιρετικά μεγάλος αριθμός των μη μάχιμων που ακολουθούσαν ως βοηθητικό προσωπικό τη στρατιά. Ήταν το ίδιο επικίνδυνοι για τους Έλληνες, όπως και οι μάχιμοι.

Το βοηθητικό προσωπικό ελάμβανε μέρος στις διώξεις, στις σφαγές, στις λεηλασίες και στους εξανδραποδισμούς των ελληνικών πληθυσμών από τα μέρη όπου περνούσαν, με την ίδια ακριβώς μανία όπως και οι πολεμιστές.

Η εμφάνιση της στρατιάς στην Πελοπόννησο προκάλεσε φόβο στους κατοίκους που έτρεχαν να κρυφτούν και έσπειρε τον πανικό στην κυβέρνηση, τα περισσότερα μέλη της οποίας, κατέφυγαν για προστασία σε δύο γολέτες που ναυλοχούσαν έξω από το Ναύπλιο.

Για καλή τύχη της Ελλάδας όμως, ηγέτης των επαναστατημένων Ελλήνων ήταν ο Κολοκοτρώνης, ενώ επικεφαλής της στρατιάς των Τούρκων ο υπερόπτης Δράμαλης, ο οποίος, επειδή δεν συνάντησε σοβαρή αντίσταση στον δρόμο του και κατέλαβε μάλιστα το σχεδόν απόρθητο κάστρο του Ακροκορίνθου χωρίς μάχη, θεώρησε ότι το μέγεθος της στρατιάς που διοικούσε θα ήταν αρκετό για να κάμψει την αντίσταση των Ελλήνων ώστε να προσκυνήσουν. Ο Άγγλος ιστορικός Douglas Dakin (1907-1995), ορθά παρατήρησε ότι: «η καλή τύχη του Δράμαλη αποδείχθηκε πως ήταν η καταστροφή του». Από τα τέλη του Ιουνίου που συγκροτήθηκε στη Λάρισα η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη, μέχρι την είσοδό της στην Κόρινθο και την κατάληψη του φρουρίου του Ακροκορίνθου, δηλαδή σε χρονικό διάστημα μικρότερο από δύο εβδομάδες, ο Δράμαλης διέσχισε μεγάλο μέρος της επαναστατημένης Ελλάδας χωρίς αντίσταση και πίστεψε ότι με τον ίδιο τρόπο θα ολοκλήρωνε την αποστολή του.

Όταν ο Δράμαλης έφτασε στην Κόρινθο πίστεψε ότι η παρουσία και μόνο τόσο μεγάλης στρατιωτικής δύναμης στο Μοριά θα ήταν αρκετή για να συντριβεί η επανάσταση και αγνόησε την ορθή συμβουλή του Γιουσούφ πασά των Πατρών, ενός έμπειρου και άξιου στρατιωτικού, να χρησιμοποιήσει την Κόρινθο ως βάση εφοδιασμού του στρατού του [3].

Απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία της αποστολής του Δράμαλη, ήταν η εξασφάλιση συνεχούς ροής μεγάλων ποσοτήτων τροφίμων και εφοδίων για τη διατροφή των ανδρών και των ζώων του στρατεύματος. Από την αρχή, πριν ακόμα αρχίσει η αναμέτρηση, ο ιδιοφυής Κολοκοτρώνης κατανόησε ότι για να είναι σε θέση η μεγάλη στρατιά να βρίσκεται σε επιχειρησιακή διαθεσιμότητα, απαιτείται μεγάλος όγκος τροφίμων και εφοδίων. Ο Κολοκοτρώνης αντελήφθη ότι το μεγάλο μέγεθος της στρατιάς του Δράμαλη, εμπεριείχε και την αχίλλειο πτέρνα της αδυναμίας της. Η μεγάλη στρατιά θα αντιμετώπιζε σύντομα πρόβλημα τροφοδοσίας αν δεν φρόντιζε να εξασφαλίσει τις γραμμές εφοδιασμού της προκειμένου να διατραφεί ο τεράστιος όγκος των ανδρών
και των ζώων.

Όταν ο Δράμαλης έφτασε στην Κόρινθο και ετοιμαζόταν να περάσει προς τον αργολικό κάμπο για να ενισχύσει τη φρουρά του Ναυπλίου, με διαταγή του Κολοκοτρώνη οι Έλληνες άρχισαν να καίνε τον κάμπο για να μην βρουν νομή τα ζώα και να μαζεύουν από τις αποθήκες όλα τα φαγώσιμα για να μην βρουν οι άνδρες του Δράμαλη πηγές εφοδιασμού. Όσα τρόφιμα δεν ήταν δυνατόν να
μεταφερθούν τα κατέστρεφαν [4].

Έτσι, όταν στις 12 Ιουλίου βρέθηκε ο στρατός του Δράμαλη στον αργολικό κάμπο δεν υπήρχαν διαθέσιμα τρόφιμα και ο στρατός του άρχισε να καταναλώνει άγουρα φρούτα που προξενούσαν διάρροιες και δυσεντερίες, ενώ, από έλλειψη προνοητικότητας, μεγάλο μέρος των τροφίμων που είχε για την διατροφή του στρατού του, ο Δράμαλης το παραχώρησε στους πολιορκημένους Τούρκους του Ναυπλίου, με αποτέλεσμα ο στρατός και τα ζώα να αρχίσουν να έχουν σοβαρό πρόβλημα επιβίωσης στην ξερή και καμένη γη. Επιπρόσθετα, το καλοκαίρι εκείνο, λόγω ανεπαρκών βροχοπτώσεων τα πηγάδια διέθεταν ελάχιστο νερό [5].

Κατά τα μέσα Ιουλίου οι δυνάμεις της Στερεάς, υπό την αρχηγία του Οδυσσέα Ανδρούτσου, είχαν πιάσει όλα τα περάσματα για να εμποδίσουν μεταφορά εφοδίων από την Λαμία προς την Κόρινθο. Ο Κολοκοτρώνης κατανόησε ότι η μοναδική οδός εφοδιασμού του Δράμαλη τότε, ήταν ο Κορινθιακός κόλπος. Από τις τουρκικές δυνάμεις της Στερεάς, μέσω Πατρών και του Κορινθιακού κόλπου, θα ήταν εφικτή η μεταφορά, με μικρά πλοία, τροφίμων και εφοδίων στην στρατιά του Δράμαλη στην Κόρινθο.



Η εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα του Άργους.
Έργο του Αλεξάνδρου Ησαΐα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Πριν από τη μεγάλη νίκη στα Δερβενάκια, όταν ακόμα η στρατιά του Δράμαλη ήταν άθικτη, ο Κολοκοτρώνης αντελήφθη τη μεγάλη στρατηγική σημασία που είχε ο Κορινθιακός κόλπος για τον ανεφοδιασμό των Τούρκων. Στις 16 Ιουλίου 1822, δέκα μέρες πριν από την μάχη στα Δερβενάκια, ο Κολοκοτρώνης έστειλε επιστολή στους προκρίτους της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών, δηλαδή στους προκρίτους των νησιών που διέθεταν ναυτικές δυνάμεις, με την οποία επιστολή, ζήτησε την συνδρομή τους για τον απόπλου των πλοίων που θα περιπολούσαν στον Κορινθιακό κόλπο για να αποτρέψουν τον εφοδιασμό του Δράμαλη.

Πρόκειται για μια συγκλονιστική επιστολή του Κολοκοτρώνη, γραμμένη φυσικά από το χέρι κάποιου γραμματικού του, που αποτυπώνει στο χαρτί και αποδεικνύει περίτρανα τη στρατιωτική ιδιοφυία που χαρακτήριζε τη σκέψη και τις ενέργειες του κορυφαίου πολέμαρχου του Αγώνα. Ο ιδιοφυής Μωραΐτης πολέμαρχος είδε αυτό που δεν είδε ο υπερφίαλος Δράμαλης. Όποιος ελέγχει με μικρές σχετικά ναυτικές δυνάμεις τον Κορινθιακό κόλπο, κρατάει στα χέρια του το κλειδί για τον ανεφοδιασμό ή την εξόντωση της μεγάλης στρατιάς. Τη μεγάλη στρατηγική σημασία που είχε για την τελική έκβαση της αναμέτρησης ο έλεγχος του Κορινθιακού κόλπου, ο Κολοκοτρώνης την κατανόησε από τα μέσα Ιουλίου, όταν ακόμα τίποτε δεν είχε κριθεί!

