ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό και η αντίσταση κατά του Χίτλερ Γ' ΜΕΡΟΣ


Γ ΜΕΡΟΣ

Του Δρ. Ηλία Ηλιόπουλου
Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής (Dr. phil)
του Λουδοβικείου-Μαξιμιλιανείου Πανεπ/μίου Μονάχου

Περί Αλός

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση»,
τ. 577, σελ. 47, ΙΟΥΝ – ΑΥΓ 2011. Αναδημοσίευση στο
Περί Αλός με την έγκριση της «Ναυτικής Επιθεωρήσεως»

…συνέχεια από το Β΄ΜΕΡΟΣ

 



Ο Μπέρτολντ Σενκ,
Κόμις του Στάουφφενμπεργκ
(Berthold Schenk Graf
von Stauffenberg). ΦΩΤΟ:
German Federal Archives

Ο Ανώτερος Ναυτοδίκης Berthold Schenk Graf von Stauffenberg
Ο Μπέρτολντ Σενκ, Κόμις του Στάουφφενμπεργκ (Berthold Schenk Graf von Stauffenberg), αδελφός του Συνταγματάρχου Claus Schenk Graf von Stauffenberg, ο οποίος υπήρξε ο φυσικός αυτουργός της αποτυχούσης απόπειρας δολοφονίας του Αδόλφου Χίτλερ την 20η Ιουλίου 1944, γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου του 1905 και είχε, αρχικά, μία λαμπρή σταδιοδρομία ως νομικός, προτού ενταχθεί στην Γερμανική Ναυτική Δικαιοσύνη.
Το 1935 διορίζεται ως μέλος μιας Επιτροπής για το Δίκαιο του Πολέμου, της οποίας προΐστατο, ως Επίτροπος του Ράιχ, ο Ναύαρχος Βάλτερ Γκλάντις (Walter Gladisch). Αυτή ήταν και η αρχή της γνωριμίας του 30χρονου επιστήμονα με το Πολεμικό Ναυτικό. Συγχρόνως, από το 1936 είναι μέλος της Επιτροπής της Γερμανικής Ακαδημίας για το Δίκαιο του Πολέμου. Αξίζει να σημειωθεί, εξ άλλου, ότι, προηγουμένως, την διετία 1931-33, ο διαπρεπής εκείνος νέος νομικός είχε θητεύσει στην Μόνιμη Γραμματεία Διεθνούς Δικαιοσύνης του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης [22]. Μετά την έκρηξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Berthold von Stauffenberg, Αξιωματικός της Ναυτικής Δικαιοσύνης πλέον, τοποθετήθηκε στο 1ο Τμήμα της Διευθύνσεως Ναυτικού Πολέμου της Γερμανικής Ανωτάτης Ναυτικής Διοικήσεως.

Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’30, ο Berthold von Stauffenberg είχε έλθει σε επαφή με εξέχουσες μορφές της λεγομένης «EθνικοΣυντηρητικής Αντιπολιτεύσεως»: τους νομομαθείς Χέλμουτ Τζαίημς, Κόμιτα του Μόλτκε (Helmut James Graf von Moltke) και Πέτρο, Κόμιτα της Υόρκης του Βαρτεμβούργου (Peter Graf Yorck von Wartenburg).
Προϊόντος του πολέμου, η στάση του πρέπει να ήγειρε υπόνοιες, διότι η τοποθέτησή του στην διεύθυνση του Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου, στα τέλη του 1943, παρεμποδίσθηκε από τον εγνωσμένων εθνικοσοσιαλιστικών φρονημάτων Κοσμήτορα της «Εταιρείας Kάϊζερ Γουλιέλμος», παρά τις περί του εναντίου προσπάθειες του Ναυάρχου Κανάρη και του Χέλμουτ Τζαίημς φον Μόλτκε (αμφότεροι εμβληματικές μορφές της Αντιστάσεως).

Ο Berthold Schenk Graf von Stauffenberg είχε σημαντικό και αυτοτελή ρόλο στην Στρατιωτική Αντίσταση, όπως καταδεικνύεται από το εύρος και την πυκνότητα των επαφών του προς τους αντιφρονούντες, διαρκούντος του πολέμου, και συγκεκριμένα από το 1942. Υπό το φως της ιστορικής ερεύνης καθίσταται φανερό ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για κάποιον, ο οποίος έφερε «απλώς» την ιδιότητα του «αδελφού του Claus». Απ’ εναντίας, ο Berthold αναδεικνύεται σε συνεργάτη «αναντικατάστατο για τον αδελφό του» [23]. Τις παραμονές της απόπειρας δολοφονίας του Χίτλερ (20 Ιουλίου 1944) ο Berthold von Stauffenberg ήταν, πλέον, ο στενότερος και πιο έμπιστος συμμαχητής του ήρωα αδελφού του: Τον συμβούλευε επί πλείστων όσων ζητημάτων πολιτικής, νομικής, διεθνοδικαιικής και φιλοσοφικής φύσεως. Εκπονούσε, βάσει της αρίστης γνώσεώς του και σύμφωνα με τις οδηγίες του Claus, αναρίθμητα σχεδιάσματα και κείμενα, σχετικά με την επικειμένη «Επιχείρηση Βαλκυρία», όπως ήταν η κωδική ονομασία της απόπειρας δολοφονίας του Χίτλερ και της καταλήψεως της εξουσίας από τους αντιφρονούντες Στρατιωτικούς [24].
Ο Berthold von Stauffenberg συμμετείχε σε πολυάριθμες μυστικές συσκέψεις και συζητήσεις, που σκοπό είχαν να διερευνήσουν τους καλυτέρους για την (μαχόμενη σε πολλά μέτωπα και δει- νώς χειμαζόμενη) Γερμανία τρόπους αποτινάξεως του ναζιστικού καθεστώτος. Η αποδοχή της ιδέας της «βασιλοκτονίας» (ή «τυραννοκτονίας») δεν ήταν διόλου εύκολη υπόθεση για Αξιωματικούς με αυτήν την συγκεκριμένη ανατροφή και οι οποίοι, επιπροσθέτως, θεωρούσαν ότι δεσμεύονταν από τον Όρκο τους έναντι του Αρχηγού του Κράτους, Καγκελλαρίου και Αρχιστρατήγου. Επιχειρήματα θεολογικής, φιλοσοφικής, πολιτικής, νομικής και στρατιωτικής φύσεως εγείρονταν υπέρ της μιας ή της άλλης απόψεως και συζητούνταν διεξοδικά. Εν επιγνώσει του τυπικώς παρανόμου της ενεργείας τους, οι αντιφρονούντες Στρατιωτικοί ασπάσθηκαν τελικώς την άποψη περί του θεμιτού της Τυραννοκτονίας. Η μελέτη του υλικού των σχετικών διαλόγων θα έκανε ακόμη
και ακαδημαϊκούς ειδήμονες περί τον Αριστοτέλη ή την Αντιγόνη του Σοφοκλέους να ζηλέψουν για το εύρος των γνώσεων και το εκτενές της επιχειρηματολογίας.
Ομοίως κρίσιμο ήταν και το συνακόλουθο ερώτημα περί του τι έμελλε γενέσθαι την επομένη ημέρα [25]. Βεβαίως, το παροιμιώδες «παράθυρο ευκαιρίας», για να δανεισθούμε μία σύγχρονη έκφραση του συρμού, φάνηκε να ανοίγει με την επιτυχή απόβαση των Δυτικών Συμμάχων στην Νορμανδία (6 Ιουνίου 1944). Η προσέγγιση της Στρατιωτικής Αντιστάσεως με τους προελαύνοντες Αγγλο-Αμερικανούς φαινόταν περισσότερο εφικτή παρά ποτέ, ου μην αλλά και επιτακτική και επείγουσα, αφού μόνον κατόπιν μιας συνεννοήσεως με τους Δυτικούς θα μπορούσαν οι Γερμανοί Στρατιωτικοί να αφοσιωθούν στην αντιμετώπιση της σοβιετικής απειλής, την οποία αξιολογούσαν ως πολύ κρισιμότερη για την ίδια την ύπαρξη της Γερμανίας. Στο πλαίσιο αυτό, η εξόντωση του Χίτλερ και η εγκαθίδρυση μιας νέας, έστω μεταβατικής, Γερμανικής Κυβερνήσεως εθεωρούντο όροι εκ των ων ουκ άνευ πάσης συνεννοήσεως με τους Αγγλο-αμερικανούς, δοθέντος ότι οιαδήποτε διαβούλευση των τελευταίων με τον Φύρερ ήταν αδιανόητη [26].

