ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΦΥΓΗΣ ΕΠΤΑ ΝΕΑΡΩΝ ΔΟΚΙΜΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΜΕΣΗ ΑΝΑΤΟΛΗ Β΄ΜΕΡΟΣ



Β΄ΜΕΡΟΣ

Περί Αλός

Υπό Αντιναυάρχου ε.α. Π. Κονιάλη

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ της Ναυτικής Ιστορίας»,
τ. 72, σ. 14, έκδοση Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος, ΙΟΥΛ-ΣΕΠ 2010.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση του ΝΜΕ.

 

…συνέχεια από το Α΄ΜΕΡΟΣ

Από την ημέρα εκείνη συνεχίσθηκαν σχεδόν καθημερινά οι μεσημεριανές αποστολές ταψιών, προς υψίστην μας ικανοποίηση και ενθουσιασμό. Τόση δε ήταν η προσμονή και αγωνία μας για την άφιξη του περιπόθητου ταψιού, που από τις 11 το πρωί αρχίζαμε βάρδιες «οπτήρος» από το σχιστό παραθυράκι του κελιού μας για να εντοπίσουμε τον συμπαθέστατο πιτσιρίκο μόλις ενεφανίζετο στον απέναντι δρόμο, ενώ οι υπόλοιποι περνάγαμε ανυπόμονοι την ώρα μας, με χίλιες - δύο εικασίες για την σύνθεση των αναμενόμενων εδεσμάτων.

Ξαναδιαβάζοντας αυτές τις τελευταίες γραμμές βλέπω ότι αφιέρωσα πολύ χώρο στο πρόβλημα του φαγητού. Η αλήθεια όμως είναι ότι απ’ όλες τις κακουχίες και στερήσεις που υπέστημεν στην φυλακή, η μεγαλύτερη κι εντονότερη ήταν η ακατασίγαστη πείνα, που επιδρούσε περισσότερο όχι μόνο στην σωματική αλλά και στην ηθική μας αντοχή. Γι αυτό και η βοήθεια που μας προσέφερε την κρίσιμη εκείνη εποχή η συμπαθεστάτη Iταλιδούλα θεία μου ήταν αποφασιστική, τόσο για να «στυλωθούμε» όσο και για ν’ αντιμετωπίσουμε θαρραλέα τις συνεχιζόμενες εξαντλητικές ανακρίσεις των Ιταλών, που επέμεναν ν’ ανακαλύψουν διασυνδέσεις μας με «ξένες» μυστικές υπηρεσίες ή υποβρύχια «φαντάσματα» κλπ.

Άλλο –μικρότερο βέβαια– πρόβλημα που αντιμετωπίζαμε ήταν το της εμφανίσεώς μας. Όπως ήταν φυσικό, μετά από τόσο καιρό απλυσιάς και αξυρισιάς, τα μαλλιά μας, είχαν φθάσει στους ώμους μας, τα γένια μας είχαν πάρει διαστάσεις καλογήρων, και οι απανταχού παρούσες ψείρες μας είχαν κυριολεκτικά τρελάνει με τα τσιμπήματά τους. Έτσι, είχαμε καταντήσει κι εμείς λίγο τεμπέληδες και μετά από τόσο καιρό στις φυλακές είχαμε αρχίσει να παραμελούμε την εμφάνισή μας.

Το κακό όμως παράγινε όταν μια ημέρα που μας περνούσαν από την κεντρική πλατεία της Τρίπολης, καθ’ οδόν προς την ιταλική διοίκηση για ανάκριση, μερικοί χαζεύοντες συμπατριώτες μας, μας γιουχάισαν, νομίζοντας πως είμαστε μαυραγορίτες.

Μετά το επεισόδιο αυτό, κόψαμε όσο μπορούσαμε τα μαλλιά και τα γένια μας μ’ ένα ψαλίδι που μας δάνεισαν κρυφά οι φύλακές μας, πλυθήκαμε όπως- όπως με το κατεψυγμένο νερό της φυλακής και όταν βγαίναμε γι’ ανάκριση, φορούσαμε τους ναυτικούς επενδύτες και τις αρβύλες της σχολής, με τα «σιδερένια» τακούνια και βαδίζαμε με κανονικό στρατιωτικό βηματισμό, σαν να πηγαίναμε παρέλαση.