Στην επιστολή του ο Γέρος του Μοριά ενημερώνει τους νησιώτες ότι δεν υπάρχει ουσιαστικά διοίκηση και θα πρέπει να φροντίσουν οι ίδιοι, με δικά τους έξοδα, τον απόπλου των καραβιών. «Η δυστυχία μας επλάκωσεν από το κεφάλι, η Εθνική μας Διοίκησις, διαλυθείσα από πανικόν φόβον εις τ’ όνομά της και μένουσα μέχρι τούδε αργή, κατασταίνει το πράγμα δεινότερον». Επίσης, ενημερώνει τους προκρίτους των νησιών ότι όλοι οι Πελοποννήσιοι κάνουν το καθήκον τους, «εις πολλάς επαρχίας δεν έμειναν ειμή μόνον αι γυναίκες», και εναγωνίως τους ζητά να κάνουν το καθήκον τους και να στείλουν πλοία για να φυλαχθεί ο Κορινθιακός κόλπος.

Γράφει ο Κολοκοτρώνης: «Αδελφοί, τα μόνα καθαυτά σωτήρια σχέδια εις ασφάλειαν της πατρίδος και απάντησιν του κινδύνου δι’ αυτήν την περίστασιν ήσαν και είναι η κατάληψις των Δερβενιών διά ξηράς, και διά θαλάσσης του Κορινθιακού κόλπου από ελληνικά πλοία. Έδωσεν ο Θεός και τα ντερβένια επιάσθησαν από τους Έλληνάς μας, μόνον ο Κορινθιακός κόλπος είναι ακόμη οπού μας φοβερίζει με τας υποψίας, αν ήτον και τούτο εις το χέρι των εδικών μας Ελλήνων, και αν ήτον τρόπος, με τα πόδια ήθελαν πέσει οι Έλληνες εις την θάλασσαν, η φύσις όμως και η τύχη τούτο το ενδοξότερον το εφύλαξε διά τους θαλασσινούς αδελφούς μας, και εμοίρασε τον αγώνα. Γενναίοι πατριώται! Διά την ξηράν μην σας μέλει… πατριώται μην αποβλέψετε εις τους μισθούς, οικονομήσατε το πράγμα με την γνώσιν σας και βοηθήσατε εις αυτήν την δεινήν περίστασιν πατριωτικώς, μη σταθήτε αδιάφοροι εις αυτήν την πολλά σημαντικήν διά την ιστορίαν εποχήν…».

Στη συνέχεια της επιστολής ο Κολοκοτρώνης, διαβεβαιώνει τους νησιώτες ότι θα λάβουν τα χρήματα για τους μισθούς των πληρωμάτων από εκποίηση ποσότητας 500 χιλιάδων σταφίδων από τις περιοχές του Αιγίου και της Ακράτας, και καταλήγει την επιστολή:  «είναι αναγκαιότατον και σωτήριον να προκαταλάβετε τον Κορινθιακόν κόλπον διά να ματαιωθούν τα σχέδια του εχθρού… Ο πατριώτης και αδελφός Θεόδωρος Κολοκοτρώνης τη 16 Ιουλίου 1822 από Άγιον Γεώργιον της Κορίνθου» [6].

Από τις 26 μέχρι και τις 28 Ιουλίου του 1822 έγιναν οι σημαντικές μάχες στα Δερβενάκια, στον Άγιο Σώστη και στο Αγιονόρι, στα περάσματα δηλαδή που οι Έλληνες χτύπησαν τους Τούρκους του Δράμαλη που υποχωρούσαν από τον καμένο Αργολικό κάμπο προς την Κόρινθο, μάχες που έμειναν γνωστές στην ιστορία μας ως, «η νίλα του Δράμαλη».

Όταν ο Δράμαλης μετακίνησε τον στρατό του από την Κόρινθο προς την πεδιάδα του Άργους, είχε την απρονοησία να κάνει δύο μεγάλα λάθη, που φυσικά, του στοίχισαν και τον οδήγησαν στην επονείδιστη ήττα. Το πρώτο λάθος ήταν ότι, όταν πέρασε τα στενά δεν φρόντισε να εγκαταστήσει φρουρές ώστε να εξασφαλίσει την ασφαλή δίοδο των επικίνδυνων στενών. Το δεύτερο σημαντικό λάθος που έκανε, εξίσου ολέθριο με το πρώτο, που αποδεικνύει την απίστευτη έλλειψη προνοητικότητας που τον χαρακτήριζε, δεν μετέφερε μόνο τις μάχιμες δυνάμεις του, αλλά μετακίνησε και ολόκληρη τη βοηθητική του υποδομή, τα εφόδιά του, τις αποσκευές του, το ταμείο της στρατιάς, τους θησαυρούς του, προϊόντα λεηλασίας και αρπαγής από την Ήπειρο του Αλή πασά και από το φτωχικό βιός των κατοίκων της Στερεάς που πέρασε.

Η διάβαση των στενών από την στρατιά του Δράμαλη δεν ήταν μετακίνηση στρατιωτικής μονάδας εν καιρώ πολέμου, έμοιαζε με μετακίνηση προσκυνητών που μεταβαίνουν σε μοναστήρι κρατώντας τις αποσκευές και τις προσφορές τους.

Έτσι, η στρατιά του Δράμαλη, εξαιρετικά δυσκίνητη και χωρίς φύλαξη των στενών, έπεσε κυριολεκτικά στην παγίδα, «σαν τον ποντικό στη φάκα», που με επιμέλεια και σύνεση της είχε ετοιμάσει ο Γέρος του Μοριά.

Η στρατιά του Δράμαλη γνώρισε την ήττα στα Δερβενάκια, αλλά δεν διαλύθηκε ούτε εξοντώθηκε. Ασφαλώς η υποχώρηση, η ήττα και η απώλεια των εφοδίων και των θησαυρών της στρατιάς, θα επέδρασσε καταλυτικά στο ηθικό του στρατού, δεν είχαν όμως εξοντωθεί πλήρως οι μάχιμες δυνάμεις του Δράμαλη στα Δερβενάκια. Το μεγαλύτερο μέρος της μάχιμης δύναμης του Δράμαλη επέστρεψε στην Κόρινθο.

Στις διάφορες ιστορικές πηγές δεν υπάρχει ομοφωνία για τον συνολικό αριθμό των νεκρών από τις μάχες στα Δερβενάκια. Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο υπασπιστής του Κολοκοτρώνη Φωτάκος (1798-1888): «Πόσοι δε εσκοτώθησαν ούτε οι Τούρκοι τους εμέτρησαν, ούτε ημείς είχαμεν τοιαύτας τότε φροντίδας», και σημειώνει από πληροφορίες που πήρε αργότερα από Τούρκους αιχμαλώτους, ότι οι νεκροί έφτασαν τις 5.000 [7]. Ο αγωνιστής και ιστοριογράφος Αμβρόσιος Φραντζής (1781-1851), αναφέρει 8.000 νεκρούς και σημειώνει και αυτός ότι ο συνολικός αριθμός ήταν άγνωστος μετά τη μάχη, αλλά πήρε την πληροφορία αργότερα από αιχμαλώτους [8]. Ο αγωνιστής και ιστοριογράφος Νικόλαος Σπηλιάδης (1785-1867), αναφέρει νεκρούς έως 4.000 [9], ενώ ο αγωνιστής και ιστορικός του Αγώνα Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873), αναφέρει νεκρούς πάνω από 3.000 [10]. Ο γραμματικός του Κολοκοτρώνη Μιχαήλ Οικονόμου (1798-1879), αναφέρει νεκρούς από τις μάχες γύρω από το Άργος και στα Δερβενάκια έως 2.000 [11].

Ο Κολοκοτρώνης στη δεύτερη επιστολή του προς τους προκρίτους των νησιών, που θα παρουσιαστεί στη συνέχεια, γράφει για 2.000 νεκρούς Τούρκους στα Δερβενάκια. Η επιστολή συντάχθηκε μετά το τέλος της μάχης, και ασφαλώς ο αρχηγός θα είχε πληρέστερη και αμεσότερη πληροφόρηση από τους ιστοριογράφους που έγραψαν πολλά χρόνια αργότερα.

