ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Παρασκευή, 30 Αυγούστου 2013

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ


Β’ Βαλκανικός Πόλεμος


Περί Αλός

Φώτης Μ. Σαραντόπουλος

Απόσπασμα από το βιβλίο του Φώτη Μ. Σαραντόπουλου
«Εμπρός δια της λόγχης – Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος –
Μέρος Α’». Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την
έγκριση του συγγραφέως Φ. Μ. Σαραντόπουλου.





Σκηνή από την ανέλκυση ναρκών στην Καβάλα τον Ιούλιο
του 1913. Οι επεξηγήσεις επί των φωτογραφιών έχουν
γραφεί από τον ίδιο τον Υποπλοίαρχο Κ. Βρυάκο.
ΦΩΤΟ: Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος.

Τετάρτη 26 Ιουνίου 1913: Απελευθέρωση της Καβάλας
(Διήγηση του Θεμιστοκλή [1] )

Ήμουν στον «Αβέρωφ» από τον καιρό που τον παραλάβαμε, τον Μάιο του 1911, με κυβερνήτη τότε τον Δαμιανό. Η ειδικότητά μου ήταν Ναύτης Α’ - Οπλίτης και στην αρχή απορούσα τι χρειαζόταν αυτή η ειδικότητα σε ένα τόσο σύγχρονο πλοίο. Τον Ιούλιο ήρθε Κυβερνήτης ο Ναύαρχος Κουντουριώτης, Υδραίος όπως εγώ, αλλά από μεγάλη οικογένεια, εγγονός Πρωθυπουργού. Αψύς και αθυρόστομος, αλλά θεοσεβούμενος, δίκαιος και τολμηρός, από την πρώτη στιγμή έδειξε τις μεγάλες του ικανότητες και μας οδήγησε στη δόξα στις μεγάλες ναυμαχίες της Έλλης και της Λήμνου.

Τη μέρα που άρχισε ο δεύτερος απελευθερωτικός πόλεμος, συμπαθάτε με, εμένα μου αρέσει να τον λέω έτσι, «απελευθερωτικό» και όχι «Βαλκανικό» όπως επικράτησε, ο Στόλος ήταν αγκυροβολημένος στον Στρυμονικό Κόλπο, από τον όρμο του Σταυρού και την Ασπροβάλτα μέχρι το Τσάγεζι [2], έτοιμος για απόπλου αλλά και για πολεμική έγερση και βολές αν χρειαζόταν. Είχαμε χωριστεί σε δύο Μοίρες, η 1η με τον «Αβέρωφ» και τα «Ψαρά» υπό την άμεση αρχηγία του Κουντουριώτη, και η 2η με τα θωρηκτά «Σπέτσαι» και «Ύδρα» με Μοίραρχο τον Πλοίαρχο Γκίνη. Μαζί μας ήταν τα Ανιχνευτικά «Λέων» και «Ιέραξ», τα Αντιτορπιλικά «Θύελλα», «Λόγχη», «Νέα Γενεά», «Ασπίς», «Δόξα» και «Βέλος» και το Υδροφόρο «Κρήτη».

Ο «Ιέραξ» και η «Νέα Γενεά» στάλθηκαν στις 18 Ιουνίου στην Τένεδο, για να επιτηρούν τα Δαρδανέλλια και, την επόμενη μέρα, καθώς είχε ήδη αρχίσει η μεγάλη μάχη Κιλκίς – Λαχανά, η 2η Μοίρα ήρθε και αγκυροβόλησε στη Σκάλα Ασπροβάλτας, έτοιμη να βάλλει κατά των Βουλγάρων, αν τυχόν εμφανίζονταν στα μέρη εκείνα, ενώ ο «Αβέρωφ» περιπολούσε από το Τσάγεζι μέχρι το Ανατολικό άκρο του Στρυμονικού Κόλπου. Ελληνικός Στρατός, με δύναμη ενός Συντάγματος και 4 πεδινές Πυροβολαρχίες βάδιζε προς το Τσάγεζι, έχοντας μπροστά του το «Ασπίς» για να κατοπτεύει το έδαφος, ενώ και τα 3 Θωρηκτά παρέπλεαν σε «γραμμή παραγωγής» προς τα ανατολικά, καλύπτοντας την προέλαση. Όταν ο Στρατός κατέλαβε το Τσάγεζι, τα Θωρηκτά μεθορμίστηκαν, το «Σπέτσαι» δυτικά των εκβολών του Στρυμόνα, η «Ύδρα» ανατολικά και τα «Ψαρά» πιο πέρα προς το Ορφάνι [3], όπου υπήρχαν περίπου 2.000 Βούλγαροι, ενώ η «Ασπίς» και η «Θύελλα» περιπολούσαν και άνοιγαν κάθε τόσο πυρ με τα ταχυβόλα τους, αν έβλεπαν ύποπτες κινήσεις.




Το ανιχνευτικό-αντιτορπιλλικό «ΛΕΩΝ».
ΦΩΤΟ: Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος.
 
Από την αρχή του πολέμου, μεγάλο πλήθος προσφύγων είχαν κατεβεί για ασφάλεια από τα χωριά στις παραλίες, ώστε να έχουν την προστασία των πλοίων μας, ενώ οι Βούλγαροι κρύβονταν στις χαράδρες. Αλλά αυτοί δεν μπορούσαν να κρυφτούν από τις οβίδες μας! Γιατί σε συνεννόηση με το Στρατό, και προκειμένου να τους προσβάλλουμε με τα πυροβόλα των πλοίων, ο Μοίραρχος Γκίνης είχε στείλει ως σύνδεσμο τον Υποπλοίαρχο Σ. Πλατσούκα και είχαν έρθει στη Μοιραρχίδα οι Λοχαγοί Πυροβολικού Ζωιτόπουλος και Βλαχόπουλος [4]. Αφού υποδείχθηκαν και εντοπίστηκαν οι εχθρικές θέσεις, το «Σπέτσαι» άρχισε να βάλλει, σπέρνοντας τον πανικό στους Βούλγαρους, που υποχώρησαν άτακτα, ενώ ο Διοικητής τους τηλεγραφούσε στην Καβάλα ότι «εγκατέλειπε τη θέση του διότι η κατάσταση ήταν αφόρητη». Μετά τις 21 Ιουνίου, ήρθαν και ατμόπλοια που φόρτωναν Έλληνες πρόσφυγες αλλά και Βούλγαρους αιχμαλώτους από τις πρώτες μάχες, ενώ ο «Αβέρωφ» με την «Λόγχη» και τον «Πάνθηρα» απέπλευσε προς Θάσο.




ΚΑΒΑΛΑ 1913. Βαλκανικοί Πόλεμοι.
Ο Φρούραρχος Μαζαράκης και ο
Πλωτάρχης Μαυρομιχάλης σε
δρόμο της πόλης.
ΦΩΤΟ: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ
ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΑΡΧΕΙΟ.

Στην Καβάλα βρίσκονταν 2.000 Βούλγαροι στρατιώτες με 4 πεδινά πυροβόλα και 4 μεγάλα τοπομαχικά που είχαν μεταφερθεί από την Αδριανούπολη και είχαν τοποθετηθεί σε λόφους γύρω από την πόλη. Και 500 ακόμη Βούλγαροι με 3 πυροβόλα ήταν κοντά στις Ελευθερές. Ο Κουντουριώτης, μη διαθέτοντας επαρκή αποβατική δύναμη, φοβούμενος και τις νάρκες που είχαν ποντίσει οι Βούλγαροι, αποφάσισε να πάρει την Καβάλα με τέχνασμα. Ζήτησε να έρθουν από τη Θεσσαλονίκη πέντε μεγάλα μεταγωγικά, τα οποία έφθασαν την Τρίτη 25 Ιουνίου [5]. Ο Στόλος, με τα κενά μεταγωγικά, έκανε μεγάλες κινήσεις όλη την ημέρα μπροστά από το λιμάνι της Καβάλας, σαν να προετοίμαζε απόβαση. Και τη νύχτα, τα μεταγωγικά προσέγγισαν την ανατολική ακτή της Καβάλας, ανταλλάσσοντας συνεχώς φωτεινά σήματα με το Θωρηκτό «Ύδρα», έτσι ώστε να βεβαιωθεί ο εχθρός ότι κάτι ετοιμάζεται, ενώ τα άλλα πολεμικά φώτιζαν με τους προβολείς τους σε συγκεκριμένο σημείο της ακτής, σαν να ήταν αυτό το σημείο της απόβασης! Στο μεταξύ, τα αντιτορπιλικά «Λόγχη» και «Λέων», καθώς έπλεαν προ των Ελευθερών, βομβαρδίστηκαν από τα 3 Βουλγαρικά πυροβόλα, που είχαν τοποθετηθεί ακάλυπτα σε ένα λόφο. Τα αντιτορπιλικά ανταπέδωσαν και ένα βλήμα ανατίναξε μια αποθήκη πυρομαχικών, ενώ άλλο βλήμα έθεσε εκτός μάχης ένα εχθρικό πυροβόλο.

Οι Βούλγαροι από την Καβάλα, πανικόβλητοι, προσπαθούσαν με προβολείς να δουν τι συμβαίνει. Νιώθανε ότι θα «εγκλωβιστούν» από τους Έλληνες και αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πόλη, παίρνοντας ως «ασπίδα» ομήρους τις αρχές της Καβάλας, μαζί με τον Επίσκοπο Μυρέων Αθανάσιο. Και μέσα στη νύχτα, οι Βούλγαροι φύγανε από την Καβάλα, παίρνοντας μαζί τα πυροβόλα τους, αλλά εγκαταλείποντας 5.000 όπλα, όλα τα πυρομαχικά Πυροβολικού και ένα προβολέα. Μια ομάδα νέων Καβαλιωτών, ενημέρωσε τον Κουντουριώτη για την φυγή των εχθρών [6]. Αμέσως αυτός έδωσε εντολή στον κυβερνήτη του Αντιτορπιλικού «Δόξα», Πλωτάρχη Αντώνη Κριεζή, να ερευνήσει για ελεύθερη δίοδο στο ναρκοπέδιο. Οι Καβαλιώτες νέοι, μαζί με ψαράδες  που γνώριζαν τα νερά και τα σημεία όπου οι Βούλγαροι είχαν ποντίσει νάρκες, οδήγησαν το «Δόξα» στα ανατολικά, κοντά στις εκβολές του ποταμού Νέστου.



Ο πρώτος Διοικητής της Καβάλας,
Αντιπλοίαρχος Αλέξανδρος Κριεζής,
διακηρύσσει την απελευθέρωση της
πόλης και υψώνει την ελληνική σημαία
στο Διοικητήριο. Καβάλα, 27/6/1913.
ΦΩΤΟ: Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος.

Και εκεί, αποβιβάστηκε με βάρκες ένα άγημα 35 ναυτών, με επί κεφαλής τον Σημαιοφόρο Αγγελή. Δεν εισήλθε όμως στην Καβάλα, από τον φόβο της επιστροφής των Βουλγάρων. Έτσι, η Καβάλα, πέρασε μία νύχτα αγωνίας, με πολιτοφύλακες που φυλούσαν στα υψώματα.

Το επόμενο πρωί, 9 πμ της Πέμπτης 27 Ιουνίου, το άγημα εισήλθε επίσημα στην πόλη, και ο Κριεζής έγινε αντικείμενο λατρείας των Καβαλιωτών που, με μπροστάρηδες τους μαθητές του Ημιγυμνασίου και τον καθηγητή τους Στάνη Αριστοτέλη, τον σήκωσαν στα χέρια και τον οδήγησαν στο Διοικητήριο [7] όπου ύψωσε την Ελληνική σημαία στο μπαλκόνι. Συνελήφθησαν και 12 Βούλγαροι στρατιώτες που είχαν εγκαταλειφθεί από τους δικούς τους [8].

Σύμφωνα με το λιτό τηλεγράφημα που έστειλε ήδη από την προηγουμένη (Τετάρτη 26 Ιουνίου) ο Κουντουριώτης στο Υπουργείο Ναυτικών:
«Καβάλλα κατελήφθη εν ονόματι Βασιλέως. Εν λιμένι ορμούσι “Πάνθηρ”, “Ιέραξ” και “Δόξα”. Λαός πανηγυρίζει».

Δεν είχα την τύχη να κατέβω στην πόλη, καθώς όμως δεν είχα και σπουδαία καθήκοντα να με απασχολούν, βρήκα την ευκαιρία να γράψω ένα μεγάλο γράμμα στη Λεμονιά μου, εξιστορώντας όλα τα καθέκαστα [9]. Ευτυχώς, αυτή το φύλαξε το γράμμα, γιατί αμφιβάλλω αν μετά τόσα χρόνια θα θυμόμουν τόσες λεπτομέρειες.

«Θωρηκτόν “Αβέρωφ”, Καβάλλα, Ιούνιος 27

Αγαπημένη Λεμονίτσα μου

Σου γράφω για την απελευθέρωση της Καβάλας, με την υπόθεση ή μάλλον την βεβαιότητα, ότι πολύ λίγες λεπτομέρειες θα φθάσουν ως τ’ αυτιά σου.

Το πρωί της 26 Ιουνίου ξεσηκωθήκαμε στον “Αβέρωφ” από ανέλπιστη είδηση, που μας γέμισε χαρά αλλά και δυσπιστία. Οι έντονες συζητήσεις κάλυπταν και αυτόν ακόμη τον ήχο της σάλπιγγας του εγερτηρίου! Λεγόταν ότι οι Βούλγαροι εγκατέλειψαν την Καβάλα το περασμένο βράδυ και ότι δύο βάρκες με Καβαλιώτες, που κωπηλατούσαν όλη την νύχτα, ήλθαν στον “Αβέρωφ”, που ήταν από την προηγούμενη στη Θάσο, για να αναγγείλουν το τόσο ευχάριστο και ανέλπιστο γεγονός. Η Καβάλα, πόλη για την οποία τόσους μήνες υπέφερε η Ελληνική ψυχή, η πόλη που ήταν στα χείλη κάθε Έλληνα, ήλθε επί τέλους στους κόλπους της μητέρας Ελλάδος, πολύ πιο γρήγορα από ότι περιμέναμε. Ένοιωσα ένα βάρος, σαν βράχο, να φεύγει από πάνω μου, και έτρεξα στην πρύμνη για να βεβαιωθώ αν ήταν αλήθεια. υο βάρκες ήταν πράγματι πίσω στη θάλασσα της πρύμνης, γεμάτες από γερούς άνδρες ναυτικούς, μεταξύ των οποίων και ένας μελαψός που φορούσε ένα χακί φέσι. Οι ναύτες μας, γεμάτοι ενθουσιασμό και αγάπη, κατέβαιναν στο υπόστρωμα, χαιρετούσαν τους επιβάτες από τους φεγγίτες και τους ρωτούσαν με απληστία τόσες ερωτήσεις, που με το ζόρι εκείνοι προλάβαιναν να απαντούν στις μισές.

- Είναι αλήθεια ότι έφυγαν οι αρκουδιαραίοι;
- Και πως έγινε αυτό το πράγμα;
- Και δεν πείραξαν καθόλου την πόλη; Τους ανθρώπους;
- Μα αλήθεια έφυγαν οι Βούλγαροι από την Καβάλα; Έφυγαν στ’ αληθινά ή μην είναι κανένα στρατήγημα;

Στις ερωτήσεις αυτές που έπεφταν σαν βροχή, οι άνθρωποι από τις βάρκες απαντούσαν με προθυμία, ιδίως ο φεσάτος, που περιττό να σου πω ότι ήταν Τούρκος [10].

