ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Τετάρτη, 19 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑ Υ/Β ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΗΣ, ΚΑΤΣΩΝΗΣ, ΠΡΩΤΕΥΣ ΣΤΑ ΠΕΛΑΓΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 1940




Περί Αλός

Του Αντιναυάρχου ΠΝ (εα) Θωμά Κατωπόδη
 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Περίπλους», τ. 77,
σ. 38, έκδοση του Ναυτικού Μουσείου Ελλάδος,
ΟΚΤ – ΔΕΚ. 2011. Αναδημοσίευση στο Περί Αλός
με την έγκριση του ΝΜΕ.

 
Υποβρύχιο Κατσώνης (Υ-1). ΦΩΤΟ: mezeviris.gr

Τα μεσάνυχτα της 17ης Δεκεμβρίου 1940 απέπλευσε από το Ναύσταθμο Σαλαμίνας το υποβρύχιο Παπανικολής (Υ-2), με Κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Μίλτο Ιατρίδη ΒΝ, για εγκατάσταση πολεμικής περιπολίας στην Αδριατική. Ως περιοχή δράσης του υποβρυχίου είχε ορισθεί η θαλάσσια περιοχή μεταξύ των λιμένων Brindisi (Μπρίντιζι) και Vlore (Αυλώνα). Στην περιοχή αυτή έφτασε, έπειτα από κανονικό αλλά τρικυμιώδη πλου, νωρίς το πρωί της 20ης Δεκεμβρίου.
Η πρώτη και η δεύτερη ημέρα της περιπολίας του δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όμως, η τρίτη ημέρα της περιπολίας επιφύλασσε στον Παπανικολή πραγματικά εξαιρετική επιτυχία. Στη 01.35 της ημέρας εκείνης, 22 Δεκεμβρίου, ο Παπανικολής πλέοντας στην επιφάνεια, αντιλαμβάνεται μικρό πετρελαιοκίνητο σκάφος σε απόσταση 400 μέτρων από την πλώρη του. Δεν ήταν εύκολη μέσα στο σκοτάδι η ακριβής αναγνώριση του τύπου του εμφανισθέντος πλοίου. Μολονότι φαινόταν μικρό, δεν αποκλειόταν να ήταν πλοίο-παγίδα και να επιχειρήσει σθεναρή και αποτελεσματική επίθεση εναντίον του υποβρυχίου.
Ο Κυβερνήτης όμως του Παπανικολή, που βρισκόταν στη γέφυρα, δεν διστάζει. Πλησιάζει αμέσως προς το πετρελαιοκίνητο και με τον τηλεβόα καλεί τον πλοίαρχό του και όλα τα μέλη του πληρώματός του να εγκαταλείψουν το σκάφος τους και, αφού παραλάβουν όλα τα ναυτιλιακά και επίσημα έγγραφα του πλοίου τους, να επιβούν στον Παπανικολή όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Αυτό και έγινε, χωρίς αργοπορία ή αντίρρηση.
Πόσο καρποφόρα ήταν η ταχεία αυτή ενέργεια αποδείχθηκε, όταν, μεταξύ των εγγράφων τα οποία παρέδωσε ο Πλοίαρχος του πετρελαιοκινήτου στον Κυβερνήτη του Παπανικολή, βρέθηκε και σπουδαιότατη απόρρητη διαταγή των ιταλικών ναυτικών αρχών του Μπρίντιζι. Είχε εκδοθεί μόλις πριν από δύο ημέρες (21-12-1940) και παρείχε οδηγίες πλου από το Μπρίντιζι προς την Αυλώνα.
Η σπουδαιότητα της διαταγής αυτής, στην οποία περιλαμβάνονταν πολύτιμα στοιχεία για εκμετάλλευση σχετικά με την κίνηση των ιταλικών πλοίων στη νότια Αδριατική, έπεισε τον Κυβερνήτη του Παπανικολή ότι έπρεπε να κρατήσει στο πλοίο του αιχμάλωτο ολόκληρο το εχθρικό πλήρωμα, να καταστρέψει αμέσως και να εξαφανίσει το ιταλικό πετρελαιοκίνητο (Motorela Antoinetta, Compartimento Maritimo Salerno), ώστε να μπορέσει να δράσει  στη συνέχεια χωρίς αντίδραση, επωφελούμενος των πληροφοριών τις οποίες είχε επιτύχει. Ο Κυβερνήτης του Παπανικολή αποφάσισε να το πυρπολήσει. Το εύφλεκτο από ξηρό χόρτο νομής φορτίο του προσφερόταν άριστα γι’ αυτόν το σκοπό και, μόλις τέθηκε το πυρ, μεγάλες φλόγες φώτισαν το σκοτεινό πέλαγος.
