ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Το Ναυτικόν Σύνταγμα 1913 (29ον Πεζικόν)


 
Άρθρο του 1975

Από τα «ΚΕΙΜΗΛΙΑ» του Περί Αλός

Του Υποναυάρχου Β.Ν. ε.α.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΒΑΝΔΩΡΟΥ


Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση» τ. 375 (1975)
ανατ. τ. 581, σελ. 149, ΙΟΥΝ – ΑΥΓ 2012. Αναδημοσίευση στο
Περί Αλός με την έγκριση της «Ναυτικής Επιθεωρήσεως»

 

Το δεξιά στη φωτογραφία πυροβόλο είναι το Creuzot Loire των
50 χιλιοστ. επί ελαφρού τροχήλατου κιλλίβαντος, που ανήκε στα
αποβατικά αγήματα του Ελληνικού Ναυτικού. Το αριστερό, είναι
πυροβόλο ιδίου τύπου των 75 χιλιοστ. που ανήκε στο πυροβολικό
του ελληνικού Στρατού Ξηράς. Η φωτογραφία είναι από το έμπεδο
του Γουδή, όπου εκπαιδεύτηκαν οι ναύτες πυροβολητές από
αξιωματικούς και υπαξιωματικούς του Πυροβολικού το β΄ εξάμηνο
του 1911 (Γ. Ρούσσου Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
1826-1974, Ελληνική Μορφωτική Εστία, Αθήνα 1975).
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση


Το 29ο Ναυτικό Σύνταγμα συγκροτήθηκε από το Ναυτικό μετά τη λήξη του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, δεδομένου ότι δεν υπήρχε πλέον ναυτική απειλή και έλαβε μέρος στις χερσαίες επιχειρήσεις του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.
Ουσιαστικά, το άρθρο αυτό αποτελεί το ημερολόγιο του τότε ανθυποπλοιάρχου Βανδώρου.
Μετά το πέρας των εν τω Αιγαίω επιχειρήσεων ο Στόλος εκ Μούδρου έπλευσεν εις Θεσσαλονίκην περί τας 15 Μαΐου 1913. Εκεί ηυπρεπίσθημεν –διότι πλείστοι
Αξιωματικοί ετρέφομεν γενειάδα– και εις την πόλιν ελάβομεν εκ νέου επαφήν με τον κόσμον τον οποίον είχομεν επιθυμήσει κατόπιν οκταμήνου σχεδόν εγκλεισμού εντός των πλοίων εν Μούδρω.
Μετά την δι’ αγήματος συμμετοχήν την 21 Μαΐου εις την ονομαστικήν εορτήν του Στρατηλάτου Βασιλέως Κωνσταντίνου, το θωρηκτόν «Σπέτσαι» όπου υπηρέτουν απέπλευσε διά Ναύσταθμον. Ημέρας τινάς βραδύτερον ήρχισε οργανούμενον το υπό τον αντιπλ. Κωνστ. Τυπάλδον Ναυτικόν Σύνταγμα εκ τριών Ταγμάτων συγκροτηθέν εκ τμημάτων και πληρωμάτων των πλοίων του Στόλου, των Επιτάκτων και των ανδρών των πυροβολείων Καστέλας, Ψυττάλειας, Πούντας.
Αρχάς Ιουνίου το Σύνταγμα ανεχώρησεν διά Θεσσαλονίκην. Εκεί οι μεν Αξιωματικοί ερράψαμεν στολάς εκ μαλλίνου υφάσματος πρασινοχακί, τύπου θερινής ναυτ. στολής, μετά βραχείας περισκελίδος και χακί ταινιών διά περικνημίδας, χακί επωμίων και καλλυμάτων πηλικίου, και ηγοράσαμεν υποδήματα κατάλληλα διά πορείαν, υδροδοχείον, αναδιπλούμενην κλίνην, κιβώτιον εκστρατείας. Μας εφοδίασαν δε με δίοπτρα, πιστόλιον Μπράουνιγκ, αντίσκηνον. Αλλ’ οι υπαξιωματικοί και οι ναύται εξηκολούθουν να φέρουν την μελαίνην χειμερινήν ενδυμασίαν με ψάθινον όμως πίλον. Ολίγοι μόνον ηγόρασαν υδροδοχεία, οι πλείστοι δε θα εχρησιμοποίουν κενάς φιάλας ζύθου.
