ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Η ναυμαχία της Λίσσας (20 ΙΟΥΛΙΟΥ 1866)


Η πρώτη συμπλοκή μεταξύ δύο ατμοκίνητων στόλων:
Η ναυμαχία της Λίσσας στις 20 Ιουλίου 1866
και τα διδάγματά της

Περί Αλός

Alberto Santoni
Καθηγητού Πανεπιστημίου της Πίζας

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Ναυτική Επιθεώρηση,
Τ. 455 σ. 85 Έκδοση ΓΕΝ / ΥΙΝ, Ιαν-Φεβ 1989.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση της ΝΕ.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το άρθρο που ακολουθεί πρωτο παρουσιάστηκε στο Α’ Διεθνές Συνέδριο Ναυτικής Ιστορίας, το οποίο πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1987 στην Αθήνα υπό την Αιγίδα του Π.Ν.




 

Ο Ναύαρχος Tegetthoff στη
ναυμαχία της Λίσσας .
Ελαιογραφία του
Anton Romako (1878-1880)
Österreichische Galerie
Belvedere.

Η πρώτη συμπλοκή μεταξύ δύο στόλων με προώθηση ατμομηχανής διεξήχθη μεταξύ των Αυστριακών και των Ιταλών ανοιχτά από τη νήσο Λίσσα στην Αδριατική στις 20 Ιουλίου 1866. Αυτό μας λέει εδώ και καιρό η ναυτική πολεμική ιστορία, αν και η πρώτη ναυμαχία μεταξύ δύο μεμονωμένων ατμοκίνητων θωρηκτών έγινε στα ύδατα του Hampton Roads κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου στις 9 Μαρτίου 1862.

Μικρότερης σημασίας ναυτικές συμπλοκές έλαβαν επίσης χώρα κατά τη διάρκεια του Δανέζικου πολέμου το 1864 και κατά μήκος των ακτών και των ποταμών της Βόρειας και Νότιας Αμερικής από το 1862 μέχρι το 1866, όπως η ναυμαχία του Riachuelo στις 11 Ιουνίου 1865 μεταξύ Βραζιλιάνικων και Παραγουανών ατμοκίνητων ποταμόπλοιων.

Κατά το ξέσπασμα του Ιταλο-Αυστριακού πολέμου στις 20 Ιουνίου 1866, ο Ιταλικός Στόλος ήταν καινούργιος  μόλις πέντε ετών και – χάρις στα δώδεκα θωρηκτά του και στα δεκαεννέα ξύλινα ατμοκίνητα σκάφη του – ήταν μεγαλύτερος και πιο σύγχρονος από το στόλο της Αυστριακής Αυτοκρατορίας. Ο Ιταλικός Στόλος, όμως, είχε ορισμένα σημαντικά μειονεκτήματα: πρωτ’ απ’ όλα, τα θωρηκτά του είχαν κατασκευαστεί σε τέσσερεις διαφορετικές χώρες, δηλαδή στην Ιταλία, στη Γαλλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Μεγάλη Βρεταννία. Επομένως υστερείτο ομοιογένειας, όπως υστερούντο και τα ιταλικά πληρώματα, που προέρχονταν από τέσσερα διαφορετικά ναυτικά: της Σαρδηνίας, της Τοσκάνης, της Νάπολης και το Σικελικό ή Γαριβαλδινό Ναυτικό. Ακόμη, ο Αρχηγός του Ιταλικού Στόλου, ο Ναύαρχος Persano, εξήντα χρόνων, ήταν μάλλον πολιτικός ηγέτης παρά πολέμαρχος και δεν είχε και πολύ ενθουσιασμό για τη ναυτική εκστρατεία στην οποία είχε διαταχθεί να εμπλακεί. Οι υφιστάμενοί του Vacca και Albini, ήταν μάλλον εχθρικοί απέναντί του λόγω επαγγελματικής αντιζηλίας και όχι τόσο ευτυχείς που θα τελούσαν υπό τις διαταγές του.

