ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Δευτέρα, 5 Αυγούστου 2013

ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΛΕΓΟΜΕΝΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΡΩΣΙΚΟΥ ΔΟΥΚΑΤΟΥ ΤΟΥ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΥΣ


Θεώρηση Ρωσικών, Ελληνικών και αδημοσίευτων Βρετανικών πηγών

Α’ ΜΕΡΟΣ

Περί Αλός

Π.Ν. Στάμου (Ph.D. - Hist.)

Δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό «ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ», τεύχη 78 ,
81 & 82, έκδοση Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος, 2012-2013.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση του ΝΜΕ.

Εισαγωγική σημείωση του συγγραφέα: Το άρθρο που ακολουθεί αποτελεί επιστημονικό αντίλογο σε σχετική δημοσιευμένη εργασία της Ρωσίδας ιστορικού καθηγήτριας Δρ. Ε. Σμιλυάνσκαγια για την επιστημονική της υπόθεση δημιουργίας του λεγομένου Μεγάλου Δουκάτου του Αρχιπελάγους στο Αιγαίο κατά την περίοδο 1771-1774. Το άρθρο φέρει στη δημοσιότητα για πρώτη φορά στην Ελλάδα στοιχεία για το θέμα αυτό από Ρωσικά και Βρετανικά Αρχεία και δημοσιεύεται αποκλειστικά στον ΠΕΡΙΠΛΟΥ σε 3 Μέρη.

 



Ναυμαχία του Τσεσμέ. Λάδι σε μουσαμά του Ivan Aivazovsky
(1817–1900). I. K. Aivazovsky Museum, Theodosia.
ΦΩΤΟ: John Petrov, Wikipedia.

Παρουσίαση του θέματος

Εισαγωγή

Σε πρόσφατη διάλεξη της καθηγήτριας του Κρατικού Πανεπιστημίου Ανθρωπιστικών Σπουδών της Μόσχας ιστορικού Έλενας Σμιλυάνσκαγια [1] παρακολουθήσαμε την ενδιαφέρουσα παρουσίαση του βιβλίου, συλλογικού έργου, με τίτλο Rossiya v Sredizemnomor’e. Arkhipelagskaya ekspeditsiya Ekateriny Velikoy (Η Ρωσία στη Μεσόγειο. Αρχιπελαγική εκστρατεία της Μεγάλης Αικατερίνης) [2]. Το βιβλίο αναφέρεται στην αποκαλούμενη από τη ρωσική ιστοριογραφία Α’ Αρχιπελαγική Εκστρατεία, που πρόκειται για τον Α’ Ρωσοτουρκικό πόλεμο (1768-1774), στην Ελλάδα γνωστό και ως Ορλωφικά. Όπως εξήγησε η ομιλήτρια, το βιβλίο περιέχει νέες ιστορικές πληροφορίες, που βρέθηκαν πρόσφατα από τους συγγραφείς ερευνητές στα Ρωσικά Κρατικά Αρχεία και ειδικότερα στα Αρχεία Πολεμικού Στόλου στην Αγ. Πετρούπολη.

Στο συλλογικό αυτό έργο η Ε. Σμιλυάνσκαγια έχει συμπεριλάβει ένα Κεφάλαιο, το οποίο παρουσίασε στη διάλεξή της περιληπτικά [3], και στο οποίο η ίδια περιγράφει την δημιουργία από το ναύαρχο Γρηγόριο Σπυριδώφ μιας ρωσικής εδαφικής οντότητας/επικράτειας, ενός μορφώματος ‘κρατιδίου’, που αποτέλεσαν περίπου 20 νησιά του Αρχιπελάγους. Το μόρφωμα αυτό διερωτάται η Σμιλυάνσκαγια αν αποτελούσε το «Ρωσικό Πριγκιπάτο», ή το «Ρωσικό Μεγάλο Δουκάτο» του Αρχιπελάγους. Αναρωτήθηκε επίσης, και προσπάθησε να δώσει απαντήσεις, αν το «ρωσικό» αυτό κρατίδιο αποτελούσε καθεστώς «κατοχής» ή «προστασίας».

Σχετικά με τα υποστηριζόμενα από την καθηγήτρια Έλενα Σμιλυάνσκαγια για τη δημιουργία του μορφώματος ρωσικής ‘επικράτειας’ στο Αρχιπέλαγος το 1771 μέχρι τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, γίνεται προσπάθεια πιο κάτω να παρουσιαστεί ένας επιστημονικός μας αντίλογος. Για το σκοπό αυτό γίνεται αναφορά κατ’ αρχήν στις πληροφορίες από τις ‘Βασικές θέσεις της Σμιλυάνσκαγια’, στη συνέχεια στις ιστορικές πληροφορίες που προέρχονται ‘Από την ελληνική ιστοριογραφία’ και τέλος θα παρουσιάσουμε τις απόψεις μας βασιζόμενοι και σε άλλες ρωσικές πηγές, αλλά και στις πληροφορίες που περιέχονται σε σχετικά έγγραφα που πρόσφατα ανακαλύψαμε στα ‘Βρετανικά Αρχεία’.