Εν Θεσ/νικη, οι μεν Αξιωματικοί εγκατέστημεν ανά 3-4 εντός Γραφείων του Στρατιωτ. Διοικητηρίου, οι δε υπαξιωματικοί και άνδρες εις θαλάμους του παρακειμένου στρατώνος, με πρώτην μέριμναν την πλύσιν των ξυλίνων δαπέδων – διά να μην λησμονήσωμεν τα πλοία.
Ο Λόχος μας, ανήκων εις το Τάγμα του πλωτάρχου Νικ. Αθανασίου, διοικείτο υπό του υποπλ. Φραγκίσκου Πορτάρου, με ουλαμαγούς τους ανθυποπλ. Στυλ. Καστάλην και Παναγ. Βανδώρον, απετελείτο δε εκ τεσσάρων διμοιριών ολικής δυνάμεως 208, ήτοι: εις τας διμοιρίας: υποκελ. οπλίται 2 και πυροβολ. 1, δίοποι πυροβ. 5, οιακιστ. 4, αρμεν. 1 και ναύται 180. Επί πλέον είχομεν: Δίοπον νοσοκόμο 1, σύνδεσμον λόχου 1, σαλπικτάς 2, μαγείρους 2, αποθηκαρ. 1, ιπποκόμον 1, ημιονηγούς 5, υπηρέτας 2.
Οπλισμός: Οι Αξιωματικοί πιστόλια Μπράουνιγκ, αι διμοιρίαι 195 τυφέκια Μάουζερ (εκ τουρκ. λαφύρων). Μεταγωγικά: 1 ίππος, του Λοχαγού, 5 ημίονοι διά μεταφορά μαγειρ. σκευών, κιβωτ φυσιγγίων, νοσοκομ. φορείον, αρχείον λόχου, και κιβώτεια εκστρατείας των Αξιωματικών.
Εσωτερική Υπηρεσία: Σκοποί, εφοδίαι, πλύσεις ιματίων, συσσίτια, κ.τ.λ. ως επί των πλοίων.
Γυμνάσια: Πεζικά, Οπλασκία, λύσις, άρμοσις όπλου, αλλ’ ελλείψει χώρου δεν εγίνοντο γυμνάσια αραιάς τάξεως.

Επιχειρήσεις
Την 16 Ιουνίου 1913 εξερράγη ο Ελληνο- Βουλγαρικός πόλεμος, εν δε τη πόλει της Θεσσαλονίκης εξουδετερώθησαν οι εις διάφορα κτήρια οχυρωθέντες Βούλγαροι.
Από του απογεύματος το Ναυτ. Σύνταγμα είχε ταχθή βορείως της πόλεως εκατέρωθεν της κυρίας οδού επί ελαφρώς ανηφορικής θέσεως προς παρεμπόδισιν των τυχόν επιχειρούντων να διαφύγωσι Βουλγάρων.
Εκεί παρεμείναμεν όλην την νύκτα, επεστρέψαμεν δε εις τον στρατώνα την μεσημβρίαν της επομένης.
Με αγωνίαν επληροφορούμεθα τα της μάχης κατά των εν Κιλκίς και Λαχανά ισχυρώς οχυρωμένων Βουλγάρων, τέλος δε με υπερηφάνεια μετέσχομεν εις την γενικήν χαράν δια την νικηφόρον έκβασιν και την προέλασιν του νικηφόρου στρατού μα, αλλά και με θλίψην απενείμαμεν τας νεκρωσίμους τιμάς εις τους κατά την μάχην πεσόντας γενναίους συνταγματάρχας Αντ. Καμπάνην και... [η φράση είναι ατελής στο πρωτότυπο].