Σε όλες αυτές τις περιπετειώδεις και αγωνιώδεις αναζητήσεις ο Berthold Schenk Graf von Stauffenberg διαδραμάτισε πρωταγωνιστικό ρόλο, συν τοις άλλοις εξ αιτίας και των νομικών και διεθνοδικαιικών γνώσεών του αλλά και της εν γένει παιδείας του. Αναλόγως βαρύ ήταν το τίμημα που εκλήθη να καταβάλει όταν η επιχείρηση ανατροπής του Χίτλερ απέτυχε. Ο Ανώτερος Ναυτοδίκης του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού συνελήφθη ήδη το απόγευμα της 20ής Ιουλίου 1944, στο Βερολίνο. Είχε δε το θλιβερό προνόμιο να δει να παίρνουν τον αδελφό του, Συνταγματάρχη Claus Schenk Graf von Stauffenberg, τον Ήρωα Πολέμου και φυσικό αυτουργό της απόπειρας δολοφονίας του Χίτλερ, τον «άνδρα με το ένα μάτι και το ένα χέρι», από το κελλί, για να τον οδηγήσουν στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Άξιον μνείας είναι, εξ άλλου, το γεγονός ότι ο Αξιωματικός του Ναυτικού δεν λύγισε μπροστά στην GESTAPO (Geheime Staatspolizei: η διαβόητη για τις μεθόδους της Υπηρεσία Μυστικής Κρατικής Ασφαλείας του Τρίτου Ράιχ). Η αναφορά της GESTAPO για την ανάκριση του Ανωτέρου Ναυτοδίκη Berthold Schenk Graf von Stauffenberg έγραφε ότι ο περί ου ο λόγος υπήρξε «ένας εκ των πολύ λίγων» που παρέμειναν «πλήρως ανεπίδεκτοι μαθήσεως και φανατικοί» [27]. Η λακωνική δήλωσή του χαρακτηρίσθηκε «ως το σαφέστερο και (συνάμα) δριμύτερο “κατηγορώ” κατά του Χίτλερ που ίσως εγράφη ποτέ...» [28]. Σύμφωνα με την συγκλονιστική ρήση ενός Γερμανού συγγραφέα, «εδώ αποκαλύπτεται ένας τύπος Γερμανού, ο οποίος, ως εκ των θρησκευτικών, πολιτικών και ουμανιστικών καταβολών του, ήταν απολύτως απελευθερωμένος από τον Χίτλερ και τον Εθνικοσοσιαλισμό.» [29]

Ο Ναυτοδίκης καταδικάσθηκε εις θάνατον από το «Ανώτατο Λαϊκό Δικαστήριο» του Ράιχ στις 10 Αυγούστου 1944 και εντός της ιδίας ημέρας εξετελέσθη δι’ απαγχονισμού, από κοινού με τον Πλωτάρχη Alfred Kranzfelder και τον έφεδρο Υπολοχαγό Fritz Dietlof Graf von der Schulenburg.



Ο Πλωτάρχης Αλφρέδος Κραντσφέλντερ (Alfred Kranzfelder)
(Quelle: © Presse- und Informationszentrum Marine)

Ο Πλωτάρχης Alfred Kranzfelder
Ο Αλφρέδος Κραντσφέλντερ (Alfred Kranzfelder) γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1908 στο Kempten, στην ορεινή περιοχή Allgaeu της Βαυαρίας.
Αποφοίτησε από σχολείο Ιησουϊτών και ενετάχθη στο Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό στις 4 Απριλίου 1927.
Εξ αιτίας του θανάτου του πατέρα του και των οικογενειακών οικονομικών δυχερειών που προέκυψαν εξ αυτού, ο Άλφρεντ Κραντσφέλντερ δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την επιστημονική ή καλλιτεχνική διαδρομή προς την οποία φέρεται να είχε κλίση. Εν τούτοις, το Πολεμικό Ναυτικό τον ενθουσίασε, ιδίως ένεκα της δυνατότητας μακρών ταξιδίων και της συνακόλουθης γνωριμίας πολλών χωρών και πολιτισμών. «Πολιτιστικό ενδιαφέρον» είναι κάτι το οποίο πιστώνει στον νεαρό δόκιμο η βιβλιογραφία [30].
Κατά την διάρκεια της φοιτήσεώς του στην Σχολή του Πολεμικού Ναυτικού του Μύρβικ, ο Alfred Kranzfelder διακρίθηκε για τις επιδόσεις του και επελέγη ως Αρχηγός της Τάξεώς του. Την 1η Απριλίου του 1929 αναγορεύθηκε Σημαιοφόρος και την 1η Οκτωβρίου 1931 προήχθη σε Ανθυποπλοίαρχο.
Μεταξύ άλλων φοίτησε στην Σχολή Ναυτικού Πυροβολικού του Κιέβου. Πολεμική εμπειρία απέκτησε στο κατάστρωμα του θωρηκτού «Ναύαρχος Σέερ» (Admiral Scheer), το οποίο συμμετέσχε στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Την 1η Οκτωβρίου 1936 προήχθη σε Πλωτάρχη. Εξ αιτίας ενός προβλήματος υγείας, όμως, απομακρύνθηκε από τα πλοία και ανέλαβε υπηρεσία από 29ης Φεβρουαρίου 1940 στο Τμήμα Επιχειρήσεων (Operationsabteilung) της Διευθύνσεως Ναυτικού Πολέμου (Seekriegsleitung), με καθήκοντα στους τομείς του Διεθνούς Δικαίου και της Πολιτικής (Referate Ic & Ii). Η αξιολόγησή του υπό των ανωτέρων του παρέμεινε πάντοτε αρίστη. Την 1η Σεπτεμβρίου 1941 προήχθη σε Αντιπλοίαρχο [31].

Ο Έφεδρος Πλωτάρχης (και Καθηγητής Πανεπ/μίου) Kurt Bauch απέδωσε μεταπολεμικώς την προσωπογραφία του Kranzfelder ως εξής:

«Ο Kranzfelder ήταν ένας έξοχος Αξιωματικός, ο τύπος του διανοουμένου Αξιωματικού του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, με μαθηματικά-επιστημονικά ενδιαφέροντα και ικανότητες. Ήταν αυστηρών βαυαρικών-καθολικών αρχών, με εξαιρετικά ταλαντούχο προσωπικότητα, και άφοβος.» [32].

Η τύχη – ή, μάλλον, ο τομέας ευθύνης του – το έφερε έτσι, ώστε ο εν λόγω Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, μαζί με τους λοιπούς συναδέλφους του των προαναφερθέντων Γραφείων Πολιτικής και Διεθνούς Δικαίου του Τμήματος Επιχειρήσεων της Διευθύνσεως Ναυτικού Πολέμου, να αποκτήσουν πρόσβαση σε ακριβείς και μη λογοκριθείσες αναφορές περί της πολιτικοστρατιωτικής καταστάσεως του πολέμου.

Αυτό φαίνεται, κατά την κρίση των ερευνητών της Γερμανικής Ναυτικής Ιστορίας, να εξηγεί το αξιοσημείωτα υψηλό ποσοστό συμμετοχής Αξιωματικών αυτών των Γραφείων στην Στρατιωτική Αντίσταση κατά του ναζιστικού καθεστώτος. Πράγματι, πέραν του προαναφερθέντος Alfred Kranzfelder, συμμετείχαν οι εξής συνάδελφοί του: 
ο Πλωτάρχης Sydney Jessen,
ο Αντιπλοίαρχος Arnold Mardersteig,
ο Πλωτάρχης Kurt Bauch,
ο Ναύαρχος της Ναυτικής Δικαιοσύνης Curt Eckhardt.

Σε αυτούς, βεβαίως, οφείλει να προστεθεί και ο προαναφερθείς Ανώτερος Ναυτοδίκης Berthold Schenk Graf von Stauffenberg [33]. Σημειωτέον ότι άπαντες οι προαναφερθέντες ήσαν Διδάκτορες Πανεπιστημίων, ειδικώτερα δε ο Έφεδρος Πλωτάρχης Kurt Bauch ήταν Καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης.

Ο Πλωτάρχης Kranzfelder συνδεόταν με ιδιαίτερη φιλία με τον Ανώτερο Ναυτοδίκη von Stauffenberg, καθώς και με τον Πλωτάρχη Jessen. Λόγω του τομέα ευθύνης του, εξ άλλου, είχε την δυνατότητα να διαθέτει διαρκή και ακριβή εικόνα της πραγματικής πολεμικής εξελίξεως, γεγονός το οποίο ενίσχυσε τα μέγιστα τον σκεπτικισμό του αναφορικά με την δυνατότητα της «Τελικής Νίκης», που προπαγάνδιζε το καθεστώς. Συνάμα πύκνωναν οι ενδοιασμοί του Αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού ως προς το διεθνοδικαιικώς νόμιμον των γερμανικών ενεργειών, τους οποίους συμμερίζονταν και οι συνεργάτες και συνομιλητές του [34].