- Έφυγαν τα βρωμόσκυλα και δεν θα ξαναγυρίσουνε πια.
- Χθες το απόγευμα μας αδειάσανε την πόλη και πάνε στους πέντε διαβόλους!
- Μα μπορούσαν να σταθούν και καθόλου; Μόλις είδανε τον “Αβέρωφ” και τα άλλα καράβια, τους έκοψε κρύος ιδρώτας. Και καθώς δεν είχαν και ευχάριστα μαντάτα από το Στρατό τους, τα μάζεψαν και όπου φύγει φύγει.

Μετά από λίγο, ήρθε κι ο Ναύαρχός μας, και οι Καβαλιώτες πήραν την άδεια ν’ ανέβουν στο πλοίο. Και ενώ ένας από αυτούς έδινε αναφορά στον Ναύαρχο, οι άλλοι στρώθηκαν να φάνε, ας είναι καλά ο μαστρο-Γιώργης ο μάγειράς μας, που τους ετοίμασε τραπέζι πλουσιώτατο.

Ενώ αυτοί τρώγανε, εμείς τους είχαμε κυκλώσει για να μη χάσουμε ούτε μία λέξη από όσα έλεγαν, για την Καβάλα και τους Βουλγάρους. Θα τα βάλω εδώ σκόρπια και όπως τύχει, μην τα ξεχάσω όσο είναι φρέσκα και από πρώτο χέρι.

Η εκκένωση της πόλης από τους Βούλγαρους άρχισε το απόγευμα της 25ης Ιουνίου. Οι Βούλγαροι μάζεψαν τα πράγματά τους, τα πολεμοφόδια και τα κανόνια τους, άδειασαν τα σπίτια που είχαν για στρατώνες και φρουραρχεία, άδειασαν τα διοικητήρια, τα λιμεναρχεία, τα τελωνεία, τα δικαστήρια, τα τηλεγραφεία και ότι άλλο είχαν, φόρτωσαν τα πράγματά τους σε κάρα και βοϊδάμαξες, και πήγαν στον αγύριστο, ενώ οι Καβαλιώτες, κρυμμένοι πίσω από τα παράθυρα των σπιτιών των, τους κορόιδευαν και τους έβριζαν.

Πριν να φύγουν οι Βούλγαροι έκαμαν ένα αρκετά επίσημο και μακροσκελές πρωτόκολλο παράδοσης της πόλης, το οποίο παρέδωσαν στους Προξένους των Δυνάμεων. Στο πρωτόκολλο αυτό, σαν υστερόγραφο, έγραφαν ότι η πόλη παραδινόταν προσωρινά και όχι οριστικά και ότι ο Βουλγαρικός Στρατός θα γυρίσει πάλι νικηφόρος για να την θέσει κάτω από τα πόδια του κραταιοτάτου Τσάρου πασών των Βουλγαριών …

Η σπουδή των Βουλγάρων να εγκαταλείψουν την πόλη ήταν τόσον μεγάλη, ώστε παράτησαν τα δύο μεγάλα τοπομαχικά πυροβόλα, που προστάτευαν την είσοδο του λιμένα, και ένα μεγάλο ηλεκτρικό προβολέα, τον προβολέα που είχαν πάρει από τους Τούρκους στην Αδριανούπολη. Τον προβολέα αυτό, τον άναψαν το βράδυ οι Καβαλιώτες πανηγυρίζοντας, και έριχναν τα μεγάλα φωτεινά του τόξα στο Στόλο μας, πράγμα που μας μπέρδεψε και μας έκανε να υποθέσουμε, καθώς αγνοούσαμε ακόμα τη φυγή τους, ότι ήταν οι Βούλγαροι που έριχναν τον προβολέα, φοβούμενοι επίθεση του Στόλου μας.



Σκηνές από την ανέλκυση ναρκών στην Καβάλα τον Ιούλιο του
1913. Οι επεξηγήσεις επί των φωτογραφιών έχουν γραφεί από τον
ίδιο τον Υποπλοίαρχο Κ. Βρυάκο. ΦΩΤΟ: Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος.

Πάντως, λίγο ακόμη αν μένανε οι Βούλγαροι στην Καβάλα, οι Καβαλιώτες θα πήγαιναν στον άλλο κόσμο από ασιτία. Εξ αιτίας της καταστάσεως, είχε προ ενός και πλέον μηνός σωθεί και ο τελευταίος κόκκος σταριού και η τελευταία σκόνη αλεύρου στην πόλη. Οι κάτοικοι τρέφονταν με όσπρια που και αυτά σπάνιζαν. Το ψωμί, αν βρισκόταν καθόλου, πουλιότανε μια δραχμή τα εκατό δράμια! Ευτυχώς, την ίδια ημέρα που λευτερώθηκε η πόλη, παραγγέλθηκαν με τον ασύρματο στη Θεσσαλονίκη φορτία από άλευρα και άλλα τρόφιμα, ώστε οι καλοί μας άνθρωποι της Καβάλας να μην πεινούνε πλέον.

Οι Βούλγαροι είχαν αποκλείσει το λιμάνι της Καβάλας δια τορπιλλών [11], φοβούμενοι τον Ελληνικό Στόλο. Αλλά καθώς η κουταμάρα τους περισσεύει, είχαν μαρτυρήσει τις θέσεις που τις είχαν ποντίσει σε Έλληνας ψαράδες, και έτσι τα πλοία μας, περνούν ελεύθερα την επικίνδυνη ζώνη, χρησιμοποιώντας Καβαλιώτες πλοηγούς, έως ότου ανελκυσθούν ή καταστραφούν οι τορπίλλες.

Αλλά φαίνεται πως η κουταμάρα τους δεν είχε όρια. Μια δυο μέρες πριν φύγουν οι Βούλγαροι από την Καβάλα, έλεγαν στους Έλληνες να μη χαίρονται και να μην ελπίζουν ότι θα τους ελευθέρωνε ο Στόλος μας, γιατί τον “Αβέρωφ” τον συνέλαβε το ιππικό τους και αιχμάλωτο τον πηγαίνει στην Σόφια! Το γεγονός αυτό είναι αυθεντικότατο, το ξέρει όλη η Καβάλα και τώρα που είναι ελεύθερη, οι κάτοικοί της θα το διηγούνται γελώντας στο στρατό μας.

Άσε το άλλο με το Λιμενάρχη. Κοτζάμ Ναύαρχος του Βουλγαρικού Βασιλικού Ναυτικού, με μεγάλη στολή και παράσημα, αλλά από θάλασσα, μάλλον σε καμιά λίμνη θα κυβερνούσε βάρκες. Γιατί άκου να δεις τι είπε ο αθεόφοβος:

Είχε βγάλει λένε διαταγή, να τραβηχτούν τα καΐκια κι οι βάρκες στη στεριά, να μην τα πάρουν οι Έλληνες και φύγουν. Αλλά μερικά καΐκια δεν είχαν τραβηχτεί ως έξω και οι ιδιοκτήτες τους του είπαν ότι έπρεπε να τραβηχτούν παραέξω, μην πιάσει καμιά θαλασσοταραχή και τα πάρει. Και τι τους απάντησε; Δεν το βάζει ο νους σου …

“Μην είστε ανόητοι” τους είπε. “Για να πάρει η θάλασσα τα καΐκια, θα πρέπει να βρέχει ο Θεός ίσα με μισό μήνα!” Γι’ αυτό σου λέω, σε λίμνη θα τα πήρε τα παράσημα. Μου θύμισε τότε στη Θεσσαλονίκη, που σαν είδαν οι Βούλγαροι τη θάλασσα για πρώτη φορά, πήγανε να ποτίσουν τα άλογά τους!

