ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Σάββατο, 27 Ιουνίου 2015

Στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων κατά τον πόλεμο 1940 -1941


Περί Αλός

Χρήστος Παπασηφάκις
Αρχιπλοίαρχος ΠΝ ε.α.

Το παρόν αποτελεί μαρτυρία -απόσπασμα από το βιβλίο
του Αναστασίου Δημητρακοπούλου «Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος
Οι Πολεμιστές του Ναυτικού θυμούνται…», Τόμος Δ’, έκδοση
Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος, 2011.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση του ΝΜΕ.

 



Ο Χρήστος Παπασηφάκις
ως ναυτικός δόκιμος.
Αρχείο: Χ. Παπασηφάκι

Τις πρώτες μέρες του Οκτωβρίου του 1940 άρχισα τη φοίτησή μου στη δεύτερη τάξη της Σχολής Δοκίμων και στις 26 του μηνός ημέρα Σάββατο, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου, βγήκα για το Σαββατοκύριακο. Την Κυριακή, καθώς οι γονείς μου ήταν στα Χανιά και στην Αθήνα έμενα σ’ ένα θείο μου, επέστρεψα στη Σχολή νωρίτερα από το κανονικό. Εκείνο το βράδυ,  πέσαμε να κοιμηθούμε χωρίς ποτέ να φανταστούμε πόσο η ζωή μας θα άλλαζε σε λίγες μόλις ώρες.

Τα χαράματα της 28ης, πολύ πριν από το κανονικό, ξυπνήσαμε με τους ήχους της σάλπιγγας και τις φωνές του δοκίμου υπηρεσίας που μας καλούσε σε κλήση στο Μεσόδομο του Κεντρικού Κτιρίου. Ξαφνιασμένοι από την ώρα, ντυθήκαμε περάσαμε σε παράταξη, στις θέσεις μας και, πολύ  σύντομα, μπήκε ο Διοικητής μας Πλοίαρχος Γ. Παγκάρας.

Εδώ είναι ανάγκη να ανοίξω μία παρένθεση. Κοντούλης και στρουμπουλός, ο Παγκάρας ήτα πολύ αυστηρός, τυπικός και,  στο άκρον υπηρεσιακός, όταν δε σου απηύθυνε το λόγο σε κοιτούσε με ένα γαλανό, διαπεραστικό βλέμμα που σε πάγωνε. Όταν έκανε επιθεώρηση, ακόμη και η απλή κίνηση των ματιών σου, επέσυρε αυστηρές παρατηρήσεις. Επίσης, ήταν λάτρης της υπερκαθαρεύουσας, την άγνοια της οποίας αγνοούσε συνώνυμο άγνοιας της ελληνικής γλώσσας. Κάποιος συμμαθητής μου τιμωρήθηκε επειδή δεν γνώριζε ότι «πλέται» είναι τα πέττα. Ή, ακόμη, όταν ο δόκιμος συσσιτιάρχης τού παρουσίαζε το δείγμα του συσσιτίου και ο Παγκάρας ρωτούσε «τι διαλαμβάνει το συσίτιον;», η απάντηση έπρεπε να δοθεί στην αρχαϊζουσα.  Ένα επεισόδιο που έμεινε ιστορικό στην τάξη μας, είχε ως πρωταγωνιστή έναν μηχανικό συμμαθητή μας. Εξαίρετο μυαλό, εντατικά μελετηρός και εξαίρετος μαθητής, αδυνατούσε να προφέρει σωστά τα αγγλικά, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες που κατέβαλλε. Μια μέρα, την ώρα των αγγλικών, μπήκε στην τάξη ο Παγκάρας και ο κλήρος της ανάγνωσης του μαθήματος έπεσε στον συγκεκριμένο. Σηκώθηκε κι άρχισε να διαβάζει, προφέροντας τις λέξεις όπως ήταν γραμμένες: «Σομετίμες χι μάντε μάνυ μίστακες». Ο Παγκάρας τον κοίταξε παγερά ενώ εμάς, μας είχε πιάσει ένα τρελλό γέλιο που αδυνατούσαμε να πνίξουμε. Τελικά, ο συμμαθητής μας δικαιολογήθηκε ότι ήταν «απαρασκεύαστος». Αυτό το «μάνυ μίστακες» ακόμη μας κάνει και γελάμε όταν βρισκόμαστε μεταξύ μας. Τότε, ακούγαμε Παγκάρα και τρέμαμε, πράμα δε περίεργο, όταν τον συνάντησα χρόνια αργότερα, είδα έναν γλυκό, προσηνή, ηλικιωμένο κύριο που με ιδιαίτερη συγκίνηση εξεδήλωνε την ικανοποίησή του που διετέλεσε διοικητής μας.

Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι από την πρώτη ημέρα εισόδου μου στη Σχολή και ιδίως από τις πρώτες δύσκολες μέρες ενός πρωτοετούς δοκίμου αισθάνθηκα να εμποτίζομαι από αυτό το ιδιαίτερο πνεύμα συναδελφικότητας, υπηρεσιακής και κοινωνικής συμπεριφοράς και ναυτικής-στρατιωτικής αγωγής που, εκ παραδόσεως, καλλιεργείται κι επικρατεί στο σώμα των Αξιωματικών του Ναυτικού και που τελικώς μας γίνεται βίωμα. Το Εγκόλπιον του Ναυτικού Δοκίμου ήταν το πρώτο βιβλίο που παρελάμβανε κάθε δόκιμος και ήταν ο οδηγός καθηκόντων και συμπεριφοράς για τα πάντα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα του πνεύματος που προανέφερα, είναι ένα συμβάν κατά μία άσκηση πεζικών: Ο λοχαγός του Στρατού Ξηράς που διεύθυνε την άσκηση, όταν αντιλήφθηκε ότι κάποιος σε μια διμοιρία είπε κάτι, διέταξε: «όποιος ωμίλησε να κάνει εν βήμα εμπρός». Προς μεγάλη του έκπληξη, ολόκληρη η διμοιρία, ουδενός εξαιρουμένου, αδίστακτα σαν με παράγγελμα, έκανε ένα βήμα μπροστά.



ΦΩΤΟ: Αρχείο Σ. Παναγιωτόπουλου
Επεξ: Περί Αλός

Επανέρχομαι σε εκείνο το χάραμα  της 28ης Οκτωβρίου. Ο Παγκάρας μας ενημέρωσε για όσα είχαν λάβει χώρα πριν από μερικές ώρες και κατέληξε λέγοντας ότι η χώρα μας βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Εκείνη τη στιγμή τα λόγια του Παγκάρα μας αιφνιδίασαν. Οπωσδήποτε είχαμε μια γενικότερη γνώση για τον πόλεμο που είχε ξεσπάσει τον προηγούμενο χρόνο και για τις ανησυχίες μήπως η χώρα μας δεν απέφευγε την εμπλοκή. Αλλά στη Σχολή δεν είχαμε καμμία πληροφόρηση σχετικά με τα πολιτικο-στρατιωτικά ζητήματα. Γνωρίζαμε επίσης, για τις συνεχείς ιταλικές προκλήσεις και για τον τορπιλλισμό του καταδρομικού Έλλη, για τον οποίο η κυβέρνηση τηρούσε χαμηλούς τόνους, αλλά η κοινή γνώμη βοούσε.

Μάλιστα με τον τορπιλλισμό του Έλλη είχαμε μία αμεσότερη επαφή: Λόγω της διεθνούς καταστάσεως, ο θερινός εκπαιδευτικός πλους του 1940 με το εκπαιδευτικό πλοίο Άρης, περιορίστηκε στο Αιγαίο αντί του εξωτερικού. Το πρωί λοιπόν, εκείνης της ημέρας, 15ης Αυγούστου, είχαμε αποπλεύσει από τη Σκύρο με νότια κατεύθυνση. Στο πλοίο επιβαίναμε όλοι οι ναυτικοί δόκιμοι, εκτός από τους τεταρτοετείς που επέβαιναν σε πλοία του Στόλου, και οι ναυτόπαιδες. Φυσούσε ένα ελαφρύ μελτέμι και ο Άρης ταξίδευε με όλα τα πανιά ανοιγμένα, προς μέγιστη ικανοποίηση του κυβερνήτη του πλοιάρχου Μ. Θεοφανίδη. Ήταν πασίγνωστη η αγάπη του για την ιστιοπλοΐα και η άρνηση χρησιμοποίησης της μηχανής του πλοίου παρά μόνο σε περιπτώσεις μεγάλης ανάγκης. Ύπαρχος ήταν ο πλωτάρχης Ι. Δομεστίνης.

Ο Άρης, ένα μεγάλο, ωραίο, κάτασπρο ιστιοφόρο, κατέβαινε υπερήφανος να περάσει το Στενό του Καφηρέα. Όλο το πλήρωμα, ναυτικοί δόκιμοι και ναυτόπαιδες βρίσκονταν «εις τάξιν χειρισμού», μέσα σε άκρα σιωπή, με τον τηλεβόα να μεταδίδει τις εντολές του κυβερνήτη. Μου έμεινε στη μνήμη ένα συναίσθημα – ίσως και εξαιτίας όλων όσα πολύ σύντομα ακολούθησαν – που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ένα συναίσθημα ακαθόριστο: αυτά που γίνονται εκείνη τη στιγμή στο Άρης, αυτά που ακούγονταν και όσα βλέπαμε, δεν αποτελούσαν παρά την επανάληψη όλων εκείνων που ανέκαθεν συνέβαιναν και θα εξακολουθούσαν πάντα να συμβαίνουν. Ήταν, στα μάτια μου, το αιώνιο ζύμωμα του Έθνους μας με τη θάλασσα και τα καράβια. Έτσι ήταν πάντα και απλώς συνεχιζόταν.

Αίφνης, μετά το μεσημέρι σημάνθηκε «πολεμική έγερσις» και επακολούθησε γενική κινητοποίηση, ενίσχυση φυλακών και οπτήρων, «πτύξις ιστίων», πλους με τη μηχανή, αλλαγή πορείας και, αργότερα, κάλυψη φώτων. Μέχρι τη στιγμή που σημάνθηκε η πολεμική έγερση δεν γνωρίζαμε ότι κατευθυνόμαστε προς την Τήνο, ούτε είχε γίνει οποιαδήποτε προετοιμασία αγήματος ή άλλης συμμετοχής στον εορτασμό της Παναγίας. Λέχθηκε τότε ότι το  Άρης είχε καθοριστεί να συμμετάσχει  στις εορτές της Μεγαλόχαρης αλλά, λόγω της επιμονής του Θεοφανίδη να μη χρησιμοποιεί τη μηχανή, θα καθυστερούσε ο κατάπλους του και αντικαταστάθηκε από το Έλλη.