Προφανής σκοπός, τώρα, του Κυβερνήτη του Παπανικολή ήταν η στενή επιτήρηση και περιπολία μπροστά από την είσοδο του κόλπου της Αυλώνας, όπου κατευθύνονταν οι ιταλικές νηοπομπές.
Πράγματι, στις 10.40 της 22ας Δεκεμβρίου 1940, κατά τον εν καταδύσει πλου του, ο Παπανικολής διέκρινε με περισκοπική παρατήρηση δύο φορτηγά συνοδευόμενα από αντιτορπιλικά, τα οποία απέπλεαν από την Αυλώνα. Αμέσως κινήθηκε εναντίον τους για επίθεση, αλλά η απόσταση ήταν μεγάλη και δεν μπόρεσε να πραγματοποιήσει βολή τορπιλών. Ακολούθησε σφοδρή κακοκαιρία, η οποία κατέστησε δύσκολο τον πλου εν επιφανεία για τη φόρτιση των συσσωρευτών του και, επίσης, δυσχερή την περισκοπική παρατήρηση το πρωί της επόμενης. Υπό αυτές τις συνθήκες κακοκαιρίας, την επόμενη 23 Δεκεμβρίου και ώρα 13.53 τα υδρόφωνά του ανέφεραν πάλι στόχο προς την έξοδο του όρμου της Αυλώνας.


Η περισκοπική παρατήρηση απέδειξε για δεύτερη φορά δύο φορτηγά συνοδευόμενα από αντιτορπιλικά. Τότε ο Παπανικολής κινήθηκε και πάλι προς επίθεση εναντίον του προπλέοντος αντιτορπιλικού. Επειδή, όμως, αντιλήφθηκε αμέσως την παρουσία και άλλων δύο πολεμικών, από τα οποία το ένα ήταν καταδρομικό τύπου «Zara», αναγκάσθηκε να λάβει βάθος, σκοπεύοντας να περιορισθεί σε επίθεση μέσω των υδροφώνων. Αλλά ούτε αυτή δεν ευτύχησε να πραγματοποιήσει τελικά, γιατί τα υδρόφωνά του δεν παρείχαν στοιχεία, πιθανώς λόγω της μεγάλης απόστασης στην οποία βρίσκονταν οι στόχοι.
Πιο τυχερός στάθηκε στις 24 Δεκεμβρίου. Συνεχίζοντας με ανεξάντλητη εμμονή την περιπολία του, στις 11.45 της ημέρας εκείνης αντιλαμβάνεται με τα υδρόφωνά του στόχο. Άμεση περισκοπική παρατήρηση του φανερώνει τους οδηγούς τριών στηλών νηοπομπής, την οποία αποτελούσαν πολλά πλοία. Κατά της νηοπομπής αυτής, η οποία συγκροτούνταν από 12 μεγάλα εμπορικά πλοία και τουλάχιστον 6 αντιτορπιλικά και την οποία προστάτευε πλήθος αεροσκαφών (15-20), που χαρακτηρίστηκαν από τον Κυβερνήτη ως βομβαρδιστικά και αναγνωριστικά, ο Παπανικολής επιτίθεται αποφασιστικά. Στις 12.24 βάλλει εναντίον της δέσμη 4 τορπιλών. Αμέσως μετά το πέρας της επίθεσης, ο Παπανικολής κράτησε και τους δύο κινητήρες του, αλλά 6 λεπτά μετά την επίθεση υφίσταται αθρόα βολή βομβών βάθους εναντίον του. Ευτυχώς, όλες εκρήγνυνται σε αποστάσεις ολοένα μεγαλύτερες και δεν επιφέρουν ζημιά στο υποβρύχιο. Ο Κυβερνήτης του Παπανικολή με αδάμαστη υπομονή και επιμονή παρακολουθεί εύκολα με τα ακουστικά μηχανήματα τις κινήσεις των διωκτών του για πολλές ώρες και κάνει ανάλογους χειρισμούς για την αποφυγή της σκληρής δίωξης. Τέλος, στις 21.26, εννέα ολόκληρες ώρες μετά την επίθεσή του, αντιλαμβάνεται ότι διέφυγε από τους διώκτες του, ότι εξέλιπε ο κίνδυνος και αναδύεται, για να φορτίσει τις μπαταρίες του και να ανανεώσει τον αέρα του υποβρυχίου.