Εν εκ των ναυτ. ταγμάτων μετεφέρθη σιδηροδρομικώς ίνα ταχθή μεταξύ του αριστερού της ελληνικής παρατάξεως και της σερβικής παρά την Γευγελήν, κατά δε την γενομένην μάχην ετραυματίσθησαν οι αδερφοί υποπλ. Ν. Μπούμπουλης και ανθυποπλ. Περικλής Μπούμπουλης. Την 2 πρωϊνήν της 24 Ιουνίου το Β΄ Τάγμα, υπό τον πλωτάρχην Νικ. Αθανασίου, ανεχώρησεν εκ του στρατώνος και επορεύθη –υπό τους ήχους σαλπίγγων– προς τον αρκετά μακρινό σιδηρ. σταθμόν, όπου ανεμείναμεν την άφιξιν εκ του μετώπου ερχομένης αμαξοστοιχίας, μετά δε την δυσάρεστον εντύπωσιν εκ των αποβιβαζομένων πολλών τραυματιών, ετακτοποιήθημεν εν σχετικώ συνωστισμώ εις τα οχήματα και εφθάσαμεν 05.30΄ εις Καρασούλι, ανεχωρήσαμεν 08.30΄ και 12.00΄ αφίχθημεν εις Κιλινδίρ.
Σημειώ ενταύθα ότι το μεν Καρασούλι κείται επί της προς Γευγελή σιδηρ. γραμμής, το δε Κιλινδίρ επί της προς Δοϊράνην, μεταξύ δε Καρασούλι και Κιλινδίρ υπήρχεν ενδιάμεσος σιδηρ. γραμμή (αύτη κατηργήθη κατά τον πόλεμον 1914-1918).
Ανεχωρήσαμεν ώραν 15.00΄ από Κιλινδίρ, τοποθετούντες δε φυλάκια εις διάφορα σημεία της σιδηρ. γραμμής εφθάσαμεν ώρα 19.00΄ εις Καρασούλι, όπου εύρομεν επιλοχίαν ιππικού μετά μικράς φρουράς προς φύλαξιν των εκεί πολλών βαγονιών μετά χαρτονομής, σταθμευμένων επί δύο βοηθητικών σιδηρ. γραμμών.
Εγκατεστάθημεν, εκ των ενόντων, εις τον σταθμόν, μαχόμενοι κατά των υπερμεγέθων πρασίνων κωνώπων.
Την 08.15΄ της επομένης 15 Ιουνίου, ο Λόχος μας ανεχώρησε προς επίσκεψιν χωρίων της περιοχής. Τινά τούτων ήσαν βουλγαρόφωνα. Κατά την πορείαν υπεφέραμεν εκ του ισχυρού καύσωνος υπό τα μάλλινα εδύματά μας, μερικοί δε ναύται ηναγκάσθησαν εις το τέλος να αφαιρέσουν τα άρβυλα – ακατάλληλα διά την πεζοπορίαν. Ευτυχώς το πλείστον του δρόμου εκαλύπτετο από παχύ στρώμα σκόνης.
Κατά την επιστροφήν, οι της προφυλακής διέκριναν επί των εμπροσθέν μας λόφων μαύρα στίγματα, με το αποτέλεσμα να αφήσωμεν την οδόν να τεθώμεν εις αραιάν τάξιν και να βαδίσωμεν προς τους λόφους, αλλά μετ’ όλίγον απεδείχθη ότι δεν επρόκειτο περί οκτώ κομιτατζήδων –οι οποίοι συνήθως έφερον ενδύματα σκοτεινού χρώματος– αλλά περί ποιμνίου προβάτων.
Το επεισόδιον μας καθυστέρησε πλέον της ώρας, τούτο δε εν συνδυασμώ με το επερχόμενο λυκόφως έγινεν αιτία νέας παρεξηγήσεως διότι, όταν υπερέβημεν την κορυφογραμμήν, ο εν τω σταθμώ παραμείνας, ένεκα στομαχικών πόνων υποπλοίαρχος Περικλής Ρεδιάδης ιδών μαύρα στίγματα επί των λόφων μας εξέλαβεν ως κομιτατζήδες και συνήγειρε την επιλοχίαν και τους άνδρας του να καταλάβουν καταλλήλους θέσεις προς άμυναν. Ευτυχώς και η παρεξήγησις αύτη επερατώθη άνευ συνεπειών όταν δε επιστρέψαμεν εις Καρασούλι, ο Διοικητής Αθανασίου μου επέδωσε την επισυναπτόμενην διαταγήν, εις εκτέλεσιν ταύτης ανεχώρησα σιδηροδρομικώς ώραν 18.45΄ μετά 33 ανδρών, εφοδιάζων διά τροφίμων τα ενδιάμεσα φυλάκια.