Συνολικά οι απώλειες των Τούρκων στις μάχες των στενών, στις αψιμαχίες που προηγήθηκαν στον κάμπο της Αργολίδος και στην ατελέσφορη για τους Τούρκους, πολιορκία του κάστρου της Λάρισας του Άργους, από τις 12 έως τις 23 Ιουλίου του 1822, (ευφυέστατη κίνηση αντιπερισπασμού του Κολοκοτρώνη προκειμένου να καθυστερήσει τον εχθρό ώσπου να ετοιμάσει ο ίδιος τις δυνάμεις του), δεν θα πρέπει να ξεπέρασαν τους 3.000 νεκρούς. Μεταξύ των νεκρών Τούρκων, ασφαλώς μεγάλος αριθμός θα αποτελείτο από τους διάφορους βοηθητικούς του στρατεύματος, που ως ελαφρά εξοπλισμένοι και συνοδεύοντας τα μεταγωγικά της στρατιάς θα ήταν εύκολοι στόχοι για τους Έλληνες αγωνιστές. Το μεγαλύτερο δηλαδή μέρος του μάχιμου όγκου της στρατιάς του Δράμαλη επέστρεψε στην Κόρινθο.

Τα παραπάνω, ούτε κατ’ ελάχιστον δεν αμφισβητούν ή υποβαθμίζουν τη μεγάλη νίκη του Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια, απεναντίας, τονίζουν και επισημαίνουν τη στρατιωτική μεγαλοφυία του Γέρου του Μοριά, που ακόμα και μετά τη μεγάλη επιτυχία του, αντελήφθη ότι ο κίνδυνος για την Επανάσταση δεν εξέλειπε μετά τα Δερβενάκια. Η στρατιά, αν εφοδιαζόταν, θα συνέχιζε να αποτελεί θανάσιμο κίνδυνο. Έπρεπε πάση θυσία να παραμείνει εγκλωβισμένη και χωρίς εφόδια.



Νικήτας Σταματελόπουλος
ή Νικηταράς (Τουρκοφάγος).
Λιθογραφία του K. Krazeisen (1828).

Από την 31η Ιουλίου έως την 1η Αυγούστου 1822, μετά από τις εντολές του Κολοκοτρώνη, οι δυνάμεις των Τούρκων είχαν περικυκλωθεί από την ξηρά. Ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Νικηταράς και ο Παπαφλέσσας έπιασαν τον ισθμό της Κορίνθου, αποκόβοντας την πρόσβαση προς την Στερεά Ελλάδα. Οι Μανιάτες και οι Τριπολιτσιώτες κατέλαβαν τις διαβάσεις στα Δερβενάκια και έχτισαν ταμπούρια. Ο ίδιος ο Γέρος μαζί με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Δημήτρη Πλαπούτα και τον Παναγιώτη Γιατράκο έπιασαν τα περάσματα από την
Κόρινθο προς την Πάτρα κοντά στο Κιάτο. Όλες οι οδοί από τις οποίες θα μπορούσαν να μεταφερθούν τρόφιμα και ενισχύσεις στους πολιορκημένους Τούρκους της Κορίνθου είχαν αποκλεισθεί από τους Έλληνες [12].

Στις 28 Ιουλίου 1822, αμέσως μετά τη μάχη στα Δερβενάκια, ο Κολοκοτρώνης στέλνει και δεύτερη επιστολή στους προκρίτους της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών, τους γνωστοποιεί τη μεγάλη νίκη: «Οι εχθροί… εσυνάχθησαν εις το Δερβενάκι, και δοκιμάσαντες να διαβούν, απαντήθησαν από ολίγους, όμως γενναίους Έλληνάς μας… Εφόνευσαν υπέρ τας δύο χιλιάδας, επήραν ζώα και λάφυρα απερίγραπτα παντοίων ειδών, μάλιστα τους τζεπχανέδες των και τα τζαντίρια τους όλα… και τους χασνέδες τους…» (Τζεπχανέδες= αποθήκες πυρομαχικών, τζαντίρια= σκηνές εκστρατείας, χασνέδες= θησαυροί), και ζητάει επίμονα από τους νησιώτες να συνδράμουν στέλνοντας τα πλοία για να ολοκληρωθεί το χτύπημα κατά του εχθρού και από τη θάλασσα. Διαβεβαιώνει ότι θα εγγυηθεί ο ίδιος για την καταβολή των μισθών των πληρωμάτων: «Έχω την επιρροήν και γνωρίζω την καρδίαν και ψυχήν του λαού της πατρίδος μου. Σας γίνομαι εγγυητής της αποζημιώσεως και των κόπων σας, όμνυμι εις την τιμήν, ότι θέλω είσθαι ο πρώτος διαφεντευτής των δικαίων σας». Στην επιστολή του ο Κολοκοτρώνης καταλήγει, μεταξύ άλλων, και με τα ακόλουθα: «Δεν ελπίζω να φανείτε τόσον ανάλγητοι εις της πατρίδος την χρείαν» [13].

Παρά τις εκκλήσεις του Κολοκοτρώνη πολεμικά πλοία δεν κινήθηκαν από τα νησιά για να αποκλείσουν τον Κορινθιακό κόλπο και έτσι, οι στενά πολιορκημένοι Τούρκοι της Κορίνθου, ενώ δεν κατόρθωσαν, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειές τους, να διασπάσεις τις δυνάμεις των επαναστατών της ξηράς, εν τούτοις, εφοδιάζονταν με τρόφιμα από την Πάτρα μέσω του Κορινθιακού κόλπου [14].

Στις 23 Οκτωβρίου 1822, ο Κολοκοτρώνης με νέα επιστολή του προς τους προκρίτους των νησιών ζητά τον απόπλου σκαφών για τον Κορινθιακό κόλπο. Ο μεγάλος φόβος του Κολοκοτρώνη ήταν να μην ενισχυθούν οι Τούρκοι της Κορίνθου από δυνάμεις της Στερεάς. Με αφύλακτο τον Κορινθιακό κόλπο υπήρχε κίνδυνος για τις επαναστατικές της Πελοποννήσου να δεχθούν πλήγματα από δύο μεριές. Όσο υπήρχαν οι δυνάμεις των Τούρκων στην Κόρινθο η επανάσταση στην Πελοπόννησο κινδύνευε. Γράφει ο Κολοκοτρώνης στους προκρίτους των νησιών: «Δεν ηξεύρω αν ημπορεί μετά τον χαμόν της Πελοποννήσου να υπάρξει πλέον Ελλάς». Διαβεβαιώνει και πάλι ότι θα εγγυηθεί ο ίδιος για την πληρωμή των μισθών των πληρωμάτων και ζητάει τον απόπλου των πολεμικών πλοίων που θα φυλάξουν τον Κορινθιακό κόλπο: «Να προφθάσουν δέκα έως δώδεκα πλοία, τα οποία να εμψυχώσουν τα παράλια της Δυτικής Ελλάδος, να εισέλθουν και τον Κορινθιακόν κόλπον, ίσως εμποδίσουν την διάβασιν των εχθρών, και, το μέγιστον, να τους εμποδίσουν τας τροφάς…» [15].

Μετά την αποστολή και της τρίτης επιστολής προς τους προκρίτους της Ύδρας και των άλλων νησιών, ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα χρήματα ο ίδιος, διενεργώντας για τον σκοπό αυτό έναν έρανο. Στα Αρχεία του Ιερού Αγώνα απόκειται το σχετικό έγγραφο του εράνου που έχει τίτλο: «Περί συστάσεως επιτροπής διενεργείας εράνου προς εξοπλισμόν πολεμικών πλοίων εις Κορινθιακόν κόλπον και γνωστοποίησις συγκεντρωθέντος ήδη προς τούτο χρηματικού ποσού».

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κείμενο που αναγγέλλει τον έρανο. Στο κείμενο είναι φανερή η αγωνιώδης έκκληση για τη συγκέντρωση των χρημάτων, αλλά, και η μεγάλη σημασία που απέδιδε ο Κολοκοτρώνης στην φύλαξη του Κορινθιακού κόλπου για την οριστική καταστροφή του εχθρού:  «Κατ’ αυτήν την κρίσιμον περίστασιν, καθ’ ην επαπειλείται η πανωλεθρία της Ελλάδος, επειδή τα προσδιορισμένα δώδεκα ελληνικά πλοία, τα οποία εκπλέοντα διά τον Κορινθιακόν κόλπον μέλλει να συντελέσουν τα μέγιστα εις την κοινήν σωτηρίαν, είναι των αδυνάτων να εκπλεύσουν χωρίς να λάβουν τα μηνιαία των, εκρίθη σωτήριον να συνεισφέρουν αυτοπροαιρέτως όσοι αληθείς πατριώται, των οποίων τα ονόματα, φυλαττόμενα διά του παρόντος καταλόγου εις τα αρχίβια της Διοικήσεως, θα διαδοθούν εις τας επερχομένας γενεάς των Ελλήνων, οι οποίοι θα ευλογούν το μνημόσυνόν των, ευεργέτας του έθνους αποκαλούντες αυτούς. Δι’ αυτής της εναρέτου πράξεως, διά των συναχθησομένων χρημάτων, εκπλέουν τα δώδεκα πλοία και η πατρίς λυτρούται. Διορίσθησαν επιστάται εις την καταγραφήν ταύτην και σύναξιν των χρημάτων εκ μεν της Κεντρικής Διοικήσεως ο γερουσιαστής κύριος Αναγνώστης Κοκαράκης, εκ δε του εκλαμπροτάτου πρίγκιπος κυρίου Δημητρίου Υψηλάντου ο φιλογενής κύριος Γεώργιος Αντωνόπουλος, εκ δε του γενναιοτάτου στρατηγού Νικήτα Σταματελοπούλου ο γραμματεύς του κύριος Γεώργιος Αθανασιάδης, οίτινες θα τα πληρώσουν, άμα συναχθέντα, εις τα ρηθέντα πλοία.