Αμ το άλλο με τις νίκες τους;

“Είναι άλλο πράγμα η κουταμάρα και η αφέλειά τους”, μας έλεγε ένα παιδί, που είχε έρθει στη βάρκα μαζί με τους μεγάλους. “Με όλη την αγριότητά τους, που το είχαν για παιγνίδι να σε ξεκοιλιάσουν ή να σου φυτέψουν μια σφαίρα στο κεφάλι, τους κοροϊδεύαμε και γελούσαμε με δαύτους. Τώρα με τον νέο πόλεμο έβαζαν τον κήρυκά τους, έναν Έλληνα από την Καβάλα, να φωνάζει στον κόσμο τις νίκες τους. Αυτός, αφού αράδιαζε όλες τες νίκες που είχαν τάχα κάνει οι Βούλγαροι κατά των Σέρβων και των Ελλήνων, τις πόλεις και τα κανόνια που πήραν, στο τέλος του διαλαλήματος τους κορόιδευε και ο ίδιος και φώναζε λίγο πιο σιγά:

-  Τα πρίιιτςςςς …”

Το ίδιο παιδί μας έλεγε με πρόσωπο που δεν ήξερες αν ήταν ζυμωμένο στην πίκρα ή στη χαρά: “Οι μήνες που περάσαμε με τους Βουλγάρους ήταν σαν ένα κακό όνειρο, σαν ένας εφιάλτης που σου κάθεται στο στήθος και θέλει να σε πνίξει. Τώρα όμως το κακό αυτό όνειρο πάει πέρασε. Πέσε πως ήταν ψέμα. Όλα πια τα έχουμε ξεχασμένα.”

Αχ Λεμονίτσα μου

Δεν φαντάζεσαι πόσες ιστορίες ακόμη έχω να σου διηγηθώ. Αλλά πιάστηκε το χέρι μου, κι έπειτα άμα στα γράψω όλα τώρα, τι θα έχω να σου λέω να γελάμε όταν σμίξουμε ξανά; Θα καθόμαστε αγκαλιά κάτω απ’ την ελίτσα στον Άη Λια, όπως τότε που βγαίναμε βράδυ στα κρυφά, και θα γελάμε με τις ώρες. Γιατί, τι να σου πω βρε παιδί μου, αυτός ο πόλεμος όλο γέλια και χαρές είνε ως τώρα. Και μην ακούς τι λένε οι άλλοι οι γκρινιάρηδες … Το μόνο κακό είναι ότι κοντεύουν σχεδόν δυο χρόνια που είμαι μακριά σου, και δεν βαστιέμαι άλλο. Και κείνη η φωτογραφία σου, κοντεύει να λιώσει από τα φιλιά μου αγαπούλα μου … Αλλά πού θα πάει, θα τελειώσει γρήγορα.

Σου στέλνω πολλά γλυκά φιλιά

Ο Θέμις σου»

 

Αυτά έγραφα στη Λεμονίτσα μου, και για να είμαι ειλικρινής, δεν σταμάτησα επειδή πιάστηκε το χέρι μου, αλλά επειδή οι ειδήσεις τρέχανε και δεν ήθελα να χάσω τη συνέχεια. Αξίζει να αναφέρω και το τηλεγράφημα που έστειλε ο Ναύαρχος, μετά την επίσημη κατάληψη της πόλης:

«Σήμερον 5.30 μμ της 27ης Ιουνίου επισήμως προεκηρύχθη η κατάληψις της Καβάλλας. Διωρίσθη Διοικητής ο Πλωτάρχης Κριεζής, όστις εγκατέστησεν αρχάς. Εκκαθαρίσαμεν περίχωρα από κομιτατζήδων και ικανών στρατιωτών αδεσπότων. Ενθουσιασμός μέγιστος. Τούρκοι συμμετέχουσι πλήρως αυτού.»

 Θα σας πω και μια ιστορία που άκουσα τις μέρες εκείνες. Πριν τον πόλεμο, είχε πάει στην Καβάλα ο Ιβανώφ με το Επιτελείο του. Του παρέθεσαν γεύμα και αυτός έκανε την παρακάτω πρόποση:

«Μέχρι σήμερα, ο Βουλγαρικός Στρατός επέδειξε μοναδική γενναιότητα. Το καθήκον καλεί και σήμερα τους Αξιωματικούς και Στρατιώτες μας να δείξουν παρόμοια γενναιότητα. Ο αγώνας εναντίον των Ελλήνων είναι αγώνας πάνω από όλους. Η Ελλάδα, επωφελήθηκε των αγώνων μας στη Θράκη, και πήρε τη Μακεδονία που ανήκει σε εμάς. Ο πόλεμος θα κηρυχθεί για να μην αφήσουμε σ’ αυτή ούτε σπιθαμή από τη γη που μας ανήκει.»

Στην πρόποσή του απάντησε ο Διοικητής της Καβάλας Τεντσώφ:

«Η Θεσσαλονίκη ανήκει σε εμάς, γιατί είναι πατρίδα του Κυρίλλου και του Μεθοδίου. Η Βουλγαρία χωρίς τη Θεσσαλονίκη είναι σώμα ακέφαλο.»

Όλοι οι Αξιωματικοί σηκώθηκαν, έσυραν τα ξίφη, τα διασταύρωσαν και είπαν με τρόπο επίσημο:

«Με τα ξίφη αυτά θα παραβιάσουμε τα στενά των Θερμοπυλών και θα σπά-σουμε τις πόρτες των Βασιλικών Ανακτόρων στην Αθήνα!»

Αλλά την ώρα εκείνη, ένα κεραμίδι ξέφυγε από το υπόστεγο και έπεσε επάνω στο κεφάλι του Ιβανώφ! Δεν έσπασε βέβαια το κεφάλι του που ήταν από κούτσουρο, αλλά το κεραμίδι. Έλληνες που παρακολουθούσαν από απόσταση μάζεψαν αργότερα τα σπασμένα κομμάτια και τα φύλαξαν σαν κειμήλια.

Η απελευθέρωση της Καβάλας διέλυσε τα όνειρα των Βουλγάρων για έξοδο στο Αιγαίο. Αλλά πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο; Η Καβάλα ήταν η πιο Ελληνική από όλες τις παράλιες πόλεις, έχοντας διατηρήσει παραφθαρμένο ακόμη και το αρχαίο της όνομα, Σκάβαλα. Είχαν μάλιστα σχεδιάσει και να την κάψουν οι Βούλγαροι, αλλά η πανικόβλητη φυγή τους έσωσε την πόλη. Η εφημερίδα «Daily News» επιβεβαιώνει στο ρεπορτάζ της ότι οι σφαγές και οι λεηλασίες αποφεύχθηκαν τελευταία στιγμή:

«Η ιστορία της σωτηρίας της Καβάλας μοιάζει με σελίδα μυθιστορήματος. Το βράδυ, το κύριο σώμα της φρουράς, περίπου 4.000 άνδρες, εγκατέλειψαν την πόλη, αφήνοντας ένα Τάγμα ως οπισθοφυλακή, πλην μιας Διμοιρίας που είχε λάβει εντολή για λεηλασία και σφαγή … Οι πολίτες είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, αναλογιζόμενοι με τρόμο τι θα ακολουθούσε την επομένη ημέρα …»

Η Καβάλα ήταν πρωτεύουσα του Καζά της Καβάλας και είχε τότε 24.200 κατοίκους, περισσότερους δηλαδή από την πρωτεύουσα του Σαντζακίου, τη Δράμα. Οι κάτοικοι ήταν 9.100 Έλληνες ορθόδοξοι, 9.000 Μουσουλμάνοι, 100 καθολικοί και άλλοι 6.000 Έλληνες καπνεργάτες από τα γύρω χωριά.