Το φθινόπωρο του 1943, ο Ναυτοδίκης Berthold von Stauffenberg μύησε τον Πλωτάρχη Kranzfelder στα σχέδια ανατροπής του Χίτλερ. Στην πρώτη, υπαινικτική, κρούση του Stauffenberg ότι ο Φύρερ «θα πρέπει πια να βγει από την μέση», ο Kranzfelder απήντησε με την παρατήρηση ότι «δεν ευρίσκεται κανείς για κάτι τέτοιο». Ο Stauffenberg ανταπήντησε ότι «ασφαλώς υπάρχουν άνθρωποι γι’ αυτό, διότι ούτε οι Στρατηγοί πλέον υποστηρίζουν την πολιτική του Χίτλερ» [35]. Και εξήγησε στον συνομιλητή του ότι αυτή η στάση των Στρατηγών οφείλεται καθοριστικά στην έλλειψη προοπτικής της στρατιωτικής καταστάσεως, η οποία μακροπροθέσμως απειλεί την ίδια την ύπαρξη του Γερμανικού Ράιχ. Η μόνη λύση ήταν η συνεργασία με τους Δυτικούς Συμμάχους εναντίον της εξ ανατολών απειλής, αλλά «εμπόδιο μιας τέτοιας λύσεως στέκεται ο Αδόλφος Χίτλερ» [36].

Ο Πλωτάρχης Kranzfelder ανέπτυξε την ανατρεπτική του δράση από το φθινόπωρο του 1943 και εξής. Ακολούθησαν αλλεπάλληλες πυρετώδεις συσκέψεις με τον Berthold von Stauffenberg καθώς και με τον Πλωτάρχη Jessen, τον οποίο προσεταιρίσθηκαν. Μετά ταύτα, προσέγγισαν τον Πλοίαρχο Max Kupfer, Προϊστάμενο του –κρίσιμου– Τμήματος Διαβιβάσεως Πληροφοριών της Διευθύνσεως Ναυτικού Πολέμου. Ο Πλοίαρχος Κούπφερ προσχώρησε στην Στρατιωτική Αντίσταση και υποσχέθηκε να παράσχει ακώλυτη διαβίβαση όλων των αναγκαίων τηλεγραφημάτων την χρονική στιγμή διενεργείας της απόπειρας κατά του Χίτλερ. Δυστυχώς, όμως, μετατέθηκε και, έτσι, την κρίσιμη στιγμή δεν ήταν σε θέση να εκπληρώσει την υπόσχεσή του.

Τους πρώτους μήνες του έτους 1944, οι ελπίδες του Πλωτάρχου Kranzfelder για την διενέργεια του περιθρύλητου στρατιωτικού πραξικοπήματος προς ανατροπή του Χίτλερ έμοιαζαν μειωμένες. Μετά την απόβαση στην Νορμανδία, και συνεπεία αυτής, έβλεπε μάλιστα να ελαχιστοποιούνται οι προοπτικές επιτυχίας ενός τέτοιου εγχειρήματος, δοθέντος ότι, κατά την εκτίμησή του, την οποία συμμεριζόταν και ο Berthold von Stauffenberg, θεμελιώδης προϋπόθεση της ενάρξεως διαπραγματεύσεων με τους Δυτικούς Συμμάχους, και της αίσιας εκβάσεώς τους, αποτελούσε η ύπαρξη σταθερών μετώπων.

Προτομή του Κλάους φον
Στάουφενμπεργκ
(Claus Schenk Graf von Stauffenberg).
Έργο του Frank Mehnert (1930).
ΦΩΤΟ: Adam Carr/en.wikipedia

Παρά ταύτα, ο Αξιωματικός του Ναυτικού εξεδήλωσε την υποστήριξή του προς το κίνημα, ευθύς μόλις ο Berthold von Stauffenberg τον πληροφόρησε για την απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ, που επρόκειτο να λάβει χώρα την 20η Ιουλίου 1944 στο οχυρό Στρατηγείο του Φύρερ στο Μπαίλντε.

Μολονότι δεν πίστευε και πολύ στην επιτυχία του εγχειρήματος, ο Πλωτάρχης Kranzfelder φέρεται να υιοθέτησε τα λόγια του Συνταγματάρχου Claus von Stauffenberg: «Ουδεμία άλλη επιλογή υπάρχει. Διέβημεν τον Ρουβίκωνα» [37].

Τις παραμονές της απόπειρας κατά του Χίτλερ, ο Kranzfelder είχε αναδειχθεί σε έναν εκ των στενοτέρων συνεργατών και σπουδαιοτέρων πληροφοριοδοτών του Stauffenberg. Ο ρόλος του συνίστατο, συγκεκριμένα, στην παρατήρηση της καταστάσεως στην έδρα της Διευθύνσεως Ναυτικού Πολέμου, στο Μπέρναου του Βερολίνου, και στην συνακόλουθη εκπόνηση και αποστολή αναφοράς (κωδική ονομασία «Κοράλλι») για το κρίσιμο ζήτημα του πώς θα συμπεριφέρονταν, μετά την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος, ο Μέγας Ναύαρχος Κάρολος Νταίνιτς (Karl Doenitz), Αρχηγός του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, και ο Ναύαρχος Γουλιέλμος Μάϊζελ (Wilhelm Meisel), από 1ης Μαΐου 1944 Διευθυντής της Διευθύνσεως Ναυτικού Πολέμου – ιδιαιτέρως  δε πώς θα αντιδρούσαν οι κορυφές του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού στην εντολή που θα τους διεβιβάζετο να παρουσιασθούν αμέσως ενώπιον του Στρατάρχου Έρβιν φον Βιτσλέμπεν (Erwin von Witzleben) [38]. Εν ανάγκη, ο Kranzfelder είχε εντολή να επέμβει και να συλλάβει τον Μ. Ναύαρχο Νταίνιτς. Δι’ αυτού του τρόπου έπρεπε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο εκδόσεως Διαταγών προς το Πολεμικό Ναυτικό, εκ μέρους της Ηγεσίας, οι οποίες θα οδηγούσαν στην παρεμπόδιση της επιθυμητής εκβάσεως του στρατιωτικού κινήματος.

Ο Kranzfelder θα ανέμενε τηλεφώνημα του Berthold von Stauffenberg, μετά την επιτυχή έκβαση της δολοφονικής απόπειρας κατά του Χίτλερ. Ο Berthold θα τον πληροφορούσε ότι «είναι ασθενής», σήμα ότι όλα είχαν εξελιχθεί σύμφωνα με το σχέδιο.
Προδήλως, το διακαώς αναμενόμενο τηλεφώνημα δεν ήλθε ποτέ, καθώς τα πράγματα εξελίχθηκαν πολύ διαφορετικά, όπως γνωρίζουμε.
Μετά την αποτυχία της δολοφονικής απόπειρας εναντίον του Χίτλερ (εκ της οποίας ο Φύρερ σώθηκε κυριολεκτικώς ως εκ θαύματος) και την επακόλουθη αποκάλυψη της ευρύτερης συνομωσίας, τα ίχνη του Ναυτοδίκη οδήγησαν και στον στενό του φίλο και συνεργάτη, Πλωτάρχη Kranzfelder. Συνελήφθη στις 24 Ιουλίου 1944 και οδηγήθηκε στο Βερολίνο, για να παραδοθεί στην Γκεστάπο. Κατά την διάρκεια των ανακρίσεων, ο Αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού επέμεινε στις ενέργειές του, ενώ απήντησε στο ερώτημα «γιατί δεν κατέδωσε πράξεις εσχάτης προδοσίας», επικαλούμενος την αρχή της φιλίας: «Δεν μπορούσα να προδώσω σύντροφο» δήλωσε, εννοώντας αμφοτέρους τους αδελφούς Stauffenberg καθώς και τους λοιπούς Αξιωματικούς-συναδέλφους του [39]. Καταδικάσθηκε από το Ανώτατο Λαϊκό Δικαστήριο του Ράιχ εις θάνατον στις 10 Αυγούστου 1944 και απαγχονίσθηκε ευθύς αμέσως.

Συμπερασματικές παρατηρήσεις
Η εχθρική στάση των προαναφερθέντων Αξιωματικών του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού – και πολλών άλλων συναδέλφων τους – έναντι του ναζιστικού καθεστώτος απέρρεε πρωτίστως από την προσήλωσή τους στις κλασσικές ανθρωπιστικές και χριστιανικές αρχές, με τις οποίες είχαν γαλουχηθεί, και για την δριμύτατη παραβίαση των οποίων δυσφορούσαν ολοένα και περισσότερο και επέκριναν το καθεστώς.