Μετά δε την εγκατάστασιν δύο νέων τοιούτων εις την μεγάλην γέφυραν του 25ου χιλιομέτρου, αφίχθην εις Κιλινδίρ ώραν 20.35΄.
Παρέλαβον την διοίκησιν των φυλακίων παρά του εφέδρου επιλοχίου Ευζώνων και των ολίγων εθνοφρουρών του. Λυπούμαι μη συγκρατήσας το όνομα του αξίου εκείνου υπαξιωματικού όστις συμπαρεστάθη εις την εκ της νεαράς ηλικίας απειρίαν μου και την άγνοια των στρατιωτικών πραγμάτων, ωργάνωσε δε την εγκατάστασιν των ναυτών και τα κατά την τροφοδοσίαν.
Ο Σταθμός του Κιλινδίρ, έχων τρεις παραπλεύρους σιδηρ. γραμμάς, εχρησίμευε διά την εκεί προσωρινήν παραμονήν των εκ Θεσ/νικης συρμών μέχρις ότου εκφορτωθούν των προηγουμένων συρμών τα εφόδια εν Δοϊράνη, όπου υπήρχον μόνο δύο σιδηροτροχιαί.
Διά τας κινήσεις αυτάς ησχολείτο ο έφεδρος ανθυποπλ. μηχανικός Μιλτ. Μυλωνάς, με τον οποίον συνεμερίσθη το σομμιέ μιας διπλής κλίνης, επί της οποίας αναπαυόμεθα την νύκτα ενδεδυμένοι, η δε έκδοσις και πλύσις εγίνοντο την ημέραν.
Την επομένην 27 Ιουν. από ώρας 07.00΄ μετέβην προς επιθεώρησιν των φυλακίων από του σταθμού μέχρι του 20ου χιλιόμετρου, επιστρέψας δε την 16.30΄ βλέπω τον επιλοχία μετά 15 ανδρών αναχωρούντα εσπευσμένως προς ενίσχυσιν του φυλακίου 17½ χιλιομ., οπόθεν ηκούσθησαν πυροβολισμοί εξ ων υπετέθη επίθεσις κομιτατζήδων.
Εγώ, υποψιασθείς γενικωτέραν επίθεσιν ένεκα της εκεί πλησίον πολλών θεριστών (βουλγαρόφωνων), παρέλαβον ετέρους 15 άνδρας και μετέβην εις το χωρίον Κιλινδίρ, όπου με καθησύχασαν, ώστε επέστρεψα εις τον σταθμόν όπου επανήλθε και ο επιλοχίας όστις μ’ επληροφόρησεν ότι οι πυροβολισμοί εγένοντο διά να σταματήσει ο καταφθάνων συρμός και παραλάβη το πτώμα του διόπου Τζανίδη. Ο ατυχής είχε διαμπερές τραύμα της κορυφής του κρανίου εκ τυχαίας εκπυρσοκροτήσεως του όπλου του, φαίνεται ανασφαλίστου εξ απροσεξίας, προελθούσης εκ τυχαίας εμπλοκής της σκανδάλης είς τινα κλαδίσκον. Παρακληθείς ο στρατ. ιατρός Ληζόπουλος εκ των επιβαινόντων του σταθμεύοντος συρμού, επεβεβαίωσε τον θάνατον και μου είπεν ότι η επιπολαίως, διελθούσα σφαίρα θα είχεν προξενήσει μικράν βλάβην εγκεφάλου, εάν δεν τον είχον ξαπλώσει ύπτιον τον τραυματίαν, ίσως ούτος να εσώζετο.


Τμήμα του Ναυτικού Συντάγματος στο Βόλο, επιστολικό
δελτάριο, έκδοσις Στεφ.Στουρνάρα (Αρχείο αδελφών Χαΐτογλου).