Ο Αυστριακός Στόλος ήταν μικρότερος και περιείχε λιγότερα και ασθενέστερα πολεμικά πλοία (επτά θωρηκτά και δεκαέξι ξύλινα ατμοκίνητα σκάφη), αλλά ο Αρχηγός του, ο Ναύαρχος Tegetthoff, τριανταεννέα χρόνων αποφάσισε να ξεπεράσει τις τεχνικές του ανεπάρκειες με το ηγετικό πνεύμα και τη φαντασία που είχε ήδη επιδείξει κατά το Δανέζικο Πόλεμο το 1864.
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση τ. 455 ΙΑΝ-ΦΕΒ 1989

Γνωρίζοντας ότι τα πυροβόλα του υστερούσαν σε εμβέλεια, ο Tegetthoff αποφάσισε να διεξαγάγει όλες τις μάχες εκ του συστάδην, επειδή μόνο σε μικρή απόσταση θα υπήρχε πιθανότητα ορισμένες από τις οβίδες του να διατρυπήσουν την ιταλική θωράκιση. Ο Tegetthoff επέλεξε ακόμη να συμπλακεί με την τακτική του σχηματισμού Τ, όπως είχε κάνει ο Νέλσον στο Trafalgar, έτσι ώστε να επιτρέψει στα πλοία του να εισχωρήσουν στην ιταλική γραμμή και κατόπιν να εμβολίσουν τα εχθρικά σκάφη με την πρώτη ευκαιρία. Όπως και  ο Νέλσον, ο Tegetthoff  ήταν πρόθυμος να διακινδυνεύσει ζημιές κατά την αρχική φάση, έχοντας την πεποίθηση ότι η ανωτέρας στάθμης εκπαίδευση και το ηθικό των αντρών του θα τους καθιστούσε ικανούς να επιβιώσουν για αρκετά μεγάλο διάστημα.

Ο πόλεμος στην Ευρώπη άρχισε στις 14 Ιουνίου 1866, όταν η Πρωσσία επιτέθηκε στην Αυστρία, μέσα στα πλαίσια του σχεδίου του Βίσμαρκ για την απόκτηση ελέγχου του ανερχόμενου Γερμανικού Έθνους. Το νεαρό Ιταλικό Βασίλειο, μόλις πέντε ετών, δεσμευμένο από μια προηγούμενη συμφωνία με την Πρωσσία, κήρυξε τον πόλεμο στις 20 Ιουνίου, έχοντας την ελπίδα ότι θα επανακτούσε τη Βενετία από την Αυστρία, και, ότι θα έφτανε πιθανώς μέχρι τα Βόρειο-ανατολικά σύνορα των Άλπεων.

Οι Αυστριακοί αμέσως νίκησαν τον Ιταλικό Στρατό στη Custoza στις 24 Ιουνίου, ενώ ο Πρωσσικός Στρατός σύντομα είχε επιτυχίες στην ξηρά και, στις 3 Ιουλίου πέτυχε μια αποφασιστική νίκη στη Sadowa. Προκειμένου να αντισταθμίσει την ήττα στην ξηρά και να αυξήσει τη διαπραγματευτική της δύναμη κατά την επόμενη συνθήκη ειρήνης, η Ιταλική κυβέρνηση άρχισε να επιζητεί κάποια επιτυχία στη θάλασσα.

Την ίδια μέρα κατά την οποία η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο, ο νέος Υπουργός του Πολεμικού Ναυτικού, δικηγόρος Agostino Depretis, ανειδίκευτος σε πολεμικά ναυτικά ζητήματα, διέταξε τον Ναύαρχο Persano να κινήσει τον στόλο του από τον Τάραντα που βρίσκεται στο «τακούνι» της «Ιταλικής μπότας» προς την Ανκώνα, που βρίσκεται περίπου στη μέση της Αδριατικής Ακτής. Εδώ ο Ιταλικός Στόλος κατείχε μια πιο κεντρική θέση για επιθετικές επιχειρήσεις εναντίον του Αυστριακού Στόλου που βρισκόταν στην Pola, δηλ. περίπου 90 μίλια δια μέσου της Αδριατικής, προς τα βόρεια.