Τελικά, με την αλλαγή της πορείας, το Άρης κατευθύνθηκε στον Νότιο Ευβοϊκό, διανυκτέρευσε εκεί για λόγους ασφαλείας και την επομένη κατέπλευσε στον Ναύσταθμο Σαλαμίνας. Εκεί αποβιβαστήκαμε και επιστρέψαμε οδικώς στη Σχολή. Εκεί μάθαμε για τον τορπιλισμό του Έλλη.



Από αριστερά οι ναυτικοί δόκιμοι Δ. Ζώτος,
Σ. Κονοφάος, Π. Καρανδρέας και Ι. Κακαβάς.
ΦΩΤΟ: Αρχείο Χ. Παπασηφάκι.

Εκείνο, λοιπόν, το χάραμα, ο Παγκάρας μας μίλησε πολύ ωραία, μεταδίδοντας μας υψηλό φρόνημα. Προσέθεσε ότι θα αναχωρούσε για την πολεμική του θέση, εκείνη του διοικητή του Συγκροτήματος Ναυτικών Οχυρών Σαρωνικού. Σύντομα, ο πρώτος αιφνιδιασμός αντικαταστάθηκε από ενθουσιασμό και με το τέλος του λόγου του διοικητή μας, δεν θυμάμαι να έχω ποτέ φωνάξει δυνατότερα το «Ζήτω η Ελλάς!». Βράχνιασα,  το ίδιο και οι άλλοι δόκιμοι.

Είπε, επίσης, ο Παγκάρας ότι οι μεν τριτοετείς θα ονομάζονταν αμέσως αρχικελευστές [1], οι δε τεταρτοετείς σημαιοφόροι, ενώ οι υπόλοιποι της πρώτης και της δευτέρας τάξης θα αναχωρούσαμε σε άδεια. Πράγματι, δυο-τρεις ημέρες αργότερα, η τρίτη και η τετάρτη τάξη αποφοίτησαν. Οι μεν αρχικελευστές έφυγαν για το Στόλο, οι δε σημαιοφόροι για τις μοίρες ναυτικής αεροπορικής συνεργασίας, δεδομένου ότι είχαν ήδη εκπαιδευθεί ως εναέριοι παρατηρητές.

Μετά από περίπου δέκα μέρες επιστρέψαμε στη Σχολή. Πρόωρα, βρεθήκαμε διοικούσα τάξη και, για να …γευθούμε πληρέστερα την εξουσία μας, οι πρωτοετείς ξαναέφαγαν νίλα. Αρχηγός δοκίμων έγινε ο αρχηγός της δευτέρας μαχίμων Σ. Κονοφάος. Η διοίκηση και το επιτελείο της Σχολής είχε αλλάξει: Διοικητής είχε παραλάβει ο ανακεκλημένος από την εφεδρεία Υποναύαρχος Β. Ζωιόπουλος και υποδιοικητής ο επίσης ανακεκλημένος πλοίαρχος Α. Λεβίδης [2].

Ανακεκλημένοι από την εφεδρεία ήταν και οι επιτηρητές μας, όπως ο υποπλοίαρχος Σ. Μπουντούρης. Όλοι τους ήταν μεγάλης ηλικίας αξιωματικοί, ειδικά δε για τον Ζωιόπουλο, που ήταν της τάξης εισόδου 1898 λέγαμε ότι τον είχαν βγάλει από τον …τάφο και τον αποκαλούσαμε … «ο χωματίλας»!

Αρχίσαμε τα μαθήματα, η δε διδακτέα ύλη ήταν εμφανώς συμπεπτυγμένη, γιατί, όπως έλεγαν,  θα αποφοιτούσαμε νωρίτερα από το κανονικό. Παράλληλα, παρακολουθούσαμε τις νίκες που είχαν αρχίσει στο Αλβανικό Μέτωπο και τη δράση του Ναυτικού μας στη θάλασσα. Θέλαμε να βρεθούμε στα πλοία και αισθανόμασταν ντροπή που μέναμε στα «μετόπισθεν». Μετά τα Χριστούγεννα, στην τάξη μου υπήρξαν και σκέψεις παραιτήσεων και κατάταξης ως ναύτες για να υπηρετήσουμε στα πλοία. Έφθασαν αυτά στα αυτιά της διοίκησης και μία μέρα μας συγκέντρωσε ο Μπουντούρης και μας μίλησε με σωφροσύνη και πειστικότητα. Μας είπε ότι εκείνη τη στιγμή το καθήκον μας ήταν να αφοσιωθούμε στα μαθήματά μας ώστε, όταν θα ερχόταν η ώρα της αποφοίτησής μας, να κατέχουμε τις γνώσεις που θα ήταν απαραίτητες για να είμαστε χρήσιμοι ως αξιωματικοί. Όσο για πολεμική δράση, δεν θα έπρεπε να ανησυχούμε. Θα ερχόταν η σειρά μας – και μάλιστα πολύ άσχημα – γιατί ο πόλεμος θα διαρκούσε αρκετά για να έχουμε κι εμείς μερίδιο σε αυτόν. Πόσο αληθινός βγήκε! Ο ήρεμος, πατρικός τρόπος που μας μίλησε, μας έπεισε και μείναμε απερίσπαστοι στις σπουδές μας. Στις εξόδους μας, οι άνθρωποι του δρόμου, μας έβλεπαν με τη στολή του Ναυτικού και, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς είμαστε, μας περιέβαλαν με αγάπη, εμείς δε παίρναμε ύφος και κάναμε τους… πολεμιστές! Από μέσα μας, όμως, αισθανόμαστε μειωμένοι γιατί αυτό δεν ήταν αλήθεια… Θα ερχόταν, όμως, η σειρά μας…

Πολύ νωρίς η Αθήνα πήρε πολεμική όψη και ζούσε στο ρυθμό της εμπόλεμης κατάστασης. Έβλεπες στους δρόμους κοπέλες και νέες γυναίκες ντυμένες στην άσπρη στολή των εθελοντριών αδελφών νοσοκόμων του Ερυθρού Σταυρού, στρατιωτικές στολές και τραυματίες. Στα σπίτια έπλεκαν ασταμάτητα μάλλινες φανέλες και κάλτσες για τους φαντάρους. Η υπερήφανη, ενθουσιώδης, καθολική και με κάθε τρόπο συμμετοχή της κοινωνίας στον αγώνα, με την πεποίθηση όλων για την τελική νίκη, είχαν δημιουργήσει ένα υπέροχο πνεύμα. Ένα πνεύμα που όποιος το έζησε, ακόμα και σήμερα, μετά από τόσες δεκαετίες, κυριεύεται από μεγάλη συγκίνηση.

Θα αναφέρω μόνο ότι οι οικογένειες αυτών που έπεφταν στο μέτωπο δεν πενθούσαν ούτε δέχονταν συλλυπητήρια. Παρά τον πόνο τους, έδειχναν υπερηφάνεια για την θυσία των νεκρών τους. Ένοιωσα πολύ άσχημα όταν πήγα να συλλυπηθώ την οικογένεια του σημαιοφόρου Γεωργίου Αθανασίου για την απώλειά του στα τέλη Ιανουαρίου του 1941. Όχι μόνο δεν έγιναν δεκτά τα συλλυπητήριά μου αλλά παρατηρήθηκα για το «πως, ναυτικός δόκιμος ων, δεν εγνώριζα ότι οι Έλληνες δεν πενθούν τους υπέρ Πατρίδος πεσόντες νεκρούς των» [3].

Τη θαυμαστή αυτή ομοψυχία χαλύβδωναν οι απανωτές επιτυχίες των ενόπλων δυνάμεων μας και η απελευθέρωση των βορειοηπειρωτικών εδαφών. Η «τραγουδίστρια της νίκης» Σοφία Βέμπο αποθεωνόταν στις παραστάσεις των επιθεωρήσεων και, γενικά, έπνεε ένας αέρας ενθουσιασμού και άκρατου πατριωτισμού.

Αυτός ο αέρας ήταν που έφερε την κρητική V Μεραρχία στο μέτωπο. Η οικογένειά μου είναι από την Κρήτη και έχω ακούσει ότι η κοινωνία της Μεγαλονήσου έφερε βαρέως που στους Κρήτες δεν δινόταν η τιμή να πολεμήσουν υπέρ Πατρίδος. Ο Μεταξάς είχε προβλέψει  τη διατήρηση της μεραρχίας Κρητών στη νήσο ως φρουρά της, αλλά, προ της αγανάκτησης της τοπικής κοινωνίας, συνηγόρηση για  τη μεταφορά της στη ζώνη των επιχειρήσεων. Αργότερα και παρά την ατελή οργάνωση της άμυνας της νήσου, οι Γερμανοί δυσκολεύθηκαν να την καταλάβουν. Αν η μεραρχία είχε παραμείνει, ίσως η Κρήτη να μην καταλαμβανόταν [4].



Ταυτότητα του σημαιοφόρου Χρήστου Παπασηφάκι.
ΦΩΤΟ: Αρχείο Χ. Παπασηφάκι. Επεξ: Περί Αλός

Όπως ήδη ανέφερα, παρακολουθούσαμε τη νικηφόρο εξέλιξη των επιχειρήσεων. Τις όποιες ειδήσεις μαθαίναμε στην έξοδό μας, ενώ δεν είχαμε καμμία επίσημη ενημέρωση από τη Σχολή. Σα να μην γινόταν πόλεμος. Σήμερα, το πράμα φαίνεται περίεργο – αν όχι ανεξήγητο – από τη στιγμή, μάλιστα,  που μόνο καλά νέα υπήρχαν. Να ήταν, άραγε, εντολή του ΓΕΝ ή παράλειψη της διοίκησης της Σχολής; Αμφιβάλλω να ήταν το δεύτερο. Η Σχολή εσιώπησε ακόμη και όταν εισέβαλλε και η Γερμανία, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αγνοούσαμε τη συντριβή της Γιουγκοσλαβίας και την κάθοδο των γερμανικών μεραρχιών προς Νότον.