 
Βασικές θέσεις της Σμιλυάνσκαγια
Πέρα από το βιβλίο που αναφέρθηκε και το σχετικό άρθρο της Ε. Σμιλυάνσκαγια [4], στο οποίο συμπτύσσονται οι βασικές της θέσεις για την ύπαρξη του ρωσικού ‘κρατιδίου’ στο Αρχιπέλαγος, η Ρωσίδα καθηγήτρια δημοσίευσε τις απόψεις της και στο βιβλίο Αρχαία Ρωσικά Πριγκιπάτα [5], που εκδόθηκε στην Αγ. Πετρούπολη το 2010. Ο τίτλος του άρθρου της Σμιλυάνσκαγια που περιέχεται στο βιβλίο αυτό είναι Η Ρωσία στο Αρχιπέλαγος, ή ελληνική ηγεμονία της Αικατερίνης της Μεγάλης. Η επιχειρηματολογία και εδώ είναι η ίδια. Εμείς χρησιμοποιούμε για τους σκοπούς της εργασίας αυτής το άρθρο της Σμιλυάνσκαγια, το οποίο η ίδια μας απέστειλε.
Η συγγραφέας παρουσιάζοντας τις απόψεις της αρχίζει την ανάπτυξη του θέματος με τα ερωτήματα:

The Russian principality on the Aegean islands: a colony, a ‘duchy’ or even a ‘republic’?,

Το Ρωσικό πριγκιπάτο στα νησιά του Αιγαίου: αποικία, ‘δουκάτο’ ή ακόμα ‘δημοκρατία’;

Ακολουθεί το επιχείρημα της “...Η νίκη στο Τσεσμέ προσέφερε τη δυνατότητα δημιουργίας ενός ελληνικού κράτους, και στην πραγματικότητα είκοσι νησιά του Αιγαίου Πελάγους ανακηρύχτηκαν ως ‘Ρωσικό Αρχιπελαγικό Πριγκιπάτο’...» [6].
Το θέμα αυτό εξάλλου, ισχυρίζεται η Ρωσίδα ιστορικός, ότι δεν έχει μελετηθεί σε βάθος και κατά την άποψή της υπάρχουν ζητήματα που πρέπει να εξεταστούν.

Όμως λέγει η συγγραφεύς, ότι δεν είναι ξεκάθαρο για το «...πώς διακηρύχθηκε η δημιουργία του ‘πριγκιπάτου’, αν ήταν ανεξάρτητο, για το ποιο ήταν το καθεστώς του, παρόλο που υπάρχουν στοιχεία για το ‘πριγκιπάτο’ στα Ρωσικά Κρατικά Αρχεία [7]....».

Ακολουθεί ο βασικός ισχυρισμός της συγγραφέως ότι «ευτυχώς» τώρα διαθέτουμε μια σειρά από έγγραφα, τα οποία «...αποδεικνύουν ότι η απόφαση για τη δημιουργία του πριγκιπάτου του Αρχιπελάγους δεν ελήφθη στην αυτοκρατορική αυλή της Αγ. Πετρούπολης, αλλά στο τέλος του 1770 με αρχές 1771, μετά τη νίκη του Τσεσμέ, όταν ο ρωσικός στόλος συγκεντρώθηκε για διαχείμαση στο νησί της Πάρου. Κατά το Σεπτέμβριο και Οκτώβριο του 1770 ο Ρώσος Διοικητής Αλέξιος Ορλώφ δέχτηκε αιτήσεις των κατοίκων των νησιών Σκόπελος και Άγιος Ευστράτιος να τους θέσουν υπό τη ρωσική προστασία...» [8].



Αλέξιος Ορλώφ
(Alexei Grigoryevich Orlov).
Πίνακας αγνώστου.

Είναι προφανές ότι η Σμιλυάνσκαγια, βασιζόμενη στα ανακαλυφθέντα αρχεία που μνημονεύει, θεωρεί ότι η ιδέα της δημιουργίας του ‘Ρωσικού πριγκιπάτου’, αφενός μεν εμφανίστηκε στο περιβάλλον του Α. Ορλώφ, και αφετέρου είχε ως αφετηρία την ανασφάλεια ελληνικών νησιών του Αιγαίου, έναντι πιθανής Τουρκικής αντεκδίκησης, μερικά από τα οποία μάλιστα ζήτησαν ρωσική προστασία.

Η Σμιλυάνσκαγια εξηγεί ότι ο Α. Ορλώφ, απαντώντας στις αιτήσεις και προσπαθώντας να αντιληφθεί τη στάση των υπολοίπων νησιών του Αρχιπελάγους, «...την 29η Οκτωβρίου 1770 υπέγραψε μια επιστολή, με την οποία απευθύνθηκε σε ‘Όλα τα νησιά του Αρχιπελάγους’. Η επιστολή άρχιζε με έναν επίσημο τύπο, που θα επαναλαμβανόταν πολλές φορές: Εμείς, ο Αλέξιος Ορλώφ, Γενικός Πληρεξούσιος της Αυτής Μαγαλειότητος της Αικατερίνης της Δευτέρας Πασών των Ρωσιών, Διοικητής του Αρχιπελάγους κ.τ.λ. κ.τ.λ. κ.τ.λ.

.... Στη διακήρυξή του ο Α. Ορλώφ διέτασσε τους πληθυσμούς όλων των νησιών του Αιγαίου ‘να είναι πάντοτε έτοιμοι και υπάκουοι σε όλες τις διαταγές’ της Ρωσικής Διοικήσεως, άλλως θα διακινδυνεύσουν ποινές ‘χωρίς έλεος’....» [9]. Παρόλα αυτά, η συγγραφεύς εξηγεί ότι δεν βρέθηκε στα έγγραφα του Ορλώφ κανένα ίχνος προθέσεώς του για τη δημιουργία κάποιου είδους διοικήσεως ή για να εγκαταστήσει σύνορα νέων αυτοκρατορικών εδαφών. Το πιθανότερο, όπως ισχυρίζεται η συγγραφέας, είναι ο Ορλώφ να είχε ανάγκη ειδικών εντολών από την Αυτοκράτειρα, πριν προχωρήσει στην υλοποίηση της ιδέας αυτής.