Ο Persano είχε ήδη δεχθεί την διαταγή να «σαρώσει τις εχθρικές ναυτικές δυνάμεις από την Αδριατική και να τους επιτίθεται, και να τις μπλοκάρει όπου τις βρίσκει». Παρ’ όλα αυτά, ο Persano καθυστερούσε μένοντας στο λιμάνι της Ανκώνας, προβάλλοντας τη μία δικαιολογία μετά την άλλη.

Δεδομένου ότι ο Αυστριακός Στόλος ήταν κατώτερος από τον Ιταλικό, οι εντολές του Tegetthoff ήταν ορθά λιγότερο επιθετικές. Η αυστριακή κυβέρνηση, μάλιστα τον διέταξε να μην επεκτείνει τις επιχειρήσεις του στην Αδριατική πέρα από τη νήσο Λίσσα, 165 μίλια νοτιοανατολικά της Pola, και να διατηρήσει καλά καλυμμένη την εκβολή του ποταμού ΡΟ και τον κόλπο της Βενετίας.



Κωνσταντίνος Βολανάκης: Ναυμαχία της Λίσσας (1869),
ελαιογραφία. Museum of Fine Arts,  Budapest, Hungary.

Κατά τον πρώτο μήνα του πολέμου, ο Persano αντί να εκτελέσει επιθετικές επιχειρήσεις σύμφωνα με τις εντολές, απέφυγε κάθε ευκαιρία για δράση. Ούτε καν έφυγε από  την Ανκώνα στις 27 Ιουνίου, όταν ο Tegetthoff παρουσιάστηκε μπροστά από αυτό το λιμάνι.

Ως συνέπεια της πρωσσικής νίκης στη Sadowa κατά του Αυστριακού Στρατού, ο Persano, δέχθηκε ισχυρή πίεση από την ιταλική κυβέρνηση να υιοθετήσει μια πιο επιθετική συμπεριφορά. Αλλά το μόνο που έκανε ήταν διάφοροι άχρηστοι ελιγμοί στην κεντρική Αδριατική από τις 8 μέχρι της 13 Ιουλίου, κατά τους οποίους ούτε καν γύμνασε τα ανεκπαίδευτα πληρώματα στο πυροβολικό.

Στο τέλος ήρθαν επιτακτικές εντολές από το Βασιλικό Επιτελείο να «αποπειραθεί να διεξαγάγει οποιεσδήποτε επιχειρήσεις εναντίον του εχθρού, οι οποίες μπορεί να θεωρηθούν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας». Ο Υπουργός του Πολεμικού Ναυτικού, ο ίδιος ο Depretis, έσπευσε στην Ανκώνα στις 15 Ιουλίου  προκειμένου να πιέσει τον Persano να αφήσει κατά μέρος την περίσκεψή του. Αυτό ήταν συνέπεια του ότι ο Ναπολέων Γ’ , ως μεσολαβητής, είχε ζητήσει ανακωχή και συνθήκη ειρήνης.

O Persano έτσι ανέλαβε να καταλάβει το μικρό αυστριακό νησί της Λίσσας, 130 μίλια ανατολικά από την Ανκώνα και στις 17 Ιουλίου ο Στόλος του βρισκόταν ανοιχτά από αυτό το νησί.