Μέχρι την 6η Απριλίου 1941 που δεχθήκαμε τη γερμανική επίθεση, θα μπορούσα να πω ότι δεν είχαμε αισθανθεί τη δράση του πολέμου. Εκείνο το απόγευμα, ο Πειραιάς βομβαρδίστηκε αλύπητα από τη γερμανική αεροπορία. Με τη σήμανση του συναγερμού, τρέξαμε στο καταφύγιο που ήταν σκαμμένο κάτω από τον βραχώδη λοφίσκο του θεραπευτηρίου και αισθανόμαστε τη γη να τρέμει από τις εκρήξεις. Μεταξύ των πλοίων που χτυπήθηκαν ήταν κι ένα φορτηγό πλοίο γεμάτο με πυρομαχικά του βρετανικού στρατού – το Κλαν Φράιζερ – που πήρε φωτιά. Οι βρετανικές αρχές δεν είχαν ενημερώσει τις ελληνικές για το επικίνδυνο φορτίο του πλοίου, ώστε αυτό να μην εισέλθει στο λιμάνι. Όταν σημάνθηκε πέρας συναγερμού ήταν νύκτα και πέσαμε να κοιμηθούμε στους θαλάμους μας.

Ξυπνήσαμε μέσα στη νύκτα από μία ισχυρότατη έκρηξη, το ωστικό κύμα της οποίας ξεκάρφωσε τα παράθυρα και τα πέταξε στο εσωτερικό των θαλάμων. Από θαύμα δεν υπήρξαν ούτε καν τραυματισμοί. Πεταχθήκαμε από τα κρεβάτια μας και τρέξαμε κάτω. Ένα μεγάλο  κομμάτι πυρακτωμένης λαμαρίνας είχε πέσει στην οροφή του Κεντρικού Κτιρίου και είχε μεταδώσει τη φωτιά στο πισόχαρτο με το οποίο ήταν σκεπασμένο το υαλοστάσιό της για λόγους κάλυψης φώτων. Η έκρηξη προερχόταν από τα πυρομαχικά του  Κλαν Φράιζερ που, τελικά, είχαν αναφλεγή, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές στο λιμάνι και στα πλοία που ναυλοχούσαν σε αυτό.

Κάτω  από αυτές τις συνθήκες και με τους Γερμανούς να προελαύνουν, η Σχολή δεν μπορούσε να συνεχίσει τη λειτουργία της και το πρωί της 7ης Απριλίου μας έδιωξαν σε επ’ αόριστον άδεια. Και πάλι, μέσα στη παραζάλη των ημερών, καμμία οδηγία δεν μας δόθηκε.

Το σπίτι μου ήταν στην Κρήτη, ωστόσο, η μετάβαση εκεί ήταν πρακτικά αδύνατη εκείνες τις μέρες. Αναγκαστικά, λοιπόν, έμενα στο σπίτι του θείου μου. Εξ άλλου, οι γονείς μου ήταν εγκατεστημένοι στο Μεσολόγγι  όπου ο πατέρας μου ήταν διοικητής του εκεί Κέντρου Επιστράτευσης. Ήταν αξιωματικός του πεζικού και, μετά τον τραυματισμό του στη μάχη του Σκρα, κατά τον Α΄ Παγκόσμιο  Πόλεμο, είχε μεταταγεί στο Σώμα των Στρατολόγων. Θυμάμαι, πάντως, ότι ανεβαίνοντας στην Αθήνα, πέρασα από την πλατεία  του Δημοτικού Θεάτρου του Πειραιά και είδα να έχει εκτιναχθεί εκεί η τσιμινιέρα του Κλαν Φράιζερ.
ΠΗΓΗ: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2015/06/1940-1941.html
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Χρ. Παπασιφάκι και Α. Κ. Δημητρακόπουλου

[1] Βαθμός αντίστοιχος του σημερινού ανθυπασπιστή.

[2] Ο Α. Λεβίδης, με δράση κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τις ναυτικές επιχειρήσεις στη Μεσημβρινή Ρωσία, υπήρξε μια από τις ηρωϊκές μορφές του Ναυτικού. Στη διάρκεια της Κατοχής, ίδρυσε και διηύθυνε την αντιστασιακή οργάνωση «Μαλέας» που είχε ως αποστολή τη συλλογή πληροφοριών, τη διενέργεια δολιοφθοριών και τη διαφυγή προσωπικού στη Μέση Ανατολή. Αρχές του 1943 διέφυγε στη Μ. Ανατολή και τοποθετήθηκε στην Υπηρεσία Πληροφοριών Καϊρου, στη συνέχεια δε, από τις αρχές Μαΐου του 1943, διατέλεσε προϊστάμενος της Υπηρεσίας Πληροφοριών Σμύρνης. Τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, μετέχοντας σε διασυμμαχική επιτροπή για την απελευθέρωση νήσων του Ανατολικού Αιγαίου και της Δωδεκανήσου, συνελήφθη από το πλήρωμα της ιταλικής τορπιλακάτου η οποία τη μετέφερε, παραδόθηκε στις γερμανικές αρχές της Σύρου και εγκλείστηκε σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Γερμανία, όπου παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωσή του από τα αμερικανικά στρατεύματα τον Σεπτέμβριο του 1945, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα. Στις 24/8/1945, τιμήθηκε με το Χρυσούν Αριστείο Ανδρείας, για: ηρωϊκήν μέχρι αυτοθυσίας απόδοσιν επί του πεδίου της μάχης προς απελευθέρωσιν των ελληνικών νήσων, τον Σεπτέμβριον 1943 κατά την συνθηκολόγησιν της Ιταλίας. Παράλληλα, του απονεμήθηκε και το παράσημο του Ταξιάρχη του Τάγματος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας (Order of the British Empire).

[3] Ο Γεώργιος Αθανασίου ήταν γιός του Ναυάρχου ε.α. Νικολάου Αθανασίου και αδελφός των Αθανασίου και Ιωάννου Αθανασίου, επίσης αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Ενώ το αντιτορπιλλικό Θύελλα, στο οποίο υπηρετούσε, συνόδευε το επιβατηγό Αλμπέρτα από τον Πειραιά στη Μήλο με σφοδρή θαλασσοταραχή, γλίστρησε τις νυχτερινές ώρες της 27ης Ιανουαρίου 1941, έπεσε στη θάλασσα και απωλέσθηκε, παρά την εκτεταμένη, διαρκείας  έρευνα που ακολούθησε. Ανήκε στη «διοικούσα» τάξη όταν εγώ (ο Χρ. Παπασιφάκις) εισήλθα στη Σχολή κι έχαιρε μεγάλης εκτιμήσεως και αγάπης μεταξύ των τότε δοκίμων. Για την απώλεια του Αθανασίου έγραψε ο Ακαδημαϊκός Σ. Μελάς στο κεφάλαιο Ο Κύριος Άθλος του βιβλίου του Φλογισμένα Πέλαγα. Η Θαλασσινή Εποποιία 1940-1941. Στη περιγραφή αυτή υπάρχουν μερικές χωρίς ιδιαίτερη ουσία ανακρίβειες, ενώ τα  πραγματικά γεγονότα αναφέρονται στην αφήγηση του Κ. Τσάλλη στο παρόν βιβλίο του Δημητρακόπουλου. Στις 16/9/1946 τιμήθηκε με το Μετάλλιο Εξαιρέτων Πράξεων επειδή: υπηρετών εις το Ναυτικόν κατά τον λήξαντα πόλεμον, απωλέσθη εν διατεταγμένη υπηρεσία διατελών.

[4] Η Μεραρχία Κρήτης μεταφέρθηκε το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου του 1940 (βλ. Φωκά, τομ. Α΄, σελ. 138- 141).

 

Το Περί Αλός προτείνει:

Διαβάστε για τα Ελληνικά Υποβρύχια του 1940:

«Γηραιοί Θηρευτές. Πολεμώντας τον εχθρό με
απαρχαιωμένο υλικό».

Πιέσατε ΕΔΩ

 

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2015

ΙΤΑΛΙΚΑ Υ/Β ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ Π.Ν. Β' ΜΕΡΟΣ


Ιταλικά υποβρύχια στην υπηρεσία
του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού

Β΄ΜΕΡΟΣ

Περί Αλός
Του Αριστομένη Μπιλάλη
Ερευνητή Ναυτικής Ιστορίας

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική
Επιθεώρηση», τεύχος 589, σελ. 74,
ΙΟΥΝ – ΑΥΓ 2014. Αναδημοσίευση στο
Περί Αλός με την έγκριση της « ΝΕ» και
του συγγραφέως Αριστομένη Μπιλάλη.

 
…συνέχεια από το Α’ΜΕΡΟΣ




Ο Ανθυποπλοίαρχος Αλέξανδρος Λούης
 στο περισκόπιο του Υ/Β «ΜΑΤΡΩΖΟΣ».
Διατέλεσε κυβερνήτης του υποβρυχίου
το διάστημα Απρίλιος – Ιούνιος 1945
(αρχείο Χ. Λούη).
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση.

«Balilla»: Το άγνωστο υποβρύχιο
του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού

Η κατασκευή του υποβρυχίου «BALILLA» ξεκίνησε στις 12 Ιανουαρίου 1925 στα ναυπηγεία Odero-Terni στη La Spezia, καθελκύσθηκε στις 20 Φεβρουαρίου 1927, ολοκληρώθηκε στις 21 Ιουλίου 1928 και παραδόθηκε στο ιταλικό Π.Ν. Ήταν το πρώτο σκάφος της ομώνυμης κλάσης που αποτελείτο από τέσσερα υποβρύχια, τα πρώτα που παρέλαβε το ιταλικό ΠΝ μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα διπλού τοιχώματος σκάφη είχαν εκτόπισμα 1.427 τόνων (1.874 σε κατάδυση), μήκος 86,75 μέτρα και πλάτος 7,8 και χαρακτηρίστηκαν ως oceanici, δηλαδή ωκεανοπόρα. Είχαν κατασκευαστεί για να εκτελούν αποστολές μεγάλων αποστάσεων και αποδείχτηκαν καλοτάξιδα, με καλές συνθήκες ενδιαίτησης για τα 77 μέλη του πληρώματος τους, αλλά αργά στην κατάδυση και στους χειρισμούς. Το καθένα τους ήταν εξοπλισμένο με έξι τορπιλοσωλήνες (4 πρωραίους και 2 πρυμναίους) των 21 ιντσών και ένα πυροβόλο των 4,7 ιντσών τοποθετημένο στο κατάστρωμα μπροστά από τον πυργίσκο. Στην επιφάνεια μπορούσε να κινηθεί με ταχύτητα 17 μιλίων, ενώ σε κατάδυση η μέγιστη ταχύτητα έφτανε τα 9 μίλια. Μπορούσε δε να καταδυθεί μέχρι βάθους 100 μέτρων.