Ούτος ο κατάλογος συνίσταται εις φύλλα οκτώ, εσφραγισμένα παρά της Διοικήσεως. Τρίπολις 25 Οκτωβρίου 1822» [16].

Στον έρανο ανταποκρίθηκαν, καταβάλλοντας μεγάλα ποσά, πολλοί γνωστοί οπλαρχηγοί, ανώτεροι κληρικοί και πρόκριτοι του Μοριά, καθώς και μεγάλος αριθμός απλών αγωνιστών. Τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν συνολικά έφτασαν τις 18.649,35 γρόσια, ποσό ικανοποιητικό για τη μισθοδοσία των πληρωμάτων της μοίρας του στόλου που θα περιπολούσε στον Κορινθιακό κόλπο για να αποτρέψει τον εφοδιασμό των ανδρών του Δράμαλη στην Κόρινθο.

Τα μέλη της ερανικής επιτροπής ήταν όλοι από το στενό περιβάλλον του Κολοκοτρώνη και των συνεργατών του, απόδειξη της μεγάλης σημασίας που απέδιδε ο Μοραΐτης πολέμαρχος στη συγκέντρωση χρημάτων για τα πλοία που θα στέλνονταν στον Κορινθιακό κόλπο. Ο Αναγνώστης Κοκαράκης ήταν πρόκριτος από την επαρχία του Μυστρά και τον Ιούνιο του 1822 είχε εκλεγεί μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Κατά την εισβολή του Δράμαλη συνεργάστηκε και αγωνίστηκε κοντά στον Κολοκοτρώνη. Αργότερα, στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, συντάχτηκε με τους αντιπάλους του Κολοκοτρώνη. Ο Γεώργιος Αντωνόπουλος από την Ανδρίτσαινα, ήταν έμπορος που προεπαναστατικά δραστηριοποιήθηκε με επιτυχία στην Τεργέστη και διέθεσε μεγάλα χρηματικά ποσά για τις ανάγκες της Φιλικής Εταιρείας. Από την Τεργέστη ακολούθησε τον Δημήτριο Υψηλάντη, εντάχθηκε στην ακολουθία του και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες μαζί με τον Υψηλάντη. Ο Γεώργιος Αθανασιάδης, μακρινός συγγενής του Νικηταρά, είχε καταγωγή από το χωριό Λάστα της Γορτυνίας, αλλά γεννήθηκε στην Σμύρνη όπου εργαζόταν ο έμπορος πατέρας του. Με το εμπόριο ασχολήθηκε και ο ίδιος και εργάστηκε στην Σμύρνη, στην Τεργέστη και στην Ζάκυνθο, αποκτώντας μεγάλη περιουσία, την οποία διέθεσε για την Φιλική Εταιρεία της οποίας ήταν σπουδαίο και δραστήριο μέλος. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση σχημάτισε σώμα από 70 Ζακυνθινούς και πήγε στον επαναστατημένο Μοριά όπου έγινε γραμματικός του Νικηταρά λαμβάνοντας μέρος μαζί του σε πολλές μάχες σε ολόκληρη τη διάρκεια του Αγώνα.

Στον κατάλογο που αναγράφει τα ονόματα των συμμετασχόντων και τα ποσά που συγκεντρώθηκαν, υπάρχει καταχωρημένη και μια συγκινητική αναφορά: «Ο στρατηγός Νικήτας, μην έχοντας μετρητά, βάζει το σπαθί του να σταλθή εις Ύδρα εις αμανάτι διά 3.000 γρόσια». Πρόκειται για τον Νικήτα Σταματελόπουλο, τον θρυλικό Νικηταρά (1784-1849), που παραχώρησε ενέχυρο το σπαθί του για 3.000 γρόσια, ποσό πολύ μεγάλο για σπαθί. Δεν ήταν ασφαλώς ένα απλό σπαθί, αλλά πολύτιμο χρυσοποίκιλτο λάφυρο από τους Τούρκους.

Τελικά, οι Υδραίοι από σεβασμό προς τον ήρωα των Δερβενακίων, δεν κράτησαν το πολύτιμο σπαθί, αλλά το επέστρεψαν στον αγνό αγωνιστή. Σημειώνει ο Σπηλιάδης: «Οι πρόκριτοι της Ύδρας δεν εκράτησαν το σπαθίον του Νικηταρά, το έστειλαν οπίσω και τον έγραψαν να παρακινήση την Γερουσίαν να στείλη και άλλα χρήματα, διότι μετά ταύτα εδέησε να κινήσωσι και άλλα πλοία κατά των εχθρών» [17]. Ο βιογράφος του Νικηταρά Δημήτρης Σταμέλος (1931-2005), σημειώνει και μια άλλη εκδοχή της απάντησης των Υδραίων, όταν επέστρεψαν το σπαθί στον Νικηταρά: «Το όπλον τούτο ουχί 3.000 γρόσια αξίζει, αλλά είναι ανεκτίμητον, πότε όμως; Όταν είναι εις τας χείρας σου, εις την ζώνην σου και κατακόπτει τους εχθρούς της πατρίδος» [18].

Μετά τον έρανο και τη συγκέντρωση των χρημάτων, έγινε ο απόπλους της μοίρας του στόλου που θα περιπολούσε στον Κορινθιακό κόλπο. Ο στρατηγικός στόχος του Κολοκοτρώνη, να εγκλωβίσει τις τουρκικές δυνάμεις στην Κόρινθο χωρίς τη δυνατότητα εφοδιασμού με τρόφιμα, είχε επιτέλους επιτευχθεί! Οι εναπομείναντες της στρατιάς, χωρίς εφόδια και τρόφιμα αποδεκατίστηκαν από τον λιμό και τις επιδημίες.

Όλοι οι Έλληνες και ξένοι ιστορικοί έχουν γράψει ότι το μεγαλύτερο μέρος της στρατιάς του Δράμαλη που υποχώρησε στην Κόρινθο μετά τις ταπεινωτικές ήττες που υπέστη στις μάχες στα Δερβενάκια, τελικά εξοντώθηκε από λιμό και λοιμό, δηλαδή από την πείνα και από την επιδημία. Η επιδημία που έπληξε τους Τούρκους στην Κόρινθο ήταν η επιδημία που έμεινε γνωστή στην ιστοριογραφία μας ως  «ο τύφος της Τριπολιτσάς».

Πρόκειται για την επιδημία τυφοειδούς πυρετού, αλλά και την επιδημία εξανθηματικού τύφου που εμφανίστηκαν στην Πελοπόννησο μετά την άλωση της Τριπολιτσάς και αφάνισαν τον πληθυσμό από το 1821 μέχρι το 1826. Περισσότεροι Έλληνες και Τούρκοι πέθαναν στο διάστημα αυτό από τις επιδημίες, από όσους πέθαναν σε μάχες [19].

Τον χειμώνα του 1822, όταν δηλαδή ενέσκηψε η επιδημία τύφου στον στρατό του Δράμαλη στην Κόρινθο, είχε ήδη πραγματοποιηθεί ο ολοκληρωτικός αποκλεισμός από στεριά και θάλασσα. Οι δυνάμεις του Δράμαλη παρέμειναν περικυκλωμένες χωρίς τρόφιμα. Σε πληθυσμό που λιμοκτονούσε, η επιδημία τύφου βρήκε ιδανικό έδαφος, όχι απλά για να εξαπλωθεί, αλλά, κυριολεκτικά, για να εξοντώσει τους πάντες.