Αργότερα τον Νοέμβριο του 1770 ό Α. Ορλώφ αναχώρησε για την Ιταλία και από εκεί έφθασε στην Αγ. Πετρούπολη «...όπου σχεδίαζε να συμβουλευτεί την Αυτοκράτειρα και το Συμβούλιο της Υψηλής Αυλής....» [10]. Συγκεκριμένα, τον Μάρτιο του 1771 ο Α. Ορλώφ έφθασε στην Αγ. Πετρούπολη και παρόλο που το ταξίδι του είχε προγραμματιστεί για μικρό χρονικό διάστημα, παρέμεινε στη Ρωσία μέχρι το καλοκαίρι.

Στο μεταξύ ο ναύαρχος Γρηγόριος Σπυριδώφ είχε αναλάβει καθήκοντα Πληρεξουσίου ως Διοικητής των Ρωσικών Δυνάμεων της Μεσογείου, «...ακριβώς την εποχή που διαφαινόταν η δυνατότητα να δημιουργηθούν καλύτερες σχέσεις με τους Έλληνες κατοίκους των νησιών του Αρχιπελάγους...», γράφει η Σμιλυάνσκαγια.

Τότε ο ναύαρχος έπρεπε να λάβει αποφάσεις, για τις οποίες δεν ήταν δυνατόν να αναμένει την επιστροφή του Α. Ορλώφ, αλλά και χωρίς να περιμένει οδηγίες από τη ρωσική πρωτεύουσα, «...επειδή η αλληλογραφία απαιτούσε μήνες για να επικοινωνήσουν η Ανατολική Μεσόγειος με την Αγ. Πετρούπολη...», ισχυρίζεται η Ρωσίδα ιστορικός [11].

Στις 12 Ιανουαρίου 1771 ο Σπυριδώφ διέταξε τους γέροντες (προεστούς) 14 νησιών να αναγνωρίσουν ανοικτά την εξάρτησή τους από τη Ρωσία, στους οποίους «...ήταν έτοιμος να παρέχει ‘προστασία’(«zaschischat’») έναντι των Τούρκων, και των εχθρικών κουρσάρων, για αντάλλαγμα υποσχόμενος ότι δεν θα φορτώσει τους κατοίκους με υπέρογκους φόρους...» [12].

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Ρώσος ναύαρχος καλλιέργησε ελπίδες στους κατοίκους των νησιών «...γράφοντας ότι θα κερδίσουν την ελευθερία και πιθανόν την ανεξαρτησία των, εάν οι Ρώσοι στρατιωτικοί διαπιστώσουν στους κατοίκους σωστή διαγωγή και υπακοή κατά τη διάρκεια βραχυπρόθεσμης ρωσικής διοίκησης....» [13].
Ο ναύαρχος Σπυριδώφ όμως, αντίθετα από τον Α. Ορλώφ, δεν απηύθυνε την επιστολή του προς ‘Όλα τα νησιά του Αρχιπελάγους’.
Ίσως αυτό να σημαίνει, γράφει η Ρωσίδα ιστορικός, ότι μερικά νησιά κατοικούνταν από μεγάλο τουρκικό πληθυσμό ή αποτελούσαν ισχυρά τουρκικά οχυρά, ή βρίσκονταν σε μεγάλη απόσταση από το νησί Πάρος, για να τα προστατεύσουν.

Στο σημείο αυτό η Σμιλυάνσκαγια διατυπώνει σημαντική υπόθεση και πιστεύει ότι, κατά την περίοδο αυτή, ο ίδιος ο Σπυριδώφ υπέθεσε ότι ‘η ευχή της μεγάλης μητέρας’ της αυτοκράτειρας θα είναι η δωρεά της ‘ελευθερίας’(«volnost’») στα νησιά του Αρχιπελάγους και όχι μια προσάρτηση στη Ρωσική Αυτοκρατορία...» [14].

Ο ναύαρχος Σπυριδώφ έλαβε απαντήσεις από προεστούς και κληρικούς 12 νησιών περί το τέλος του Φεβρουαρίου 1771. Με τις απαντήσεις των αυτές ζητούσαν από την Αυτοκράτειρα « ...να δεχθεί μέσα στην αιώνια προστασία της το δυστυχισμένο Αρχιπέλαγος...» [15], γεγονός που οδήγησε τον Σπυριδώφ, υποστηρίζει η Σμιλυάνσκαγια, να διακηρύξει ότι αυτή η ομάδα των μικρών νησιών αποτελούν το ‘Μεγάλο Αρχιπελαγικό Πριγκιπάτο’.

Ο αριθμός των νησιών τα οποία επίσημα έλαβαν την Ρωσική προστασία και θεωρούνταν ότι βρίσκονται σε ‘περιοχή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας’ αυξήθηκαν αργότερα από 14 σε 22 κατά τα έτη 1771-1774. Ήσαν κατά το πλείστον οι μικρές Κυκλάδες και επιπρόσθετα η Πάτμος και η Σάμος, σημειώνει η Έλενα Σμιλυάνσκαγια [16].

Ο ναύαρχος Σπυριδώφ ανέφερε τον Μάρτιο του 1771 στην Αγία Πετρούπολη περί της δημιουργίας του ‘Αρχιπελαγικού Πριγκιπάτου’, κατά τη στιγμή που ο Α. Ορλώφ ενημέρωνε τις Ανώτατες Αρχές για τις αμφιβολίες που διατηρούσε σχετικά με τις ρωσικές προοπτικές στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Σμιλυάνσκαγια στο σημείο αυτό σημειώνει ότι «...είναι απολύτως βέβαιο ότι η αναφορά του Σπυριδώφ για τη δημιουργία του πριγκιπάτου ήταν μη αναμενόμενη, εξέπληξε και εντυπωσίασε πάρα πολύ την Αυτοκράτειρα...». Όμως λίγο αργότερα, η Αικατερίνη ΙΙ δήλωσε ότι στο εξής τα μέλη της Ρωσικής Αντιπροσωπείας στις διαπραγματεύσεις ειρήνης με την Πύλη «...Θα πρέπει να απαιτούν τουλάχιστον ένα ή δύο νησιά με καθεστώς (‘uyezds’) Ρωσικής προστασίας, και ότι θα δίδουν εγγυήσεις για άλλα νησιά να επιλέξουν τον τρόπο που θέλουν να διοικούνται υπό Ρωσική προστασία...» [17]. Η δήλωση αυτή ίσως δημιούργησε την υπόθεση της ‘συναλλαγής’ με την Γαλλία ή/και την Αγγλία για ένα ή περισσότερα νησιά του Αρχιπελάγους, η οποία αναφέρεται στα γραπτά Ρώσων ιστορικών και στα Βρετανικά Αρχεία, αλλά όπως και ο ίδιος ο Σπυριδώφ αναφέρεται στο ίδιο θέμα, όπως θα εκτεθεί στα ακόλουθα.