Το «BALILLA» επιλέχθηκε για να συμμετάσχει σε ταξίδια επίδειξης της ιταλικής σημαίας εκτός της Μεσογείου κατά τα οποία τα πληρώματα τους κερδίσανε πολύτιμες εμπειρίες ωκεανοπλοΐας. Συγκεκριμένα το 1930 το «BALILLA» και το αδελφό του ANTONIO SCIESA ταξίδεψαν μέχρι την Αμβέρσα. Τον Μάρτιο του 1933 μαζί με το αδελφό του «MILLELIRE» και δυο κανονιοφόρους στάλθηκαν στο μέσο του Ατλαντικού προκειμένου να υποστηρίξουν την υπερατλαντική πτήση που πραγματοποίησαν τα υδροπλάνα του Στρατηγού Italo Balbo. Τα υποβρύχια πρόσφεραν μετεωρολογικά στοιχεία, χρησίμευσαν ως πομποί σήματος για να κατευθύνουν τα αεροσκάφη στην σωστή πορεία και θα πρόσφεραν άμεση βοήθεια σε περίπτωση κάποιου ατυχήματος. Παράλληλα το γεγονός αποτέλεσε μια ευκαιρία για να πραγματοποιήσουν τα δυο σκάφη δοκιμές των συστημάτων τους και σειρά ασκήσεων. Το Φεβρουάριο του 1937, στα πλαίσια της ιταλικής εμπλοκής στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο, το «BALILLA» πραγματοποίησε μια περιπολία στην περιοχή Almeria - Malaga, αλλά ήδη το σκάφος είχε αρχίσει να παρουσιάζει προβλήματα που μειώνανε την πολεμική του ετοιμότητα. Κατά τη
διάρκεια ασκήσεων στα ανοιχτά της Pola στις 16 Μαρτίου 1940 υπέστη ζημιές όταν συγκρούστηκε με το ιταλικό φορτηγό ατμόπλοιο «ALBACHIARA».

Η ιταλική κήρυξη πολέμου προς τη Βρετανία και τη Γαλλία, τoν Ιούνιο του 1940, βρήκε το «BALILLA» να έχει τη βάση του στο Πρίντεζι και ακολούθως πήρε μέρος σε τρείς αποστολές χωρίς σημαντικά επιτεύγματα. Η πρώτη το έφερε στις 12 Ιουνίου 1940 στα νότια της Κέρκυρας όπου όμως έγινε αντιληπτό από αεροσκάφος που του επιτέθηκε και του προκάλεσε ζημιές υποχρεώνοντας το
επιστρέψει στη βάση του. Επειδή για την επίθεση αυτή δεν υπάρχει καμία αναφορά από ελληνικής ή βρετανικής πλευράς, είναι πολύ πιθανό η επίθεση να έγινε από ιταλικό αεροσκάφος που εκτίμησε ότι επρόκειτο για εχθρικό υποβρύχιο. Ένα μήνα αργότερα το «BALILLA» αναχώρησε από το Πρίντεζι για μια επιθετική περιπολία μεταξύ Αλεξάνδρειας και Ακρωτηρίου Κριού αλλά η αδιαθεσία του κυβερνήτη του διέκοψε την αποστολή.

Στις 10 Αυγούστου το υποβρύχιο έπλευσε στα νότια της Κρήτης, χωρίς όμως να εντοπίσει κάποιο στόχο μέχρι που επέστρεψε στη βάση του στις 16 Αυγούστου.
Καθώς το «BALILLA» και το αδελφό του «MILLELIRE» παρουσίαζαν πλέον σημάδια κόπωσης, στάλθηκαν στην ιταλική ναυτική βάση της Pola για να χρησιμεύσουν ως εκπαιδευτικά. Τελικά το «BALILLA» παροπλίστηκε στις 28
Απριλίου 1941 και μετετράπηκε σε δεξαμενή πετρελαίου λαμβάνοντας το διακριτικό G.R.247.



Σχέδιο του G.R.247, πρώην Υ/Β «BALILLA» (U.S.M.M.).
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση.

Την ίδια μετασκευή υπέστη ταυτόχρονα και το «MILLELIRE» που έλαβε το διακριτικό G.R.248 (G.R. = Galleggiante Rifornimento, δηλαδή πετρελαιοφορτηγίδα λιμένος). Από τα σκάφη αφαιρέθηκαν ο πυργίσκος, οι κύριες και οι βοηθητικές μηχανές, οι προπέλες, ο οπλισμός και οτιδήποτε περιττό για τη νέα τους χρήση, μέχρι που απέμεινε ένα κούφιο κέλυφος. Το κύτος κατόπιν χωρίστηκε σε υδατοστεγή διαμερίσματα για να λειτουργήσουν ως δεξαμενές και η πλώρη διαμορφώθηκε με τρόπο που να επιτρέπει τη ρυμούλκηση του με ταχύτητα ως 18 μιλίων. Έτσι το υποβρύχιο μετετράπηκε σε μια φορτηγίδα μεταφορικής ικανότητας 1.030 τόνων υγρών καυσίμων.
Οι εργασίες στο «BALILLA» ολοκληρώθηκαν στις αρχές Μαΐου 1942 και κατόπιν πραγματοποιήθηκαν δοκιμές ρυμούλκησης του σκάφους.

Τον επόμενο μήνα μεταφέρθηκε στο Πρίντεζι, αλλά ενώ ο αρχικός σκοπός ήταν να καταλήξει στη Μεσσήνη της Σικελίας, αποφασίστηκε να ρυμουλκηθεί στη Βεγγάζη της Λιβύης. Η νικηφόρα πορεία των δυνάμεων του Άξονα στην βόρεια Αφρική είχε δημιουργήσει αυξημένες ανάγκες εφοδιασμού των δυνάμεων τους. Το σκάφος προσέγγισε διαδοχικά σε Κεφαλονιά, Πειραιά και Σούδα για να φθάσει στη Βεγγάζη στις 10 Αυγούστου 1942. Το φθινόπωρο του 1942 ξεκίνησε η συμμαχική προέλαση προς τα δυτικά και το G.R.247 μεταφέρθηκε κατόπιν στον Πειραιά.

Τον Απρίλιο του 1943 πραγματοποίησε ένα ταξίδι στη Σούδα. Την Πρωτομαγιά το πρώην «BALILLA» αναχώρησε ρυμουλκούμενο από τον Πειραιά για τη Χαλκίδα όπου έφθασε την επομένη. Σκοπός της μετακίνησης του έμφορτου με πετρέλαιο σκάφους ήταν η υποστήριξη του ιταλικού αντιτορπιλικού «TURBINE» το οποίο συμμετείχε σε μεγάλης κλίμακας επιχείρηση εναντίον των ανταρτών που δρούσαν στην περιοχή. Μετά από αυτή την αποστολή το πρώην υποβρύχιο θα μεταφερόταν στο Βόλο, ωστόσο φαίνεται ότι παρέμεινε στη Χαλκίδα. Αν και τα μετέπειτα χνάρια του σκάφους χάνονται, μπορούμε να υποθέσουμε με ασφάλεια ότι μετά την ιταλική συνθηκολόγηση το Σεπτέμβριο του 1943 περιήλθε στον έλεγχο των Γερμανών και ότι με την αποχώρηση τους τον Οκτώβριο του 1944 οι ίδιοι βυθίσαν το σκάφος για να εμποδίσουν την πρόσβαση στο λιμάνι.

Με την απελευθέρωση της περιοχής το ναυάγιο αποτέλεσε ελληνική λεία πολέμου. Ο Ναυτικός Διοικητής Χαλκίδος αναφέρει στην έκθεση κατάσχεσης του ότι το σκάφος διέθετε πριν τη βύθιση του πλήρωμα έξι ανδρών και ότι έφερε ένα πολυβόλο. Μιας και προηγουμένως βρισκόταν στο έλεγχο των αρχών κατοχής και χρησίμευε για στρατιωτικούς σκοπούς, κρίθηκε ότι αποτελούσε
δικαιώματι πολέμου (jure belli) λεία πολέμου χωρίς να χρειάζεται να αποφασίσει για την τύχη του το δικαστήριο λειών πολέμου.



Μεταπολεμική φωτογραφία του πρώην αδελφού
Υ/Β «MILLELIRA». Ως G.R.248 βυθίστηκε στο Παλέρμο
αλλά μεταπολεμικά ανελκύστηκε και πουλήθηκε στην
εταιρία Pirelli για την οποία χρησίμευσε ως πλωτή
δεξαμενή ελαστικού. Διαλύθηκε το 1977.
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση.