Στις 15.30 της 25ης Δεκεμβρίου, ενώ βρισκόταν εν καταδύσει δυτικά της Κέρκυρας πλέοντας προς Νότο, δέχτηκε επιθέσεις εχθρικών αεροσκαφών, τα οποία έβαλαν εναντίον του αριθμό βομβών χωρίς αποτέλεσμα. Η αεροπορική αυτή επίθεση αποδείκνυε ότι το υποβρύχιο εξακολουθούσε να παρακολουθείται επίμονα και ο Κυβερνήτης του αποφάσισε να συνεχίσει τον πλου του προς το Ναύσταθμο Σαλαμίνας όπου έφτασε στις 08.15 της 27ης Δεκεμβρίου 1940.
Από καταθέσεις ιταλών αιχμαλώτων συλληφθέντων στην Αλβανία που διασταυρώθηκαν, διαπιστώθηκε ότι στις 24 Δεκεμβρίου 1940 βυθίσθηκε από τορπίλη έξω από την Αυλώνα ιταλικό ατμόπλοιο χωρητικότητας 6.000-7.000 τόνων, που μετέφερε στρατό και ειδικότερα το 3ο Τάγμα του 8ου Συντάγματος Πεζικού με όλα του τα εφόδια. Με βάση τις ιταλικές πηγές, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας, συνάγεται ότι από την επίθεση του Παπανικολή εβλήθη και βυθίστηκε το ατμόπλοιο Firenze, εκτοπίσματος 3.952 τόνων.
Η επιτυχία του Παπανικολή χαιρετήθηκε με δίκαιη υπερηφάνεια και ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, ατενίζοντας πάντα με ιδιαίτερη αγάπη και εμπιστοσύνη στο Ναυτικό του, υποδέχθηκε τα αναγγελθέντα αποτελέσματα με ρίγος εθνικού ενθουσιασμού.
Ήταν η πρώτη μεγάλη εντυπωσιακή επιτυχία κατά τον πόλεμο του Πολεμικού Ναυτικού, το οποίο εντούτοις από την αρχή της ιταλικής επίθεσης εξακολουθούσε ακάματο και καρτερικό την τόσο αποτελεσματική, αλλά σιωπηλή, δράση του.

Υποβρύχιο Παπανικολής (Υ-2). ΦΩΤΟ:hellasarmy.gr

Για τη δεύτερη πολεμική περιπολία του απέπλευσε από το Ναύσταθμο Σαλαμίνας στις 16.00 της Κυριακής 22 Δεκεμβρίου 1940, με κατεύθυνση προς την Αδριατική, το υποβρύχιο Κατσώνης (Υ-1), με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Αθανάσιο Σπανίδη ΒΝ. Έβρεχε, το σκοτάδι ήταν βαθύ και η ορατότητα ελάχιστη. Ο πλους ήταν δύσκολος, εντούτοις, το πρωί της 23ης Δεκεμβρίου, ο Κατσώνης εξερχόταν στο Ιόνιο και έπλεε προς Βορρά. Ο τομέας περιπολίας του ήταν έξω από τις βόρειες εχθρικές αλβανικές ακτές.
Στην περιοχή αυτή έφτασε τη νύχτα της 24ης Δεκεμβρίου 1940, έπειτα από κουραστικό πλου, υπό λίαν δυσμενείς καιρικές συνθήκες, ελάχιστη ορατότητα και σφοδρότατη τρικυμία.