Όπως φαίνεται λοιπόν, συμπεραίνει η Ρωσίδα ιστορικός, «...η Αικατερίνη ΙΙ είχε τελικά αποφασίσει να δημιουργήσει μια ναυτική βάση στη Μεσόγειο και να προστατεύσει ένα ‘ελεύθερο’ Ελληνικό κράτος....» [18].

Μετά τα πιο πάνω συμβάντα οι Ρώσοι στρατιωτικοί ενήργησαν έτσι, ώστε να εκπληρώσουν την επιθυμία της Αυτοκράτειρας.

Δημιούργησαν νέα Διοίκηση και νέες πρωτεύουσες στην Πάρο και τα άλλα νησιά. Στις ενέργειες αυτές των Ρώσων πρόσφεραν τη γνώση πρόσφατες εμπειρίες και ανάλογες οδηγίες εφαρμογής στις περιοχές της Βαλτικής και της Κασπίας [19], συμπληρώνει η Σμιλυάνσκαγια. Αντίθετα όμως, από τις περιπτώσεις αυτές, όπου έγινε επέκταση σε γειτονικές γεωγραφικές περιοχές, το παρόν σχέδιο αφορούσε την πρώτη ρωσική προσπάθεια για τη δημιουργία απομεμακρυσμένης βάσης, παρόλο που αφορούσε σε σχέσεις με ομόθρησκους πληθυσμούς.

Στην πραγματικότητα, ισχυρίζεται η Σμιλυάνσκαγια, λόγω μικρού χρόνου που είχαν στη διάθεσή τους οι Ρώσοι υιοθέτησαν το τουρκικό σύστημα διοικήσεως, της αυτοδιοίκησης και φορολογίας [20]. Το μόνο επιπλέον στοιχείο που προστέθηκε από του Ρώσους, ήταν εκείνο που ρύθμιζε τις λεγόμενες ‘σωστές’ σχέσεις του πολιτικού στοιχείου με την εκκλησία, την ‘συνήθη τάξη’ της καθημερινής ζωής, όπως γράφει η Ρωσίδα συγγραφέας. Επίσης ρυθμίστηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των νησιωτικών περιοχών.


Ναυμαχία στα στενά της Χίου. Λάδι σε μουσαμά του Aivazovskiy Ivan
(1817-1900). The Aivazovsky Art Gallery, Feodosia, Ukraine.
ΦΩΤΟ: http://www.tanais.info/art/en/aivazovsky.html

Το πιο πάνω σύστημα διοικήσεως και την εμπειρία από αυτό η Σμιλυάνσκαγια θεωρεί ως σχεδόν μοναδικό στην ιστορία της Ρωσίας, με το μόνο που φαίνεται να πλησιάζει, σημειώνει, ότι θα μπορούσε να αναφερθεί το παράδειγμα των ενεργειών του Θ. Ουσσακώφ στην Ιόνιο Πολιτεία στα 1799-1800, αν και αυτό έγινε υπό την Οθωμανική προστασία [21]. Η προσομοίωση όμως αυτή της Ρωσίδας ιστορικού με την Ιόνιο Πολιτεία αποτελεί μάλλον ένα αδύνατο επιχείρημα. Η Επτανήσιος Ιόνιος Πολιτεία συστήθηκε με την καθοριστική συνδρομή και προστασία της Ρωσίας (αλλά και της Τουρκίας) με τελείως διαφορετικό όμως τρόπο, και ανακηρύχθηκε και λειτούργησε ως ανεξάρτητο επίσημο κράτος.
Ήταν η πρώτη πολιτική οντότητα που δημιουργήθηκε στα Βαλκάνια και η προστασία της από τη Ρωσία διέσωσε την ιδέα της ανεξάρτητης Ελλάδας [22].

Στη συνέχεια η Σμιλυάνσκαγια παρουσιάζει τη βασική σύνθεση της Διοίκησης που εγκατέστησε ο ναύαρχος Σπυριδώφ. Γράφει, ότι την Άνοιξη του 1771 ο Σπυριδώφ ζήτησε να εκλεγούν 3 [23] ˝βουλευτές˝ – αντιπρόσωποι από κάθε νησί, τους οποίους κάλεσε στην Πάρο για να δώσουν όρκο ‘υπηρεσίας’. Η υπηρεσία των περιλάμβανε τη συλλογή του ενός δεκάτου των παραγομένων προϊόντων ως φόρων, τη διοίκηση του νησιού των, να δικάζουν και να επιβάλουν συνήθεις ποινές (εκτός από σοβαρές ποινές, οι οποίες πριν επιβληθούν έπρεπε να επικυρωθούν από τη Ρωσική στρατιωτική διοίκηση του Αρχιπελάγους).