Το ναυάγιο ανελκύστηκε από συνεργείο του Οργανισμού Ανελκύσεως Ναυαγίων και παραχωρήθηκε στο  Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Σε έκθεση του Ο.Α.Ν. αναφέρει σχετικά «παραχωρήθησαν εις το Βασιλικόν Ναυτικόν … εν υποβρύχιον ανελκυσθέν εις Χαλκίδα και χρησιμοποιούμενον ήδη ως πλωτή δεξαμενή πετρελαίου». Το υποβρύχιο συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο των ανελκυσθέντων ναυαγίων που συνέταξε περί το 1950 ο Αντιπλοίαρχος Ιωάννης Μελισσηνός [5], ο οποίος σημειώνει ότι το ναυάγιο βρισκόταν στη βόρεια πλευρά του Ευβοϊκού και ότι διαλύθηκε για παλιοσίδερα. Η έως τώρα έρευνα δεν απέδωσε κάποιο στοιχείο για το αν το πρώην «BALILLA» χρησιμοποιήθηκε ως δεξαμενή ελαίων και από το Ελληνικό ΠΝ. Όσο για το  Ιταλικό ΠΝ, έχοντας χάσει τα ίχνη του σκάφους μετά το 1943, το διέγραψε από τη δύναμη του στις 18 Οκτωβρίου 1946. Όμως το 1946 το «BALILLA» απασχόλησε το Ελληνικό ΠΝ και την κοινή γνώμη καθώς δημοσιεύτηκε ότι ένας πρώην μηχανικός του παραδέχτηκε πως αυτό ήταν το ιταλικό υποβρύχιο που είχε τορπιλίσει το καταδρομικό «ΕΛΛΗ» στην Τήνο. Σύντομα έγινε γνωστό ότι το υποβρύχιο που είχε διαπράξει τον άνανδρο τορπιλισμό ήταν το «DELFINO» και έτσι το «BALILLA» επέστρεψε και πάλι στη λήθη του χρόνου. Κάθε περαιτέρω στοιχείο για την μεταπολεμική χρήση του πρώην «BALILLA» είναι ευπρόσδεκτο και μπορεί να σταλεί στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο historicwrecks@gmail.com

 

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ: Ευχαριστώ τους ερευνητές Francesco De Domenico, Marco Ghigh;ino και Platon Alexiades που συνεισέφεραν στην ιστορική έρευνα.
Άρης Μπιλάλης


 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 [5] Στο βιβλίο του «Το Ναυτικό στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο - Η συνολική προσφορά της Ελληνικής Εμπορικής Ναυτιλίας (Ιστιοφόρου και Ατμοπλόου) 1940-1945»

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Γραμμένος Αλέξανδρος, Το υποβρύχιο Ματρώζος εν δράσει κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, περιοδικό Θαλασσινοί Απόηχοι, τεύχος 70, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2005.

Δημητρακόπουλος Αναστάσιος, Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος – Οι πολεμιστές του Ναυτικού θυμούνται…, Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, Πειραιάς, 2011.

Μαδωνής Αλέξανδρος - Μαστρογεωργίου Γεώργιος, Ελληνικά Υποβρύχια 1885-2010, Κλειδάριθμος, Αθήνα 2010.

Μανωλάς Σταμάτης, Περί των δικαστηρίων Λειών Πολέμου, περιοδικό «Ναυτική Ελλάς», 1955

Μασούρας Τιμόθεος - Κατωπόδης Θωμάς, Τα Ελληνικά Υποβρύχια, Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος, Πειραιάς, 2010.

Φωκάς Δημήτριος, Έκθεση επί της δράσεως του Β. Ναυτικού κατά τον πόλεμο 1940-44, Ιστορική Υπηρεσία Β.Ν., Αθήνα, 1953.

Brescia Maurizio, Mussolini’s Navy: A Reference Guide to the Regia Marina 1930-1945, Seaforth Publishing, 2012

Cecon Mario, L’ odissea del Perla, Rivista Italiana Difesta no.6, Ιούνιος 1988.

Fenoglio Carlo, Επιχείρηση «Μαργαριτάρι», περιοδικό Ιστορία, τεύχος 115, Ιανουάριος 1970.

Slavick Joseph P., The Cruise of the German Raider Atlantis, Naval Institute Press, Αnnapolis, 2003

Αρχείο Ιστορικής Υπηρεσίας Ναυτικού

Ufficio Storico della Marina Militare

 

Το Περί Αλός προτείνει:
 


ΛΕΙΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ
Πιέσατε ΕΔΩ
«Γηραιοί Θηρευτές. Πολεμώντας τον εχθρό με απαρχαιωμένο υλικό" Πιέσατε ΕΔΩ
 
 

Τρίτη, 9 Ιουνίου 2015

Ιταλικά υποβρύχια στην υπηρεσία του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού

Α΄ΜΕΡΟΣ

Περί Αλός

Του Αριστομένη Μπιλάλη
Ερευνητή Ναυτικής Ιστορίας

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική
Επιθεώρηση», τεύχος 589, σελ. 74,
ΙΟΥΝ – ΑΥΓ 2014. Αναδημοσίευση στο
Περί Αλός με την έγκριση της « ΝΕ» και
του συγγραφέως Αριστομένη Μπιλάλη.




Το Υ/Β «PERLA» κατά την άφιξή του στο Μπορντό.
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση

Το μοναδικό ιταλικής προέλευσης υποβρύχιο που υπηρέτησε στις τάξεις του ελληνικού ΠΝ ήταν το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ». Ωστόσο και το ιταλικό υποβρύχιο «BALILLA» περιήλθε έστω και πρόσκαιρα στο ναυτικό μας, έχοντας ήδη υποβιβαστεί σε ένα βοηθητικό ρόλο.

Υποβρύχιο-7 «ΜΑΤΡΩΖΟΣ»

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1930 έως το 1942 το Ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό παρέλαβε 59 υποβρύχια παράκτιων πλοών της κλάσης 600. Τα υποβρύχια αυτά είχαν ναυπηγηθεί με γνώμονα τους περιορισμούς που έθεταν οι τότε ισχύουσες συνθήκες της Ουάσιγκτον και του Λονδίνου που όριζαν ότι το μέγιστο εν πλω εκτόπισμα των παράκτιων υποβρυχίων δεν έπρεπε να ξεπερνά τους 600 τόνους. Τα σκάφη της κλάσης 600 χωρίστηκαν σε πέντε υποομάδες και η καθεμία από αυτές έφερε το όνομα του πρώτου σκάφους της που ναυπηγήθηκε.

Στις 31 Αυγούστου 1935 τοποθετήθηκε στις εσχάρες των Cantieri Riuniti de lAnreitico στο Monfalcone η τρόπιδα του πρώτου υποβρυχίου της τρίτης υποομάδας της κλάσης 600, η οποία υποομάδα θα αριθμούσε δέκα σκάφη. Το σκάφος καθελκύσθηκε στις 3 Μαΐου 1936 λαμβάνοντας το όνομα PERLA (Μαργαριτάρι).

Το «PERLA» εντάχθηκε στο  Ιταλικό Πολεμικό Ναυτικό στις 8 Ιουλίου 1936 και σύντομα απέπλευσε για ένα εκπαιδευτικό ταξίδι στην ανατολική Μεσόγειο. Το 1938 το «PERLA» στάλθηκε στη βάση της Μασάουα της τότε ιταλικής Ερυθραίας και από το Δεκέμβριο έως τον Ιανουάριο του 1939 πραγματοποίησε μια περιπολία στα ανοιχτά της επίσης ιταλικής Σομαλίας. Την άνοιξη του ίδιου έτους πραγματοποίησε ένα ταξίδι στον Ινδικό Ωκεανό μαζί με το αδελφό του «GEMMA» προκειμένου να διαπιστώσουν τη συμπεριφορά των σκαφών κατά την περίοδο των μουσώνων.



Το Υ/Β «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» κατά τη διάλυσή του. Τα
χαρακτηριστικά σημάδια στο κύτος του μαρτυρούν ότι
πριν οδηγηθεί στο διαλυτήριο είχε παραμείνει για ένα
διάστημα ημιβυθισμένο - ίσως λόγω διαρροών στο
αγκυροβόλιο παροπλισμού του.
(Φωτογραφία Κ. Μεγαλοκονόμου/συλλογή Α. Μπιλάλη).

Τα αποτελέσματα ήταν απογοητευτικά καθώς τα δυο σκάφη δεν μπορούσαν να δράσουν στην επιφάνεια ενώ έγινε αντιληπτός ο κίνδυνος διαρροής χλωρομεθανίου ενός άχρωμου και άοσμου τοξικού αερίου που χρησίμευε ως ψυκτικός παράγοντας στο σύστημα κλιματισμού του υποβρυχίου και η εισπνοή του οποίου προκαλεί τοξικές επιδράσεις στο νευρικό σύστημα.

Κατά την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το PERLA προετοιμαζόταν στη Μασάουα για να διεξάγει επιχειρήσεις στην Ερυθρά Θάλασσα. Στις 19 Ιουλίου 1940 το «PERLA» αναχώρησε από τη ναυτική βάση της Ερυθραίας για μια περιπολία στο κόλπο της Tadjoura. Από την επομένη παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα στον εξαερισμό του υποβρυχίου με αποτέλεσμα να ανεβαίνει η θερμοκρασία στο εσωτερικό του συνεχώς και ανεξέλεγκτα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν παρουσιάστηκε διαρροή δηλητηριώδους χλωρομεθανίου. Ο κυβερνήτης του συνέχισε προς την περιοχή της περιπολίας αλλά σύντομα είχε να αντιμετωπίσει τις ψυχολογικές μεταπτώσεις μεγάλου μέρους του πληρώματος. Η θερμοκρασία έφτασε στο εσωτερικό του σκάφους τους 68ο βαθμούς κελσίου προκαλώντας στο πλήρωμα παραισθήσεις και απρόβλεπτες συμπεριφορές σε σημείο που χρειάστηκε να δέσουν ορισμένους καθώς βρίσκονταν σε ντελίριο. Τελικά το σκάφος έλαβε διαταγή να επιστρέψει στη βάση του αλλά κατά τον πλου δέχτηκε την επίθεση της βρετανικής κανονιοφόρου «SHOREHAM». Αφού διέφυγε από τις βόμβες βυθού το «PERLA» αναδύθηκε αλλά κατόπιν προσάραξε σε αβαθή ενός κοραλλιογενούς υφάλου στη Dancalia. Εκεί το ακινητοποιημένο υποβρύχιο έγινε στόχος του βρετανικού αντιτορπιλικού «KINGSTON». Το πλήρωμα προσπάθησε να το αντιμετωπίσει κάνοντας χρήση του πυροβόλου αλλά αυτό μετά τη δεύτερη βολή παρουσίασε εμπλοκή. Μη έχοντας άλλη δυνατότητα άμυνας ο κυβερνήτης διέταξε την εγκατάλειψη του σκάφους ενώ ο ίδιος παρέμεινε μαζί με δυο ναύτες που αρνήθηκαν να τον αφήσουν μόνο του στο σκάφος. Ο ένας από αυτούς σκοτώθηκε από τα συνεχιζόμενα βρετανικά πυρά. Στη βοήθεια του προσαραγμένου σκάφους έσπευσαν ιταλικά αεροσκάφη που ανάγκασαν το βρετανικό αντιτορπιλικό να υποχωρήσει. Κατόπιν έφθασαν ιταλικά πολεμικά που κατάφεραν να αποκολλήσουν το υποβρύχιο και να το ρυμουλκήσουν στη Μασάουα. Άλλα 14 μέλη από το πλήρωμα του «PERLA» έχασαν τη ζωή τους εξαιτίας της δηλητηρίασης, μερικοί κατά την προσπάθεια τους να εγκαταλείψουν το προσαραγμένο υποβρύχιο.