Σε άθλια κατάσταση τα υπολείμματα της μεγάλης στρατιάς, περίπου 3.000 άνδρες που είχαν επιβιώσει από την πείνα, τις κακουχίες και τις επιδημίες, επιχείρησαν να σπάσουν τον αποκλεισμό και να μετακινηθούν προς την Πάτρα, αλλά εγκλωβίστηκαν στην Ακράτα τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 1823 και μετά από μια σειρά μαχών, η στρατιά που απείλησε την Επανάσταση με αφανισμό, εξοντώθηκε πλήρως. Από τους 30.000 Τούρκους της στρατιάς του Δράμαλη, μόνο 1.800 τελικά διασώθηκαν και κατέληξαν στην Πάτρα [20].

Λίγες λέξεις για τους μισθούς των πληρωμάτων του στόλου, «τα μηνιαία», όπως τα έλεγαν τότε, είναι απαραίτητες. Στην εποχή μας, να ζητάει ο πολεμιστής προκαταβολικά μισθό προκειμένου να επιτελέσει το καθήκον του για να υπερασπιστεί την πατρίδα του, θεωρείται απαράδεκτη και ανήθικη πράξη. Την εποχή εκείνη όμως, τα πράγματα ήσαν εντελώς διαφορετικά από τα σημερινά. Από τους Υδραίους ναυτικούς, όπως άλλωστε και από τους ναυτικούς από όλα τα νησιά, δεν έλλειψε ο πατριωτισμός και η γενναιότητα. Το απέδειξαν στα χρόνια της Επανάστασης, στα χρόνια της φωτιάς και του μπουρλότου, όταν με τα μικρά σιτοκάραβα τα έβαλαν με παντοδύναμους και υπέρτερους σε οπλισμό στόλους. Αμέτρητοι ναυτικοί μας έδωσαν τη ζωή τους στον Αγώνα, και ουσιαστικά, το πολεμικό ναυτικό της Επανάστασης συνετέλεσε καθοριστικά στον αγώνα για τη λευτεριά μας.

Η απαίτηση των πληρωμάτων για την καταβολή των ‘μηνιαίων’ πριν από τον απόπλου του στόλου, αποτελούσε τότε μια αδήριτη ανάγκη για την επιβίωση των οικογενειών τους στο νησί κατά τους πολλούς μήνες που διαρκούσε η θαλασσινή εκστρατεία. Χωρίς τα χρήματα αυτά οι οικογένειες των ναυτικών θα λιμοκτονούσαν. Οι αγωνιστές του στόλου ζητούσαν με «αρβανίτικο πείσμα» τα χρήματα για τις οικογένειές τους, δεν τα ζητούσαν για τον εαυτό τους. Τον εαυτό τους τον είχαν ταγμένο στον αγώνα για την Ελλάδα.

Οι παραπάνω πληροφορίες που παρουσιάστηκαν από τα Αρχεία του Ιερού Αγώνα, αθησαύριστες στη σύγχρονη ιστοριογραφία μας, αποτελούν άλλη μια επιβεβαίωση, κοντά στις τόσες άλλες, για την αξιομνημόνευτη στρατηγική αντίληψη του πολέμου που διέθετε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο κορυφαίος πολέμαρχος της Επανάστασης.
ΠΗΓΗ: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2015/07/blog-post_17.html


Ο πόλεμος της Τριπολιτσάς και των πέριξ αυτής χωρίων.
Π. Ζωγράφου – Ι. Μακρυγιάννη. Τέμπερα σε ξύλο.
Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Σάμιουελ Χάου, Ιστορική σκιαγραφία της Ελληνικής Επανάστασης. Μετάφραση Ι. Χατζηεμανουήλ. Επιμέλεια, πρόλογος, σχόλια: Ν. Κολόμβας. Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1997, σ. 166.

[2] David Brewer, Η φλόγα της ελευθερίας. Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821- 1833. Μετάφραση Τιτίνας Σπερελάκη. Εκδόσεις Ενάλιος. Αθήνα 2004, σ. 209.

[3] D. Dakin, Ο αγώνας των Ελλήνων για την ανεξαρτησία 1821- 1833. Μετάφραση Ρένας Σταυρίδη- Πατρικίου. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Αθήνα 1983, σ. 128.

[4] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι 1-4, Λονδίνο 1861. Αναστατική επανέκδοση, Αθήνα χ.χ., τόμος 2ος σ. 269. Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής (απομνημονεύματα). Παρουσίαση -καταγραφή Γεωργίου Τερτσέτη, επιμέλεια - προλεγόμενα Τάσου Βουρνά, εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα χ.χ., σ. 185. Αμβρόσιος Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τόμοι 4, Αθήναι 1839- 1841. Τόμος 2ος σσ. 213-214.

[5] Σ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως… ό.π., τόμος 2ος σ. 277.

[6] Αρχείον Ψαρών 1821-1824. Επιμέλεια Βασίλη Σφυρόερα. Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 1974, σσ. 140-142, έγγραφο 151. Ο Άγιος Γεώργιος της Κορίνθου ήταν η περιοχή της Νεμέας που είχε στήσει το στρατηγείο του ο Κολοκοτρώνης πριν από τις μάχες στα στενά των Δερβενακίων.

[7] Φωτάκος, (Χρυσανθόπουλος Φώτιος), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμοι 1-2. Αθήναι 1858. Αναστατική επανέκδοση: εκδόσεις Χ. Μπούρας, Αθήνα χ.χ., τόμος 1ος σ. 377.

[8] Α. Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας… ό.π., τόμος 2ος σ. 229 και υποσημείωση.

[9] Ν. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα συνταχθέντα διά να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν ελληνικήν Ιστορίαν. Τόμοι 3, Αθήναι 1851-1857, τόμος 1ος σ. 421.

[10] Σ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως… ό.π., τόμος 2ος σ. 281.

[11] Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της Ελληνικής Παλιγγενεσίας ή ο Ιερός των Ελλήνων Αγών. Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21. Επιμελητής Ε. Γ. Πρωτοψάλτης. Τόμοι 2. Αθήναι 1957, τόμος 1ος σ. 272.

[12] Σ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως… ό.π., τόμος 2ος σσ. 284-285. Δημήτριος Φωτιάδης, Η Επανάσταση του 21. Τόμοι 1-4. Δεύτερη έκδοση. Εκδόσεις Ν. Βότσης. Αθήναι 1977, τόμος 4ος σσ. 342-346.

[13] Αρχείον Ψαρών… ό.π., σσ. 146-147, έγγραφο 155.

[14] Σ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως… ό.π., τόμος 2ος σ. 284.

[15] Αρχείον Ψαρών… ό.π., σσ. 165-166, έγγραφο 174.

[16] Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας μέχρι της εγκαταστάσεως της βασιλείας. 1821-1832. Βουλή των Ελλήνων, τόμοι 1-20, Αθήνα 1971-1981. Τόμος 9ος σσ. 12-19 έγγραφο 14.

[17] Ν. Σπηλιάδης, Απομνημονεύματα συνταχθέντα διά να χρησιμεύσωσιν εις την νέαν ελληνικήν Ιστορίαν. Τόμοι 3, Αθήναι 1851-1857, τόμος 1ος σ. 456, υποσημείωση.

[18] Δ. Σταμέλος, Νικηταράς. Πρότυπο παλικαριάς και αρετής. Εκδόσεις Εστία, Αθήνα 2003, σ. 346.

[19] Για τις επιδημίες κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, βλ. Λάζαρος Βλαδίμηρος, Γιατροί και Ιατρική στην επανάσταση του 1821. Εκδόσεις Μπαλτά. Αθήνα 2014, σσ. 52-58.

[20] Σαράντος Καργάκος, Η Ελληνική Επανάστασις του 1821. Τόμος 3ος Αθήνα 2014, σσ. 47-50.


 

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Η ναυμαχία της Λίσσας (20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1866)


Η πρώτη συμπλοκή μεταξύ δύο ατμοκίνητων στόλων:
Η ναυμαχία της Λίσσας στις 20 Ιουλίου 1866
και τα διδάγματά της

Περί Αλός

Alberto Santoni
Καθηγητού Πανεπιστημίου της Πίζας

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ναυτική Επιθεώρηση,
Τ. 455 σ. 85 Έκδοση ΓΕΝ / ΥΙΝ, Ιαν-Φεβ 1989.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση της ΝΕ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το άρθρο που ακολουθεί πρωτο παρουσιάστηκε στο Α’ Διεθνές Συνέδριο Ναυτικής Ιστορίας, το οποίο πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1987 στην Αθήνα υπό την Αιγίδα του Π.Ν.