Η Ρωσίδα ιστορικός αναφέρει ότι οι βουλευτές των νησιών εξέλεξαν ως γενικό εκπρόσωπο τους τον Αντώνιο Ψαρό από τη Μύκονο, ο οποίος ήταν ήδη λοχαγός του ρωσικού στρατεύματος, ενώ άρχισε να λειτουργεί στην Πάρο μια ειδική καγκελαρία Αρχιπελάγους, στην παροικία ψαράδων Νάουσα (Αούζα), στην ακτή του μεγάλου λιμένα της Νάουσας [24]. Οι βουλευτές των 14 νησιών έδωσαν όρκο να καταστούν ‘υποκείμενα της Αυτοκράτειρας της Ρωσίας’ και κατ’ αυτόν τον τρόπο ˝να εκπληρούν τις διαταγές της˝ και ˝να χάσουν τον βαρβαρικό ζυγό για πάντα˝. Το τελευταίο και μόνον, αν πράγματι βρέθηκε σε ΡΑ από την Σμιλυάσκαγια, αποτελούσε την μεγαλύτερη αντίθεση με τις στη συνέχεια εξελίξεις. Άλλωστε, σε ελληνικές αρχειακές πηγές όπου βρέθηκε ο όρκος των Μυκονίων αντιπροσώπων [25], δεν περιλαμβάνεται τέτοιος όρος («...για πάντα....»).
Οι βουλευτές εξάλλου, επανέλαβαν ότι πληρώνοντας τους φόρους ήταν αναγκαίο να εξασφαλιστεί ότι θα προστατεύονταν από τη Ρωσική στόλο έναντι όλων των εχθρών [26].
Με τη σειρά τους οι κάτοικοι των νησιών έπρεπε να ‘σέβονται και να υπακούουν’ τους βουλευτές τους, δεν επιτρεπόταν να μετακινηθούν από το νησί τους σε άλλο χωρίς την άδεια-διαβατήριο των βουλευτών και όφειλαν να δείχνουν στους βουλευτές όλη την αλληλογραφία των [27]!

Από τα πιο σημαντικά στοιχεία που παραθέτει επίσης η Σμιλυάνσκαγια είναι και τα ακόλουθα:

Κατά τη συγγραφέα του άρθρου, φαίνεται ότι ο ναύαρχος Σπυριδώφ είχε ετοιμάσει ακόμα και Σχέδιο Συντάγματος για το νέοδημιουργούμενο πριγκιπάτο. Συγκεκριμένα ο Σπυροδώφ «...έγραψε για ένα μελλοντικό κράτος του τύπου ‘δημοκρατίας ή αρχιδουκάτου’, για μια Γερουσία με εκπροσώπους βουλευτές από τα νησιά, αλλά και για την ανάγκη ύπαρξης μιας ομοσπονδίας αυτοδιοικούμενων νησιών με κοινές ένοπλες δυνάμεις....».

Δεν παρέλειψε επίσης ο Σπυριδώφ την ιδέα να εφαρμόσει στο νέο κρατίδιο τη ρωσική εμπειρία των σχέσεων κράτους-εκκλησίας [28].

Η Σμιλυάνσκαγια επίσης βεβαιώνει ότι ανακάλυψε αυτά τα μέχρι πρότινος άγνωστα κείμενα στα έγγραφα του Σπυριδώφ. «Αν και δεν υπογράφτηκαν ποτέ, ούτε ανακοινώθηκαν, συνιστούσαν ένα εξαιρετικά αξιοσημείωτο σχέδιο, που μπορεί να θεωρηθεί ως ένα από τα πολλά σχέδια που αφορούσαν στην απελευθέρωση της Ελλάδας...» [29]. Σημειώνει μάλιστα, ότι μερικές από τις ιδέες του σχεδίου αυτού ο Σπυριδώφ προσπάθησε να υλοποιήσει κατά την περίοδο 1771- 1774, περιλαμβανομένης και της δημιουργίας της Γερουσίας.

Τέλος, η συγγραφεύς αναφέρει ότι η όλη ιστορία του Αρχιπελαγικού πριγκιπάτου έληξε με την υπογραφή της συνθήκης Κιουτσούκ Καϊναρτζή το 1774, «...μετά από την οποία η Ρωσία δεν μπορούσε να εμμένει στην ύπαρξη ανεξαρτήτων από τους Τούρκους νησιών του Αιγαίου, και τον Ιούνιο του 1775 απεχώρησαν από την Αούζα...». Και η Ρωσίδα ιστορικός καταλήγει με τη διατύπωση: «...Στη συνθήκη ειρήνης, οι κάτοικοι των νησιών, πρώην ‘υποκειμένων στην Μεγάλη Αικατερίνη’, προσκλήθηκαν να ζήσουν στη Ρωσική Αυτοκρατορία και ένας αριθμός από αυτούς μετανάστευσαν στη Νότια Ρωσία...» [30] και επισημαίνει ότι «...ούτε μια γραμμή στη συνθήκη, όμως, δεν ανέφερε την ˝ανεξαρτησία˝, τη ˝δημοκρατία˝, τη ˝Γερουσία˝ ή άλλο παρόμοιο όρο....».

Συμπερασματικά η Σμιλυάνσκαγια αποφαίνεται ότι ήταν λάθος της Αυτοκράτειρας να μην επιμείνει στη δημιουργία πριγκιπάτου και στην ύπαρξή του μετά την συνθήκη Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Επίσης, αναφέρει έργα που οι Ορλώφ και Σπυριδώφ πραγματοποίησαν στον κοινωνικό τομέα (π.χ. σχολείο, το μετέπειτα Γυμνάσιο Αλλοδαπών Ομοθρήσκων της Αγ. Πετρούπολης [31]), εκκλησίες, αρχαιολογικές αναστηλώσεις, για να επισημάνει την υλοποίηση εκτός από τη διοικητική και την κοινωνική υποδομή του ˝κρατιδίου˝. Ειδικά όμως για τις «αρχαιολογικές» εργασίες των Ρώσων την περίοδο εκείνη, οι ελληνικές πηγές αναφέρουν μεταφορά πλήθους αρχαιολογικών θησαυρών στη Ρωσία.