Γράφημα με την πορεία των τεσσάρων ιταλικών
υποβρυχίων. Με διακεκομμένη γραμμή απεικονίζεται η
πορεία του Υ/Β «PERLA». ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση

Το υποβρύχιο υπέστη τις απαραίτητες επισκευές με νέο κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Bruno Napp. Η έκβαση των στρατιωτικών επιχειρήσεων στην ανατολική Αφρική είχε πάρει πλέον άσχημη τροπή για τις ιταλικές δυνάμεις. Ήταν σαφές ότι τα ιταλικά πολεμικά σκάφη που παραμέναν στην Ερυθρά θα βρίσκονταν σύντομα αντιμέτωπα με τις συμμαχικές δυνάμεις. Έτσι αποφασίστηκε να επιχειρηθεί η διαφυγή των υποβρυχίων προς το ναύσταθμο του Μπορντό στην κατεχόμενη Γαλλία κάνοντας τον περίπλου της Αφρικής. Πρώτο αναχώρησε στις 05.30’ την 1η Μαΐου το «PERLA». Για το μικρό σκάφος που δεν είχε σχεδιαστεί για ωκεάνιους πλόες το εγχείρημα είχε επιπλέον δυσκολίες. Η χωρητικότητα των δεξαμενών πετρελαίου και νερού απαιτούσαν να γίνουν δυο ανεφοδιασμοί εν πλω, οι οποίοι εναποτέθηκαν σε γερμανικά πλοία που διέφευγαν του συμμαχικού αποκλεισμού. Τις επόμενες ημέρες αναχώρησαν για τον ίδιο προορισμό τα ωκεανοπόρα υποβρύχια «ARCHIMEDE», «GALILEI», «FERRARIS», και «GUGLIELMOTTI», τα οποία χάρι στις δυνατότητες τους μπορούσαν να ολοκληρώσουν το ταξίδι κάνοντας ένα μόνο ανεφοδιασμό. Η διαταγή που έλαβαν οι κυβερνήτες των υποβρυχίων ήταν να αποφύγουν οποιαδήποτε επίθεση κατά τον πλου τους.

Όμως αμέσως μετά τον απόπλου το «PERLA» εντοπίστηκε τρεις φορές από βρετανικά αεροσκάφη και υποχρεώθηκε να καταδυθεί για να αποφύγει τις επιθέσεις τους. Τελικά ο Napp αποφάσισε να παραμείνει σε βάθος 40 μέτρων μέχρι που η κάλυψη της νύχτας θα επέτρεπε τη διαφυγή του προς νότο. Οι πρώτες τέσσερις ημέρες βρήκαν το υποβρύχιο να εναλλάσσεται μεταξύ καταδύσεων και πλου επιφανείας και μόνο μετά την έξοδο του από τον κόλπο του Άντεν μπόρεσε να πλεύσει με σχετική ασφάλεια στην επιφάνεια. Το PERLA
ακολούθησε διαφορετική πορεία από τα υπόλοιπα διαφεύγοντα ιταλικά υποβρύχια προκειμένου να ανεφοδιαστεί μια επιπλέον φορά. Έτσι έπλευσε
ανατολικά της Μαδαγασκάρης με αποτέλεσμα να εκτεθεί επί σειρά ημερών σε εξαιρετικά δυσμενείς καιρικές συνθήκες με κύματα που έφταναν τα 7 με 8 μέτρα.

Το «PERLA» έφτασε στις 25 Μαρτίου στο προκαθορισμένο σημείο ανεφοδιασμού του, περί τα 200 μίλια νότια της Μαδαγασκάρης, αλλά δεν βρήκε ίχνος του σκάφους ανεφοδιασμού. Αυτό που δεν γνώριζε ο Napp ήταν ότι είχε καταπλεύσει σε μια περιοχή 120 μίλια πιο μακριά από την προκαθορισμένη, εξαιτίας λάθος στοιχείων που του είχαν δοθεί από την ιταλική διοίκηση. Το υποβρύχιο παρέμεινε επί τρεις ημέρες στριφογυρίζοντας στην περιοχή μέχρι που τα επίπεδα καυσίμου και νερού έφτασαν σε κρίσιμα χαμηλά επίπεδα.

Έτσι αναγκάστηκε να εκπέμψει σε ανοιχτή συχνότητα προκειμένου να έρθει σε επαφή με το σκάφος ανεφοδιασμού. Αυτό πραγματικά έλαβε το σήμα και έσπευσε προς το ιταλικό υποβρύχιο. Το γερμανικό πλοίο δεν ήταν άλλο από το περίφημο «πειρατικό» «ATLANTIS» που είχε σπείρει τον όλεθρο στις συμμαχικές μεταφορές. Προσέγγισε το ιταλικό σκάφος, φέροντας το παραπλανητικό όνομα ΤΑΜΕΣΗΣ, στις 18.00’ της 28ης Μαρτίου και ο Γερμανός κυβερνήτης Bernhardt Rogge έμεινε έκπληκτος από αυτό που συνάντησε.

Ο μόνος χάρτης πλοήγησης ήταν πρόχειρα σχεδιασμένος σε ένα πίνακα στον μπουλμέ, ενώ το πλήρωμα του έδωσε την εντύπωση ότι ήταν απογοητευμένο και χωρίς μαχητικό πνεύμα. Τα δυο σκάφη προσδέθηκαν τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας και οι μάνικες ανεφοδιασμού πετρελαίου και νερού κατέβηκαν στο υποβρύχιο ενώ παράλληλα ανεφοδιάστηκε με τροφές, τσιγάρα, τους απαραίτητους χάρτες και άλλα εφόδια.

Στις 14.00’ η επιχείρηση είχε ολοκληρωθεί και ο Rogge πρότεινε στον Napp να δράσουν από κοινού με το υποβρύχιο να προσεγγίζει τις παράκτιες περιοχές της Νότιας Αφρικής ενώ το «ATLANTIS» θα κατέστρεφε τα σκάφη που θα παρέπλεαν στα πιο ανοιχτά. Ωστόσο ο Napp είχε λάβει σαφείς διαταγές για αποφυγή επιθετικής δράσης και έτσι το «PERLA» έβαλε ρότα προς το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδος. Ταξίδεψε σε αρκετή απόσταση από τις νοτιοαφρικανικές ακτές για να αποφύγει τυχόν συμμαχικά πλοία και παρόλα αυτά καταδύθηκε δυο φορές όταν συνάντησαν παραπλέοντα πλοία. Το «PERLA» συνέχισε τον πλου του στον Ατλαντικό και προς το δεύτερο προκαθορισμένο σημείο ανεφοδιασμού. Όταν έφτασε σε αυτό, στις 20 Απριλίου, και πάλι δεν εντόπισε το σκάφος ανεφοδιασμού και έτσι παρέμεινε για δυο ημέρες άπραγο μέχρι που κατέφυγε σε ραδιοεκπομπές.

Το γερμανικό πλοίο που ανταποκρίθηκε ήταν το πετρελαιοφόρο «NORTHMARK» το οποίο και κατέπλευσε στις 16.50 στις 22 Απριλίου και έδωσε στο PERLA νέες συντεταγμένες όπου θα γινόταν ο ανεφοδιασμός. Πραγματικά την αυγή της επόμενης ημέρας τα δυο σκάφη συναντήθηκαν και ο ανεφοδιασμός έγινε σε διάρκεια οχτώ ωρών. Κατόπιν το «PERLA» πήρε βόρεια κατεύθυνση πλέοντας σε καλές καιρικές συνθήκες. Στις 7 Μαΐου και ενώ το σκάφος έπλεε δυτικά των Κανάριων Νήσων παρουσιάστηκαν προβλήματα στους κινητήρες. Χρειάστηκαν τρείς ημέρες προσπαθειών των μηχανικών για να επαναλειτουργήσουν φυσιολογικά οι δυο κινητήρες. Επιτέλους, το πρωινό της 20ης Μαΐου το «PERLA» έφτασε τις εκβολές του ποταμού Gironde που οδηγεί στο Μπορντό.

Καλυπτόμενο πλέον από τις γερμανικές δυνάμεις το υποβρύχιο έδεσε στις 14.45’ στον κατεχόμενο ναύσταθμο τερματίζοντας ένα ταξίδι που διήρκησε 81 ημέρες και κατά το οποίο διανύθηκαν 13.100 ναυτικά μίλια. Για το επιτυχές εγχείρημα ο Napp τιμήθηκε με το χάλκινο μετάλλιο της Στρατιωτικής Τιμής.

Το 1941-42 ανακατασκευάστηκε ο πυργίσκος των περισσότερων ιταλικών υποβρυχίων προκειμένου να ελαττωθεί το μέγεθος του και να παρουσιάζει μικρότερο στόχο στην επιφάνεια. Έτσι και το «PERLA» απέκτησε ένα μικρότερο πυργίσκο που έφερε σε αυτόν των γερμανικών υποβρυχίων τύπου VIIC. Μετά από τέσσερις μήνες αδράνειας στο Μπορντό, το «PERLA» αναχώρησε στις 20 Σεπτεμβρίου για να επιστρέψει στη Μεσόγειο.

Στο στενό του Γιβραλτάρ το υποβρύχιο εντοπίστηκε από βρετανικά πολεμικά και υπέστη επίθεση με βόμβες βυθών για περισσότερες από 12 ώρες.
Ωστόσο κατάφερε να ξεγλιστρήσει και να φθάσει στο Κάλιαρι στις 3 Οκτωβρίου.
Με νέο κυβερνήτη, το «PERLA» εντάχθηκε ξανά σε επιχειρήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.