 

Ο Ναύαρχος Tegetthoff στη
ναυμαχία της Λίσσας .
Ελαιογραφία του
Anton Romako (1878-1880)
Österreichische Galerie
Belvedere.

Η πρώτη συμπλοκή μεταξύ δύο στόλων με προώθηση ατμομηχανής διεξήχθη μεταξύ των Αυστριακών και των Ιταλών ανοιχτά από τη νήσο Λίσσα στην Αδριατική στις 20 Ιουλίου 1866. Αυτό μας λέει εδώ και καιρό η ναυτική πολεμική ιστορία, αν και η πρώτη ναυμαχία μεταξύ δύο μεμονωμένων ατμοκίνητων θωρηκτών έγινε στα ύδατα του Hampton Roads κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου στις 9 Μαρτίου 1862.

Μικρότερης σημασίας ναυτικές συμπλοκές έλαβαν επίσης χώρα κατά τη διάρκεια του Δανέζικου πολέμου το 1864 και κατά μήκος των ακτών και των ποταμών της Βόρειας και Νότιας Αμερικής από το 1862 μέχρι το 1866, όπως η ναυμαχία του Riachuelo στις 11 Ιουνίου 1865 μεταξύ Βραζιλιάνικων και Παραγουανών ατμοκίνητων ποταμόπλοιων.

Κατά το ξέσπασμα του Ιταλο-Αυστριακού πολέμου στις 20 Ιουνίου 1866, ο Ιταλικός Στόλος ήταν καινούργιος  μόλις πέντε ετών και – χάρις στα δώδεκα θωρηκτά του και στα δεκαεννέα ξύλινα ατμοκίνητα σκάφη του – ήταν μεγαλύτερος και πιο σύγχρονος από το στόλο της Αυστριακής Αυτοκρατορίας. Ο Ιταλικός Στόλος, όμως, είχε ορισμένα σημαντικά μειονεκτήματα: πρωτ’ απ’ όλα, τα θωρηκτά του είχαν κατασκευαστεί σε τέσσερεις διαφορετικές χώρες, δηλαδή στην Ιταλία, στη Γαλλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Μεγάλη Βρεταννία. Επομένως υστερείτο ομοιογένειας, όπως υστερούντο και τα ιταλικά πληρώματα, που προέρχονταν από τέσσερα διαφορετικά ναυτικά: της Σαρδηνίας, της Τοσκάνης, της Νάπολης και το Σικελικό ή Γαριβαλδινό Ναυτικό. Ακόμη, ο Αρχηγός του Ιταλικού Στόλου, ο Ναύαρχος Persano, εξήντα χρόνων, ήταν μάλλον πολιτικός ηγέτης παρά πολέμαρχος και δεν είχε και πολύ ενθουσιασμό για τη ναυτική εκστρατεία στην οποία είχε διαταχθεί να εμπλακεί. Οι υφιστάμενοί του Vacca και Albini, ήταν μάλλον εχθρικοί απέναντί του λόγω επαγγελματικής αντιζηλίας και όχι τόσο ευτυχείς που θα τελούσαν υπό τις διαταγές του.

Ο Αυστριακός Στόλος ήταν μικρότερος και περιείχε λιγότερα και ασθενέστερα πολεμικά πλοία (επτά θωρηκτά και δεκαέξι ξύλινα ατμοκίνητα σκάφη), αλλά ο Αρχηγός του, ο Ναύαρχος Tegetthoff, τριανταεννέα χρόνων αποφάσισε να ξεπεράσει τις τεχνικές του ανεπάρκειες με το ηγετικό πνεύμα και τη φαντασία που είχε ήδη επιδείξει κατά το Δανέζικο Πόλεμο το 1864.
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση τ. 455 ΙΑΝ-ΦΕΒ 1989

Γνωρίζοντας ότι τα πυροβόλα του υστερούσαν σε εμβέλεια, ο Tegetthoff αποφάσισε να διεξαγάγει όλες τις μάχες εκ του συστάδην, επειδή μόνο σε μικρή απόσταση θα υπήρχε πιθανότητα ορισμένες από τις οβίδες του να διατρυπήσουν την ιταλική θωράκιση. Ο Tegetthoff επέλεξε ακόμη να συμπλακεί με την τακτική του σχηματισμού Τ, όπως είχε κάνει ο Νέλσον στο Trafalgar, έτσι ώστε να επιτρέψει στα πλοία του να εισχωρήσουν στην ιταλική γραμμή και κατόπιν να εμβολίσουν τα εχθρικά σκάφη με την πρώτη ευκαιρία. Όπως και  ο Νέλσον, ο Tegetthoff  ήταν πρόθυμος να διακινδυνεύσει ζημιές κατά την αρχική φάση, έχοντας την πεποίθηση ότι η ανωτέρας στάθμης εκπαίδευση και το ηθικό των αντρών του θα τους καθιστούσε ικανούς να επιβιώσουν για αρκετά μεγάλο διάστημα.

Ο πόλεμος στην Ευρώπη άρχισε στις 14 Ιουνίου 1866, όταν η Πρωσσία επιτέθηκε στην Αυστρία, μέσα στα πλαίσια του σχεδίου του Βίσμαρκ για την απόκτηση ελέγχου του ανερχόμενου Γερμανικού Έθνους. Το νεαρό Ιταλικό Βασίλειο, μόλις πέντε ετών, δεσμευμένο από μια προηγούμενη συμφωνία με την Πρωσσία, κήρυξε τον πόλεμο στις 20 Ιουνίου, έχοντας την ελπίδα ότι θα επανακτούσε τη Βενετία από την Αυστρία, και, ότι θα έφτανε πιθανώς μέχρι τα Βόρειο-ανατολικά σύνορα των Άλπεων.

Οι Αυστριακοί αμέσως νίκησαν τον Ιταλικό Στρατό στη Custoza στις 24 Ιουνίου, ενώ ο Πρωσσικός Στρατός σύντομα είχε επιτυχίες στην ξηρά και, στις 3 Ιουλίου πέτυχε μια αποφασιστική νίκη στη Sadowa. Προκειμένου να αντισταθμίσει την ήττα στην ξηρά και να αυξήσει τη διαπραγματευτική της δύναμη κατά την επόμενη συνθήκη ειρήνης, η Ιταλική κυβέρνηση άρχισε να επιζητεί κάποια επιτυχία στη θάλασσα.

Την ίδια μέρα κατά την οποία η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο, ο νέος Υπουργός του Πολεμικού Ναυτικού, δικηγόρος Agostino Depretis, ανειδίκευτος σε πολεμικά ναυτικά ζητήματα, διέταξε τον Ναύαρχο Persano να κινήσει τον στόλο του από τον Τάραντα που βρίσκεται στο «τακούνι» της «Ιταλικής μπότας» προς την Ανκώνα, που βρίσκεται περίπου στη μέση της Αδριατικής Ακτής. Εδώ ο Ιταλικός Στόλος κατείχε μια πιο κεντρική θέση για επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον του Αυστριακού Στόλου που βρισκόταν στην Pola, δηλ. περίπου 90 μίλια δια μέσου της Αδριατικής, προς τα βόρεια.

Ο Persano είχε ήδη δεχθεί την διαταγή να «σαρώσει τις εχθρικές ναυτικές δυνάμεις από την Αδριατική και να τους επιτίθεται, και να τις μπλοκάρει όπου τις βρίσκει». Παρ’ όλα αυτά, ο Persano καθυστερούσε μένοντας στο λιμάνι της Ανκώνας, προβάλλοντας τη μία δικαιολογία μετά την άλλη.

Δεδομένου ότι ο Αυστριακός Στόλος ήταν κατώτερος από τον Ιταλικό, οι εντολές του Tegetthoff ήταν ορθά λιγότερο επιθετικές. Η αυστριακή κυβέρνηση, μάλιστα τον διέταξε να μην επεκτείνει τις επιχειρήσεις του στην Αδριατική πέρα από τη νήσο Λίσσα, 165 μίλια νοτιοανατολικά της Pola, και να διατηρήσει καλά καλυμμένη την εκβολή του ποταμού ΡΟ και τον κόλπο της Βενετίας.



Κωνσταντίνος Βολανάκης: Ναυμαχία της Λίσσας (1869),
ελαιογραφία. Museum of Fine Arts,  Budapest, Hungary.

Κατά τον πρώτο μήνα του πολέμου, ο Persano αντί να εκτελέσει επιθετικές επιχειρήσεις σύμφωνα με τις εντολές, απέφυγε κάθε ευκαιρία για δράση. Ούτε καν έφυγε από  την Ανκώνα στις 27 Ιουνίου, όταν ο Tegetthoff παρουσιάστηκε μπροστά από αυτό το λιμάνι.