 


Για το τέλος σας φύλαξα ένα ακόμη «ανέκδοτο». Κάποτε επισκέφτηκε την Καβάλα ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος. Πήγαν να του δείξουν το κάστρο της πόλης, και καθώς ανέβαιναν, ένας ξεναγός του είπε:

«Εδώ Μεγαλοιότατε, εις το κατάστημα αυτό, είχεν αγοράσει ο Φερδινάνδος τσιγαρόχαρτον και σπίρτα»
«Τα επλήρωσεν;»
«Πώς είπατε Μεγαλοιότατε;»
«Λέγω τα επλήρωσεν;»
«Όχι, νομίζω πως όχι …»
«Ε, γι’ αυτό τα πήρε και τα δύο …»

Σαν έφτασαν πάνω στο Κάστρο, ο Βασιλιάς θαύμαζε τα βουνά της Θάσου, αλλά ο ξεναγός ήθελε να πει και άλλα για την επίσκεψη του Φερδινάνδου:

«Εδώ Μεγαλειότατε, εις το ίδιον σημείον αυτόν κοιτούσε και ο Φερδινάνδος, όπως εσείς τώρα, και έλεγε ότι δεν ήθελε την Καβάλα χωρίς τη Θάσο»
«Το σχόλιόν μου παραμένει το αυτόν ως προηγουμένως …»
«Δηλαδή Μεγαλειότατε; Τι εννοείτε;»
«Τα πήρε και τα δύο …»
http://perialos.blogspot.gr/2013/08/blog-post_30.html
 



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Θεμιστοκλής Οικονόμου, Ναύτης Α’ – Οπλίτης στον «Αβέρωφ», μυθιστορηματικό πρόσωπο.
[2] της σημερινής Αμφίπολης Σερρών
[3] ανοιχτά της σημερινής Παραλίας Οφρυνίου
[4] Σημείωση: Αν αυτό δεν είναι εφαρμογή δόγματος «συνδυασμένων όπλων» πριν από 100 χρόνια, είναι σίγουρα απόδειξη της ιδιοφυΐας των Κουντουριώτη και Γκίνη !!!
[5] «Αριθ. 1032α/Γ'  -  Ύδραν
Άμα τω κατάπλω υμών εις Θάσον και αφ’ ου παραλάβητε εκεί τα δια την εικονικήν aπόβασιν πλοία, προβήτε εις όρμον Κεραμωτής εξ αποστάσεως εις δήθεν αναγνω-ρίσεις και αποβάσεις. Ενέργειαι υμών επισπευθώσι.
Εκ του “Αβέρωφ” 24.6.1913. Αντιναύαρχος Αρχηγός Στόλου Κουντουριώτης»
[6] Ήταν οι Δημήτριος Ανδρής, Πέτρος Βλάχος, Σταμάτης Γαλανός, Παράσχος, Γεώργιος Χατζηαποστόλου και Δημήτριος Χαρισιάδης.
[7] το σημερινό δικαστικό μέγαρο)
[8] Το απόγευμα της ίδιας ημέρας έφθασε στην Καβάλα και Λόχος Θασίων εθελοντών με επί κεφαλής τον Οπλαρχηγό Χατζηγογούση. Ο Λόχος καταδίωξε τους Βουλγάρους και σε αψιμαχία έξω από το Δοξάτο σκοτώθηκε ο Θάσιος εθελοντής Καφαντάρης από τον Θεολόγο. Η κατάληψη της πόλης εδραιώθηκε λίγο αργότερα, όταν κατέφθασαν τμήματα της 7ης ΜΠ, υπό τους Ανσχες Καπετανάκη και Νικολάου.
[9] Το γράμμα βασίζεται σε κείμενο του Κώστα Φαλτάιτς, Διόπου τότε στο «Αβέρωφ» και συντάκτη της εφημερίδας «Ακρόπολις», που δημοσιεύτηκε στις 5 Ιουλίου 1913, με τον τίτλο «Η αυθεντικωτέρα περιγραφή της καταλήψεως της Καβάλλας, γραμμένη από ναύτην του θωρηκτού Αβέρωφ».
[10] Ο βαρκάρης ήταν Τούρκος Καβαλιώτης και το όνομά του είναι Αβδέλ Καδέρ. Η άλλη βάρκα ανήκε σε Έλληνα ψαρά, αλλά δεν μπορέσαμε να μάθουμε το όνομά του.
[11] ναρκών.

 

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

ΤΑ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Β' ΜΕΡΟΣ


Μια ιστορική αναδρομή
Β΄ ΜΕΡΟΣ

Περί Αλός

Του Παναγιώτη Γέροντα
Ανθυποπλοιάρχου (ΕΦ/Ο) ΠΝ

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση»,
τεύχος 583, σελ. 30, ΔΕΚ 2012 – ΦΕΒ 2013, εκδ. ΥΙΝ/ΓΕΝ.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση της «ΝΕ»

…συνέχεια από το Α΄ ΜΕΡΟΣ


 
 
 

Πανοραμική φωτογραφία του Μαντρακιού την εποχή της
Ιταλοκρατίας (Δημόσια και Κεντρική Βιβλιοθήκη Ρόδου).
ΦΩΤΟ: ΝΕ

Η ιταλική κατοχή των Δωδεκανήσων

Η Ιταλία επιτέθηκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία στις 16/29 Σεπτεμβρίου 1911 με αφορμή την κακή μεταχείριση των Ιταλών εμπόρων στην Τριπολίτιδα. Η βαθύτερη όμως αιτία πρέπει να αναζητηθεί στην επιθυμία της Ρώμης να εξασφαλίσει τον έλεγχο στην Λιβύη. Επιδίωξη της Ιταλίας ήταν να εξασφαλίσει στην Ανατολική Μεσόγειο μια ζώνη αποκλειστικού ελέγχου. Η άρνηση της οθωμανικής διοίκησης να αποδεχθεί τελεσίγραφο των Ιταλών για στρατιωτική εγκατάσταση στην Τριπολίτιδα και την Κυρηναϊκή, οδήγησε σε ιταλική στρατιωτική απόβαση στην Βόρεια Αφρική. Η παθητική στάση των Μ. Δυνάμεων λόγω της διεθνούς κρίσης στο Αγιαδίρ [36], αλλά και λόγω της επιθυμίας να αποφύγουν την σύγκρουση με την Ρώμη, επέτρεψε στη Ρώμη ν’ ανακηρύξει στις 5 Νοεμβρίου την προσάρτηση της Τριπολίτιδας.

 Οι οθωμανικές δυνάμεις αντέταξαν σοβαρή αντίσταση και ανάγκασαν τους Ιταλούς να μεταφέρουν αλλού τις επιθέσεις τους. Στην αρχή οι Ιταλοί βομβάρδισαν τα Δαρδανέλλια και στην συνέχεια στις 5 Μαΐου του 1912 με επικεφαλής τον στρατηγό Giovanni Ameglio (Αμέλιο) αποβιβάστηκαν στη Ρόδο και σε λίγες μέρες έκαμψαν και την τελευταία αντίσταση της οθωμανικής φρουράς.

  Οι Έλληνες κάτοικοι του νησιού υποδέχθηκαν τους Ιταλούς ως απελευθερωτές και βοήθησαν στην διεξαγωγή των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων. Η έκφραση των ζωηρών προσδοκιών του ελληνικού πληθυσμού των Δωδεκανήσων διατυπώθηκε στο ψήφισμα του Εθνικού Πανδωδεκανησιακού Συνεδρίου, το οποίο συνήλθε στην Ιερά Μονή του Θεολόγου στη Πάτμο, τον Ιούνιο του 1912 το οποίο ευχαριστεί τους Ιταλούς, διαδηλώνει την απόφαση του ελληνικού πληθυσμού να αποτρέψει πάση θυσία την επαναφορά του οθωμανικού καθεστώτος, ενώ τέλος κηρύσσει την αυτονομία των απελευθερωμένων νησιών τα οποία ονομάζονται «Πολιτεία του Αιγαίου» [37].

 Οι Ιταλοί παρέμειναν στην διοίκηση των Δωδεκανήσων μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1943. Ενώ στην αρχή είχαν διακηρύξει ότι η κατοχή των Δωδεκανήσων ήταν προσωρινή στην συνέχεια σκοπός τους έγινε η μονιμοποίηση της κατάστασης. Στο πλαίσιο αυτό οι Ιταλοί προχώρησαν μεθοδικά στον  εξιταλισμό των νησιών. Οι Ιταλοί ήλεγχαν τις αφίξεις των Ελλήνων στα νησιά, απαγόρευσαν την κυκλοφορία ελληνικών εφημερίδων, ενώ στην εφημερίδα «Νέα Ρόδος» απαγορεύτηκε η αναφορά στις νίκες των Ελλήνων στους Βαλκανικούς Πολέμους.