ΦΩΤΟ: Ναυτική Επιθεώρηση

Την νύκτα έφθασεν ο λοχαγός μας Πορτάρος, ενεργήσας ανάκρισιν διά τον θάνατον του Τζανίδη.
Την 28 Ιουν., ώραν 08.00΄ εγένετο η ταφή του ατυχούς Τζανίδη.
Περί την 11.00΄ ο λοχαγός μας μετέβη εις το χωρίον Κιλινδίρ μετ’ ολίγων μου παρήγγειλε να σπεύσω εκεί μετ’ ανδρών ίνα ενεργήσω αφοπλισμόν όστις επερατώθη την 14.30΄.
Μετ’ ολίγον επεβιβάσθησαν του συρμού διά Καρασούλι περί τους 70 άνδρες, βουλγαρόφωνοι πρόσφυγες εκ των πλησίον χωρίων.
Την νύκτα μου προσήγαγον ένα Βούλγαρον, συλληφθέντα πλησίον του φυλακίου του 25ου. Είχεν επ’ αυτού μάχαιραν, καπνόν, εν φυσίγγιο Μάνλιχερ, εν φιαλίδιον με λευκόν πυκνόρευστον υγρόν, 40 γρόσια και τινα βουλγαρικά κέρματα, αντιστοιχούντα προς 19 δραχμαί. Την επομένην απεστάλη από φυλακίου εις φυλάκιον διά τα περαιτέρω...
29 Ιουνίου. Η ημέρα διήλθεν εν ηρεμία. Εκ Δοϊράνης πληροφορούμεθα περί των συνεχών μαχών και περί της προελάσεως του στρατού μας.
Την 2120 ακιούονται πυροβολισμοί εκ της γεφύρας του 25ου. Σπεύδω μετά του επιλοχίου και ανδρών και καθ’ οδόν συναντώ την περίπολον κρυμμένην εις τα χόρτα. Μοιραζόμεθα εις δύο ομάδας, εγώ βαίνω διά των αγρών, οι υπόλοιποι διά της σιδηρ. γραμμής. Συνενούνται μεθ’ ημών εθελοντικώς εις υπολοχ. πεζικού εκ του σταθμεύοντος συρμού.
Κατά την διάρκειαν της πορείας μας οι εκ της γεφύρας σποραδικώς πυροβολούν διά πρώτην δε φοράν εις την ζωήν μου ακούω σφαίρας να σφυρίζουν άνωθέν μου και κύπτω εξ ενστίκτου... όταν αυταί έχουν περάσει.
Τέλος παύει το περιοδικόν πυρ του φυλακίου, περί ώραν 22.00΄ συνενούμεθα εις την γέφυραν, όπου εκ των μάλλον ή συγκεχυμένων πληροφοριών συνάγω ότι είχον γίνει αντιληπτοί 2-3 άνδρες, βάλλοντες.
30 Ιουνίου. Πρωίαν μετέβην εις την γέφυραν και ηρεύνησα εις την υποδειχθήσαν θέσιν των επιτεθέντων όπου εύρον 5 κάλυκας, πλην έμεινα με αμφιβολίας...
Το απόγευμα μετέβην προς επιθεώρησιν φυλακίων μέχρι Δοϊράνης, όπου με ευχαρίστησιν αντίκρυσα την ελαφρώς κυματιζομένην επιφάνειαν της λίμνης, επέστρεψα δε πεζή διανύσας 16 χιλ.
Όταν έφθασα εις τον σταθμόν, είχε ήδη νυκτώσει, διελθών δε έμπροσθεν του γραφείου σταθμάρχου διέκρινα εκ της θύρας πολλούς αξιωματικούς συνομιλούντας και καπνίζοντας υπό τον αμυδρόν φως λυχνίας πετρελαίου.
Μόλις απεμακρύνθην εκ της θύρας ησθάνθην δύο βραχίονας εκ των όπισθεν οι οποίοι ακινήτησαν τους ιδικούς μου. Εσταμάτησα και στρέψας την κεφαλήν διέκρινα εις το αμυδρόν φως λοχαγόν πεζικού τον οποίον ενθυμήθην ότι πρό τινων ημερών είχον συναντήσει εν Θεσ/νίκη ως υπασπιστήν του Συνταγματάρχου. Μου εξήγησε ότι όταν σταμάτησα προ της θύρας με εξέλαβεν ως Βούλγαρον – βοηθούντος του σχήματος του ναυτικού πηλικίου. Εγελάσαμεν διά την αστείαν σύλληψιν ως κατασκόπου, του φρουράρχου εν τη περιοχή του.