 
Στοιχεία από την ελληνική ιστοριογραφία
Έχοντας παρουσιάσει τη «ρωσική» άποψη σχετικά με την ύπαρξη ή μη του ιδιότυπου μορφώματος κρατιδίου στο Αιγαίο, αναφερόμαστε στη συνέχεια στο θέμα, όπως έχει μέχρι σήμερα καταγραφεί στη ελληνική ιστοριογραφία.

Για το θέμα του λεγόμενου ρωσικού «πριγκιπάτου», ή κατά τους Έλληνες ιστορικούς τη «ρωσική κατοχή» των Κυκλάδων, έχουν προσφέρει στην ιστοριογραφία σε μεγάλη έκταση οι Π. Μ. Κοντογιάννης [32] και Κ.Ν. Σάθας [33] και σε μικρότερη οι Π.Ε. Κώνστας [34] και Δ.Μ. Πασχάλης [35], οι οποίοι δανείζονται κατά το πλείστον τα στοιχεία των προηγουμένων.

Στα εκτιθέμενα από τους πιο πάνω ιστορικούς δεν υπάρχει καμιά αναφορά σε έννοια κάποιου είδους ρωσικής «κρατικής οντότητας» στο Αιγαίο. Αντίθετα μάλιστα το θέμα παρουσιάζεται μετά βεβαιότητος ως κατοχή, η οποία στην αρχή φαίνεται να έδωσε ελπίδες οράματος ελευθερίας και πολλές υποσχέσεις στους Έλληνες κατοίκους των νησιών, αλλά στη συνέχεια προξένησε μεγάλες αντιδράσεις λόγω της συμπεριφοράς των κατακτητών.

Ο Choiseul Gouffier, ο οποίος περιηγούμενος την Ελλάδα το 1782 βρέθηκε στην Πάρο, αναφέρει πληροφορίες για το λιμάνι της Νάουσας, όπου το κέντρο της ρωσικής ναυτικής βάσης. «...Οι Ρώσοι είχαν διαλέξει δικαιολογημένα το λιμάνι της Νάουσας ως βάση των στρατευμάτων τους...συγκεντρώνει πολλά πλεονεκτήματα, όπως η θέση του στη μέση των Κυκλάδων και το σχήμα του που το καθιστά δυσάλωτο... Όλα τα έργα των Ρώσων υπήρχαν ακόμη... Πολλές πυροβολαρχίες υπερασπίζονταν την είσοδό του... Στην ακρογιαλιά υπήρχαν αποθήκες, σιδηρουργία κι ένας ταρσανάς... Προς τα νότια βρίσκομε ένα νοσοκομείο και μια εκκλησία με ελληνικό σταυρό, χτισμένη από τους Ρώσους, που δεν φαίνεται να την ολοκλήρωσαν. Ανάμεσα σ' αυτό το μέρος και το χωριό Νάουσα, υπάρχουν δυο ξέρες, στη μια υπάρχουν δύο ωραίες μπαρουταποθήκες, στην άλλη το σπίτι του ναυάρχου και διοικητή Σπυριδώφ...» [36].



Χάρτης λιμένος Νάουσας Πάρου
1782. Σχέδιο Choiseul Gouffier.
ΦΩΤΟ: ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ

Ο Ρωσικός στόλος, μετά από την τρίμηνη ανεπιτυχή προσπάθεια καταλήψεως της Λήμνου και την αποχώρηση του Α. Ορλώφ για την Ιταλία, κατέπλευσε υπό τον Σπυριδώφ ως αρχηγού των ρωσικών δυνάμεων στη Νάουσα της Πάρου. Στη Νάουσα κατέπλευσε στα τέλη Δεκεμβρίου 1770 κι άλλη ρωσική Μοίρα υπό τον Δανό αντιναύαρχο Άρφ [37]. Η συγκέντρωση όμως στην Πάρο της μεγάλης ρωσικής δύναμης δημιούργησε τεράστια προβλήματα τροφοδοσίας των ανδρών και ανεφοδιασμού των πλοίων με τα αναγκαία υλικά.

Σημειώνεται ότι την περίοδο αυτή είχαν συγκεντρωθεί στην Πάρο 12 πλοία γραμμής, 14 φρεγάτες και ένα ολμοβόλο, χωρίς να υπολογιστούν τα πολυάριθμα μεταγωγικά.
Στα πλοία επέβαιναν περίπου 11.200 ναύτες και ο στρατός, που εγκαταστάθηκε στην πεδιάδα της Πάρου, ανερχόταν σε 2.800 Ρώσους και 3.000 Έλληνες και Αλβανούς [38].
Οι πολεμικές συνθήκες είχαν απομειώσει την ούτως ή άλλως μικρή παραγωγή των περισσότερων γύρω νησιών και η ανάγκες σίτισης και ανεφοδιασμού των Ρώσων δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από τους πόρους του νησιού. Επί πλέον οι άνδρες υπέφεραν από επιδημικές νόσους, μη υπάρχουσας υποδομής απομακρύνσεως των τεραστίων ποσοτήτων λυμάτων των ρωσικών δυνάμεων [39].