Αναντιλέκτως, είναι αξιοσημείωτο ότι αρχικά, όπως και η τεράστια πλειονότητα των Αξιωματικών, αλλά και των πολιτών εν γένει, διέκειντο και αυτοί φιλικά έναντι ορισμένων πτυχών και διακηρύξεων του εθνικοσοσιαλιστικού κινήματος: γέννημα της εποχής τους, συμμερίζονταν την ανάγκη να επέλθει εθνική αναγέννηση της ηττημένης και δεινώς ταπεινωμένης Γερμανίας, υπέρβαση της κομματοκρατίας, φαυλοκρατίας και διαφθοράς της ασταθούς και προβληματικής Μεσοπολεμικής Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, υπεύθυνη και ισχυρή κυβέρνηση που θα δρα επ’ ωφελεία του δημοσίου συμφέροντος κ.λ.π.
Έγραφε χαρακτηριστικά ο ίδιος ο Berthold von Stauffenberg: «Στο εσωπολιτικό πεδίο επικροτούσαμε τις βασικές ιδέες του Εθνικοσοσιαλισμού, ως επί το πλείστον: η ιδέα της Αρχής του Φύρερ, της στιβαρής ηγεσίας των ειδημόνων, συνδεδεμένη με μία υγιή ιεραρχική τάξη και με την ιδέα της εθνικής κοινότητας, η θεμελιώδης αρχή «το κοινό συμφέρον προηγείται του ατομικού», ο αγώνας κατά της διαφθοράς, η ενίσχυση του αγροτικού στοιχείου…, η βούληση μιας νέας γερμανικής τάξεως… (όλα αυτά) μας φαίνονταν υγιή και ελπιδοφόρα.» Πλην όμως, αυτές «οι βασικές αρχές, κατά την εφαρμογή τους από το καθεστώς, αντεστράφησαν σχεδόν όλες στο αντίθετό τους.» [40]
Ο Berthold von Stauffenberg, όπως και ο αδελφός του –και εκατομμύρια άλλων Γερμανών– είχαν αρχικά επιδοκιμάσει τις εθνικιστικές ιδέες του Εθνικοσοσιαλισμού, κατ’ αρχήν και επί της ουσίας, αλλά θεωρούσαν ορισμένες απόψεις του καθεστώτος και υπερβολικές και καθ’ υπερβολήν εφαρμοζόμενες.
Κυρίως δυσανασχετούσαν, όπως και μία μεγάλη μερίδα Αξιωματικών, με τα εγκλήματα πολέμου και τα έκτροπα εις βάρος αμάχων, ιδίως δε με το ζήτημα των διώξεων των Εβραίων και του εγκλεισμού τους σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Στα γραπτά του ο Ανώτερος Ναυτοδίκης φον Στάουφφενμπεργκ, αναφερόμενος στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τα εγκλήματα κατά των Εβραίων, εξέφραζε την γνώμη ότι «οι Γερμανοί υπαίτιοι θα όφειλαν να λογοδοτήσουν για την διαπραχθείσα αδικία, προ της ήττας, (διότι) το όφειλαν αυτό (οι Γερμανοί) στον εαυτό τους και στον κόσμο – και καμία θυσία δεν θα ήταν αρκετή εν προκειμένω.» [41]
O Αξιωματικός της Ναυτικής Δικαιοσύνης, ο Πλωτάρχης Alfred Kranzfelder, ο Ναύαρχος Wilhelm Franz Canaris και τόσοι άλλοι αποτελούν τυπικά παραδείγματα Γερμανών Αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού (και όχι μόνον) της εποχής εκείνης: Ασπάζονταν μεν τις αντιλήψεις περί εθνικής ανατάσεως, οικονομικής εξυγιάνσεως, αποκαταστάσεως του διεθνούς κύρους της χώρας τους
και στιβαρής και αποτελεσματικής ηγεσίας, πλην όμως αποστρέφονταν τον παροξυσμό αυταρχικής βίας και τις φυλετικές και πολιτικές διώξεις στο εσωτερικό του κράτους και την υπερφίαλη, αλαζονική και, εν τέλει, λίαν επικίνδυνη για τα καλώς εννοούμενα γερμανικά εθνικά συμφέροντα και τους λελογισμένους εθνικούς σκοπούς επεκτατική πολιτική του χιτλερικού καθεστώτος στο εξωτερικό.

Οι σκέψεις και εκμυστηρεύσεις τους αντικατοπτρίζουν, για μεγάλο διάστημα, την (επανειλημμένως διαπιστωθείσα) αντιφατικότητα και αμφισημία των αντιλήψεων και θέσεων εκείνων των Αξιωματικών που προσχώρησαν στην λεγόμενη Εθνικο-Συντηρητική Αντιπολίτευση και στην Στρατιωτική Αντίσταση κατά του Χίτλερ, μολονότι είχαν, αρχικά, συμπράξει ή, έστω, επικροτήσει την άνοδο του Ναζισμού στην αρχή. Κατά κανόνα, η προσχώρησή τους στην Αντίσταση υπαγορευόταν από την ωρίμαση της βουλήσεώς τους να μη συνεχίσουν να φέρουν στους ώμους τους το βάρος της ευθύνης (και σταδιακώς: της ενοχής) για την πολιτική ενός καθεστώτος, που προδήλως ήταν κάτι ποιοτικώς διάφορον από μία συνήθη στιβαρή, συντηρητική μορφή διακυβέρνησης, έστω επί το αυταρχικώτερον – και το οποίο καθεστώς ερχόταν ολοένα και πιο απροκάλυπτα σε ευθεία αντίθεση με τις κλασσικές ουμανιστικές και συντηρητικές χριστιανικές (καθολικές ή ευαγγελικές) αρχές και αξίες, με τις οποίες είχαν γαλουχηθεί οι Αξιωματικοί εκείνοι.

Η «οδός προς την Ταρσό» ήταν για τους Αξιωματικούς του Γερμανικού Ναυτικού η συνειδητοποίηση της «υφαρπαγής της εξουσίας» (Machtergreifung) και του κράτους (το οποίο τόσο είχαν μάθει να τιμούν, να σέβονται και να υπηρετούν) από έναν άθλιο εσμό ανθρώπων, που προ ουδενός ορρωδούσαν: «Αντί “χαρισματικών” ηγετών ήλθαν σε γενικές γραμμές στην κορυφή “ανθρωπάκια”, τα οποία ασκούσαν μιαν ανεξέλεγκτη εξουσία», σημείωνε ένας εκ των προαναφερθέντων Αξ/κών [42]. Ιδιαιτέρως τους ενοχλούσε ότι «υπεδαυλίζετο το μίσος» - κατά των ανωτέρων τάξεων, κατά των διανοουμένων, κατά των Εβραίων - και γενικώς «αφυπνίζετο όσο το δυνατόν περισσότερο το φθονερό ένστικτο του μικροαστού» [43]. Ο Ντήτλοφ φον ντερ Σούλενμπουργκ (Dietlof von der Schulenburg) εξέφρασε ακόμη πιο εύστοχα το τι σήμαινε το καθεστώς της εποχής: «Βία χωρίς μέτρο, μέσα και έξω».

Η διάβαση του Ρουβίκωνα, η απόπειρα Τυραννοκτονίας και η μετάβαση στο επόμενο - και τελικό - στάδιο της επιχειρήσεως ανατροπής του Δικτάτορα υπήρξε γι’ αυτήν την μερίδα των Αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού η φυσική και αναμενόμενη κατάληξη. Ο αγώνας τους – εν πολλοίς μάταιος, εκ προοιμίου καταδικασμένος σε αποτυχία και χωρίς την παραμικρή πολιτική στήριξη από πλευράς Δυτικών Συμμάχων – είχε γι’ αυτούς ακριβώς τους λόγους τον χαρακτήρα του τραγικού. Εν τέλει, επρόκειτο για μια απέλπιδα «Εξέγερση Συνειδήσεως» (Aufstand des Gewissens), μιαν ύστατη απόπειρα να διασώσουν την τιμή των οικογενειών τους, του Όπλου τους και της Πατρίδας τους.
http://perialos.blogspot.gr/2014/01/blog-post_31.html
 