Επί 2 μέρες τα 500 κανόνια των πλοίων του Persano βομβάρδιζαν τα οχυρά της Λίσσας, χωρίς να κατορθώσουν να κατασιγάσουν τα 84 μικρότερα κανόνια τους. Η επιχείρηση απόβασης του Αντιναυάρχου Albini, ύστερα από διαταγή του Persano, να φέρει σε πέρας στις 19 Ιουλίου κατέληξε σε αποτυχία, λόγω της πρόωρης οπισθοχώρησής του. Σε αυτές τις επιχειρήσεις ο Ιταλικός Στόλος υπέστη μικρές απώλειες (16 νεκρούς και 114 τραυματίες), το θωρηκτό του Formidabille ετέθη εκτός μάχης, ξόδεψε ένα μεγάλο μέρος των πυρομαχικών του και κατανάλωσε πολλά καύσιμα.

Παρ΄όλα αυτά το πρωί της 20ης Ιουλίου ο Persano ξανάρχισε την αμφίβια επίθεσή του. Τα ξύλινα πλοία του, υπό ρη διοίκηση του Αντιναυάρχου Albini, ήταν έτοιμα να αποβιβάσουν στρατεύματα βόρεια της Λίσσας, ενώ τα θωρηκτά του ήταν έτοιμα να ξαναρχίσουν τον βομβαρδισμό των οχυρών, όταν ο Αυστριακός Στόλος εθεάθη να καταπλέει από τα βορειοδυτικά.

Τέσσερα χρόνια μετά τη ναυμαχία του Hampton Roads, που είχε γίνει κατά τη διάρκεια του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου, μια πλήρης σε έκταση ναυμαχία επρόκειτο να διεξαχθεί μεταξύ θωρηκτών.

Για την ώρα, ο Ναύαρχος Persano είχε υπό τις διαταγές του έντεκα θωρηκτά, ένα εμβολοφόρο πλοίο, δεκατέσσερα ξύλινα πολεμικά πλοία οκτώ μη μάχιμα σκάφη. Αρχικά διέταξε το σχηματισμό γραμμής μετώπου, αλλά κατόπιν επέλεξε τη γραμμή παραγωγής. Εννέα θωρηκτά μόνο, υπό την αρχηγία του Persano  και του Αντιναυάρχου Vacca, έλαβαν τη θέση στο νέο σχηματισμό και ετοίμασαν  το πυροβολικό τους, ενώ τα ξύλινα πλοία, υπό την αρχηγία του Albini, έπλευσαν άσκοπα προς τα νότια, χωρίς να διευκολύνονται από τις αντιφατικές εντολές που τους έδωσε ο Persano.

Οι Αυστριακοί ήταν πολύ πιο αποφασιστικοί και ο Tegetthoff  ήθελε να οδηγήσει τη μοίρα του κατευθείαν επάνω στην ιταλική γραμμή όπως είχε κάνει ο Λόρδος Νέλσον στο Trafalgar. Αλλά ο Tegetthoff διαφέροντας σε τούτο από τον Νέλσονα, επέλεξε ένα σχηματισμό με τρία σφηνοειδή τμήματα, δίνοντας στους κυβερνήτες του  τις ακόλουθες δύο περίφημες διαταγές:

«Τα θωρηκτά θα χυμήξουν στον εχθρό και θα τον βυθίσουν»  και «Αυτή πρέπει να είναι η νίκη της Λίσσας».

Στην πρώτη σφήνα ήταν τα επτά Αυστριακά θωρηκτά με επικεφαλής τη ναυαρχίδα «Ferdinand Max». Η δεύτερη σφήνα περιείχε πέντε ξύλινες φρεγάτες, μία κορβέτα και το ξύλινο σκάφος γραμμής μάχης «Kaiser». Εννέα μικρά πλοία σχημάτιζαν την τρίτη σφήνα, ενώ τέσσερα μη μάχιμα σκάφη βρίσκονταν στα μετόπισθεν.