Το Βενετόκλειο Γυμνάσιο της Ρόδου σε φωτογραφία της
εποχής (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη). ΦΩΤΟ: ΝΕ

 Οι Ιταλοί «χτύπησαν» ιδιαίτερα τον τομέα της Παιδείας και του Πνεύματος. Αυστηρή λογοκρισία επεβλήθη σε όλα τα έντυπα των νησιών, ενώ εξορίστηκαν και εκτοπίστηκαν διανοούμενοι και πνευματικοί επιφανείς άνθρωποι της δωδεκανησιακής κοινωνίας. Ο ίδιος μάλιστα ο Ameglio παρακολουθούσε και ήλεγχε την αλληλογραφία του φιλολόγου και διευθυντή του Βενετοκλείου Γυμνασίου Δημητρίου Αναστασιάδη τον οποίο εξόρισε αργότερα.

  Από το 1913  σχεδιάζουν την ίδρυση ιταλικού πανεπιστημίου με σχολές ιατρικής και πολιτικών επιστημών για να μπορέσει η Ιταλία να ανταγωνιστεί την πολιτιστική επιρροή της Αγγλίας και της Γαλλίας στη Μέση Ανατολή. Η ίδρυση του πανεπιστημίου δεν έγινε ποτέ.

  Από το 1915 αρχίζει η προώθηση της διδασκαλίας της ιταλικής γλώσσας με την δημιουργία νυχτερινών σχολείων τα οποία προσελκύουν αρκετούς μαθητές λόγω ελλείψεως διδάκτρων και δυνατότητας συνδυασμού με πρωινή εργασία. Ήδη από το 1914 είχε γίνει προσπάθεια απαγόρευσης Ελλήνων εκπαιδευτικών στα Δωδεκάνησα. Tο 1916 η ιταλική διοίκηση διόρισε επόπτη όλων των σχολείων της Δωδεκανήσου τον αρχαιολόγο Amedeo Maiuti. Ο επόπτης αρνείται το διορισμό του καθηγητή Γαλλικών και εγκρίνει μόνο το διορισμό γυμνασιάρχη στο Βενετόκλειο Γυμνάσιο.

  Στις 20 Σεπτεμβρίου 1916 ιδρύθηκε με την υποστήριξη της διοίκησης παράρτημα της μορφωτικής εταιρείας Dante Alighieri. Η Dante Alighieri άνοιξε διάφορα σχολεία στη Ρόδο με σκοπό τη διάδοση της ιταλικής γλώσσας και πολιτισμού.

  Το ίδιο έτος διορίζεται στο Βενετόκλειο καθηγητής της Ιταλικής γλώσσας ο Ιωάννης Μακρής. Διπλωματούχοι δάσκαλοι που είχαν έλθει από την Ιταλία, καθώς και αξιωματικοί και υπαξιωματικοί του στρατού ανέλαβαν διδακτικό έργο. Συνολικά το 1916 – 1917 τα Ιταλικά παρακολούθησαν 2.353 μαθητές. Το 1917 ο διοικητής Croce εκφράζει την ευαρέσκειά του για την εισαγωγή της Ιταλικής γλώσσας στο «Βενετόκλειο» Γυμνάσιο.

   Το 1926 ιδρύθηκε στην Ρόδο το «Istituto Magistrale» («Ιταλικό Διδασκαλείο») στο οποίο έπρεπε απαραιτήτως να φοιτήσουν όσοι Δωδεκανήσιοι ήθελαν να γίνουν δάσκαλοι. Ακόμη αναγνωρίζονταν μόνο τα πτυχία των ιταλικών πανεπιστημίων, ενώ υπήρχε κατεύθυνση οι Δωδεκανήσιοι να σπουδάζουν στο Πανεπιστήμιο της Πίζας.

   Το Πάσχα του 1919 οι Δωδεκανήσιοι με συλλαλητήρια διαδήλωσαν την διάθεση του ελληνικού πληθυσμού για ένωση με την μητέρα Ελλάδα. Σε αυτές τις διαδηλώσεις όμως τα κυβερνητικά όργανα έχασαν την ψυχραιμία τους με αποτέλεσμα να αρχίσουν να πυροβολούν τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο διαδηλωτές και να τραυματιστούν άλλοι δεκαοχτώ. Εμπνευστής των διαδηλώσεων θεωρήθηκε από τις ιταλικές αρχές ο μητροπολίτης Ρόδου Απόστολος ο Α΄ (Τρύφωνος) [38], τον οποίο οι Ιταλοί τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν στην Πάτμο και από εκεί έφυγε στην Κωνσταντινούπολη.



Ο Ιταλός Κυβερνήτης Mario Lago σε
συνάντηση με τον De Vecchi, όταν
ο δεύτερος ήταν υπουργός Παιδείας
και επισκέφθηκε την Ρόδο και τα
άλλα νησιά (Δημόσια Κεντρική
Βιβλιοθήκη Ρόδου). ΦΩΤΟ: ΝΕ

   Η Συνθήκη της Λωζάννης (24/7/1923) σηματοδοτεί και την de jure μόνιμη  ιταλική κατάληψη και πλήρη κυριαρχία. Από το 1923 μέχρι την 11/9/1943 τα Δωδεκάνησα θα είναι προσαρτημένα στο Ιταλικό Βασίλειο έχοντας τον χαρακτηρισμό «Possedimento» («Κτήση») του ιταλικού Κοινοβουλίου. Οι δύο κυβερνήτες της Ιταλίας  στα Δωδεκάνησα  Mario Lago (Νοέμβριος 1922-Νοέμβριος 1936) και Cesare Maria De Vecchi conte di Val Cismon (Νοέμβριος 1936-Δεκέμβριος 1940) θα είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα απολυταρχικής διοικήσεως. Σε όλους τους τομείς επιχειρείται ένας βίαιος εξιταλισμός. Κυβερνητικό διάταγμα του 1924 περί δασικής ζώνης επέφερε την οικονομική εξαθλίωση των νησιών [39]. Με το πρόσχημα της αναδάσωσης και την προστασία των δασών ο αγρότης υποχρεωνόταν σε βαριά πρόστιμα. Στο τέλος  έχανε τα πάντα και κατέληγε να δουλεύει με εξευτελιστικές απολαβές εργάτης στα ιταλικά δημόσια έργα. Επίσης το 1929 με το νέο κτηματολόγιο, η ιταλική Διοίκηση κρατικοποίησε όλα τα δάση που ανήκαν σε κοινότητες, στην Εκκλησία, σε μοναστήρια και σε ιδιώτες [40]. Οι Ιταλοί έλαβαν ανθελληνικά μέτρα και στο εμπόριο και την βιοτεχνία. Τα ιταλικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που είχαν ανοίξει υποκαταστήματα στα Δωδεκάνησα δεν ευνοούσαν παροχή πιστώσεων σε Έλληνες εμπόρους. Τέλος, από το 1926 οι Ιταλοί δεν δίνουν άδειες ασκήσεως του εμπορικού επαγγέλματος στους Έλληνες. Το χονδρικό εμπόριο είχε περάσει όλο στα χέρια Ιταλών, Φραγκολεβαντίνων και Εβραίων [41].

  Όλα τα σημαντικά μονοπώλια είχαν περάσει σε ιταλικές εταιρείες, όπως του καπνού, των ξηρών καρπών, της οινοπνευματοποιίας, της αλευροβιομηχανίας, της κεραμοποιίας, της αγγειοπλαστικής κ.α.. Από τις έντεκα γραμμές θαλασσίων μεταφορών και ακτοπλοΐας, οι έξι ήταν ιταλικές, μία γαλλική, δύο τουρκικές και δύο ελληνικές [42]. Παρόμοια ιταλική κυριαρχία παρατηρείται και στις μεγάλες τουριστικές μονάδες αλλά και στις μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες [43].