Για το Α΄ΜΕΡΟΣ πιέσατε ΕΔΩ
Για το Β’ ΜΕΡΟΣ πιέσατε ΕΔΩ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[22] (…) Strebel, “In memoriam. Berthold Schenk Graf von Stauffenberg (1905-1944)“, εις: Zeitschrift fuer auslaendisches oeffentliches Recht und Voelkerrecht, τόμ. XIII, 1950/51, σελ. 14-16.
[23] Hoffmann, Peter, Claus Schenk Graff von Stauffenberg und seine Brueder, Stuttgart, 1992, σελ. 450.
[24] Όρα ανωτ., σελ. 394.
[25] Όρα ανωτ., σελ. 57,189,435 κ.εξ.
[26] Όρ. ανωτ., σελ. 111.
[27] Σύμφωνα με Zeller, Eberhard, Geist der Freiheit. Der Zwanzigste Juli, Muenchen, 1965, σελ. 377, υποσημ. 37.
[28] Όρ. ανωτ.
[29] Όρ. ανωτ.
[30] Achmann, Klaus, “Korvettenkapitaen Kranzfelder. Marineoffizier gegen Hitler”, Sicherung des Friedens e.V. (Hrsg.), Briefdienst, Nr. 7/8, 10 Jg. (1900), σελ. 4.
[31] Όρ. ανωτ.
[32] Salewski, Michael, Die deutsche Seekriegsleitung 1935-1945, τόμ 2, Muenchen, 1975, σελ. 435
[33] Walle, Heinrich, “Marineoffiziere im Widerstand gegen Hitler und das NSRegime“, εις: Marine-Forum, 7/8 (1994), σελ. 244.
[34] „Kaltenbrunner-Berichte“, όπ. ανωτ., σελ.
[35] Όρ. ανωτ., σελ. 115.
[36] Όρ. ανωτ., σελ. 116.
[37]Kaltenbrunner-Berichte“, όπ. ανωτ., σελ. 116-117.
[38] Όρ. ανωτ., σελ. 55.
[39] Kaltenbrunner-Berichte, σελ. 296 κ.εξ.
[40] Kaltenbrunner-Berichte, σελ. 447 κ.εξ.
[41] Hoffmann, σελ. 450.
[42] Όρα ανωτ., σελ. 453 και 456.
[43] Όρα ανωτ.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Abshagen, Karl Heinz, Canaris, Patriot und Weltbuerger, Stuttgart, 1949.

Achmann, Klaus, “Korvettenkapitaen Kranzfelder. Marineoffizier gegen Hitler”, Sicherung des Friedens e.V. (Hrsg.), Briefdienst, Nr. 7/8, 10 Jg. (1900).

Bethge, Eberhard, Dietrich Bonhoeffer. Theologe, Christ, Zeitgenosse.

Eine Biographie, Guetersloh, 2001.

Brissaud, Andre, Canaris. Chef des deutschen Geheimdienstes, Frankfurt am Main, 1979 (έκδοση γαλλικού πρωτοτύπου: Paris, 1970).

Ηλιόπουλος, Ηλίας, «Η Εγκαθίδρυση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης», Ιστορικά Θέματα, τ. 46, Δεκέμβριος 2005, σελ. 92-104.

Hoehne, Heinz, Canaris. Patriot im Zwielicht, Muenchen, 1978.

Hoffmann, Peter, Claus Schenk Graff von Stauffenberg und seine Brueder, Stuttgart, 1992.

Jacobsen, Hans-Adolf, “Spiegelbild einer Verschwoerung”. Die Opposition gegen Hitler und der Staatsstreich vom 20. Juli 1944 in der SD-Berichterstattung. Geheime Dokumente aus dem ehemaligen Reichssicherheitshauptamt, τόμοι 2, Stuttgart, 1984.

Meinl, Susanne, Nationalsozialisten gegen Hitler. Die nationalrevolutionaere

Opposition um Friedrich Wilhelm Heinz, Berlin, 2000.

Μilitaergeschichtliches Forschungsamt (Hrsg.), Der militaerische Widerstand gegen Hitler und das NS-Regime 1933-1945, Herford / Bonn, 1984.

Pechel, Rudolf, Deutscher Widerstand, Zuerich, 1947.

Salewski, Michael, Die deutsche Seekriegsleitung 1935-1945, τόμ 2, Muenchen, 1975.

Schlabrendorff, Fabian von, Offiziere gegen Hitler, Zuerich / Wien / Konstanz, 1951.

Singer, Kurt, Spies and Traitors of World War II, New York, 1945.

Trevor-Roper, Hugh R., Hitlers letzte Tage, Zuerich, 1946.

Walle, Heinrich, “Marineoffiziere im Widerstand gegen Hitler und das NS-Regime“, Marine-Forum, 7/8 (1994).

Zeller, Eberhard, Geist der Freiheit. Der Zwanzigste Juli, Muenchen, 1965.

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2014

Το Γερμανικό Πολεμικό Ναυτικό και η αντίσταση κατά του Χίτλερ Β ΜΕΡΟΣ


Β ΜΕΡΟΣ

Του Δρ. Ηλία Ηλιόπουλου
Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής (Dr. phil)
του Λουδοβικείου-Μαξιμιλιανείου Πανεπ/μίου Μονάχου

Περί Αλός

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση»,
τ. 577, σελ. 47, ΙΟΥΝ – ΑΥΓ 2011. Αναδημοσίευση στο
Περί Αλός με την έγκριση της «Ναυτικής Επιθεωρήσεως»

…συνέχεια από το Α΄ΜΕΡΟΣ

Παρά ταύτα, ο τρόπος ενεργείας των Υπηρεσιών Ασφαλείας του καθεστώτος, όπως φάνηκε και κατά την κρίση περί τον Στρατηγό φον Φριτς, ο οποίος εξαναγκάσθηκε σε αποχώρηση κατά τρόπον εξευτελιστικό, έκαμε τον Κανάρη να αρχίσει πλέον να ενεργεί συνειδητά με σκοπό την διατήρηση μιας ενδοσυστημικής ισορροπίας και την αποσόβηση των προσπαθειών των πολιτικά χρωματισμένων Υπηρεσιών Ασφαλείας να ανατρέψουν το ισοζύγιο ισχύος εντός του υφισταμένου συστήματος εξουσίας. Όπως και ο Στρατηγός Μπεκ (Beck) ή ο αποπεμφθείς Φριτς (Freiherr von Fritsch), στην κορυφή της Ιεραρχίας, αλλά και ένας αυξανόμενος αριθμός συναδέλφων του σε όλα τα κλιμάκια της Ιεραρχίας όλων των Όπλων, ο Κανάρης αντιμετώπιζε, ολοένα και περισσότερο, με περίσκεψη την όλη φιλοσοφία και τον τρόπο ενεργείας του νέου καθεστώτος, θεωρώντας ότι ορισμένα πράγματα σαφώς αντέβαιναν στις συντηρητικές-χριστιανικές αρχές του και εκτιμώντας ότι η αυξανόμενη επιρροή των κομματικών / καθεστωτικών Υπηρεσιών Ασφαλείας θα αποτελούσε αιτία δεινών και για το Στράτευμα και για την Γερμανία. Την λύση αναζητούσε, μαζί με τόσους άλλους, στην μεταρρύθμιση του καθεστώτος εκ των έσω.

Το κρίσιμο έτος 1938, ο Κανάρης βλέπει να υψώνεται απειλητικό το ενδεχόμενο πολεμικής εμπλοκής, εξ αιτίας της πολιτικής της Γερμανίας στο ζήτημα της «Κρίσεως της Σουδητίας» (Sudetenland), πρώην γερμανικής επαρχίας που είχε παραχωρηθεί βάσει της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο νεοϊδρυθέν κράτος της Τσεχοσλοβακίας, καίτοι εκεί διαβιούσε συμπαγής γερμανικός πληθυσμός 4,5 εκατομμυρίων ψυχών – και της οποίας Σουδητίας την αυτονόμηση, σε πρώτη φάση, και απόσχιση, μετέπειτα, από την επικράτεια της Πράγας ζητούσε εντόνως η γερμανική διπλωματία το φθινόπωρο του 1938. Ο Κανάρης έσφαλε στις εκτιμήσεις του, όπως και σύμπασα η Στρατιωτική Ηγεσία, που, όπως γνωρίζουμε από την έρευνα των Γερμανικών και Βρεταννικών Αρχείων, ανέμενε, κυριολεκτικά με «κομμένη την ανάσα», μιαν αποφασιστική και άκαμπτη στάση του Λονδίνου και των Παρισίων, για να κινηθεί προς ανατροπήν του Χίτλερ και εγκαθίδρυση νέας, στρατιωτικής κυβερνήσεως.

Ουδείς μπορούσε να φαντασθεί τότε ότι η Μεγάλη Βρεταννία και η Γαλλία, οι δύο Μεγάλες Νικήτριες Δυνάμεις του 1918 και εξ ορισμού θεματοφύλακες των Συνθηκών Ειρήνης και του διεθνούς εδαφικού και δικαιικού status quo, θα συναινούσαν, κατά την περιλάλητη Σύνοδο του Μονάχου, στην αναθεώρηση των Συνθηκών Ειρήνης του 1918-19 και θα πρόδιδαν την πιστή σύμμαχο και κατ’ εξοχήν «κράτος των Συνθηκών», Τσεχοσλοβακία, συναινώντας στην αυτονόμηση της τσεχοσλοβακικής επαρχίας της Σουδητίας, την οποία λυσσωδώς διεκδικούσε η ναζιστική Γερμανία, που είχε υψώσει, τα χρόνια εκείνα, το λάβαρο της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των «μειονοτήτων» (Minderheiten) και «εθνοτικών ομάδων» (Volksgruppen) ανά την Ευρώπη. Επρόκειτο για την γνωστή πολιτική – αλλά και νοοτροπία – του «Κατευνασμού» (Appeasement / Beschwichtigung), ένεκα της οποίας ο Βρεταννός Πρωθυπουργός Σερ Νέβιλλ Τσάμπερλαιν και οι ιθύνοντες της Γηραιάς Αλβιώνος τόσο στηλιτεύθηκαν τα αμέσως μεταπολεμικά χρόνια.