Το αποτέλεσμα όλης αυτής της αλλαγής σκηνικού ήταν εκπληκτικό! Οι Τριπολιτσιώτες, που -ποιος λίγο ποιος πολύ- είχαν μάθει για την παρουσία επτά ηρωικών δοκίμων στις φυλακές, μας ανεγνώρισαν αμέσως και, παρά την έντονη παρουσία των στρατευμάτων κατοχής, δεν δίστασαν να μας χειροκροτήσουν και να μας επευφημήσουν.
Όπως το περιμέναμε, μετά τις εκδηλώσεις αυτές, οι μεταγωγές μας στην Commandatura γινόντουσαν είτε πρωί-πρωί, που ήταν έρημοι οι δρόμοι, είτε με «κουκουλωμένο» φορτηγό.

Με αυτά και πολλά άλλα, που θα έπαιρναν πολλές σελίδες για να περιγράψω, πέρασαν οι δύο μήνες στην Τρίπολη και ήρθε η μεγάλη ημέρα της δίκη μας. Οι
Ιταλοί, λόγω θεατρινίστικης ιδιοσυγκρασίας αλλά και για να εντυπωσιάσουν τους νέους «υπηκόους» τους, προσέδωσαν ιδιαίτερη λαμπρότητα κι επισημότητα στην όλη αυτή υπόθεση, σαν να επρόκειτο για συγκλονιστική δίκη μεγάλων κατασκόπων κι όχι για επτά ασήμαντα νεαρά δοκιμάκια που, απλά, ήθελαν να το σκάσουν για τη Μέση Ανατολή.

Η μεγάλη αίθουσα του στρατοδικείου ήταν ειδικά διακοσμημένη με όλα τα σύμβολα του Ιταλικού μεγαλείου, με προεξέχουσα θέση (πίσω από τον πρόεδρο) δοσμένη σε μια τεράστια χρυσοποίκιλτη εικόνα του λιλιπούτειου φαιδρού βασιλιά Vittorio-Emmanuele.
Γύρω-γύρω ήταν παρατεταγμένοι καραμπινιέροι με τις μεγάλες τους στολές, με την χαρακτηριστική κόκκινη φούντα στα «Ναπολεόντεια» καπέλα τους, ενώ οι πέντε βλοσυροί στρατοδίκες, μ’ επικεφαλής ολόκληρο συνταγματάρχη, μας κοίταζαν με παγερά βλέμματα από την ψηλή έδρα τους. Απέναντί μας καθόταν ο αντισυνταγματάρχης «Βασιλικός Επίτροπος» που με την μπέρτα που φορούσε και το σουβλερό μουσάκι που έτρεφε έμοιαζε να είχε βγει από μεσαιωνικό πίνακα του Βελάσκεζ.
Κοντά στο εδώλιο των κατηγορουμένων καθόταν ένας άγνωστος σε μας νεαρός υπολοχαγός με αστραφτερές μπότες, που –όπως μας εξήγησαν– θα ήταν o συνήγορός μας.

Η όλη θεατρινίστικη αυτή εικόνα συμπληρωνόταν από το πολυπληθές ακροατήριο που, κατά περίεργο τρόπο, οι Ιταλοί είχαν επιτρέψει –ή μάλλον είχαν «επιδιώξει»– να παραστεί στη δίκη. Μεταξύ των παρόντων διακρίναμε τους δύο μπαμπάδες, την χαριτωμένη θεία μου και μερικούς άλλους Τριπολιτσιώτες που γνωρίζαμε «εξ όψεως» από τις συχνές διελεύσεις μας από τους δρόμους της Τρίπολης.

Η διαδικασία άρχισε με την καθημερινή «διακήρυξη» του προέδρου, της οποίας τα πρώτα στομφώδη λόγια ήταν: “Al nome del re dItalia di Lybia di Albania, Imperatore di Etiopia” κλπ. Στην μέση όμως της απαγγελίας αυτής ο βλοσυρός πρόεδρος κοντοστάθηκε κι άρχισε ψιθυριστές διαβουλεύσεις με τον βασιλικό επίτροπο, ο οποίος, κατακόκκινος από το θυμό του, κατακεραύνωνε με χείμαρρο ιταλικών τον ταλαίπωρο συνήγορό μας.

Όπως, με τα πολλά, μας εξήγησαν, κατά την εκφώνηση του ονόματος του βασιλιά-αυτοκράτορα έπρεπε να είχαμε χαιρετίσει κατά τον φασιστικό τρόπο, με υψωμένο το χέρι. Προσέθεσαν ότι με την παράλειψή μας αυτή δείξαμε ασέβεια προς το πρόσωπο του ανωτάτου άρχοντα και ότι η όλη διαδικασία θα επαναλαμβανόταν από την αρχή.