  Στα εκκλησιαστικά ζητήματα η ιταλική Διοίκηση ήρθε σε σύγκρουση με τους Έλληνες της Δωδεκανήσου στο θέμα του Αυτοκεφάλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι προσπάθειες ίδρυσης Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Δωδεκανήσου από τον κυβερνήτη Lago προσέκρουσαν πάνω στην αντίδραση του ποιμνίου [44] στα Δωδεκάνησα, των Δωδεκανησίων της διασποράς (Αθήνας και Αιγύπτου) καθώς και στην αναβλητική στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τελικά το όλο θέμα «υποβαθμίστηκε» από τον κυβερνήτη De Vecchi [45].


1937, παρέλαση στρατιωτικών τμημάτων στο Μαντράκι
της Ρόδου (Foro Italico). Ο De Vecchi έφιππος χαιρετά φα-
σιστικά. (Από το περιοδικό Immagini di Storia, τεύχος 4,
aprile 1994- Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ρόδου). ΦΩΤΟ: ΝΕ

    Στις 4 Ιανουαρίου του 1932 η Ιταλία υπογράφει με την Τουρκία συνθήκη καθορισμού της αιγιαλίτιδας ζώνης μεταξύ Καστελλόριζου και τουρκικών ακτών. Πρωτόκολλο (28 Δεκεμβρίου) ρυθμίζει όλα τα εναπομείναντα ζητήματα μεταξύ των δύο κρατών σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα των Δωδεκανήσων με το πιο κατηγορηματικό τρόπο.

    Ιδιαίτερα σκληρή πολιτική θα επιβάλει ο De Vecchi ο οποίος ξεκάθαρα δήλωσε ότι σκοπός του ήταν η εξομοίωση των Δωδεκανήσων με την υπόλοιπη Ιταλία [46]. Με διάταγμα του 1937 η ιταλική Διοίκηση υποβιβάζει την ελληνική γλώσσα σε «lingua locale» (τοπική γλώσσα). Έγινε μάθημα προαιρετικό και διδασκόταν στα σχολεία χωρίς βιβλία. Όλα τα μαθήματα γίνονταν στα ιταλικά. Επιπλέον μπήκε στα σχολεία και το μάθημα της «cultura fascista» («φασιστική αγωγή»).

 

Η γερμανική και αγγλική κατοχή των Δωδεκανήσων

Τα Δωδεκάνησα ευρίσκονται υπό τον έλεγχο των Γερμανών από την 11η Σεπτεμβρίου 1943, όπου ο τελευταίος Ιταλός κυβερνήτης Inigo Campioni υπέγραψε την παράδοση του Ιταλικού Στρατού στον Γερμανό στρατηγό Kleeman ως απότοκο της προηγηθείσης συνθηκολόγησης της Ιταλίας, μέχρι τις 9 Μαΐου 1945.

   Η γερμανική κατοχή έφερε πείνα και εξαθλίωση στον δωδεκανησιακό λαό και πολλές διώξεις Ελλήνων και Εβραίων. Μετά την μάχη της Κω κατά την οποία οι Γερμανοί κατέλαβαν το νησί, οι νέοι κατακτητές  προχώρησαν σε μαζικές εκτελέσεις Ιταλών αξιωματικών που αντιστάθηκαν στους εισβολείς.

   Οι Γερμανοί λόγω της κρίσιμης καμπής που είχε ο πόλεμος για αυτούς δεν ασχολούνταν ιδιαίτερα για τα κοινωνικά, θρησκευτικά και εκπαιδευτικά ζητήματα των νησιών. Αυτά τα ζητήματα συνέχιζε να τα ασκεί μια σκιώδης ιταλική διοίκηση. Παρόλα αυτά έδωσαν το δικαίωμα στα ελληνικά κατηχητικά να λειτουργήσουν ελευθέρως ως ημερήσια σχολεία εφαρμόζοντας μάλιστα και το αναλυτικό πρόγραμμα του ελληνικού Υπουργείου Παιδείας. Η απόφαση αυτή ουσιαστικά καταργούσε το διάταγμα του 1937, αν και ποτέ δεν έγινε επισήμως για πολιτικούς λόγους [47]. Η λειτουργία των κατηχητικών έφερε σε σύγκρουση την Μητρόπολη της Ρόδου με τους Ιταλούς ιθύνοντες και οι Γερμανοί ανέλαβαν τον ρόλο του διαιτητή. Οι Γερμανοί τελικά επέτρεψαν την καθημερινή λειτουργία των κατηχητικών υπό την εποπτεία της Μητροπόλεως Ρόδου με τον όρο ότι οι ώρες λειτουργίας τους δεν θα συνέπιπταν με αυτές των «κυβερνητικών σχολείων» τα οποία τελούσαν υπό ιταλικό έλεγχο. Η Μητρόπολη της Ρόδου οργάνωσε τα «κατηχητικά σχολεία» ενώ τα ιταλικά «κυβερνητικά σχολεία» τα σχολικά έτη 1944-45 λειτουργούσαν στοιχειωδώς ή και καθόλου λόγω ελλείψεως μαθητών.



Ο κυβερνήτης De Vecchi στο γραφείο
του (Δημόσια και Κεντρική
Βιβλιοθήκη Ρόδου). ΦΩΤΟ: ΝΕ

  Ήδη από τον επόμενο χειμώνα από την εγκαθίδρυση της γερμανικής κατοχής στα Δωδεκάνησα, βρετανικές δυνάμεις σε συνεργασία με τους άνδρες του Ιερού Λόχου υπό τον συνταγματάρχη Χριστόδουλο Τσιγάντε σχεδίαζαν την κατάληψη των Δωδεκανήσων για λογαριασμό των Συμμάχων. Στις 8 Μαΐου 1945 έφτασε στη Σύμη ο διοικητής Δωδεκανήσου, υποστράτηγος Βάγκνερ, για να υπογράψει πρακτικό παράδοσης των εκεί γερμανικών δυνάμεων στους αντιπροσώπους των Συμμάχων - Αγγλίας, Γαλλίας και Ελλάδας. Στη συνέχεια, ο Ιερός Λόχος αποχώρησε και τα νησιά περιήλθαν υπό βρετανική στρατιωτική διοίκηση, η οποία παρέμεινε για δύο σχεδόν χρόνια. Η αγγλική διοίκηση διατήρησε το διοικητικό και φοροεισπρακτικό σύστημα της φασιστικής Ιταλίας, οι Ιταλοί υπάλληλοι παρέμειναν στις θέσεις του ενώ δείχθηκε απροθυμία για την παλιννόστηση των Δωδεκανήσιων Ελλήνων που ζούσαν στο εξωτερικό [48].

  Στην συνέχεια η παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα ακολούθησε τις γεωπολιτικές εξελίξεις και ιδίως την ενδυνάμωση της Σοβιετικής Ένωσης, η οποία έδινε εδάφη στους δορυφόρους της. Αντίθετα για την Ελλάδα δεν ήταν δυνατόν να ικανοποιηθούν άλλες εδαφικές διεκδικήσεις πλην αυτών των Δωδεκανήσων. Παράλληλα στα εσωτερικά της Ελλάδος είχε επικρατήσει εκρηκτική εμφυλιακή πόλωση και η παραχώρηση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα θα ενίσχυε το κύρος της ελληνικής Κυβέρνησης στην ελληνική κοινή γνώμη. Η Τουρκία από την άλλη δεν είχε αντίρρηση τότε να παραχωρηθούν τα Δωδεκάνησα στην Ελλάδα με τον μόνο όρο ότι θα κατοχυρωνόταν η ασφάλεια των μικρασιατικών παραλίων. Η στάση αυτής της Τουρκίας πήγαζε από την πεποίθηση ότι έπρεπε να ακολουθήσει συντηρητική πολιτική στο ρευστό μεταπολεμικό περιβάλλον με πρώτη προτεραιότητα την εδαφική ακεραιότητά της. Παράλληλα δεν ήθελαν οι Τούρκοι ιθύνοντες να ερεθίσουν περαιτέρω τους Σοβιετικούς οι οποίοι το καλοκαίρι του 1946 έθεσαν θέμα αναθεώρησης του καθεστώτος των Στενών· ενέργεια που από την Δύση ερμηνεύτηκε ως μία δυναμική προσπάθεια της σοβιετικής πολιτικής για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου.