Κρατώντας τα είκοσι τρία πολεμικά πλοία κοντά μεταξύ τους σ΄αυτόν τον σχηματισμό, ο Tegetthoff διέσχισε την ήδη αποδιοργανωμένη ιταλική γραμμή, αρχίζοντας τα πυρά του περίπου 300 μέτρα μακριά από τον εχθρό.

Στο μεταξύ ο Persano, ούτε για πρώτη ούτε για τελευταία φορά, άλλαξε γνώμη. Ξαφνικά αποφάσισε ότι το πλοίο του «Re DItalia», το τέταρτο θωρηκτό της γραμμής, ήταν πολύ αργό για να αποτελεί τη προσωρινή ναυαρχίδα του. Οπότε κάλεσε το εμβολοφόρο πλοίο «Affondatore» να πλευρίσει και μεταφέρθηκε σε αυτό. Κατόπιν, καθ’ όλη τη διάρκεια της ναυμαχίας πέρασε την ώρα του πλέοντας πάνω-κάτω στη γραμμή του, χωρίς να συμμετέχει και πολύ στη μάχη, αλλά στέλνοντας έναν χείμαρρο από σινιάλα και προσπαθώντας να δίνει τη μία διαταγή μετά την άλλη προς τα πλοία του, περνώντας ανάμεσά τους. Κανένα από αυτά δεν έδωσε σημασία, διότι το «Affondatore», όπως και τα άλλα ιταλικά σκάφη, έφερε τα εμβλήματα μάχης και κανείς δεν πρόσεξε ότι τώρα είχε την σημαία του Persano, ούτε ήξερε κανείς ότι ο Αρχηγός του Στόλου ήταν τώρα πάνω σ’ αυτό. Οι Ιταλοί κυβερνήτες επομένως συνέχιζαν να πολεμούν, όπως ο καθένας νόμιζε καλύτερα.



Lissa, 1866, χαρακτική. Το Re d'Italia βυθίζεται μετά
από εμβολισμό της ναυαρχίδος του Tegetthoff,  
Ferdinand Max. Στο κέντρο διακρίνεται το  
κατεστραμμένο Kaiser. ΦΩΤΟ:

Όταν το «Re DItalia» είχε βραδύνει προκειμένου να μεταφερθεί στο άλλο πλοίο, ο Persano, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο κενό στην ιταλική γραμμή και μέσα από αυτό το κενό εισχώρησαν οι Αυστριακοί με τη σφήνα τους. Ο εμβολισμός όμως στην αρχή φάνηκε σχεδόν αδύνατος, λόγω των πυκνών νεφών καπνού και της αδεξιότητας των πλοίων, αλλά οι απόπειρες των Αυστριακών οδήγησαν σε μια άγρια συμπλοκή.

Για κάμποση ώρα και οι δύο πλευρές εφορμούσαν αλληλοσυγκρουόμενες ή περνώντας ξυστά. Δύο φορές προσπάθησε το «Affondatore», χωρίς επιτυχία, να εμβολίσει το ξύλινο σκάφος «Kaiser», το οποίο αμέσως έπλευσε εναντίον του θωρηκτού «Re Di Porto Gallo». Σ΄αυτή τη φάση το «Kaiser» έχασε το τουρκέτο, το ακρόπρωρο και το πομπρέσο του και χτυπήθηκε από αρκετές οβίδες τη μία αμέσως μετά την άλλη. Τότε ήρθε η αποφασιστική και συχνά άτυχη στιγμή όλων των μαχών. Το «Re DItalia» χτυπήθηκε στο πηδάλιο από μια οβίδα και δεν μπορούσε πλέον να κυβερνηθεί. Ενώ το πλήρωμά του αγωνιζόταν να φέρει εις πέρας τις απαραίτητες επισκευές και ο κυβερνήτης του Faa Di Bruno, έκανε το σφάλμα να σταματήσει τη μηχανή, το διέκρινε μέσα από τους καπνούς ο Tegetthoff από το «Ferdinand Max». Η αυστριακή ναυαρχίδα εφόρμισε κατά πάνω του ολοταχώς με έντεκα κόμβους και έχωσε το έμβολό της στην αριστερή πλευρά του μεγάλου ιταλικού θωρηκτού.