Ανταλλάξαμε μερικές ματιές μεταξύ μας και απαντήσαμε ότι «εμείς δεν χαιρετάμε, ούτε πρόκειται να χαιρετίσουμε κατ’ αυτό τον τρόπο».

Όπως ήταν αναμενόμενο, η δήλωση μας αυτή έκανε -όπως λένε- αίσθηση στο δικαστήριο. Οι μεν στρατοδίκες μας κατακεραύνωναν με απειλητικές ματιές, ενώ το ακροατήριο μας θαύμαζε. Τελικά, βλέποντας ότι τα πράγματα οδηγούντο προς ρήξη (που ασφαλώς θα κατέληγε σε βάρος μας ) βάλαμε λίγο νερό στο κρασί μας και αναθέσαμε στον «Μακιαβέλι» και δικολάβο Νίκο Οικονόμου, που ήξερε και λίγα ιταλικά, να καθησυχάσει τα πνεύματα δηλώνοντας πως δεν είχαμε καμιά πρόθεση να δείξουμε ασέβεια προς τις ιταλικές αρχές αλλά ο κανονισμός μας, που ισχύει ακόμα αφού είμαστε αιχμάλωτοι πολέμου, προβλέπει για χαιρετισμό υπό σκέπην την λήψη της στάσεως της προσοχής, την οποία και είχαμε λάβει αφού σταθήκαμε όρθιοι.

Επακολούθησαν ζωηρές διαβουλεύσεις μεταξύ στρατοδικών και βασιλικού επιτρόπου, ο οποίος διεκρίνετο από το μαύρο πουκάμισο που φορούσε ότι έπρεπε να ήταν φανατικός φασίστας, και που φαινόταν να ζητάει τουλάχιστον την «κεφαλήν μας επί πίνακι».

Τελικά, επεκράτησαν ωριμότερες σκέψεις κι ο πρόεδρος, χωρίς ν’ απαντήσει στην δήλωσή μας, επανέλαβε την διακήρυξή του από την αρχή, εμείς σηκωθήκαμε απλώς όρθιοι –όπως κι όλοι οι άλλοι παριστάμενοι– και το επεισόδιο εθεωρήθη λήξαν. Μετά ταύτα, ο γραφικός βασιλικός επίτροπος άρχισε την εκφώνηση του κατηγορητηρίου που –γι’ άγνωστο λόγο- ήταν ολόκληρο κατεβατό. Όταν τελείωνε δε την απαγγελία κάθε επί μέρους κατηγορίας, απευθυνόταν στον συνήγορο μας και τον ρωτούσε αν έχει τίποτα να πει. Αυτός ο ταλαίπωρος υπολοχαγίσκος, που σ’ όλη τη δίκη φαινόταν να τα ’χει χαμένα, πεταγόταν σαν ελατήριο από την καρέκλα του, χτυπούσε τα καλογυαλισμένα τακούνια του, κι απαντούσε στερεότυπα μ’ ένα “niente”.

Η επανάληψη αυτής της φαρσο-κωμωδίας είχε αρχίσει να προκαλεί θυμηδία στο ακροατήριο, οπότε, σε μια στιγμή, μετά ένα ιδιαίτερα ηχηρό “niente”, ακούγεται η φωνή του Νικολάκη Συξέρη να λέγει στον συνήγορο: «...μίλα ρε χρυσόστομε!!!».
Τελικά, ο πρόεδρος φαίνεται ν’ αντελήφθη πως για να διατηρήσει την «καλή εικόνα» της δίκης, καλό θα ήταν να ρωτήσει κατ’ ευθείαν και μας, τους άμεσα ενδιαφερόμενους, αν έχουμε τίποτα να πούμε. Εμείς, βέβαια, έχοντες ακόμα νωπές τις οδυνηρές εμπειρίες από εμπλοκές με υποβρύχια - φαντάσματα και ανύπαρκτες μυστικές υπηρεσίες, περιοριστήκαμε να επαναλάβουμε την στερεότυπη σύντομη δήλωση ότι: «Σύμφωνα με την ηθική υποχρέωση που έχει κάθε αιχμάλωτος πολέμου να προσπαθήσει να δραπετεύσει – όπως τούτο αναγνωρίζεται ρητώς από το διεθνές δίκαιο πολέμου –προσπαθήσαμε μόνοι μας να διαφύγουμε προς την Μέση Ανατολή για να επανενταχθούμε στις ένοπλες δυνάμεις».