Θεωρώντας, ευλόγως, ότι οι Μεγάλες Δυνάμεις που είχαν ταχθεί να υπερασπίζονται το διεθνές δικαιικό και εδαφικό status quo – και δη η θαλασσοκράτειρα και οιονεί Ηγεμονική Δύναμη Μ. Βρεταννία – δεν θα έστεργαν, επ’ ουδενί, στην μεταβολή του καθεστώτος της Τσεχοσλοβακίας, επ’ ωφελεία μάλιστα του Γερμανικού Ράιχ και επί ζημία ενός κατ’ εξοχήν συμμάχου τους, όπως η Τσεχοσλοβακία, ο Κανάρης απηύθυνε επανειλημμένες προειδοποιήσεις προς την Ανωτάτη Ηγεσία της Βέρμαχτ και, ιδιαιτέρως, προς τον Αρχηγό Ναυτικού Ναύαρχο Ραίντερ, για την απειλή εμπλοκής σε έναν Ευρωπαϊκό Πόλεμο, όπως έλεγαν στην γλώσσα της εποχής, συνεπεία της τυχοδιωκτικής στάσεως του Χίτλερ επί του ζητήματος της Σουδητίας [11]. Πλην όμως, η έκβαση της Τσεχοσλοβακικής / Σουδητικής Κρίσεως όχι μόνον διέψευσε τις εκτιμήσεις πολλών συγχρόνων παρατηρητών (μεταξύ αυτών και του Κανάρη), αλλά κυρίως οδήγησε στο να καταγάγει ο Χίτλερ έναν περιφανή διπλωματικό θρίαμβο, και δη τον δεύτερο μέσα στην ίδια εκείνη χρονιά (είχε προηγηθεί η Προσάρτηση», το Anschluss, της ιδιαίτερης πατρίδας του Χίτλερ, Αυστρίας, στις αρχές του 1938). Έτσι χάθηκε μια πράγματι ιστορική ευκαιρία, την οποία διακαώς ανέμεναν οι κύκλοι της λεγομένης «Εθνικο-Συντηρητικής Αντιπολιτεύσεως» του Στρατού, να προκληθεί μείζων κρίση νομιμοποίησης του συστήματος, στο εσωτερικό της Γερμανίας, συνεπεία μιας σοβαρής εξωτερικής εμπλοκής, σε περίπτωση που οι Αγγλογάλλοι είχαν επιδείξει μέχρι τέλους σθεναρή στάση, κάτι το οποίο, τουλάχιστον από την οπτική γωνία των Στρατιωτικών και σύμφωνα με τα εκτενή σχέδιά τους, θα είχε οδηγήσει σε καθεστωτική μεταβολή.

Αντιθέτως, τώρα, ακόμα και οι πλέον δεδηλωμένοι αντίπαλοι του καθεστώτος δεν μπορούσαν παρά να χειροκροτήσουν την εντυπωσιακή όσο και αναίμακτη αποτίναξη, εν μέρει τουλάχιστον, των δεσμών της Συνθήκης των Βερσαλλιών, ενώ σε όλους, από τα δεξιά μέχρι τα αριστερά του πολιτικού φάσματος, φαινόταν κατ’ αρχήν θεμιτή και αξιέπαινη εξέλιξη η ενσωμάτωση, στον εθνικό κορμό, των γερμανικών πληθυσμών και μειονοτήτων, πρώτα της εναπομεινάσης (μετά την διάλυση της Αυτοκρατορίας των Αψβούργων) «γερμανικής» Αυστρίας και, μετέπειτα, της τσεχικής Σουδητίας.

Προϊόντος του χρόνου, και παραλλήλως προς την εξέλιξη των πολιτικών γεγονότων, εξελίσσονται και οι κατά περίσταση σκοποί του Κανάρη. Αρχικά, μέχρις ότου εκδηλωθεί η διεθνής κρίση, επιδιώκει την διατήρηση μιας κάποιας ισορροπίας εντός του γερμανικού συστήματος εξουσίας, και ειδικώτερα την ισορροπία μεταξύ Πολεμικού Ναυτικού (και Ενόπλων Δυνάμεων, εν γένει) και πολιτικών Υπηρεσιών Ασφαλείας του ναζιστικού καθεστώτος. Εν συνεχεία, από της εκδηλώσεως της κρίσεως της Σουδητίας και μέχρι της ενάρξεως του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Κανάρης επιδιώκει να αποσοβήσει την έκρηξη συρράξεως. Τέλος, μετά την 1η Σεπτεμβρίου του 1939, οι προσπάθειές του κατατείνουν στην αποσόβηση μιας επεκτάσεως του πολέμου και πέραν της Πολωνίας, δεδομένου ότι θεωρεί ένα γενικευμένο πόλεμο κατά της Αγγλίας και της Γαλλίας ολέθριο για την Γερμανία.

Ανάλογη υπήρξε και η εξέλιξη της περί Χίτλερ αντιλήψεως του Κανάρη. Αρχικά, δεν διέκειτο αρνητικά έναντι του επικεφαλής του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος. Όπως η συντριπτική πλειονότητα των συγχρόνων του, έβλεπε στον ανερχόμενο «αστέρα» της γερμανικής πολιτικής τον διακαώς αναμενόμενο ηγέτη που θα οδηγούσε την Γερμανία στην εθνική της ανάταση. Οι αντικομμουνιστικές πεποιθήσεις του Κανάρη συνέβαλαν, επίσης, στην πίστη για την αναγκαιότητα μιας στιβαρής, έως αυταρχικής, κυβερνήσεως, η οποία θα απέτρεπε την διολίσθηση της Γερμανίας σε δεινές εμφυλιοπολεμικές ατραπούς ή, ακόμα χειρότερα, στον δρόμο της Ρωσσίας. Φαίνεται, όμως, ότι ο συντηρητικών-χριστιανικών αρχών Κανάρης προτιμούσε μάλλον ένα αυταρχικό σύστημα διακυβερνήσεως ανάλογο εκείνου του Στρατηγού Φραγκίσκου Φράνκο στην Ισπανία (με την οποία, άλλωστε, ήταν ιδιαιτέρως εξοικειωμένος, λόγω μακροχρόνιας κατασκοπευτικής δράσεως και παραμονής εκεί) παρά αυτό που η επιστημονική βιβλιογραφία αποκαλεί ολοκληρωτικό σύστημα (όπως εκείνο του Χίτλερ).



Ο Ναύαρχος Γουλιέλμος Φραγκίσκος Κανάρης
με τα δυο σκυλάκια του. ΦΩΤΟ:
http://www.forosegundaguerra.com/viewtopic.php?f=34&t=12088

Γεγονός παραμένει, πάντως, ότι, ως Αξιωματικός, ο Κανάρης επετέλεσε το καθήκον του καθ’ όλη την διάρκεια της θητείας του και μέχρι της οριστικής παύσεως από τα καθήκοντά του τον Φεβρουάριο του 1944. Δεδομένου μάλιστα ότι προΐστατο μιας τόσο κρίσιμης θέσεως, μπορεί να λεχθεί, και έχει λεχθεί, ότι συνετέλεσε και αυτός στην επιτυχή έκβαση των σχεδιασμών και επιχειρήσεων της εθνικοσοσιαλιστικής Γερμανίας σε διάφορες φάσεις. Έτσι, ως επικεφαλής της Εξωτερικής Αντικατασκοπίας, ο Κανάρης είχε άμεση ανάμειξη, από κοινού με τον Στρατηγό Κάϊτελ, τον επικεφαλής της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοικήσεως (Oberkommando Wehrmacht), στην σχεδίαση και εκτέλεση της περιλάλητης «προβοκάτσιας» στον σταθμό του Γκλάϊβιτς, στην γερμανοπολωνική μεθόριο, στις 17 Αυγούστου 1939. Επρόκειτο για την σκηνοθεσία υποτιθεμένης επιθέσεως Πολωνών εναντίον του γερμανικού μεθοριακού σταθμού του Γκλάϊβιτς, η οποία αποσκοπούσε στο να προσδώσει την απαιτουμένη «νομιμοποίηση» στην επίθεση της Γερμανίας κατά της Πολωνίας που έμελλε να επακολουθήσει (τέτοιες περιπτώσεις σκηνοθετημένων «επιθέσεων» ή και «σφαγών» μάς είναι, εν τω μεταξύ, ιδιαιτέρως γνωστές από ανάλογα περιστατικά από τον χώρο της πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβίας, την δεκαετία του ’90 – ή από το επεισόδιο στον Κόλπο του Τον-Κινγκ την εποχή του Πολέμου του Βιετνάμ κ.ο.κ.).