  Η μόνη αντίδραση η οποία όμως ξεπεράστηκε γρήγορα κατά την διάρκεια των συνεδριάσεων του Συμβουλίου των υπουργών των Εξωτερικών των Συμμάχων στο Παρίσι το 1946 ήταν από την Σοβιετική Ένωση λόγω της «δυσπιστίας» της προς την «αντιδραστική» ελληνική Κυβέρνηση. Τελικά όμως η σοβιετική πλευρά δέχθηκε την παραχώρηση των Δωδεκανήσων μαζί με το Καστελόριζο στην Ελλάδα με μοναδικό όρο την αποστρατικοποίηση των νήσων.

  Την απόφαση των υπουργών επικύρωσε η συνθήκη της Ελλάδας και Ιταλίας που υπεγράφη στο Παρίσι (10 Φεβρουαρίου 1947). Η συνθήκη αυτή απέδιδε στην Ελλάδα την ιταλική κυριαρχία επί των Δωδεκανήσων όπως αυτή είχε συμφωνηθεί με την συνθήκη ειρήνης του Ουσύ (18 Οκτωβρίου 1912-αναγνώριση ιταλικής κυριαρχίας Δωδεκανήσου και Καστελόριζου), το άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης [49] και τις ιταλοτουρκικές συμφωνίες του 1932, με τις οποίες καθορίζονταν τα ιταλοτουρκικά θαλάσσια σύνορα. Η Ελλάδα λοιπόν συμφώνως του Διεθνούς Δικαίου ανέλαβε ως διάδοχο κράτος τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Ιταλίας όπως αυτά ορίζονταν από τις προαναφερθείσες συνθήκες και συμφωνίες.

  Η ανάληψη της διοίκησης των νησιών από την Ελλάδα έγινε στις 31 Μαρτίου 1947 με την παράδοσή τους από τους Βρετανούς στον Έλληνα στρατιωτικό διοικητή, αντιναύαρχο Περικλή Ιωαννίδη. Τα Δωδεκάνησα προσαρτήθηκαν και επισήμως στην Ελλάδα στις 7 Μαρτίου 1948. Ο στρατιωτικός διοικητής αποχώρησε και συστάθηκε η Γενική Διοίκηση Δωδεκανήσου, με πρώτο γενικό διοικητή τον Κάσιο γιατρό και αγωνιστή, Νικόλαο Μαυρή [50].


 

Λίνδος, Ρόδος. ΦΩΤΟ: Κώστας Ανδρεόπουλος
kostasandreopoulos.blogspot.gr

Συμπεράσματα

Η ιστορία των Δωδεκανήσων δείχνει ξεκάθαρα δύο πράγματα. Πρώτον, ότι αποτελούν μια γεωγραφική ενότητα. Πράγματι διαχρονικά τα νησιά αυτά συνδέονται με κοινή μοίρα. Από την Αθηναϊκή Συμμαχία στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και το Βυζάντιο και από εκεί στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, την Ιταλία,  την Γερμανία, την Αγγλία και την τελικά την Ελλάδα, τα Δωδεκάνησα πορεύονται μαζί στο χρόνο.

  Δεύτερον, η βαθιά ελληνικότητα των νησιών. Αυτό δεν αποτελεί σχήμα λόγου, είναι μια αναμφισβήτητη αλήθεια. Τα Δωδεκάνησα κατοικούνται από Έλληνες συνεχόμενα από τα μυκηναϊκά χρόνια, ίσως και πιο πριν. Προσπάθειες αλλοίωσης και αφομοίωσης του ελληνικού πληθυσμού προσέκρουσαν πάνω στην ακλόνητη πίστη του πληθυσμού των Δωδεκανήσων στην ελληνική ταυτότητά του.

  Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα σηματοδότησε την εθνική ολοκλήρωση αλλά και μια πραγμάτωση δικαιοσύνης γιατί μετά από την παρέλευση πολλών κατακτητών και αιώνων ο ελληνικός πληθυσμός των Δωδεκανήσων ευτύχησε να ενωθεί με τους υπόλοιπους αδελφούς Έλληνες.
http://perialos.blogspot.gr/2013/08/blog-post_26.html
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

 [36] Επεισόδιο ή κρίση του Αγαδίρ. Την 1η Ιουλίου 1911 οι Γερμανοί έστειλαν το πολεμικό πλοίο Πάνθηρ στα νερά του Αγιαδίρ, σε μια προσπάθεια να εκφοβίσουν τη Γαλλία, ώστε να μην αναμειχθεί στο Μαρόκο. Το γεγονός δημιούργησε διεθνή κρίση και σοβαρή ένταση στις γαλλογερμανικές σχέσεις, που λύθηκε τελικά με συμφωνία των δύο δυνάμεων, με την οποία η Γερμανία αναγνώρισε το Μαρόκο ως γαλλικό προτεκτοράτο, αλλά κέρδισε παραχωρήσεις στο γαλλικό Κονγκό.
[37] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΔ΄,σελ 283,  Εκδοτική Αθηνών, 1977.
[38] Οικουμενικό Πατριαρχείο, Ιερά Μητρόπολις Ρόδου (26-04-2009) Αιματηρό Πάσχα 1919. Τομαή Φωτεινή (2011) Αίμα για την Ανάσταση της Ρόδου, Εφημερίδα «Βήμα της Κυριακής», 23-4-2011.
[39] Ζαχαρίας Τσιρπανλής , Πλήρης κυριαρχία και εξιταλισμός (Η εικοσαετία 1923-1943 στάθηκε η πιο επικίνδυνη για την ταυτότητα των Δωδεκανήσων) Αφιέρωμα «7 ημέρες Καθημερινή» Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα, πενήντα χρόνια από την ενσωμάτωση, Κυριακή 30 Νοεμβρίου 1997.
[40] ο.π.
[41] ο.π.
[42] ο.π.
[43] ο.π.
[44] ο.π.  Αν και τρεις μητροπολίτες είχαν συμφωνήσει  (Ρόδου, Καλύμνου-Λέρου και Καρπάθου- Κάσου).
[45] ο.π.
[46] ο.π.
[47] Ζαχαρίας Τσιρπανλής, Ιταλοκρατία στα Δωδεκάνησα 1912-1943,  σελ 163, έκδοση ΥΠΠΟ-ΤΑΠΑ, Αθήνα, 1998  και Αναστάσιος Κοντάκος- Σταύρος Παπαδόπουλος, Η Εκπαίδευση στα Δωδεκάνησα μετά την Ενσωμάτωση 1947-1950.
[48] Ιωάννης Σακκάς, Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων, εφημερίδα Η Καθημερινή, 7 Νοεμβρίου 2011.
[49] Η Τουρκία παραιτείται από κάθε δικαίωμα και τίτλο στα νησιά Αστυπάλαια, Ρόδο, Χάλκη, Κάρπαθο, Κάσο, Τήλο, Νίσυρο, Κάλυμνο, Λέρο, Πάτμο, Λειψούς, Σύμη και Κω, καθώς και «στις νησίδες που εξαρτώνται από αυτά», επίσης και στα νησιά του Καστελόριζου.
[50] Ιωάννης Σακκάς, Η ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων, εφημερίδα Η Καθημερινή, 7 Νοεμβρίου 2011.


 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...