Σημειωτέον ότι αυτά τα δικολαβικά επιχειρήματα μας τα είχε δασκαλέψει καλά ένας από τους Ιταλούς ανακριτές μας που μας είχε ιδιαίτερα συμπαθήσει. Ήταν έφεδρος υπολοχαγός, πρώην αρχιτέκτων από το Μιλάνο, και ονομάζετο Palomba (τουτέστιν, Ελληνιστί, = περιστέρης). Τόσο δε ήταν το ενδιαφέρον του για την τύχη μας, που καθόταν με τις ώρες και ξεσκάλιζε μπροστά μας, τα διάφορα νομικά βιβλία για να βρει ελαφρυντικά επιχειρήματα που θα ταίριαζαν στην περίπτωσή μας.

Άλλο ένα δείγμα, κι αυτό, της ανθρωπιάς των περισσότερων Ιταλών.


Ξέχωρα από τους 7 συνεργάστηκαν στενά οι:
Κύρος Κουμανάκος (α) και Βασίλης Μητσάκος (β).
ΦΩΤΟ: Περίπλους. ΕΠΕΞ: Περί Αλός.

Παρ’ όλα όμως αυτά τα επιχειρήματα μας και την μάλλον καλή εντύπωση που κάναμε στην δίκη, η τύχη μας ήταν προφανώς προαποφασισμένη. Έτσι χωρίς άλλα χασομέρια, ο πρόεδρος, μετά από σύντομες δήθεν διαβουλεύσεις με τους στρατοδίκες, μας κήρυξε παμψηφεί ενόχους και μας κατεδίκασε επιεικώς, τους μεν μεγαλύτερους σε ηλικία (Οικονόμου και Λύττα) σε 8μηνη φυλάκιση, τους δε άλλους πέντε μικρότερους σε 6μηνη φυλάκιση. Αυτό σήμαινε ότι μετά την αφαίρεση των 4 μηνών που είχαμε ήδη περάσει υπό προφυλάκιση, μας έμεναν λίγοι μόνο ακόμη μήνες για να εκτίσουμε όλη την ποινή μας.

Μόλις γυρίσαμε στην φυλακή, μάθαμε ότι την άλλη κιόλας ημέρα θα φεύγαμε με τραίνο για την Αθήνα, με προορισμό τις φοβερές φυλακές Αβέρωφ.

Το πρώτο εκείνο βράδυ της επιστροφής μας στην Αθήνα (θα ήταν αρχές Μαρτίου του 1942) το περάσαμε, όπως -όπως, στα άδεια και κατεψυγμένα γραφεία του τμήματος, προσπαθώντας να βολευτούμε πάνω στα τραπέζια και τις καρέκλες. Εκεί κάπου ανακαλύψαμε κι ένα ξεκλείδωτο τηλέφωνο κι αμέσως αποκαταστήσαμε επαφή με φίλους και φιλενάδες. Την άλλη μέρα, πάντως, οι πολύ εξυπηρετικοί και πρόθυμοι χωροφύλακες, υπό την καθοδήγηση του συμπαθούς μας και γραφικού διοικητού τους ταγματάρχου Πολύκαρπου (πάντα ντυμένου με άψογη στολή και καλογυαλισμένες μπότες) μας μετέφεραν σ’ έναν ευρύχωρο θάλαμο, στο δεύτερο πάτωμα ενός ξεχωριστού οικίσκου που χρησιμοποιείτο ως θεραπευτήριο. Εκεί μας εγκατέστησαν επτά ράντσα, με όλα τα λοιπά χρειώδη, κι έτσι, για πρώτη φορά μετά την σύλληψή μας στο Γύθειο βρεθήκαμε σ’ ένα σχετικά άνετο και καθαρό περιβάλλον.

Για μεγάλη μας τύχη, διοικητής της χωροφυλακής στην Αθήνα ήταν ο συνταγματάρχης Ντάκος, πατέρας του συμμαθητού μας Τάσου Ντάκου, ο οποίος έκανε ό,τι μπορούσε για να μας βοηθήσει παντοιοτρόπως. Μια δε από τις μεγαλύτερες εξυπηρετήσεις που μπορούσε να μας κάνει ήταν ότι ρύθμισε, την άλλη μέρα κιόλας, να πάμε για μερικές ώρες στα σπίτια μας, αφού δώσαμε τον λόγο μας ότι θα γυρίσουμε έγκαιρα στο τμήμα.