Οι δυσκολίες διαβιώσεως των ρωσικών στρατευμάτων σε συνδυασμό με τα επιχειρησιακά σχέδια της Ρωσικής Αυλής οδήγησαν στην κατάληψη των Κυκλάδων. Σε επιστολή της η Αικατερίνης ΙΙ προς τον Α. Ορλώφ της 22 Μαρτίου 1771 αναφέρει με σαφήνεια τους επιχειρησιακούς λόγους της κατοχής των Κυκλάδων: «...Δέον, ίνα άπασαι οι νήσοι του Αιγαίου καταληφθώσι παρ« ημών ούτως, ώστε η Πύλη να θεωρήσει ταύτας απολεσθείσας δι' εαυτήν, και να στερηθή εν τω μεταξύ των απ' αυτών συνήθων φόρων και των άλλων ωφελειών. Ώθεν, αναγκαία έσται η κατοχή καταλλήλων λιμένων των νήσων τούτων, ίνα καταφεύγωσι τα πλοία ημών και λαμβάνωσι τας αναγκαίας προμηθείας καθ' άπαντα τον χρόνον της διαμονής του ημετέρου στόλου εν τοις ύδασιν, ιδίως δε ίνα σταθμεύει ούτος προ του Ελλησπόντου...» [40]. Δικαίως επομένως διερμηνεύοντας την πιο πάνω επιστολή της Αικατερίνης ΙΙ ο Έλληνας ιστορικός Κοντογιάννης συμπεραίνει: «...Οι Ρώσοι για να πιέσουν αρκετά την Πύλη, προκειμένου να επιτύχουν όσο το δυνατόν περισσότερο επωφελείς όρους ειρήνης, για να ανυψώσουν το ρωσικό γόητρο ενώπιον των Ελλήνων, έπρεπε όχι
μόνον τις Κυκλάδες να κατέχουν, αλλά και να επεκτείνουν την αρχή των σε όλες τις νήσους του Αιγαίου...» [41]. Άλλωστε, είναι σαφές από την επιστολή, ότι η Αικατερίνη ΙΙ επιθυμούσε την κατοχή των νησιών «...καθ' άπαντα τον χρόνον της διαμονής του ημετέρου στόλου εν τοις ύδασιν...», δηλαδή ουσιαστικά δεν τα
ήθελε για πάντα, αλλά μόνον για το χρονικό διάστημα που διαρκούσαν οι διαπραγματεύσεις για την ειρήνη, ως μέσο πιέσεως!

Το τελευταίο επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο και ο ναύαρχος Σπυριδώφ, όταν έλεγε ότι «…η Πάρος, έχουσα καλούς λιμένας, θα επωλείτο αντί πολλών εκατομμυρίων φλωρίων εις τους Γάλλους ή εις τους Άγγλους, αν η περί ειρήνης συνθήκη επεδίκαζεν αυτήν εις την Ρωσίαν...» [42]. Η αναφορά αυτή του Σπυριδώφ εκτιμάται ότι αποδίδει την πραγματικότητα, αυτή καθ' εαυτή, ως προς το ανασκοπούμενο θέμα. Επιβεβαιώνει δηλαδή, την πρόθεση κατοχής ενός τουλάχιστον νησιού ως πιθανού ισχυρού διαπραγματευτικού στοιχείου των Ρώσων, όπως θα καταδειχθεί πιο κάτω.
http://perialos.blogspot.gr/2013/08/blog-post.html
 