Έκτοτε, από το 1939 και μέχρι τέλους της υπηρεσίας του, ο Αξιωματικός του Ναυτικού μοιάζει να ακροβατεί κυριολεκτικά μεταξύ, αφ’ ενός μεν, της πιστής εκπληρώσεως των καθηκόντων του, όπως είχε ταχθεί και ορκισθεί ως στρατιώτης και, αφ’ ετέρου, της ολοένα διογκούμενης αντιπάθειάς του έναντι του καθεστώτος, όπως αυτή απορρέει από το όλο αξιακό σύστημά του, αλλά και από την διαρκώς σωρευόμενη πείρα του. Είναι, ίσως, αυτός ο κατ’ εξοχήν λόγος, για τον οποίο ο Κανάρης τόσο πολύ αγαπήθηκε από ευρύτατες μάζες του γερμανικού λαού και κατέστη εμβληματική μορφή της πρώτης μεταπολεμικής γερμανικής γενιάς. Πιθανόν, χιλιάδες Αξιωματικών, αλλά και εκατομμύρια άλλων Γερμανών πολιτών, έβλεπαν στο πρόσωπό του τον άνθρωπο που ενσάρκωνε και την δική τους μοίρα: μεταξύ πιστής, μέχρι τέλους, εκτελέσεως του καθήκοντος, όπως είχαν διαπαιδαγωγηθεί επί γενεές γενεών, και απορρίψεως ενός καθεστώτος που, υπό συνθήκες ριζοσπαστικοποίησης, ολοένα και σαφέστερα απέκλινε από τις συντηρητικές αρχές, με τις οποίες ακριβώς είχαν γαλουχηθεί. Ο ίδιος ο Κανάρης φαίνεται ότι έφερε, από ενός σημείου και μετέπειτα, εμφανή - τουλάχιστον για τους στενούς συνεργάτες του - τα σημάδια αυτής της αέναης εσωτερικής πάλης. Ήδη από το 1942, οι τελευταίοι διακρίνουν στο πρόσωπο του προϊσταμένου τους κόπωση, αυξανόμενο αίσθημα παραιτήσεως, απαισιοδοξία - εν τέλει δε ακόμη και αστοχίες κατά την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων [12].

Την 21η Μαρτίου 1944, ο Κανάρης λαμβάνει επιστολή της Ανωτάτης Διοικήσεως του Πολεμικού Ναυτικού (Oberkommando der Kriegsmarine), όπου αναφέρεται ρητώς ότι «ο Ανώτατος Διοικητής του Πολεμικού Ναυτικού γνωρίζει στον Ναύαρχο Κανάρη, την 10η Μαρτίου 1944, ότι θα προβεί στην απομάκρυνσή του από την ενεργό Υπηρεσία από 30ης Ιουνίου 1944» [13].

Ο Κανάρης υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το αξίωμα του, αφ’ ης στιγμής ο Χίτλερ είχε, εν τω μεταξύ, υποκύψει στις απαιτήσεις του Αρχηγού των SS, Χάϊνριχ Χίμμλερ (Heinrich Himmler) περί ιδρύσεως μιας ενιαίας γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών.
Ο Αρχηγός των SS είχε δικαιολογήσει τις αξιώσεις του, μεταξύ άλλων, παραπέμποντας και στις επανειλημμένες «δυσλειτουργίες» του Γραφείου Αντικατασκοπίας της Βέρμαχτ. Η συγχώνευση, όμως, της Στρατιωτικής Αντικατασκοπίας και της κομματικής / πολιτικής Υπηρεσίας Ασφαλείας των SS, υπό την ηγεσία του Χίμμλερ, συνεπήγετο μία «απεριόριστη κυριαρχία των SS» - και αυτό ακριβώς επήλθε δυνάμει της Διαταγής του Φύρερ (Fuehrerbefehl) της 12ης Φεβρουαρίου 1944 [14].

Ο Ναύαρχος Κανάρης ετέθη υπό περιορισμόν στο φρούριο Λάουενσταϊν για ένα διάστημα και μέχρι της πλήρους διαλύσεως του Γραφείου Αντικατασκοπίας των Ενόπλων Δυνάμεων, τον Ιούνιο του 1944. Μετά την άρση του καθεστώτος περιορισμού του δεν επανήλθε μεν στην ενέργεια, αλλά ετέθη σε διαθεσιμότητα και, από των αρχών Ιουλίου 1944, μάλλον απροσδοκήτως, ανέλαβε την θέση του Επικεφαλής του Ειδικού Επιτελείου της Ανωτάτης Στρατιωτικής Διοικήσεως για τον Εμπορικό και Οικονομικό Πόλεμο, στο Βερολίνο. Δεν έμελλε, όμως, να παραμείνει στην νέα του θέση επί μακρόν, διότι εν τω μεταξύ έλαβε χώρα, την 20η Ιουλίου 1944, η απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ από τον Συν/χη Κλάους φον Στάουφφενμπεργκ και τους συνωμότες Αξιωματικούς. Στις 23 Ιουλίου ο Ναύαρχος Κανάρης συνελήφθη, κατόπιν ενοχοποιητικής εις βάρος του ομολογίας ενός πρώην συνεργάτη του, και ετέθη και πάλιν υπό περιορισμό στην Σχολή Συνοριακής Αστυνομίας στο Φύρστενμπεργκ [15]. Στις 25 Ιουλίου ο Βίλχελμ Φραντς Κανάρης επαύθη οριστικώς από την ενεργό υπηρεσία στο Πολεμικό Ναυτικό, [16] δυνάμει εντολής του Αρχηγού Ναυτικού, Μεγάλου Ναυάρχου Καρόλου Νταίνιτς (Karl Doenitz), ο οποίος, ως γνωστόν, παρέμεινε πιστός στον Φύρερ μέχρι τέλους. Από την Σχολή Συνοριακής Αστυνομίας, όπου προσωρινώς εκρατείτο, ο Κανάρης μεταφέρθηκε στην διαβόητη Πριντς -Άλμπρεχτ-Στράσσε (οδός Πρίγκηπα Αλβέρτου) του Βερολίνου, την ιδιόκτητη, τρόπον τινά, φυλακή του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ (Reichssicherheitshauptamt) της Κρατικής Μυστικής Αστυνομίας GESTAPO (Geheime Staatspolizei), όπου και παρέμεινε, τουλάχιστον, μέχρι της 19ης Αυγούστου 1944 [17].

Οι Αξιωματικοί που συμμετείχαν στην Αντίσταση κατά του χιτλερικού καθεστώτος υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια. Οι ομολογίες του Αντισυνταγματάρχου Φρειδερίκου Γουλιέλμου Χάϊντς (Friedrich Wilhelm Heinz) και του Στρατηγού Αλεξάνδρου φον Πφουλχάϊμ (Alexander von Pfulheim) ενοχοποιούσαν σοβαρά τον Κανάρη. Οι κατηγορίες δε της εσχάτης προδοσίας –ούτως ή άλλως, βαρύτατες – καθίσταντο κυριολεκτικά ασύγγνωστες προκειμένου για τον επί πολλά χρόνια Διευθυντή του Γραφείου Αντικατασκοπίας Εξωτερικού των Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Κανάρης προσπάθησε να διαψεύσει τις εις βάρος του κατηγορίες και να αποδράσει από τον ασφυκτικό ανακριτικό κλοιό, επιδεικνύοντας καρτερία, υπομονή, θάρρος, επιμονή και ευρηματικότητα. Η καταστροφή των εγκαταστάσεων του Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ, λόγω των αλλεπαλλήλων, σφοδρών βομβαρδισμών του Βερολίνου από τους προελαύνοντες Συμμάχους, είχε ως αποτέλεσμα την μεταφορά του Ναυάρχου, στις 7 Φεβρουαρίου 1945, στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως Φλόσσενμπυργκ.
Η τύχη, που τόσο συχνά στο παρελθόν του είχε σταθεί αρωγός, δεν τον βοήθησε αυτήν την φορά.
Περί τις αρχές Απριλίου του 1945, οι Αρχές Ασφαλείας ανακάλυψαν τυχαίως κάποιες σημειώσεις του Κανάρη (τα μετέπειτα γνωστά ως «Ημερολόγια του Κανάρη» / Canaris Tagebuecher) σε ένα κλειστό θωρακισμένο ερμάριο. Εκεί αναφέρονταν όλοι οι «συνωμότες» της 20ης Ιουλίου 1944. Μόλις έλαβε γνώση του περιεχομένου των σημειώσεων, ο Χίτλερ απεφάσισε προσωπικώς την άνευ χρονοτριβής εξόντωση όλων των εναπομεινάντων «προδοτών» Αξιωματικών. Ο «αινιγματικός Ναύαρχος» είχε κομβική θέση στο δίκτυο της συνομωσίας εναντίον του καθεστώτος, και μάλιστα από πολύ νωρίς [18].