Η χαρά μου όταν, μετά τόσες περιπέτειες και κακουχίες, πάτησα πάλι το πόδι στο κατώφλι του σπιτιού μας, δεν περιγράφεται!

Η πρώτη, βέβαια, μέριμνα ήταν να κληθεί ο κουρέας της γειτονιάς, που μετά από ένα γενναίο κούρεμα και ξύρισμα μ’ επανέφερε κάπως στην κανονική μου όψη. Επακολούθησε καυτό μπάνιο, με πολλά χέρια σαπουνάδας και άλλων παρασκευασμάτων για να εκδιωχθούν οι ψείρες, μετά απήλαυσα το σπιτικό φαγητό που τόσο πολύ ονειρευόμουνα στη φυλακή και που με τόσους κόπους και δυσκολίες – λόγω κατοχής - είχε κατορθώσει να ετοιμάσει η μητέρα μου.

Όταν ολοκληρώθηκαν οι σπιτικές αυτές περιποιήσεις και καθίσαμε με τους γονείς μου να τα πούμε, περίμενα, με ιδιαίτερη ανησυχία, να τ’ ακούσω για τα καλά για την μυστική μου δραπέτευση και για όλες τις ταραχές και αγωνίες που τους έβαλα.

Περιέργως, δεν μου είπαν απολύτως τίποτα, ούτε που έκαναν κουβέντα για το πως και γιατί το έσκασα κρυφά από το σπίτι.

Όπως αργότερα κατάλαβα, από ανταλλαγές αναλόγων εμπειριών με τους υπόλοιπους της παρέας, και οι άλλοι γονείς ετήρησαν την ίδια στάση, πράγμα που αποδείκνυε ότι θα ήταν όλοι συνεννοημένοι για ν’ ακολουθήσουν την ίδια φρόνιμη τακτική.

Έτσι, επιστρέψαμε όλοι την ίδια ημέρα, στο τμήμα Μεταγωγών, αγνώριστοι από τους ευπρεπισμούς και τα πλυσίματα, έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουμε όσα φοβερά και τρομερά είχαμε ακούσει για τις φυλακές Αβέρωφ.

Οι μέρες όμως περνούσαν και, προς μεγάλη μας αγαλλίαση, δεν βλέπαμε να γίνεται καμία κίνηση για την μεταγωγή μας.
Όπως σύντομα μάθαμε, οι σύντονες ενέργειες που είχαν αναλάβει οι γονείς μας προς πάσαν κατεύθυνσιν είχαν τελεσφορήσει, με αποτέλεσμα να σκαλώσουμε μονίμως στο τμήμα Μεταγωγών, με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχε επί τους παρόντος χώρος για μας στις φυλακές Αβέρωφ, και να περάσουμε εκεί τους υπόλοιπους μήνες της ποινής μας.

Κατόπιν τούτου, οργανώσαμε ωραία και καλά την ζωή μας στον ευρύχωρο θάλαμό μας, όπου μας έφερναν και κάθε μεσημέρι φαγητό από το ναυτικό νοσοκομείο, που είχε τότε εγκατασταθεί προσωρινά σε κάποια κλινική της λεωφόρου Αλεξάνδρας.

Κάθε εβδομάδα είχαμε και επισκεπτήριο κατά το οποίο, εκτός από τους γονείς μας, ερχόντουσαν τακτικά και μας επισκέπτοντο ιδιαίτερα ευπρόσδεκτοι φίλοι και φίλες.

Σε μια απ’ αυτές τις επισκέψεις, είχε έρθει κι ο μακαρίτης συμμαθητής μας Αιμίλιος Σβώλος, ο οποίος –όπως πάντα καλά οργανωμένος– είχε φέρει μαζί του ένα φορητό pick-up κι αρκετές πλάκες γραμμοφώνου με χορευτικούς ρυθμούς της εποχής. Αμέσως, με την ένθερμη συμμετοχή και των κοριτσιών που συνόδευαν τον Αιμίλιο, στήθηκε αυτοσχέδιο party και υπό τους ήχους των tango, blues και swing, το ρίξαμε σε τρελό χορό.
Εκείνη την ώρα διάλεξαν να μας επισκεφθούν και μερικοί από τους γονείς μας, οι οποίοι μόλις άνοιξαν την πόρτα του θαλάμου και είδαν το γλέντι που γινόταν, την ξανάκλεισαν διακριτικά και απήλθαν.