Ενώ το «Ferdinand Max» άρχισε σιγά-σιγά να ανακρούει, εκατοντάδες τόνοι νερού εισέρχονταν στο κύτος του  «Re DItalia». Το θωρηκτό αυτό μπατάρισε και βυθίστηκε, ενώ το ανεπαρκώς εκπαιδευμένο αλλά γενναίο πλήρωμά του ζητωκραύγαζε για το βασιλιά.

Εν τω μεταξύ το ιταλικό μικρό θωρηκτό «Palestro» είχε κι αυτό προβλήματα. Είχε χτυπηθεί άσχημα από οβίδες και είχε πάρει φωτιά. Λίγο μετά τη ναυμαχία ανατινάχθηκε, με την απώλεια σχεδόν ολόκληρου του πληρώματος του, εκτός από 23 άνδρες.

Μετά το μεσημέρι ο Tegetthoff διέταξε τον στόλο του να ανασυνταχθεί κοντά στη Λίσσα και ο Persano, μετά από ορισμένες άκαρπες προσπάθειες να ξαναρχίσει τη μάχη αποτραβήχτηκε προς τα δυτικά. Ο Tegetthoff, διαφέροντας για μία ακόμη φορά από τον Νέλσονα, ήταν αρκετά ικανοποιημένος με αυτά που είχε κάνει και δεν εκμεταλλεύτηκε την αρχική μεγάλη του επιτυχία. Έτσι κι αλλιώς, η αποστολή του είχε εκπληρωθεί, διότι είχε εκδιώξει τον ιταλικό στόλο και είχε παρεμποδίσει την κατάληψη της Λίσσας από αυτόν. Παρά τις ζημιές τους, όλα τα αυστριακά πλοία βρίσκονταν ακόμη σε αξιόμαχη κατάσταση. Ακόμα και το «Kaiser» μέσα σε 24ώρες επισκεύασε επαρκώς τις ζημιές του.

Οι αυστριακές απώλειες ανέρχονταν μόνο σε 38 νεκρούς και 138 τραυματίες. Στην ιταλική πλευρά, πέρα από τις απώλειες της αμφίβιας απόπειρας, είχαν σκοτωθεί 620 άνδρες και είχαν τραυματιστεί 40, το καινούργιο και μεγάλο «Re DItalia» και το μικρότερο «Palestro» είχαν βυθισθεί, το θωρηκτό «San Martino» είχε υποστεί σοβαρές ζημιές. Τέλος, και το «Affondatore» βυθίστηκε αργότερα μέσα στο λιμάνι της Ανκώνας, μετά από μια καταιγίδα, λόγω των ζημιών που είχε υποστεί κατά τη ναυμαχία.

Η ναυμαχία της Λίσσας, με τον τρόπο της, ήταν το ίδιο μη αποφασιστική όσο και η ναυμαχία του Hampton Roads, αλλά επηρέασε σημαντικά τις νέες ιδέες και τακτικές. Για τα επόμενα 30 χρόνια όλα τα Πολεμικά Ναυτικά είχαν έμμονη ιδέα τον εμβολισμό , και υπήρχαν πλοία που ναυπηγούνταν με μόνο στόχο τον εμβολισμό. Οι ειδήμονες της πολεμικής ναυτικής τακτικής ανασχημάτισαν βιαστικά τις ιδέες τους: η γραμμή παραγωγής απορρίφθηκε και ο κατά μέτωπο σχηματισμός φάνηκε ανώτερος, διότι έδειχνε καλύτερος για την τακτική του εμβολισμού.