για το Β’ και τελευταίο ΜΕΡΟΣ πιέσατε ΕΔΩ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] 16 Σεπτεμβρίου 2011 στο Ρωσικό Επιστημονικό και Πολιτιστικό Κέντρο Αθήνας.
[2] Irina Smilyanskaya, Mikhail Velizev, Elena Smilyanskaya. Rossiya v Sredizemnomor’e. Arkhipelagskaya ekspeditsiya Ekateriny Velikoy. Moskva: Indrik 2011
[3] Η καθηγήτρια Σμιλυάνσκαγια είχε την καλοσύνη να μας στείλει αργότερα σχετικό άρθρο που συνέταξε στα Αγγλικά με τίτλο “ProtectionorPossession”: How Russians created a Greek principality in 1770-1775, στις υποσημειώσεις του οποίου μας δίδει αντίστοιχη τεκμηρίωση των πηγών της.
[4] Όπως πάνω (ο.π.).
[5] Древнерусские князья / С. М. Соловьев. — СПб.: Наука, 2010. — 404 с. (Сер.
Русская библиотека), ISBN 978-5-02-026313-0
[6] Σελ. 3 άρθρου ο.π. σημ. 3.
[7] Ίδιο. Αναφέρει ότι πληροφορίες βρίσκονται στα Ρωσικά Κρατικά Αρχεία – Πολεμικού Στόλου (RGA VMF). Fonds 188. (Chancellery of admiral Andrey Elmanov), 190 (Chancellery of admiral Spiridov).
[8] Η συγγραφεύς αναφέρει ως πηγή το αρχείο RGA VMF. F. 190. Opis’ 1. Delo 16. P. 4, 5.
[9] Ίδιο άρθρο, σελ. 3.
[10] Ίδιο.
[11] Ίδιο άρθρο, σελ. 4.
[12] Ίδιο. Σε υποσημείωση η συγγραφέας γράφει ότι η Ρωσική Διοίκηση είχε συλλέξει ήδη πληροφορίες για τους ισχύοντες για κάθε νησί φόρους των Τούρκων και ότι όλοι οι ρωσικοί φόροι στο μέλλον είχαν μειωθεί. (Ibid. P. 38-59, 98, 205; Delo 2. P. 27-60 ). Επίσης προσθέτει ότι δεν συμφωνεί με τον A. Camariano-Cioran, που γράφει για εξαιρετικά ψηλούς ρωσικούς φόρους (Camariano- Cioran A. La guerre russo-turque de 1768–1774 et les grecs, Revue des etudes sud-est europennes. Bukarest 1965, № 3–4, p. 541).
[13] Ίδιο, όπου αναφέρεται ως πηγή το αρχείο RGA VMF. F. 190. Opis’ 1. Delo 16. P. 76-76 a.
[14] Ίδιο.
[15] Irina Smilyanskaya, Mikhail Velizev, Elena Smilyanskaya. Rossiya v Sredizemnomor’e, p. 177-182.
[16] Ίδιο ο.π. άρθρο, σελ. 4.
[17] Ίδιο άρθρο, σελ. 5. Στην υποσημείωση αναφέρεται ως πηγή των πληροφοριών το Arhiv Gosudarstvennogo Soveta. St.Petersburg 1869, t.1, p. 370, 372.
[18] Ίδιο άρθρο, σελ. 5.
[19] Andreas Kappeler. Rossiya mnogonacionalnaia imperiia: vozniknoveniie, istoriia, raspad. Moslva: Progress-Tradirsiia 2000; Igor’ V. Kurukin. Persidskiy pohod Petra Velikogo. Nizovoy korpus na beregah Kaspiia (1722-1735). Moskva: Kvadriga 2010.
[20] Ειδικά για το καθεστώς στις Κυκλάδες αρκετά στο Ε.Ε. Κούκκου, Οι κοινοτικοί θεσμοί στις Κυκλάδες κατά την τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1984, όπου εξηγείται ότι με βάση τον ακτιναμέ του 1580 του Μουράτ του Γ’ είχαν δοθεί προνομιακές παραχωρήσεις στους νησιώτες, που αφορούσαν στις πέντε βασικές ενότητες: Διοικητικές, Οικονομικές, Κοινωνικές και αστικές, Δικαστικές και Θρησκευτικές λειτουργίες (σελ. 27).
[21] Ίδιο άρθρο, σελ. 5, όπου η υποσημείωση: James Lawrence McKnight, Admiral Ushakov and the Ionian Republic: the genesis of Russia’s first Balkan satellite, thesis, University of Wisconsin-Madison, 1965; Avgusta M. Stanislavskaia. Politicheskaia deiatel’nost’ F.F. Ushakova v Gretsii, 1798-1800. Moskva: Izd-vo “Nauka” 1983.
[22] Κων. Παπουλίδης Διαχρονικές σχέσεις Ελλάδας-Ρωσίας (19ος-20ος αι.), Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2011, σελ.30, όπου παραπέμπει και στις απόψεις της A.M. Stanislavskaja στο βιβλίο της Russja i Grecija v konce XVIIInacale XIX veka, Μόσχα 1976.
[23] Κατά Σάθα στο Τουρκοκρατούμενη Ελλάς..., σελ. 517, από 3 και πάνω, ανάλογα με τον πληθυσμό των νησιών. Ενδεικτικά η Τήνος είχε 9 συνδίκους, η Άνδρος 8, η Θήρα και η Πάρος από 6 κ.λ.π. Για συνδίκους Θήρας βλ. και Ε. Ε. Κούκκου Οι κοινοτικοί θεσμοί στις Κυκλάδες κατά την τουρκοκρατίαν, Αθήνα 1984, σελ. 129.
[24] Ίδιο άρθρο, σελ. 5.
[25] Κ.Ν. Σάθα Τουρκοκρατούμενη Ελλάς..., σελ. 517.
[26] Ίδιο, σελ. 6.
[27] Ίδιο και υποσημείωση: για τις πληροφορίες από το RGA VMF, fond 190, opis’1, delo 16, list 52-52a.
[28] Ίδιο.
[29] Στο ίδιο άρθρο, σελ. 6, και όπως παραπέμπει στο βιβλίο Smilyanskaya Irina, Velizev Mikhail, Smilyanskaya Elena. Rossiya v Sredizemnomor’e, p. 504-510.
[30] Ίδιο, σελ. 7. Εδώ υπάρχει η υποσημείωση: See more about it: Nicholas Charles Pappas. Greeks in Russian military service in the late eighteenth and early nineteenth centuries.
[31] Βλ. Π. Στάμου Το Γυμνάσιο της Αγ. Πετρούπολης, ένα πρώιμο ναυτικό Γυμνάσιο, υπό δημοσίευση στο περιοδικό «Ναυτ. Ελλάς» Ιανουαρίου 2012.
[32] Οι Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β' Ρωσοτουρκικόν πόλεμον (1768-1774), Εν Αθήναις 1903.
[33] Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν δοκίμιον περί των προς αποτίναξιν του Οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων του Ελληνικού Έθνους (1453-1821), Αθήνησι 1869.
[34] Αντιναύαρχος στο βιβλίο του Η Ρωσία ως ναυτική δύναμις (860-1960), Αθήναι 1964.
[35] Ιστορία της νήσου Άνδρου, Αθήναι 1925-1927, Ανατύπωση Γ. ΔΑΡΔΑΝΟΣ, Αθήνα 2004.
[36] Εικονογραφημένη περιήγηση της Ελλάδας (1782), Μίλητος, Αθήνα 2006, Τομ. Α', σελ. 186.
[37] Π. Κοντογιάννη Οι Έλληνες..., σελ. 226.
[38] Π.Ε. Κώνστα Η Ρωσία..., σελ. 119.
[39] Π. Κοντογιάννη Οι Έλληνες..., σελ 229.
[40] Κλωνός Στεφάνου Ανέκδοτα έγγραφα προς τους κατοίκους των Κυκλάδων, αποσταλέντα επί της κατοχής αυτών υπό των Ρώσων, Εν Αθηναίω τομ. 6, σελ. 207, με παραπομπή στο Συλλογή της Ρωσικής Ιστορικής Εταιρείας, 1867, τομ. 1, σελ. 68. Βλ. Π. Κοντογιάννη Οι Έλληνες..., σελ 234.
[41] Π. Κοντογιάννη Οι Έλληνες..., σελ 234. Μεταγραφή στη σημερινή γλώσσα από Π. Στάμου.
[42] Κλ. Στεφάνου Ανέκδοτα έγγραφα..., τομ. 1, σελ. 68.

 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...