Από τότε, κι επί πολλά χρόνια, είχαν να μας το λένε ότι ενώ αυτοί, πάντα ανήσυχοι για την μελλοντική μας τύχη, ήρθαν να μας δώσουν κουράγιο, αντ’ αυτού μας είδαν να ξεφαντώνουμε.

Για να εξηγούμεθα, όλα βέβαια δεν ήταν τόσο ρόδινα όπως τα περιγράφω στο κατάλυμά μας αυτό του τμήματος μεταγωγών. Εκείνη την εποχή (χειμώνας του ’42) η πατρίδα μας περνούσε τη χειρότερη περίοδο κατοχής, κατά την οποία η ακατασίγαστη πείνα, το ιδιαίτερα δυνατό κρύο που έκανε εκείνο το χειμώνα και οι τόσες άλλες στερήσεις και κακουχίες έκαναν κυριολεκτικά θραύση ανάμεσα στον ταλαιπωρημένο πληθυσμό.

Το θέαμα μεγάλου αριθμού νεκρών εγκαταλελειμμένων στους δρόμους της Αθήνας είχε γίνει πια καθημερινό, συνηθισμένο φαινόμενο, ενώ τα καροτσάκια του δήμου που τους περιμάζευαν μόλις προλάβαιναν ν’ απαλλάξουν την πρωτεύουσά μας από τις φρικιαστικές αυτές παρουσίες.

Ένα από τα σημεία περισυλλογής, όπου έφερναν συχνά τους σωρούς αυτών των νεκρών γι’ αναγνώριση και στη συνέχεια προώθηση στα νεκροταφεία, ήταν και το τμήμα Μεταγωγών και μάλιστα ο χώρος όπου εναπόθεταν τα πτώματα ήταν ακριβώς κάτω από τον θάλαμό μας.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι, όπως οι σανίδες του πατώματος πλάι στο ράντσο μου έχασκαν σε πολλά σημεία, μπορούσα, σκύβοντας, να βλέπω τους αποσκελετωμένους από την πείνα νεκρούς, αραδιασμένους μερικά μέτρα κάτω από εκεί που κοιμόμουνα. Τόση όμως ήταν, την φοβερή εκείνη εποχή, η εξοικείωσή μας με την ιδέα του θανάτου που -ειλικρινά – συνήθισα – αν μπορώ να το πω έτσι – στο φρικαλέο αυτό θέαμα και δεν μου έκανε εντύπωση.


Ο Αντιναύαρχος Πάτροκλος Κονιάλης κατά την απονομή των
θυρεών στους Βετεράνους του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου στη Σ.Ν.Δ.
στις 29 Νοεμβρίου 2007. ΦΩΤΟ: http://www.sa-snd.gr/f_2007.htm

Αυτή ακριβώς η αντίθεση μεταξύ της φρίκης και του τρόμου που προκαλούσε ο πόλεμος και της υποσυνείδητης αντίδρασης του κόσμου να επιδιώκει, με κάθε τρόπο, να διασκεδάζει για να ξεχνάει τα όσα υπέμενε, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό των χρόνων εκείνων της κατοχής, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά κι όπου αλλού είχε περάσει η λαίλαπα του πολέμου. Έτσι πέρασε ο καιρός και μπήκε η άνοιξη, οπότε, μίαν ωραίαν πρωίαν - όπως λένε - στις αρχές της Μεγάλης Εβδομάδος, η ήρεμη ζωή μας στο θεραπευτήριο - αναπαυτήριο διακόπηκε ξαφνικά με την άφιξη ενός βλοσυρού Ιταλού λοχαγού, ο οποίος –χωρίς περιστροφές– μας διέταξε να ετοιμασθούμε γι’ αναχώρηση για την Ιταλία, όπου θα μεταφερόμασταν ως όμηροι.

Από καιρό, βέβαια είχαμε μάθει ότι κυρίως οι Γερμανοί και δευτερευόντως οι Ιταλοί είχαν αρχίσει να συγκεντρώνουν ομήρους, σαν απειλή αντιποίνων εναντίων των αντιστασιακών οργανώσεων, που είχαν αρχίσει τότε να κάνουν την εμφάνισή τους. Δεν πέρασε, όμως, ποτέ από το μυαλό μας ότι θα περιλαμβανόμαστε κι εμείς, τα δοκιμάκια, στο σκληρό αυτό μέτρο.