Η ίδια κατάσταση του καιρού εξακολούθησε και την πρώτη ημέρα της περιπολίας του, ανήμερα Χριστούγεννα του 1940, κατά την οποία κάποιο σύρμα, πιθανότατα αγκυροβολημένης νάρκης, σύρθηκε στην αριστερή πλευρά του υποβρυχίου, που έπλεε εν καταδύσει.
Το πρωί της 26ης Δεκεμβρίου 1940 περιπολούσε έξω από τον κόλπο του Δρίνου, βόρεια του Αγίου Ιωάννη της Μέδουας με την προσδοκία συνάντησης εχθρού, παραπλέοντας τις ακτές εκείνες.
Πράγματι, στις 14.46 εντόπισε εμπορικό σκάφος που βγήκε από τον κόλπο, αλλά σε μεγάλη απόσταση, που εκτιμήθηκε σε περισσότερο από 10.000 μέτρα. Ο Κατσώνης κινήθηκε αμέσως για επίθεση και έσπευσε ολοταχώς προς τον εχθρό. Στις 15.48 και σε απόσταση από το στόχο 3.000 μέτρα, ο Κυβερνήτης διέταξε βολή τριών τορπιλών. Στις 16.05, με περισκοπική παρατήρηση, έγινε αντιληπτό ότι ο στόχος δεν είχε βληθεί και συνέχισε να κινείται κοντά στις γιουγκοσλαβικές ακτές τόσο, ώστε να αποκλείεται στον Κυβερνήτη του υποβρυχίου η συνέχιση της επίθεσης με πολυβόλο εντός των σερβικών χωρικών υδάτων.
Την Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 1940, το υποβρύχιο, αναστρέφει προς Νότο για να εγκαταστήσει περιπολία μεταξύ Μπρίντιζι και Δυρραχίου. Το υποβρύχιο συνέχισε τον πλου προς το Μπρίντιζι υπό σφοδρότατη και επακμάζουσα κακοκαιρία, τη γνωστή «μπόρα» της Αδριατικής. Όλη την ημέρα, μέχρι το βράδυ της 28ηςΔεκεμβρίου 1940, κάθε προσπάθεια για παρατήρηση σε περισκοπικό βάθος απέτυχε λόγω της σφοδρής κακοκαιρίας. Τότε, το υποβρύχιο, αναγκάσθηκε να αναστρέψει προς Βορρά, για να μπορέσει να συνεχίσει την περιπολία του με ευνοϊκότερη κατάσταση της θάλασσας έξω από τους κόλπους του Δρίνου και Δυρραχίου.
Η ακάματη όμως επιμονή του Κυβερνήτη να περιπολεί κοντά στις ακτές έφερε το πολυπόθητο αποτέλεσμα και η τύχη χαμογέλασε στο Κατσώνη. Στις 08.20 της 31ης Δεκεμβρίου 1940 εντόπισε με το περισκόπιο, παρά την κακή ορατότητα λόγω ομίχλης, ιταλικό πετρελαιοφόρο 600 τόνων, κοντά στις ακτές. Το υποβρύχιο κινήθηκε αμέσως εναντίον του και λίγο μετά έβαλε κατά του στόχου, από απόσταση περίπου 500 μέτρων, δύο τορπίλες που αν και διασταύρωσαν το στόχο δεν τον πέτυχαν, πιθανώς λόγω του μικρού του βυθίσματος. Μολονότι ο εχθρός ήταν εξοπλισμένος με δύο πυροβόλα, ο Κυβερνήτης διατάσσει εξόρμηση με το πυροβόλο, αναδύθηκε στα 500 μέτρα από το στόχο και άρχισε να του ρίχνει με τα πυροβόλα του. Έντρομοι οι επιβαίνοντες στο πετρελαιοφόρο, με την πρώτη βολή του υποβρυχίου, άρχισαν να εγκαταλείπουν το πλοίο και ρίχνονται στη θάλασσα, ενώ ο Κατσώνης έβαλλε συνεχώς εναντίον του. Από τις εκρήξεις των οβίδων προκλήθηκε πυρκαγιά με πελώριες φλόγες και, τελικά το ιταλικό πλοίο φλεγόμενο και ακυβέρνητο παρασύρεται από τα κύματα και τελικά βυθίζεται κοντά στις ακτές. Αργότερα, από πολλές πηγές, έγινε γνωστό ότι το βυθισθέν πετρελαιοφόρο ήταν το ιταλικό Quinto, χωρητικότητας 531 τόνων.