Ως συνέπεια της πρωσσικής νίκης στη Sadowa κατά του Αυστριακού Στρατού, ο Persano, δέχθηκε ισχυρή πίεση από την ιταλική κυβέρνηση να υιοθετήσει μια πιο επιθετική συμπεριφορά. Αλλά το μόνο που έκανε ήταν διάφοροι άχρηστοι ελιγμοί στην κεντρική Αδριατική από τις 8 μέχρι της 13 Ιουλίου, κατά τους οποίους ούτε καν γύμνασε τα ανεκπαίδευτα πληρώματα στο πυροβολικό.

Στο τέλος ήρθαν επιτακτικές εντολές από το Βασιλικό Επιτελείο να «αποπειραθεί να διεξαγάγει οποιεσδήποτε επιχειρήσεις εναντίον του εχθρού, οι οποίες μπορεί να θεωρηθούν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας». Ο Υπουργός του Πολεμικού Ναυτικού, ο ίδιος ο Depretis, έσπευσε στην Ανκώνα στις 15 Ιουλίου  προκειμένου να πιέσει τον Persano να αφήσει κατά μέρος την περίσκεψή του. Αυτό ήταν συνέπεια του ότι ο Ναπολέων Γ’ , ως μεσολαβητής, είχε ζητήσει ανακωχή και συνθήκη ειρήνης.

O Persano έτσι ανέλαβε να καταλάβει το μικρό αυστριακό νησί της Λίσσας, 130 μίλια ανατολικά από την Ανκώνα και στις 17 Ιουλίου ο Στόλος του βρισκόταν ανοιχτά από αυτό το νησί.

Επί 2 μέρες τα 500 κανόνια των πλοίων του Persano βομβάρδιζαν τα οχυρά της Λίσσας, χωρίς να κατορθώσουν να κατασιγάσουν τα 84 μικρότερα κανόνια τους. Η επιχείρηση απόβασης του Αντιναυάρχου Albini, ύστερα από διαταγή του Persano, να φέρει σε πέρας στις 19 Ιουλίου κατέληξε σε αποτυχία, λόγω της πρόωρης οπισθοχώρησής του. Σε αυτές τις επιχειρήσεις ο Ιταλικός Στόλος υπέστη μικρές απώλειες (16 νεκρούς και 114 τραυματίες), το θωρηκτό του Formidabille ετέθη εκτός μάχης, ξόδεψε ένα μεγάλο μέρος των πυρομαχικών του και κατανάλωσε πολλά καύσιμα.

Παρ΄όλα αυτά το πρωί της 20ης Ιουλίου ο Persano ξανάρχισε την αμφίβια επίθεσή του. Τα ξύλινα πλοία του, υπό ρη διοίκηση του Αντιναυάρχου Albini, ήταν έτοιμα να αποβιβάσουν στρατεύματα βόρεια της Λίσσας, ενώ τα θωρηκτά του ήταν έτοιμα να ξαναρχίσουν τον βομβαρδισμό των οχυρών, όταν ο Αυστριακός Στόλος εθεάθη να καταπλέει από τα βορειοδυτικά.

Τέσσερα χρόνια μετά τη ναυμαχία του Hampton Roads, που είχε γίνει κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, μια πλήρης σε έκταση ναυμαχία επρόκειτο να διεξαχθεί μεταξύ θωρηκτών.

Για την ώρα, ο Ναύαρχος Persano είχε υπό τις διαταγές του έντεκα θωρηκτά, ένα εμβολοφόρο πλοίο, δεκατέσσερα ξύλινα πολεμικά πλοία οκτώ μη μάχιμα σκάφη. Αρχικά διέταξε το σχηματισμό γραμμής μετώπου, αλλά κατόπιν επέλεξε τη γραμμή παραγωγής. Εννέα θωρηκτά μόνο, υπό την αρχηγία του Persano  και του Αντιναυάρχου Vacca, έλαβαν τη θέση στο νέο σχηματισμό και ετοίμασαν  το πυροβολικό τους, ενώ τα ξύλινα πλοία, υπό την αρχηγία του Albini, έπλευσαν άσκοπα προς τα νότια, χωρίς να διευκολύνονται από τις αντιφατικές εντολές που τους έδωσε ο Persano.

Οι Αυστριακοί ήταν πολύ πιο αποφασιστικοί και ο Tegetthoff  ήθελε να οδηγήσει τη μοίρα του κατευθείαν επάνω στην ιταλική γραμμή όπως είχε κάνει ο Λόρδος Νέλσον στο Trafalgar. Αλλά ο Tegetthoff διαφέροντας σε τούτο από τον Νέλσονα, επέλεξε ένα σχηματισμό με τρία σφηνοειδή τμήματα, δίνοντας στους κυβερνήτες του  τις ακόλουθες δύο περίφημες διαταγές:

«Τα θωρηκτά θα χυμήξουν στον εχθρό και θα τον βυθίσουν»  και «Αυτή πρέπει να είναι η νίκη της Λίσσας».

Στην πρώτη σφήνα ήταν τα επτά Αυστριακά θωρηκτά με επικεφαλής τη ναυαρχίδα «Ferdinand Max». Η δεύτερη σφήνα περιείχε πέντε ξύλινες φρεγάτες, μία κορβέτα και το ξύλινο σκάφος γραμμής μάχης «Kaiser». Εννέα μικρά πλοία σχημάτιζαν την τρίτη σφήνα, ενώ τέσσερα μη μάχιμα σκάφη βρίσκονταν στα μετόπισθεν.

Κρατώντας τα είκοσι τρία πολεμικά πλοία κοντά μεταξύ τους σ΄αυτόν τον σχηματισμό, ο Tegetthoff διέσχισε την ήδη αποδιοργανωμένη ιταλική γραμμή, αρχίζοντας τα πυρά του περίπου 300 μέτρα μακριά από τον εχθρό.

Στο μεταξύ ο Persano, ούτε για πρώτη ούτε για τελευταία φορά, άλλαξε γνώμη. Ξαφνικά αποφάσισε ότι το πλοίο του «Re DItalia», το τέταρτο θωρηκτό της γραμμής, ήταν πολύ αργό για να αποτελεί τη προσωρινή ναυαρχίδα του. Οπότε κάλεσε το εμβολοφόρο πλοίο «Affondatore» να πλευρίσει και μεταφέρθηκε σε αυτό. Κατόπιν, καθ’ όλη τη διάρκεια της ναυμαχίας πέρασε την ώρα του πλέοντας πάνω-κάτω στη γραμμή του, χωρίς να συμμετέχει και πολύ στη μάχη, αλλά στέλνοντας έναν χείμαρρο από σινιάλα και προσπαθώντας να δίνει τη μία διαταγή μετά την άλλη προς τα πλοία του, περνώντας ανάμεσά τους. Κανένα από αυτά δεν έδωσε σημασία, διότι το «Affondatore», όπως και τα άλλα ιταλικά σκάφη, έφερε τα εμβλήματα μάχης και κανείς δεν πρόσεξε ότι τώρα είχε την σημαία του Persano, ούτε ήξερε κανείς ότι ο Αρχηγός του Στόλου ήταν τώρα πάνω σ’ αυτό. Οι Ιταλοί κυβερνήτες επομένως συνέχιζαν να πολεμούν, όπως ο καθένας νόμιζε καλύτερα.



Lissa, 1866, χαρακτική. Το Re d'Italia βυθίζεται μετά
από εμβολισμό της ναυαρχίδος του Tegetthoff,  
Ferdinand Max. Στο κέντρο διακρίνεται το  
κατεστραμμένο Kaiser. ΦΩΤΟ:

Όταν το «Re DItalia» είχε βραδύνει προκειμένου να μεταφερθεί στο άλλο πλοίο, ο Persano, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο κενό στην ιταλική γραμμή και μέσα από αυτό το κενό εισχώρησαν οι Αυστριακοί με τη σφήνα τους. Ο εμβολισμός όμως στην αρχή φάνηκε σχεδόν αδύνατος, λόγω των πυκνών νεφών καπνού και της αδεξιότητας των πλοίων, αλλά οι απόπειρες των Αυστριακών οδήγησαν σε μια άγρια συμπλοκή.