Ήταν σαν να έπεσε πραγματικός κεραυνός κι από εκεί που κάναμε σχέδια πως θα περνούσαμε ο καλοκαιράκι μας, βρεθήκαμε να ετοιμαζόμαστε για στρατόπεδο συγκεντρώσεως.

Το ίδιο, κιόλας, βράδυ έγινε επείγουσα συγκέντρωση γονέων κι ελήφθησαν αποφάσεις για σύντονες ενέργειες προς όλες τις γνωστές και μη κατευθύνσεις, με την ελπίδα μήπως μεταπεισθούν οι Ιταλοί.

Παράλληλα, αρχίσαμε και τις προετοιμασίες μας για το μακρινό μας ταξίδι προς το άγνωστο. Επιστρατεύτηκαν οι ναυτικοί μας σάκοι, τους οποίους γεμίσαμε με τα προικιά μας και τους παρατάξαμε, σαν τακτικοί δόκιμοι, μπροστά στα ράντσα μας, με αποτέλεσμα το δωμάτιο μας να πάρει την μορφή θαλάμου της Σχολής Δοκίμων.

Κι εκεί που είχαμε πάρει πλέον την απόφαση και περιμέναμε στωικά την αναχώρησή μας, καταστρώνοντας παράλληλα και χίλια-δυο απίθανα σχέδια δραπετεύσεως από το πλοίο που θα μας μετέφερε στην Ιταλία, κατέφθασαν ένα πρωί μερικοί καραμπινιέροι και μας πήγαν, μ’ ένα φορτηγάκι, στην Ιταλική Στρατιωτική Διοίκηση (commando tappa) που ήταν εγκατεστημένη στο κτίριο της γωνίας Αμερικής και Πανεπιστημίου (εκεί που αργότερα ήταν η αντιπροσωπεία της Siemens).

Μετά από μακρά και αγωνιώδη αναμονή, μας οδήγησαν σ’ ένα επιβλητικό γραφείο, όπου ένας κομψός Ιταλός συνταγματάρχης μας έβγαλε ένα λογύδριο, πολύ επαινετικό για τον πατριωτισμό και ηρωισμό μας, και μας ανακοίνωσε ότι οι ιταλικές αρχές, εκτιμώντας αυτή μας την πράξη –έστω κι αν εστρέφετο εναντίον τους– και λαμβάνοντας υπ’ όψη το νεαρόν της ηλικίας μας, απεφάσισαν να μας αφήσουν ελεύθερους.

Μη πιστεύοντας στ’ αυτιά μας ψελλίσαμε τις ευχαριστίες μας, χαιρετίσαμε μ’ ελαφρά υπόκλιση της κεφαλής –κι όχι φασιστικά όπως μας είχαν και πάλι υποδείξει– και απήλθαμε.

Πάντως, έξω από την πόρτα του γραφείου, ο υπασπιστής του Συνταγματάρχου μας διευκρίνισε– με περισσή σαφήνεια κι έμφαση– ότι η απόλυσή μας αυτή και η
ρητή δέσμευσή μας να μην αποπειραθούμε ξανά να δραπετεύσουμε, τελούσε υπό την εγγύηση της ασφάλειας των οικογενειών μας, οι οποίες και θα υφίσταντο τις συνέπειες κάθε τυχόν επαναλήψεως του εγχειρήματός μας.

Όταν πια βγήκαμε στην οδό Αμερικής και οι Ιταλοί σκοποί δεν έκαναν καμία κίνηση για να μας συγκρατήσουν, δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι είμαστε πραγματικά ελεύθεροι, και, για λίγο, τα είχαμε χαμένα. Γρήγορα, όμως, συνήλθαμε και σκορπίσαμε αστραπιαίως (μήπως και μετανιώσουν οι Ιταλοί), τραβώντας, ο καθένας μας, για τη θαλπωρή του σπιτιού του.

Πως έγινε αυτό το θαύμα, ποτέ δεν το έμαθα. Άκουσα, μόνο, ότι μέχρι κι ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός συνηγόρησε για την απελευθέρωσή μας, όπως επίσης και ο θείος του Κωστή, ο πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης Άγις Ταμπακόπουλος, που κινήθηκε δραστήρια σε υψηλά επίπεδα.

Κατά βάθος, όμως, τώρα μετά από τόσα χρόνια, τείνω να πιστέψω πως ο πραγματικός λόγος της απρόσμενης μεταστροφής των Ιταλών πρέπει ν’ αναζητηθεί και στην αιώνια cherchez la femme.