Το Υ/Β «PERLA» αιχμάλωτο των Βρετανών στη Βηρυτό.
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση

Από τις 12 έως 23 Φεβρουαρίου πραγματοποίησε περιπολία στις ακτές της Κυρηναϊκής, από τις 29 Μαρτίου έως 9 Απριλίου στα νοτιοδυτικά της Γαύδου και στις 10 με 24 Μαΐου στα ανοιχτά της Τυνησίας. Στις 11 Μαΐου 1942 το υποβρύχιο εξαπέλυσε δυο τορπίλες ενάντια της μεγάλης βρετανικής ναρκοθέτιδος «HMS WELSHMAN» αλλά χωρίς να την πετύχει. Στις 6 Ιουλίου 1942 το «PERLA» αναχώρησε για μια περιπολία στην περιοχή της Κύπρου με νέο κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Gioacchino Ventura. Τρείς ημέρες αργότερα εντόπισε στα ανοιχτά της Βηρυτού τη βρετανική κορβέτα «HMS HYACINTH» (μετέπειτα ελληνική «ΑΠΟΣΤΟΛΗΣ») και επιτέθηκε εναντίον της με δυο τορπίλες. Και πάλι όμως δεν βρήκε το στόχο του με αποτέλεσμα η κορβέτα να εξαπολύσει με τη σειρά της επίθεση με βόμβες βυθού. Οι ζημιές που προκάλεσε στο υποβρύχιο ήταν τέτοιες που ο κυβερνήτης διέταξε την ανάδυση του και κατόπιν την εγκατάλειψή του. Προτού προλάβει το ιταλικό πλήρωμα να ανοίξει τους κρουνούς κατάκλισης και να αυτοβυθίσει το «PERLA», ένα άγημα από το «HYACINTH» επιβιβάστηκε σε αυτό και ανέλαβε τον έλεγχο του υποβρυχίου. Το «PERLA» ρυμουλκήθηκε από το «HYACINTH» στη Βηρυτό και κατόπιν στο Πορτ Σάιδ όπου έμεινε για μήνες δεμένο χωρίς πλήρωμα έχοντας λάβει από τους Βρετανούς το διακριτικό P.712. Το πιο σημαντικό απόκτημα για τους βρετανούς ήταν οι κώδικες αποκρυπτογράφησης της ιταλικής ναυτικής διοίκησης που βρέθηκαν στο υποβρύχιο και με τους οποίους παρακολουθούσαν τις ιταλικές επικοινωνίες για τις επόμενες έξι εβδομάδες.

Στις 30 Οκτωβρίου 1942 τέθηκε στο Eλληνικό Πολεμικό Ναυτικό από τους Άγγλους το ερώτημα κατά πόσο θα ήταν πρόθυμο να επανδρώσει το συλληφθέν «PERLA», χωρίς αυτό να επηρεάσει την μελλοντική παραχώρηση σύγχρονων υποβρυχίων στο ΠΝ. Αν και η ελληνική πλευρά ήταν καταρχάς επιφυλακτική τελικά αποδέχτηκε την παραχώρηση του υποβρυχίου, αφού πρώτα διεξήχθησαν επιθεωρήσεις. Το Νοέμβριο του 1942 ξεκίνησε η διαδικασία παραλαβής του σκάφους και στις 5 Δεκεμβρίου υψώθηκε σε αυτό η ελληνική σημαία και του δόθηκε το όνομα «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» προς τιμήν των πυρπολητών Λέκκα και Ιωάννη Ματρόζου που έδρασαν κατά την Eλληνική Eπανάσταση. Επιλέχτηκε τότε η γραφή του ονόματος του σκάφους με Ω αντί του ορθού Ο και του δόθηκε το διακριτικό Υ-7.

Τα χαρακτηριστικά του υποβρυχίου σύμφωνα με το ελληνικό μητρώο του ήταν:

Εκτόπισμα: 677 τόνοι εν πλω / 857 τόνοι εν καταδύσει.

Διαστάσεις: μέγιστο μήκος: 60,18 μ., μέγιστο πλάτος: 6,45 μ., μέσο βύθισμα: 4 μ.

Προωστήρια δύναμη: 2 πετρελαιοκινητήρες FIAT συνολικά 1400 ίππων / 2 ηλεκτροκινητήρες CRDA συνολικά 800 ίππων // διπλέλικο.

Μέγιστη ταχύτητα: 15,5 κόμβοι εν πλω / 7,5 κόμβοι εν καταδύσει.

Αυτονομία: εν πλω 2.500 μίλια με 12 ταχύτητα κόμβων / εν καταδύσει 74 μίλια με ταχύτητα 4 κόμβων.

Μέγιστο βάθος κατάδυσης: 80 μέτρα.

Οπλισμός: 6 τορπιλοσωλήνες (4 πρωραίοι και 2 πρυμναίοι) των 533 χιλιοστών, 1 πυροβόλο Vickers των 100/47 mm χιλιοστών και 3 πολυβόλα Breda των 13,2 χιλιοστών.

Πλήρωμα: 5 αξιωματικοί, 12 υπαξιωματικοί και 29 ναύτες.

Λόγω της εγκατάλειψής του, το σκάφος χρειαζόταν εκτεταμένες επισκευές για να επανέλθει σε ενεργό δράση. Το έργο της επανενεργοποίησης του με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ιωάννη Μασουρίδη δυσχέρανε η απώλεια των σχεδίων και των εγχειριδίων του σκάφους. Στις 30 Οκτωβρίου 1943 έγιναν οι πρώτες εν πλω δοκιμές του «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» και οχτώ ημέρες αργότερα έγινε η
πρώτη κατάδυση. Όπως αναφέρει ο τότε ύπαρχος του Ανθυποπλοίαρχος Ευάγγελος Κουρής, «Για να βρούμε τα δίκτυα και τα καλώδια, τα ακολουθούσαμε με το δάκτυλο. Στις πρώτες δοκιμές εν πλω, στις προσβάσεις του Πορτ Σάιδ, κόλλησαν τα εξαεριστικά κάποιου θαλασσέρματος και κατεβαίναμε με κλίση 22ο προς το βυθό. Ευτυχώς οι χειρισμοί του κυβερνήτη υπήρξαν επιτυχείς και γλυτώσαμε τα χειρότερα».



To Υ/Β «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» στο
Πορτ Σάιδ κατά την περίοδο
γενικής επιθεώρησης και
επισκευής του
ΦΩΤΟ: Aρχείο ΥΙΝ.

Το πλοίο μετά από πρόχειρες επισκευές μετέβη στη Βηρυτό τον Μάρτιο του 1943 και εντάχθηκε στον εκεί 1ο στολίσκο υποβρυχίων. Το σκάφος παρέμεινε υπό επισκευή μέχρι το Νοέμβριο του 1943 και με την ολοκλήρωση των εργασιών πραγματοποίησε δυο δοκιμαστικούς πλόες.

Στις 19 Μαρτίου αναχώρησε από το Πορτ Σάιδ για την πρώτη του περιπολία η οποία είχε ως κύριο στόχο την αξιολόγηση της λειτουργίας του υλικού. Το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» έφθασε στις 25 Μαρτίου κοντά στις νήσους Στροφάδες στο Ιόνιο και εκτέλεσε περιπολία δυτικά της Πελοποννήσου. Κατά τη διάρκεια μιας νυκτερινής κατάδυσης πλησίον των ακτών της Πελοποννήσου απωλέσθηκε ο ναύτης Ι. Λαζαρίδης. Αν και δεν αποκλείσθηκε το ενδεχόμενο του ατυχήματος επικράτησε η άποψη ότι ο ναύτης σκόπιμα έπεσε στη θάλασσα για να κολυμπήσει ως την ακτή επωφελούμενος της ήρεμης θάλασσας. Ωστόσο τις περισσότερες ημέρες επικράτησε κακοκαιρία και αυτή σε συνδυασμό με την έλλειψη ραντάρ δεν επέτρεψαν τον εντοπισμό κάποιου στόχου. Έτσι το πρωί της 2ας Απριλίου το υποβρύχιο κατέπλευσε στη Μάλτα όπου είχε στο μεταξύ μεταφερθεί η έδρα του ελληνικού στολίσκου υποβρυχίων. Εκεί έγινε γνωστό στη βρετανική Διοίκηση Υποβρυχίων ότι το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» είχε κινηθεί εκτός του προκαθορισμένου τομέα που είχε οριοθετηθεί, κάτι που ήταν επικίνδυνο για την ασφάλεια του σκάφους και του πληρώματος μιας και θα μπορούσε να είχε στοχοποιηθεί από άλλα συμμαχικά υποβρύχια που δεν γνώριζαν την ύπαρξή του εκεί. Στην αναφορά του βρετανικού συνδέσμου που επέβαινε στο σκάφος διατυπωθήκαν αρνητικές κρίσεις για την μη τήρηση των ορίων της περιπολίας από τον κυβερνήτη αλλά ταυτόχρονα εκφράστηκε η ικανοποίηση για το ηθικό του πληρώματος και τη μέριμνα του προς το υλικό που εξασφάλισε την επαναλειτουργία του υποβρυχίου η οποία κρίθηκε από τους Βρετανούς ως επιτυχής. Επίσης, προέκυψαν κάποια ερωτήματα ως προς την επαρκή αποθηκευτική ικανότητα των μπαταριών του σκάφους ενώ η κουζίνα και η ψυκτική χάλασαν και το περισκόπιο επιθέσεως παρουσίασε δυσλειτουργίες που μπορούσαν να αντιμετωπιστούν μόνο με εξειδικευμένη επισκευή. Τέλος, καταγράφηκαν ορισμένα από τα χρόνια προβλήματα του σκάφους όπως ότι ο έντονος διατοιχισμός προκαλούσε τη διαρροή οξέος από τις μπαταρίες καθώς και ότι η κατάδυση του υποβρυχίου σε τέτοιες καιρικές συνθήκες γινόταν με δυσκολία.