Το παράδοξο, ίσως, εν προκειμένω, είναι ότι ο Κανάρης προσωπικώς είχε αποκλείσει την επιλογή της φυσικής εξοντώσεως του Χίτλερ [19]. Είναι αρκετά δυσεξήγητο στους μεταγενεστέρους, αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι την εποχή εκείνη είχαν διεξαχθεί εργώδεις συζητήσεις, έως και διαμάχες, οι οποίες προσλάμβαναν μάλιστα θεωρητικό-φιλοσοφικό χαρακτήρα, μεταξύ των πρωτεργατών της λεγομένης Εθνικο-Συντηρητικής Αντιπολιτεύσεως, για το εάν ήταν θεμιτός και συγγνωστός, ή όχι, ο φόνος του Αρχηγού του Κράτους (είναι η περίφημη θεματική της «Τυραννοκτονίας»). Παρά την κεντρική θέση του στο δίκτυο των συνομωτών, την οποία κατείχε καθ’ όλο το διάστημα που προηγήθηκε, o Ναύαρχος Κανάρης δεν συμμετείχε ενεργώς στην τελική φάση της επιχειρήσεως της 20ης Ιουλίου 1944, θεωρώντας ότι το εγχείρημα έπασχε σοβαρώς σε επίπεδο σχεδιάσεως. Οι ρεαλιστικές ενστάσεις του, οι οποίες είχαν γνωστοποιηθεί στους αρμοδίους, επρόκειτο δυστυχώς να επαληθευθούν. Η απόπειρα δολοφονίας του Αδόλφου Χίτλερ απέτυχε, παρέσχε δε την από μακρού αναμενομένη δυνατότητα στους μηχανισμούς ασφαλείας του καθεστώτος, ώστε να προχωρήσουν στην οριστική «εκκαθάριση λογαριασμών» με την Ηγεσία του Στρατεύματος και το Σώμα των Αξιωματικών – με αποτέλεσμα να συρθεί η Γερμανία ολοκληρωτικά, πλέον, και άνευ ουδεμιάς ελπίδος επιστροφής στην συντριβή.

Εν τούτοις, αυτό ουδόλως μειώνει την σημασία του γεγονότος ότι, καθ’ όλο το προηγηθέν διάστημα, ο Ναύαρχος Κανάρης αποτέλεσε έναν από τους κατ’ εξοχήν πυλώνες της Στρατιωτικής Αντιστάσεως και συνεισέφερε τα μέγιστα στην εν γένει προπαρασκευή των όρων και συνθηκών που οδήγησαν στην 20η Ιουλίου [20]. Στην περίπτωση του Γουλιέλμου Κανάρη αντικατοπτρίζεται η ιστορία της σταδιακής εξελίξεως ενός Αξιωματικού του Γερμανικού Πολεμικού Ναυτικού, από θιασώτη, αρχικά, του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος, σε άσπονδο εχθρό του τελευταίου. Αυτή, ωστόσο, υπήρξε η εξέλιξη και πολλών άλλων συναδέλφων του, εντός και εκτός Πολεμικού Ναυτικού. Εκείνο, συνεπώς, το οποίο δύναται να θεωρηθεί ως καθοριστικό για την αναγνώριση ξεχωριστού ρόλου στην προσωπικότητα του Ναυάρχου Κανάρη είναι ότι η μεταβολή αυτή δεν παρέμεινε εσώτερη, προσωπική υπόθεση, όπως συχνέστατα συνέβη στις περιπτώσεις άλλων Αξ/κών, αλλά ο ίδιος ο Κανάρης, διαρκούσης της ναζιστικής παντοκρατορίας, ανέπτυξε μια ολοκληρωμένη και ριζική αντίθεση έναντι του καθεστώτος, ενεργώντας μάλιστα ποικιλοτρόπως και συστηματικώς με σκοπό την εξασθένιση και, εν τέλει, την ανατροπή του τελευταίου.

Εξαιτίας της θέσεως την οποία κατείχε, στην κορυφή της στρατιωτικής υπηρεσίας της Αντικατασκοπίας Εξωτερικού, των επαφών που είχε αναπτύξει στο εξωτερικό με ποικίλους κύκλους, της μακράς πείρας του στον τομέα Intelligence / Πληροφοριών και μυστικών αποστολών, αλλά και της εντυπωσιακής γλωσσομάθειάς του, ο Ναύαρχος αποδεικνύεται, κατ’ ουσίαν, υπό το φως της συνολικής μελέτης των αρχείων και στοιχείων, ως ο άνθρωπος ο οποίος, ήδη από το 1938 και μέχρι της οριστικής παύσεως από τα καθήκοντά του, τον Ιούλιο του 1944, απεργαζόταν με αξιοσημείωτη υπομονή, επιμονή και μεθοδικότητα σχέδια ανατροπής του χιτλερικού καθεστώτος. Τα βαρυσήμαντα έγγραφα, τα οποία απεκαλύφθησαν σε ένα Σταθμό Αντικατασκοπίας, στο Τσόσσεν, στο «Στρατόπεδο Ζέππελιν», μετά την 20η Ιουλίου, αποδεικνύουν την τραγικότητα του ανδρός.

Στο Φλόσσενμπυργκ συνήλθε ένα «Στρατοδικείο» των SS την 8η Απριλίου 1945. Τις πρώτες πρωϊνές ώρες της 9ης Απριλίου, ο Ναύαρχος Κανάρης εξετελέσθη δι’ απαγχονισμού. Μαζί του εκτελέσθηκαν και ο συνεργάτης του, Υποστράτηγος Ιωάννης Όστερ (Hans Oster), ο σπουδαίος αντιστασιακός θεολόγος Ντήτριχ Μπονχαίφφερ (Dietrich Bonhoeffer), διακεκριμένος χριστιανός και πατριώτης, ο Στρατοδίκης του Γενικού Επιτελείου Κάρολος Ζακ (Κarl Sack), ο Λοχαγός Λουδοβίκος Γκαίρε (Ludwig Gehre), ο Λοχαγός Θεόδωρος Στυνκ (Theodor Stuenck) και, κατά πάσαν πιθανότητα, μαζί με τους προαναφερθέντες και ο Στρατηγός φον Ράμπεναου (von Rabenau) [21]. Οι σωροί των απαγχονισθέντων εκάησαν από το απόσπασμα των SS.
http://perialos.blogspot.gr/2014/01/blog-post_29.html
 

Το Γ΄ και τελευταίο ΜΕΡΟΣ συντόμως στο Περί Αλός...
Για το Α΄ΜΕΡΟΣ πιέσατε ΕΔΩ
 


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[11] Abshagen, σελ. 186.
[12] Όρα “Kaltenbrunner-Berichte”, σελ. 369-70, 425.
[13] Όρα Ηoehne, σελ. 321
[14] Όρα ανωτ., σελ. 528
[15] Όρα ανωτ., σελ. 542 κ. εξ.
[16] Όρ. ανωτ., σελ. 555.
[17] Βλέπε Schlabrendorff, Fabian von, Offiziere gegen Hitler, Zuerich / Wien / Konstanz, 1951, σελ. 199.
[18] Όρα Ηoehne, σελ. 563 κ. εξ. και 567.
[19] Όρα ανωτ., σελ. 537 καθώς επίσης “Kaltenbrunner-Berichte”, σελ. 369, και Meinl, σελ. 257 και 293.
[20] Είναι χαρακτηριστική η διαπίστωση-ομολογία πολλών Αξιωματικών, όπως
παρατίθεται από τον Schlabrendorff, όρ. ανωτ., σελ.174: «Έτσι ζούσαμε την μια απογοήτευση κατόπιν της άλλης, μέχρις ότου στις 6 Ιουνίου άρχισε η εισβολή (Σ.Μ. εννοεί την εισβολή στην Νορμανδία)… Η απομάκρυνση του Κανάρη το 1944 (Σ.Μ.: εννοεί: από την ενεργό υπηρεσία) ήταν ιδιαιτέρως οδυνηρή και εξ αιτίας του ότι αυτός είχε πληροφορηθεί πολλά μέσω των συνδέσμων του, τα οποία και ήσαν σημαντικά. Έτσι, μόνος ο Κανάρης, από όλους τους άλλους, είχε πληροφορηθεί τις αιτήσεις της Γκεστάπο προς το Γραφείο Ερευνών για την διενέργεια τηλεφωνικών παρακολουθήσεων… Ο Κανάρης ήταν εν εκτάσει ενήμερος για τα μέτρα της Γκεστάπο.»
[21] Bethge, Eberhard, Dietrich Bonhoeffer. Theologe, Christ, Zeitgenosse. Eine
Biographie, Guetersloh, 2001, σελ. 1038.

 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...