Κανένας δεν πρόσεξε ότι το «Re DItalia» εμβολίστηκε την ώρα που αποτελούσε έναν ουσιαστικά ακίνητο στόχο και ότι ο αργός ρυθμός των πυρών, τα πυκνά νέφη καπνού και η σχετική δυσκαμψία των μεγάλων πλοίων καθιστούσαν πολύ δύσκολο το να χτυπηθεί οτιδήποτε, είτε με οβίδες, είτε με έμβολα.

Όπως ξέρουμε, ο ναυτικός πόλεμος  μεταξύ Ιαπωνίας και Κίνας το 1894-1895 και πάνω απ’ όλα η ναυμαχία ανοιχτά από την εκβολή του ποταμού Yalu, έδειξε την ανακρίβεια του συμπεράσματος που είχε βιαστικά εξαχθεί από τη ναυμαχία της Λίσσας.

Αντίθετα, το στρατηγικό δίδαγμα αυτής της ναυμαχίας ήταν εμφανές. Ο Persano έπρεπε να είχε καταστρέψει τον Αυστριακό Στόλο προκειμένου να αποκτήσει τον έλεγχο της Αδριατικής, προτού εμπλακεί σε αμφίβια επιχείρηση εναντίον της νήσου Λίσσας. Αντ’ αυτού αναγκάστηκε να σπεύσει σε μια ναυμαχία χωρίς σχέδιο τακτικής και με τις δυνάμεις του διασκορπισμένες και αποδιοργανωμένες.

Η ευθύνη του Αντιναυάρχου Albini, του αρχηγού των ιταλικών ξύλινων πλοίων, ήταν επίσης πολύ σαφής. Δεν πολέμησε καθόλου κατά τη ναυμαχία, παρόλο που είχε καθήκον να συνταχθεί με τα θωρηκτά που δέχονταν επίθεση από τον εχθρό.

Από την αυστριακή πλευρά ο Tegetthoff έδειξε πόσα πολλά μπορούν να επιτευχθούν ακόμη και με μία κατώτερη δύναμη, από έναν επιθετικό ηγέτη, ο οποίος κατανοεί τον σκοπό του και τον επιδιώκει με τα μέσα που έχει στη διάθεσή του.

Μετά τη ναυμαχία της Λίσσας οι ναυτικές επιχειρήσεις του πολέμου ουσιαστικά έπαυσαν και ο Persano, Albini και ο Vacca τελικά αποστρατεύτηκαν. Ο Persano κατηγορήθηκε για ανικανότητα και, ως Γερουσιαστής, δικάστηκε από την Ιταλική Γερουσία. Κρίθηκε ένοχος για ολιγωρία και ανικανότητα τον Απρίλιο του 1867 και στερήθηκε μέχρι και του μισθού του.

Κατά το τέλος του  πολέμου, τον Αύγουστο του 1866, το Ιταλικό Βασίλειο παρόλες τις ήττες του στην ξηρά καθώς και στην θάλασσα, αλλά χάρη στις πρωσσικές νίκες πήρε τη Βενετία από τον Ναπολέοντα Γ’, ο οποίος ενέργησε ως μεσολαβητής. Αλλά μετά τον πόλεμο κυκλοφόρησε ένα ευφυολόγημα σε ανάμνηση της Λίσσας, τα ο οποίο αναφέρεται από καιρού εις καιρόν μέσα στους κύκλους του Ιταλικού Πολεμικού Ναυτικού: «Σιδερένια κεφάλια επικεφαλής ξύλινων πλοίων νίκησαν σιδερένια πλοία με επικεφαλής ξύλινα κεφάλια».
ΠΗΓΗ: Περί Αλός http://perialos.blogspot.gr/2015/07/20-1866.html
 

Το Περί Αλός προτείνει:
 


Η ναυμαχία της Τσουσίμα (TSUSHIMA). Ο Ρώσο-ιαπωνικός πόλεμος του 1904-1905.

Πιέσατε ΕΔΩ
 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...