Για κάμποση ώρα και οι δύο πλευρές εφορμούσαν αλληλοσυγκρουόμενες ή περνώντας ξυστά. Δύο φορές προσπάθησε το «Affondatore», χωρίς επιτυχία, να εμβολίσει το ξύλινο σκάφος «Kaiser», το οποίο αμέσως έπλευσε εναντίον του θωρηκτού «Re Di Porto Gallo». Σ΄αυτή τη φάση το «Kaiser» έχασε το τουρκέτο, το ακρόπρωρο και το πομπρέσο του και χτυπήθηκε από αρκετές οβίδες τη μία αμέσως μετά την άλλη. Τότε ήρθε η αποφασιστική και συχνά άτυχη στιγμή όλων των μαχών. Το «Re DItalia» χτυπήθηκε στο πηδάλιο από μια οβίδα και δεν μπορούσε πλέον να κυβερνηθεί. Ενώ το πλήρωμά του αγωνιζόταν να φέρει εις πέρας τις απαραίτητες επισκευές και ο κυβερνήτης του Faa Di Bruno, έκανε το σφάλμα να σταματήσει τη μηχανή, το διέκρινε μέσα από τους καπνούς ο Tegetthoff από το «Ferdinand Max». Η αυστριακή ναυαρχίδα εφόρμισε κατά πάνω του ολοταχώς με έντεκα κόμβους και έχωσε το έμβολό της στην αριστερή πλευρά του μεγάλου ιταλικού θωρηκτού.

Ενώ το «Ferdinand Max» άρχισε σιγά-σιγά να ανακρούει, εκατοντάδες τόνοι νερού εισέρχονταν στο κύτος του  «Re DItalia». Το θωρηκτό αυτό μπατάρισε και βυθίστηκε, ενώ το ανεπαρκώς εκπαιδευμένο αλλά γενναίο πλήρωμά του ζητωκραύγαζε για το βασιλιά.

Εν τω μεταξύ το ιταλικό μικρό θωρηκτό «Palestro» είχε κι αυτό προβλήματα. Είχε χτυπηθεί άσχημα από οβίδες και είχε πάρει φωτιά. Λίγο μετά τη ναυμαχία ανατινάχθηκε, με την απώλεια σχεδόν ολόκληρου του πληρώματος του, εκτός από 23 άνδρες.

Μετά το μεσημέρι ο Tegetthoff διέταξε τον στόλο του να ανασυνταχθεί κοντά στη Λίσσα και ο Persano, μετά από ορισμένες άκαρπες προσπάθειες να ξαναρχίσει τη μάχη αποτραβήχτηκε προς τα δυτικά. Ο Tegetthoff, διαφέροντας για μία ακόμη φορά από τον Νέλσονα, ήταν αρκετά ικανοποιημένος με αυτά που είχε κάνει και δεν εκμεταλλεύτηκε την αρχική μεγάλη του επιτυχία. Έτσι κι αλλιώς, η αποστολή του είχε εκπληρωθεί, διότι είχε εκδιώξει τον ιταλικό στόλο και είχε παρεμποδίσει την κατάληψη της Λίσσας από αυτόν. Παρά τις ζημιές τους, όλα τα αυστριακά πλοία βρίσκονταν ακόμη σε αξιόμαχη κατάσταση. Ακόμα και το «Kaiser» μέσα σε 24ώρες επισκεύασε επαρκώς τις ζημιές του.

Οι αυστριακές απώλειες ανέρχονταν μόνο σε 38 νεκρούς και 138 τραυματίες. Στην ιταλική πλευρά, πέρα από τις απώλειες της αμφίβιας απόπειρας, είχαν σκοτωθεί 620 άνδρες και είχαν τραυματιστεί 40, το καινούργιο και μεγάλο «Re DItalia» και το μικρότερο «Palestro» είχαν βυθισθεί, το θωρηκτό «San Martino» είχε υποστεί σοβαρές ζημιές. Τέλος, και το «Affondatore» βυθίστηκε αργότερα μέσα στο λιμάνι της Ανκώνας, μετά από μια καταιγίδα, λόγω των ζημιών που είχε υποστεί κατά τη ναυμαχία.

Η ναυμαχία της Λίσσας, με τον τρόπο της, ήταν το ίδιο μη αποφασιστική όσο και η ναυμαχία του Hampton Roads, αλλά επηρέασε σημαντικά τις νέες ιδέες και τακτικές. Για τα επόμενα 30 χρόνια όλα τα Πολεμικά Ναυτικά είχαν έμμονη ιδέα τον εμβολισμό , και υπήρχαν πλοία που ναυπηγούνταν με μόνο στόχο τον εμβολισμό. Οι ειδήμονες της πολεμικής ναυτικής τακτικής ανασχημάτισαν βιαστικά τις ιδέες τους: η γραμμή παραγωγής απορρίφθηκε και ο κατά μέτωπο σχηματισμός φάνηκε ανώτερος, διότι έδειχνε καλύτερος για την τακτική του εμβολισμού.

Κανένας δεν πρόσεξε ότι το «Re DItalia» εμβολίστηκε την ώρα που αποτελούσε έναν ουσιαστικά ακίνητο στόχο και ότι ο αργός ρυθμός των πυρών, τα πυκνά νέφη καπνού και η σχετική δυσκαμψία των μεγάλων πλοίων καθιστούσαν πολύ δύσκολο το να χτυπηθεί οτιδήποτε, είτε με οβίδες, είτε με έμβολα.

Όπως ξέρουμε, ο ναυτικός πόλεμος  μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας το 1894-1895 και πάνω απ’ όλα η ναυμαχία ανοιχτά από την εκβολή του ποταμού Yalu, έδειξε την ανακρίβεια του συμπεράσματος που είχε βιαστικά εξαχθεί από τη ναυμαχία της Λίσσας.

Αντίθετα, το στρατηγικό δίδαγμα αυτής της ναυμαχίας ήταν εμφανές. Ο Persano έπρεπε να είχε καταστρέψει τον Αυστριακό Στόλο προκειμένου να αποκτήσει τον έλεγχο της Αδριατικής, προτού εμπλακεί σε αμφίβια επιχείρηση εναντίον της νήσου Λίσσας. Αντ’ αυτού αναγκάστηκε να σπεύσει σε μια ναυμαχία χωρίς σχέδιο τακτικής και με τις δυνάμεις του διασκορπισμένες και αποδιοργανωμένες.

Η ευθύνη του Αντιναυάρχου Albini, του αρχηγού των ιταλικών ξύλινων πλοίων, ήταν επίσης πολύ σαφής. Δεν πολέμησε καθόλου κατά τη ναυμαχία, παρόλο που είχε καθήκον να συνταχθεί με τα θωρηκτά που δέχονταν επίθεση από τον εχθρό.

Από την αυστριακή πλευρά ο Tegetthoff έδειξε πόσα πολλά μπορούν να επιτευχθούν ακόμη και με μία κατώτερη δύναμη, από έναν επιθετικό ηγέτη, ο οποίος κατανοεί τον σκοπό του και τον επιδιώκει με τα μέσα που έχει στη διάθεσή του.

Μετά τη ναυμαχία της Λίσσας οι ναυτικές επιχειρήσεις του πολέμου ουσιαστικά έπαυσαν και ο Persano, Albini και ο Vacca τελικά αποστρατεύτηκαν. Ο Persano κατηγορήθηκε για ανικανότητα και, ως Γερουσιαστής, δικάστηκε από την Ιταλική Γερουσία. Κρίθηκε ένοχος για ολιγωρία και ανικανότητα τον Απρίλιο του 1867 και στερήθηκε μέχρι και του μισθού του.

Κατά το τέλος του  πολέμου, τον Αύγουστο του 1866, το Ιταλικό Βασίλειο παρόλες τις ήττες του στην ξηρά καθώς και στην θάλασσα, αλλά χάρη στις πρωσσικές νίκες πήρε τη Βενετία από τον Ναπολέοντα Γ’, ο οποίος ενέργησε ως μεσολαβητής. Αλλά μετά τον πόλεμο κυκλοφόρησε ένα ευφυολόγημα σε ανάμνηση της Λίσσας, τα ο οποίο αναφέρεται από καιρού εις καιρόν μέσα στους κύκλους του Ιταλικού Πολεμικού Ναυτικού: «Σιδερένια κεφάλια επικεφαλής ξύλινων πλοίων νίκησαν σιδερένια πλοία με επικεφαλής ξύλινα κεφάλια».
ΠΗΓΗ: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2015/07/20-1866.html
 

Το Περί Αλός προτείνει:
 


Η ναυμαχία της Τσουσίμα (TSUSHIMA). Ο Ρώσο-ιαπωνικός πόλεμος του 1904-1905.

Πιέσατε ΕΔΩ
 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...