Το υπόλοιπο της περιπολίας του Κατσώνης, μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1941 τελείωσε χωρίς τίποτα το αξιόλογο και στις 09.30 του Σαββάτου της 4ης Ιανουαρίου 1941 επέστρεψε στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας.
Το απόγευμα της 26ης Δεκεμβρίου 1940 το υποβρύχιο Πρωτεύς (Υ-3), με Κυβερνήτη τον Πλωτάρχη Μιχαήλ Χατζηκωνσταντή Β.Ν., απέπλευσε από το Ναύσταθμο Σαλαμίνας για την τελευταία του μοιραία πολεμική περιπολία στην Αδριατική, από την οποία δεν ήταν πεπρωμένο να επιστρέψει.
Έπλευσε ομαλά προς την διώρυγα της Κορίνθου και από εκεί, μέσω των Κορινθιακού και Πατραϊκού κόλπου, εξήλθε στο Ιόνιο, για να εγκαταστήσει πολεμική περιπολία στο στενό του Οτράντο και ειδικότερα στη περιοχή μπροστά από τον κόλπο της Αυλώνας. Από τότε, όμως, κανένα σήμα δεν ελήφθη από τον Πρωτέα και ήταν φυσικό οι ανησυχίες για την τύχη του να αυξάνουν ημέρα με την ημέρα. Έπρεπε να επιστρέψει από την περιπολία του στις 8 Ιανουαρίου 1941, αλλά η σιγή εξακολουθούσε και οι συχνές κλήσεις με ασύρματο προς τον Πρωτέα δεν έπαιρναν απάντηση. Τελικά, στις 10 Ιανουαρίου έριχνε μακάβριο φως στην αγωνιώδη προσμονή η παρακάτω είδηση, την οποία μετέδωσε ιταλικός ραδιοφωνικός σταθμός:
«Στις 29 Δεκεμβρίου κατά τις 10.00, τορπιλοβόλο μας με Κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Νικολό Νικολίνι, το οποίο συνόδευε νηοπομπή, αντιλήφθηκε ίχνη τορπιλών και πλώρη υποβρυχίου να ξεπροβάλλει για μια στιγμή σε απόσταση 3 μιλίων. Το τορπιλοβόλο αύξησε ταχύτητα και κατευθύνθηκε προς το μέρος που είχε γίνει ορατό το υποβρύχιο, ενώ ο Κυβερνήτης διέταξε ετοιμασία για βολή 4 βομβών βυθού, τις οποίες ρύθμισε στο μεγαλύτερο δυνατό βάθος. Όταν ετοιμαζόταν για άφεση των βομβών, αναδύθηκε ξαφνικά μπροστά από το τορπιλοβόλο το υποβρύχιο, του οποίου έγινε ορατό τμήμα από την πλώρη μέχρι τον πυργίσκο. Ακολούθησε εμβολισμός του υποβρυχίου από την πλώρη μέχρι τον πυργίσκο.
Η σύγκρουση υπήρξε βιαιότατη και το τορπιλοβόλο υπέστη μερικές ζημιές. Αμέσως μετά τον εμβολισμό βλήθηκαν οι 4 βόμβες. Μετά από λίγο, αναδύθηκε στιγμιαία το υποβρύχιο έχοντας μεγάλη εγκάρσια κλίση. Το τορπιλοβόλο κατευθύνθηκε πάλι προς το σημείο αυτό και βλήθηκαν και άλλες 7 βόμβες. Στη θάλασσα εμφανίστηκαν φυσαλίδες, κηλίδες ελαίου και συντρίμμια. Καθαιρέθηκε λέμβος για την ανέλκυση τυχόν ναυαγών, αλλά δεν βρέθηκε κανένας και περισυλλέγησαν μόνο κάποια συντρίμμια».