1 Ιουλίου. Ησυχία, εγένετο ο πρώτος κατά της χολέρας εμβολιασμός.
2 Ιουλίου. Μερικοί άνδρες μου εστάλησαν στο Καρασούλι, όπου κατόπιν διαταγής την επομένην μετέβην και εγώ μετά των υπολοίπων, φθάσας την 16.00΄.
4 Ιουλίου. Αναχώρησις του Τάγματος, άφιξις 16.00΄ εις Θεσ/νικην, όπου την 5ην Ιουλίου διενεμήθη εις τους άνδρας του λόχου ιματισμός χακί και εξάρτυσις.
6 Ιουλίου. Επιβίβασις επί της «Ουράνας» των λόχων Πορτάρου και Παδελοπούλου. Άφιξις εις Θάσον 07.30΄ της 7ης Ιουλ. Απόπλους διά Καβάλαν, όπου εφθάσαμεν 11.00΄ και απεβιβάσθημεν.
8, 9,10 Ιουλ. Ουδέν έκτακτον.
11 Ιουλίου, ώραν 06.00΄ οι λόχοι Πορτάρου και Λούνδρα αναχωρούμεν, εντεταγμένοι εις την 8ην Μεραρχίαμ (Ματθαιοπούλου). Εις αύτην ανήκουν 2 τάγματα Κρητών, 3 πυροβολαρχίαι πεδιναί και 1 ορειβατική, 2 πολυβόλα. Αι στρατιωτικαί αύται δυνάμεις ευρίσκονται βορειότερον και δεν τας συναντήσαμεν, η δε διοίκησις της μεραρχίας είχεν ως εγγύς στήριγμα μόνον τους δύο λόχους πεζοναυτών.
Ώραν 18.00΄ φθάνομεν εις Σαρήσαμπάν, όπου καταυλιζόμεθα υπό τα αντίσκηνα, φυσικά τελείως ενδεδυμένοι και αισθανόμενοι το νυχτερινό ψύχος και τους ενοχλητικούς κώνωπας.
12 Ιουλίου, ώραν 09.00΄ εκινούμεν κατευθυνόμενοι προς τον ποταμόν Νέστον. Καθ’ οδόν συναντώμεν μία μαρμάρινη βρύση, όπου κάμνομεν στάσιν, αλλά η
ύδρευσις γίνεται με ακαταστασίαν διότι οι άνδρες δεν εννοούν την ανάγκην σειράς προτεραιότητος. 12 Ιουλίου, ώραν 12.39΄ φθάνομεν εις την δυτικήν όχθην του ποταμού Νέστου, όπου ο λόχος Λούνδρα αρχίζει διά του στενού πόρου διάβασιν κατ’ άνδρα, διότι η γέφυρα έχει καταστραφεί.
Ένεκα πληροφορίας ότι το ποτάμιον ύδωρ ήτο μολυσμένον από ριπτωμένα πτώματα Βουλγάρων χολεριώντων, και με την σκέψιν ότι η άμμος θα διυλίσει την μόλυνσιν, σκάπτομεν μερικά μέτρα από της όχθης και προσπαθούμεν με αλλεπάλληλα μανδύλια να διηθήσωμεν την άμμον από το ύδωρ, διά να ξεδιψάσωμεν.
Ο λόχος Λούνδρα είχε ήδη διαπεραιωθή και ανέφερεν ότι «οδεύει προς Δράμαν», ότε ελήφθη διαταγή του ναυάρχου κουντουριώτη οπώς οι πεζοναύται επιστρέψωμεν εις Σαρησάμπαν. Όθεν, ώραν 14.00΄ εκκινούμεν την δε 18.00΄ κατελήφθημεν υπό ραγδαιοτάτης βροχής από την οποία προσπαθούμεν να προφυλαχθώμεν διά των αντισκήνων.