Όσο μυθιστορηματική κι αν φαίνεται αυτή η άποψη, νομίζω ότι επιβεβαιώνεται από το παρακάτω περιστατικό: Ένα μήνα περίπου μετά την απελευθέρωσή μας, η μητέρα μου, αφού μ’ έπεισε να βάλω τα καλά μου, με πήρε από το χέρι και, χωρίς πολλές εξηγήσεις, μου είπε ότι θα επισκεφθούμε κάποιο πρόσωπο, στο οποίο οφείλουμε πολλά.

Επήγαμε σ’ ένα διαμέρισμα κάποιας πολυκατοικίας σε κεντρικό σημείο της Αθήνας, το οποίο απ’ έξω μεν δεν έδειχνε τίποτα το ιδιαίτερο, μέσα όμως ήταν υπέρπολυτελές. Προχωρήσαμε σ’ ένα σαλόνι με βαριά έπιπλα, βελούδινες κουρτίνες κι άπειρα μαξιλαράκια, επάνω στα οποία ήταν ξαπλωμένη, εν είδει Μαντάμ Ρεκαμιέ, μία κυρία, όχι και πολύ νέα αλλά με πλούσια προσόντα και ηδυπαθή – όπως λένε - χαρακτηριστικά. Ανταλλάξαμε μερικές ασήμαντες κουβέντες, ήπιαμε κι ένα βερμούτ και απήλθαμε.

Γυρίζοντας σπίτι μας, η μητέρα μου, μού συνέστησε να μην πω τίποτα, σε κανένα, για την επίσκεψή μας αυτή, και πρόσθεσε μόνο ότι αυτή η κυρία βοήθησε πολύ για την αίσια έκβαση της περιπέτειάς μας.

Αργότερα, μετά από πολλά χρόνια, η μητέρα μου, μου εκμυστηρεύτηκε ότι η περί ης ο λόγος ήταν γνωστή κυρία της Αθηναϊκής κοινωνίας –ή μάλλον του “demi monde”, όπως θα έλεγαν οι Γάλλοι– η οποία κατά την κατοχή είχε διατελέσει φιλενάδα του στρατηγού Geloso, Ανωτάτου Διοικητού των Ιταλικών δυνάμεων στην Ελλάδα.

Αυτά, για να μαθαίνουμε από που κρέμονται, καμιά φορά, οι τύχες των μεγάλων ανδρών.

Έτσι έληξε η πρώτη μας αυτή περιπετειώδης –και θα προσέθετα κάπως παιδαριώδης– προσπάθεια διαφυγής προς την Μέση Ανατολή, η οποία, παρά την ατυχή της κατάληξη, είχε και την καλή της πλευρά, με την έννοια ότι οι σκληρές εμπειρίες που αποκτήσαμε μας φάνηκαν χρήσιμες αργότερα κατά τις δύσκολες ημέρες που περάσαμε στον πραγματικό πλέον πόλεμο.

Σε ό,τι αφορούσε τον περιορισμό που μας επεβλήθη από τους Ιταλούς, να μην αποπειραθούμε ξανά να δραπετεύσουμε υπό την απειλή αντιποίνων κατά των οικογενειών μας, είμαστε τυχεροί που δεν κράτησε περισσότερο από ένα χρόνο, αφού το καλοκαίρι του 1943, με την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, απαλλαχθήκαμε πλέον απ’ αυτή τη δέσμευση.

Έτσι με την συνδρομή της επίσημης οργάνωσης της Ελληνικής κυβέρνησης του εξωτερικού, βοηθούμενης, βεβαίως και από μυστικούς αντιπροσώπους της στην κατεχόμενη Ελλάδα, κατορθώσαμε κατά τους επόμενους μήνες, να διαφύγουμε τμηματικά προς την Μέση Ανατολή, δια της οπωσδήποτε ασφαλούς οδού, μέσω Τουρκίας, και να πραγματοποιήσουμε τ’ όνειρό μας για συνένωση με το μαχόμενο πολεμικό μας ναυτικό.
http://perialos.blogspot.gr/2013/09/blog-post_19.html



Το Περί Αλός προτείνει:

Η ΔΙΑΦΥΓΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΝΑΥΑΡΧΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΕΜΕΣΤΙΧΑ όπως την διηγήθηκε ο ίδιος… Πιέσατε ΕΔΩ
 
 

 
 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...