Φαινόταν, δυστυχώς, σίγουρο, ότι επρόκειτο για τον Πρωτέα, γιατί εν τω μεταξύ, ήδη από τις 10 το πρωί της 29ης Δεκεμβρίου, το ελληνικό ατμόπλοιο Ιωνία είχε γνωστοποιήσει προς το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού (Γ.Ε.Ν.), ότι είχε λάβει σήμα κινδύνου S.O.S. και, στη συνέχεια, σήμα κινδύνου από επίθεση υποβρυχίου S.S.S., προερχόμενα και τα δύο από το ιταλικό ατμόπλοιο Sardegna, εκτοπίσματος 11.452 τόνων, σε θέση 40ο 31΄Β και 19ο 20΄Α, δηλαδή στην είσοδο του κόλπου της Αυλώνας και σε απόσταση 11 μιλίων δυτικά του φάρου της νήσου Σάσσωνα.
Αφενός, από τον συνδυασμό των σημάτων κινδύνου της Sardegna, του στίγματος το οποίο έδινε, που ήταν στην περιοχή του Πρωτέως, καθώς και του ιταλικού ανακοινωθέντος και, αφετέρου, από την έλλειψη οποιασδήποτε είδησης εκ μέρους του Ελληνικού υποβρυχίου, ο Ανώτερος Διοικητής Υποβρυχίων (ΑΔΥ) έβγαλε το θλιβερό συμπέρασμα το οποίο και ανέφερε στον Αρχηγό Στόλου και το Γ.Ε.Ν., ότι ο Πρωτεύς, αφού βύθισε με τις τορπίλες του το ιταλικό μεταγωγικό Sardegna, βυθίστηκε με εμβολισμό και βόμβες βυθού από το ιταλικό τορπιλοβόλο Antares που συνόδευε το μεταγωγικό και, συμπαρέσυρε στον υγρό τάφο ολόκληρο το πλήρωμα. Κανένας δεν επέζησε...

Έπειτα από αυτή την αναφορά, το Γ.Ε.Ν. πρότεινε επιθανάτιες τιμές και διακρίσεις αντάξιες με το κατόρθωμα και τη θυσία για τον Κυβερνήτη, τους Αξιωματικούς και το πλήρωμα του απολεσθέντος στην εκτέλεση του καθήκοντος ηρωικού υποβρυχίου.
Κατόπιν τούτου, όλοι οι επιβαίνοντες στον Πρωτέα, διά Βασιλικού Διατάγματος από 19-1-1941, προήχθησαν επ΄ ανδραγαθία στον επόμενο βαθμό και τους απονεμήθηκαν οι προβλεπόμενες ηθικές αμοιβές: Σχετικά με τις συνθήκες τις οποίες το ιταλικό τορπιλοβόλο πέτυχε την καταστροφή του Πρωτέως, ο τότε Αρχηγός Γ.Ε.Ν., Υποναύαρχος Αλέξανδρος Σακελλαρίου Β.Ν. σημειώνει ότι, η ορμητικότητα και η αυτοπεποίθηση, χάρις στην αρίστη επαγγελματική του κατάρτιση και το υψηλό επίπεδο επιχειρησιακής εκπαίδευσης του πλοίου του, παρέσυραν τον Κυβερνήτη, να εκσφενδονίσει τις τορπίλες του σε μικρή απόσταση από τον στόχο, για να έχει τις περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας (όπως και έγινε), και από περισκοπικό βάθος, για να έχει τα καλύτερα δυνατά στοιχεία του στόχου και για να μπορεί να συνεχίσει την επίθεσή του και σε άλλους στόχους. Διότι είναι σίγουρο ότι είχε οπτική επαφή, με το περισκόπιο, και των τριών μεγάλων ιταλικών ατμόπλοιων της νηοπομπής.