Εις τον Νέστον, εάν καλώς ενθυμούμαι, επληροφορήθημεν ότι απόσπασμα πεζοναυτών υπό τον ανθυποπλοίαρχο Μεζεβίρη είχεν διαταχθή να συνοδεύσει
εφοδιοπομπή κατευθυνομένη προς Βορράν.
Φθάσαντες διάβροχοι εις Σαρησάμπαν εισήλθομεν εις τα μεγάλας αυλάς μερικών οικιών, εζητήσαμεν ξύλα και αφού παρακαλέσαμεν τας γυναίκας να περιορισθούν ηνάψαμεν πυράς, εξεδύθημεν και ησχολήθημεν να στεγνώσωμεν τα ενδύματά μας.
13 Ιουλίου, ώραν 04.45΄. Εκκινούμεν και περί ώραν 10.00΄ φθάνομεν εις την παραλίαν όπου βλέπομεν αγκυροβολημένον το οπλιταγωγόν «Μυκάλη».
Την 10.15΄ μέχρι 11.50΄, διά φορτηγίδων και των λέμβων της «Μυκάλης» επιβιβαζόμεθα και φθάνομεν 18.30΄ εις Δεδέαγατς, διανυκτερεύσαντες επί του πλοίου.
14 Ιουλίου. Την πρωίαν αποβιβαζόμεθα, εκκινούμεν και, προελαύνοντες διά των οδών της πόλεως, φθάνομεν 11.00΄ εις τους στρατώνας. Μερίμνη της δημοτικής αρχής εκομίσθησαν κρέας, φρούτα, ζύθος.
15 Ιουλίου, απόγευμα έκαμα εις τον λόχον μου το πρώτον και μόνον γυμνάσιον μάχης.
Μας έκαμε μεγάλην εντύπωσιν ότι κατά την υπό των Βουλγάρων κατοχήν της πόλεως –ελληνικής πλην μερικών οικιών εις την βορείαν συνοικίαν όπου εξηκολούθουν να κατοικούν ολίγαι βουλγαρικαί οικογένειαι– είχον αντικατασταθή οι επιγραφαί των καταστημάτων διά βουλγαρικών και δη με βουλγαρικάς καταλήξεις, επληροφορήθημεν δε ότι είχον αρχίσει να αποξέουν και τας επιγραφάς των επιτυμβίων πλακών προς αντικατάστασιν των διά βουλγαροκαταλήκτων.
16 Ιουλίου, ώραν 04.30΄ εκκινούμεν και 05.15΄ σταθμεύομεν προ της Μητροπόλεως μέχρι 07.15΄ οπότε αναχωρούμεν διά Φερετζίκ. Στάσις 08.15΄-08.35΄. Την 10.50΄ στάσις εις τα Λουτρά. Οι άνδρες είναι κουρασμένοι. Διανυκτερεύομεν εκεί.
7 Ιουλίου. Λόγω επιδεινώσεως της ασθενείας μου αποχωρίζομαι του λόχου μου και μεταβαίνω εις τον 1,5 χιλ. απέχοντα σιδηρ. Σταθμόν, όπου επιβιβάζομαι
ατμομηχανής και φθάνω εις Δεδέαγατς.
18 Ιουλ. Ησυχία.
19 Ιουλίου. Βάσει της συναπτομένης διαταγής του στρατ. διοικητου πλωτάρχου Στυλ. Μαυρομιχάλη, αναλαμβάνω καθήκοντα υποδιοικητού. Απέκτησα τότε ίππον, ο οποίος ήτο πολύ ήρεμος, αλλά κάποτε αντίκρυσε μίαν κάμηλον και φοβηθείς εστράφη αποτόμως και κατηυθύνθη καλπάζων προς τον σταύλον, εγώ δε άπειρος και ανίσχυρος να τον συγκρατήσω μόλις διεσώθην εναγκαλισθείς την κεφαλήν του ίππου ίνα μη προσκρούσω επί του υπερθύρου του σταύλου.
26 Ιουλίου. Ο αφιχθείς την 18ην Ιουλίου λόχος Παδελοπούλου ανεχώρησε διά Γκιουμουλτζίναν, όπου η κατάστασις είναι κάπως ανήσυχος ένεκα της εκεί παρουσίας βουλγαρικού τάγματος και της γειτνιάσεως ετέρου.