Στο μεταξύ, σε συνέχεια του κινήματος που είχε εξελιχτεί και ήδη κατασταλεί στην Αλεξάνδρεια, o Διοικητής Υποβρυχίων Πλοίαρχος Σ. Τσιριμώκος ανακοίνωσε στις 24 Απριλίου στο Βρετανό Ναυτικό Διοικητή της Μάλτας ότι αρνείτο να υπηρετήσει υπό το νέο Αρχηγό Στόλου Π. Βούλγαρη αλλά και ότι ήταν πρόθυμος να συνεχίσει τον αγώνα υπό βρετανική διοίκηση. Οι Βρετανοί συνέλαβαν τον Τσιριμώκο και το μεγαλύτερο μέρος των πληρωμάτων των εκεί ευρισκόμενων υποβρυχίων, συμπεριλαμβανομένου και του «ΜΑΤΡΩΖΟΣ», αποβιβάστηκαν σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Τις επόμενες μέρες περί τους μισούς επέστρεψαν στα σκάφη και οι υπόλοιποι μεταφέρθηκαν κρατούμενοι σε στρατόπεδα στην Αίγυπτο. Υπό αυτές τις συνθήκες μέλη του πληρώματος του «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» μεταφέρθηκαν στο υποβρύχιο «ΠΙΠΙΝΟΣ» που κινδύνευε να περιέλθει σε βρετανικό έλεγχο αν δεν παρουσιαζόταν ετοιμοπόλεμο. Εντός του Μαΐου το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» επανδρώθηκε πλήρως και στις 15 Ιουνίου αναχώρησε για περιπολία στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου. Το σκάφος έφθασε μετά από δυο ημέρες στην περιοχή και αντικατέστησε το υποβρύχιο «ΝΗΡΕΥΣ». Το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» παρέμεινε, με τα προαναφερθέντα τεχνικά προβλήματα να παραμένουν, επί οχτώ ημέρες στις προσβάσεις του Λακωνικού και του Μεσσηνιακού κόλπου χωρίς όμως να συναντήσει κάποιον αξιόλογο στόχο. Επέστρεψε στις 29 Ιουνίου στη Μάλτα και τον Αύγουστο κατέπλευσε στον υπό συμμαχική κατοχή ιταλικό ναύσταθμο στον Τάραντα όπου διεξήχθησαν οι απαραίτητες επισκευές στο περισκόπιο από Ιταλούς της κατασκευάστριας εταιρίας. Το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» απέπλευσε από τη Μάλτα για την τρίτη περιπολία του στις 14 Σεπτεμβρίου. Το υποβρύχιο περιπόλησε επί δυο ημέρες στα νότιο-ανατολικά της Ρόδου ωστόσο διατάχθηκε να επιστρέψει για ανεφοδιασμό στη βάση του πριν την προκαθορισμένη ημερομηνία, μιας και οι ανάγκες για περιπολίες είχαν μετατοπιστεί σε πιο βόρειες περιοχές. Έτσι το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» κατέπλευσε στη Μάλτα στις 24 Σεπτεμβρίου.

Πραγματικά, στις 3 Οκτωβρίου 1944 το ΜΑΤΡΩΖΟΣ αναχώρησε από τη Μάλτα για να εκτελέσει πολεμική περιπολία στην περιοχή της Χίου. Οι Γερμανοί είχαν ήδη ξεκινήσει την υποχώρησή τους από τα ελληνικά νησιά και οι νηοπομπές που σχημάτιζαν αποτελούσαν ένα δυνητικό στόχο. Κατά τις πρωινές ώρες στις 8 του μήνα, στα βόρεια της Ικαρίας συνάντησε νηοπομπή αποτελούμενη από πέντε μικρά πλοία. Τα πλοία ήταν το τσιμεντόπλοιο «ACHILLES», το «PAUL» και το μότορσιπ «HORST» [1] συνοδευόμενα από τις ακτοφυλακίδες GK.91 και GD.92 [2] και είχε αποπλεύσει από τη Λέρο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη. Καθώς υπήρχε εντολή των Bρετανών να γίνεται αναγνώριση του στόχου πριν την επίθεση για να αποφευχθεί τυχόν πλήγμα σε σκάφη που μετέφεραν τρόφιμα στον πληθυσμό των νησιών, το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» πλησίασε και έκανε σήμα αναγνώρισης. Τότε δέχθηκε τα πυρά των εχθρικών σκαφών και το υποβρύχιο ανταπέδωσε στις 06.20’ κάνοντας χρήση του πυροβόλου και των πολυβόλων που διέθετε. Από τα εχθρικά πυρά το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» υπέστη μικρές ζημιές (κόπηκε η κεραία του ασυρμάτου και καταστράφηκαν μερικές σανίδες του καταστρώματος) ενώ τα συνοδά προσπαθούσαν να θέσουν το υποβρύχιο μεταξύ διασταυρούμενων πυρών. Μετά την 29η βολή το κοίλο του πυροβόλου του ΜΑΤΡΩΖΟΣ υπερθερμάνθηκε με αποτέλεσμα να διασταλεί ο κενός κάλυκας της τελευταίας βολής και να μην μπορεί να αφαιρεθεί. Στις 06.45’ αναδύθηκε πλησίον του «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» το βρετανικό υποβρύχιο «VIVID». Ο Υποπλοίαρχος Μασουρίδης αντάλλαξε τις πληροφορίες για όσα διαδραματίζονταν στο βρετανικό υποβρύχιο. Ο στόχος του ήταν να συνεννοηθεί με το «VIVID» προκειμένου να διενεργήσουν από κοινού τορπιλική επίθεση στη νηοπομπή. Ωστόσο προτού γίνει αυτή η συνεννόηση το βρετανικό υποβρύχιο καταδύθηκε. Το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» κινήθηκε προς βορά προκειμένου να αποκόψει τη διαφυγή της νηοπομπής και να την περιορίσει στο χώρο όπου ανέμενε να γίνει επίθεση από το «VIVID» [3].



Κατά τον πλου του Υ/Β «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» από το Πορτ Σάιδ
στη Βηρυτό. ΦΩΤΟ: Aρχείο ΥΙΝ.

Θεωρώντας πως η νηοπομπή είχε διαφύγει [4] και μη μπορώντας να εκπέμψει και να λάβει σήματα, το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» συνέχισε τον πλου του και το μεσημέρι έδεσε στο λιμάνι της Χίου όπου έγιναν και οι απαραίτητες επισκευές. Ο κυβερνήτης του Ι. Μασουρίδης που είχε εν τω μεταξύ προαχθεί σε Πλωτάρχη προτάθηκε από τον Ανώτερο Διοικητή Υποβρυχίων Π. Αντωνόπουλο για ηθική αμοιβή «δια το επιδειχθέν υπ’ αυτού επιθετικόν πνεύμα». Στις 11 Οκτωβρίου το υποβρύχιο συνέχισε την περιπολία του κινούμενο από τα βόρεια των Σποράδων έως τον κόλπο της Κασσάνδρας, χωρίς όμως να εντοπίσει κάποιο πιθανό στόχο. Έχοντας ολοκληρώσει την περιπολία του, το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» έπλευσε στις 16 Οκτωβρίου στη Μυτιλήνη αλλά αναχώρησε την ίδια μέρα. Το υποβρύχιο έπλευσε προς νότο κατά μήκος της ελληνοτουρκικής συνοριογραμμής και διέπλευσε το στενό της Κω εν πλω με το φως της ημέρας με αποτέλεσμα να γίνει αντιληπτό από τα γερμανικά φυλάκια τα οποία όμως δεν έβαλαν εναντίον του. Στη συνέχεια το σκάφος έπλευσε παράλληλα με την ανατολική ακτή της Ρόδου και συνέχισε την πορεία του προς δυσμάς πλέοντας στα νότια της Κρήτης.

Στις 22 Οκτωβρίου το υποβρύχιο κατέπλευσε στην Μάλτα και μετά από μια εβδομάδα αναχώρησε με προορισμό τον απελευθερωμένο Πειραιά όπου έφτασε στις 1 Νοεμβρίου. Εξαιτίας των καταστροφών που είχε υποστεί ο Ναύσταθμος Σαλαμίνος, το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» παρέβαλε στο βοηθητικό «ΚΟΡΙΝΘΙΑ» το οποίο ήταν αγκυροβολημένο στα ανοιχτά της Ψυττάλειας.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου το υποβρύχιο «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» διένυσε υπό ελληνική σημαία 10.576 μίλια σε 1.896 ώρες πλου. Εξαιτίας των τεχνικών δυσκολιών που συναντούσε το πλήρωμα του, το «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» τέθηκε στις 17 Απριλίου 1945 σε κατάσταση εφεδρείας και συντήρησης και το επόμενο έτος διαγράφηκε από τη δύναμη του στόλου. Το Ναυτικό εξάλλου παρέλαβε το
1945-46 από τους Βρετανούς πέντε υποβρύχια, κάτι που επέτρεψε τον παροπλισμό των παλαιότερων και λιγότερο αξιόμαχων υποβρυχίων.

Το παροπλισμένο «ΜΑΤΡΩΖΟΣ» εκποιήθηκε για διάλυση ως παλαιοσίδερα και ρυμουλκήθηκε το 1954 στο διαλυτήριο.
ΠΗΓΗ: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2015/06/blog-post_9.html
 
Η συνέχεια και το άγνωστο υποβρύχιο «Balilla» στο Β' ΜΕΡΟΣ πιέσατε ΕΔΩ

 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Τo ACHILLES (1.150 κ.ό.χ.) είχε κατασκευασθεί το 1944 στο Πέραμα με χρήση τσιμέντου ενώ το PAUL (212 κ.ό.χ.) είχε μάλλον ναυπηγηθεί το 1944 στα Αμπελάκια από ξυλεία. Το HORST (212 κ.ό.χ.) είχε ναυπηγηθεί το 1938 στη Γερμανία για ποτάμιους πλόες και είχε πλεύσει το 1943 μέσω του Δούναβη στη Μαύρη Θάλασσα και κατόπιν στο Αιγαίο.

[2] Tα GK.91 και GD.92 ήταν τύπου Kriegsfischkutter (εξοπλισμένου αλιευτικού). Το πρώτο ανήκε στην γερμανική ναυτική δύναμη της Κρήτης (GK=Griechenland, Kreta) ενώ το δεύτερο στων Δωδεκανήσων.

[3] Το VIVID θεώρησε ότι το μέγεθος των σκαφών δεν απαιτούσε τη χρήση τορπιλών και παρακολούθησε τη νηοπομπή μέχρι να βεβαιωθεί ότι καταστράφηκε από μονάδες επιφανείας που προσέτρεξαν στην περιοχή.

[4] Η νηοπομπή δέχθηκε την ίδια μέρα επίθεση τριών βρετανικών τορπιλακάτων με αποτέλεσμα να απωλεσθούν και τα τρία μεταγωγικά σκάφη στα βορειοδυτικά της Χίου.

 


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...