Θεωρείται δε, σίγουρο, ότι ο Κυβερνήτης πρέπει να έβαλε τρεις ή τέσσερεις τορπίλες (οι τρεις έγιναν ορατές από το ιταλικό τορπιλοβόλο) εναντίον του στόχου. Η βολή μεγάλου αριθμού τορπιλών, σε συνδυασμό με την βολή από περισκοπικό βάθος, ήταν οι λόγοι που ανάγκασαν το υποβρύχιο να «χάσει» βάθος, να ανέβει προς στιγμή το πρωραίο τμήμα του στην επιφάνεια και να γίνει αντιληπτό και να εμβολιστεί από το ιταλικό τορπιλοβόλο. Αυτό οφείλεται στην αδυναμία «αφανούς βολής τορπιλών», που είχαν τα υποβρύχια εκείνα, δηλαδή δεν υπήρχε αυτόματο σύστημα ταχείας αναπλήρωσης (αντιστάθμισης) με θαλασσινό νερό του βάρους των τορπιλών που εκτοξεύονταν, με αποτέλεσμα να ελαττώνεται αισθητά το βάρος του υποβρυχίου και να «χάνει» βάθος.
Από τις πληροφορίες που συλλέχθηκαν μετά το πέρας του πολέμου, συνάγεται ασφαλώς ότι ο Πρωτεύς βύθισε το ατμόπλοιο Sardegna, 11.452 τόνων.
Μία ακόμη επιβεβαίωση γι΄ αυτό, αποτελεί η επιστολή του Ιταλού Ναυτικού Ακολούθου στην Άγκυρα, από 2 Ιανουαρίου 1948, προς τον Έλληνα συνάδελφό του, Αντιπλοίαρχο Ηλία Βερροιόπουλο Β.Ν. Σε αυτή, αναφέρεται ρητά ότι: «Στις 29-12-40 εχθρικό υποβρύχιο έβαλε τρεις τορπίλες εναντίον δικής μας (ιταλικής) νηοπομπής, που βρισκόταν σε απόσταση 40 περίπου μιλίων ανατολικά του Μπρίντιζι. Το ατμόπλοιο Sardegna βυθίστηκε, βληθέν από δύο τορπίλες. Το εχθρικό υποβρύχιο υπέστη εμβολισμό και στη συνέχεια βυθίστηκε από το τορπιλοβόλο Antares, το οποίο συνόδευε την νηοπομπή. Τα συνοδά πλοία διέσωσαν όλο σχεδόν το προσωπικό που επέβαινε στη Sardegna [1]. Η νηοπομπή αποτελείτο από τα ατμόπλοια Sardegna, Italia και Piemonte».
Σύντομη, αλλά ηρωική, υπήρξε η τελευταία περιπολία του Πρωτέως. Ο Κυβερνήτης του, Πλωτάρχης Μιχαήλ Χατζηκωνσταντής Β.Ν., εθεωρείτο από τους ικανότερους Κυβερνήτες υποβρυχίων. Είχε συντάξει το εγχειρίδιο των υποβρυχίων, απαύγασμα δεκαετούς πείρας, είχε εξασκήσει άριστα το Επιτελείο και το πλήρωμά του και ήταν ακόμη επίμονος, φιλότιμος και διψούσε για δόξα. Ο ηρωικός του θάνατος και η καταστροφή του εκλεκτού υποβρυχίου του, αποτέλεσαν μεγάλη απώλεια. Όμως, η επιτυχής επίθεση του Πρωτέως, σε συνδυασμό με την αίγλη της υπέρτατης θυσίας του, συνεχίζει τη λαμπρή θαλασσινή και πολεμική παράδοση του Έθνους, και προσθέτει μία επιπλέον ένδοξη σελίδα στην Ελληνική Ναυτική Ιστορία [2].
http://perialos.blogspot.gr/2012/12/1940.html
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Πίσω από το “σχεδόν» του Ιταλού Αξιωματικού κρύβεται μεγάλος αριθμός απολεσθέντων επίλεκτων στρατιωτών της Μεραρχίας των «Λύκων της Τοσκάνης», που μεταφέρονταν από τα τρία ατμόπλοια στην Αλβανία.

[2] Λεπτομέρειες για την δράση των τριών υποβρυχίων αναφέρονται στον Πρώτο Τόμο της δίτομης έκδοσης του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος, ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΥΠΟΒΡΥΧΙΑ, των Αντιναυάρχων ΠΝ ε.α. Τιμόθεου Γ. Μασούρα και Θωμά Π. Κατωπόδη, έκδοση ΝΜΕ, Πειραιάς 2010, (Έπαινος Ακαδημίας Αθηνών).
 
 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...