27 Ιουλίου. ΠΛΗΡΟΦΟΡΟΥΜΕΘΑ ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ. Αναχωρώ προς συνάντησιν του λόχου μου εις Φέρρας, 26 χιλ. ανατολικώς του Δεδέαγατς.
29 Ιουλίου. Το απόγευμα μαζύ με ναύτην τουρκομαθή διαβαίνω τον Έβρον προς επίσκεψιν του εκεί φρουρούντος Τούρκου ανθυπολοχαγού, όστις μ’ επεριποιήθη πολύ και μου είπεν ότι είχεν νεώτερον αδελφόν αιχμάλωτον εις Πύργον Ηλείας.
31 Ιουλίου. Διετάχθημεν να επιστρέψωμεν εις Δεδέαγατς,. Επληροφορήθημεν ότι τουρκικό απόσπασμα παρέλαβε την Κουρνοφωληάν.
2 Αυγούστου. Συνεκεντρώθημεν άπαντες εις Δεδέαγατς. Παραμένει μόνον φρουρά εις Γαριανούπολιν (Λουτζικίοι). Ο Τουρκικός Στρατός προχωρεί.
6 Αυγούστου. Φροντίζω για την επιβίβαση των κτηνών επί των πλοίων.
7 Αυγούστου. Ήρχισεν η επιβίβασις πλην ενός λόχου παραμένοντος διά προσωρινήν κατοχήν. Είναι πολύ συγκινητική η απελπισία των αποχωρούντων Ελλήνων κατοίκων.
9 Αυγούστου, ώραν 11.00΄ αποπλέομεν διά Θεσ/νίκην, όπου καταπλέομεν ώραν 11.00΄ της 10ης Αυγούστου και αρχίζομεν αποβιβαζόμενοι, φθανομεν δε περί την 17.30΄ εις τους στρατώνας του διοικητηρίου, όπου καταυλιζόμεθα, αλλά μερικοί άνδρες ευρίσκονται εκτός αντισκήνου.
Μεταξύ των εκ Δεδέαγατς μεταφερθέντων ίππων ήταν και η φορβάς του επιτελούς του τάγματός μας ανθυποπλοιάρχου Κωνστ. Παναγιώτου, μετά του νεαρού πώλου της. Κατά την αποβίβασιν όλα τα κτήνη μετεφέρθησαν εις τους σταύλους του μικρού Καραμπουρνού, αλλ’ ο Παναγιώτου εκράτησε προσωρινός
τον νεαρόν πώλον.
Την επομένη συνώδευσα τον Παναγιώτου εις τους σταύλους και την αναζήτησιν της φορβάδος, μεταξύ των πολυπληθών κτηνών, και παρέστην εις την συγκινητικήν συνάντησιν του πώλου μετά της μητρός του, ήτις του επεδαψίλευσε πλείστας... ιππείους θωπείας, συνοδεία χρεμετισμών χαράς.
11 Αυγούστου. Πληροφορούμεθα ότι υπάρχει διαταγή προς επιστροφήν μας εις Ναύσταθμον, πλην η εκτέλεσις καθυστερεί. Δεν έχω κρατήσει σημειώσεις και δεν ενθυμούμεν πότε καταπλαύσαμεν εις Ν/θμον.
Εκεί, επί ημέρας τινάς, παρεμείναμεν υπό απαγόρευσιν επικοινωνίας (καραντίνα). Οι άνδρες κατηυλίσθησαν εις το πευκόφυτον έξω περιοχής Ν/θμου προς [την νησίδα] Λέρον, οι δε αξιωματικοί εγκατεστάθημεν εις το τροχοφόρον «Φουάγ», όπερ είχε καταληφθή εν Θεσ/νίκη.
Μετά την λήξιν της απομονώσεως, επερατώθη η εις το ναυτικό σύνταγμα υπηρεσίας μας, εγώ δε ετοποθετήθην εις το θωρηκτόν «Ύδρα» όπερ κυβερνάτο υπό του πλοιάρχου Ηπίτου.
http://perialos.blogspot.gr/2013/03/1913-29.html


 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...