ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2012

ΝΗΕΣ ΜΕΛΑΙΝΑΙ


Πλοία και ναυπηγική στο Αιγαίο
της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου.
Α΄ ΜΕΡΟΣ

Περί Αλός

ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΝΑΚΑΣ
Αρχαιολόγος
ΜΑ in Maritime Archaeology

 
Ανακοίνωση στο συνέδριο THE “DARK AGES” REVISITED,
International Conference in Memory of William D. E. Coulson
Department of History, Archaeology and Social Anthropology
University of Thessaly, Volos, Greece 14-17 June 2007.
Αναρτάται  στο Περί Αλός με την έγκριση του Αρχαιολόγου Γ. Νάκα.

 
ΕΙΚΟΝΑ 11. 5
Παράσταση μακρού πλοίου
σε θραύσμα κρατήρα από
τον Κύνο, 12ος αι
(Wachsmann 1998, fig. 7.8A)

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Οι συγγενείς τέχνες της ναυσιπλοΐας και της ναυπηγικής υπήρξαν ένας από τους μάλλον παραμελημένους τομείς της αρχαιολογίας της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου στο Αιγαίο, κυρίως λόγω της έλλειψης επαρκών αρχαιολογικών δεδομένων. Μια έλλειψη η οποία οδήγησε παλαιότερους αλλά και νεότερους μελετητές στο συμπέρασμα ότι οι λεγόμενοι «Σκοτεινοί Αιώνες» ήταν αιώνες πλήρους οπισθοδρόμησης, παρακμής ή ακόμα και εξαφάνισης της ναυσιπλοΐας και του εμπορίου στην περιοχή (Schweitzer 1971, 10-11. Bengtson 1991, 56. Tandy 1997, 59). Η προσεκτική, ωστόσο, μελέτη των παλαιών και νέων αρχαιολογικών δε-δομένων αποκαλύπτει ένα σημαντικό σύνολο μαρτυριών που αφορούν στα πλοία αυτής της εποχής. Σκοπός αυτής της ανακοίνωσης θα είναι η παρουσίαση και η μελέτη αυτών των μαρτυριών αναφορικά με τη ναυπηγική, τη ναυσιπλοΐα, τον πόλεμο στη θάλασσα και το εμπόριο, καλύπτοντας τους αιώνες από την Υπομυκηναϊκή έως τη Μέση Γεωμετρική ΙΙ περίοδο (1100-800 π.Χ.). Η παρουσίαση αποτελεί τμήμα διδακτορικής διατριβής που αφορά στη ναυσιπλοΐα και το εμπόριο των «Σκοτεινών Αιώνων» και εκπονείται, υπό την επίβλεψη του Αναπληρωτή Καθηγητή Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κυρίου Γιάννου Λώλου[1].


ΕΙΚΟΝΑ 1. Απεικόνιση δύο εμπορικών πλοίων της Πρωτογεωμετρικής
περιόδου σε κρατήρα από την Κνωσό (Basch 1987, 159, fig. 320).


 
 
1. Κατάλογος μαρτυριών
1.1. Εικονογραφία (Αιγαίο)
Η μόνη πρωτογενής πηγή για τη μορφή των πλοίων των «Σκοτεινών Αιώνων» είναι η εικονογραφία. Αυτή περιλαμβάνει τις ακόλουθες εννέα παραστάσεις και ομοιώματα από το χώρο του Αιγαίου (για την ορολογία των με-ρών των αρχαίων πλοίων βλ. Marinatos 1933,170-235. Gray 1974, 152-157. Basch 1987, 155-156. Κορρές 1989, 189-190. Mark 2005):


1. Απεικόνιση δύο εμπορικών πλοίων σε ΠΡΓ κρατήρα από την Κνωσό. Παρότι αρκετά αφαιρετική, η παράσταση αποδίδει μερικά σημαντικά χαρακτηριστικά των εικονιζόμενων σκαφών, την κυρτή τρόπιδα, τα συμμετρικά άκρα με τα κυρτά ακροστόλια και τις υπερκατασκευές (ικρία), καθώς και το κουπί πηδάλιο της πρύμνης (εικ.1: Kirk 1949, 118-119, fig. 6. Gray 1974, 57, abb. 16g. Basch  1987, 159, fig. 320. Wachsmann 1998, fig. 8.49A).


2. Πήλινο ΥΠΓ γραπτό ομοίωμα πλοιαρίου από τη Φορτέτσα, Κρήτη. Το μικρό και απλοϊκά κατασκευασμένο ομοίωμα αποδίδει με πιστότητα το σκελετό ενός ξύλινου πλοίου με την τρόπιδα, τους νομείς και άλλα εσωτερικά ενισχυτικά στοιχεία (εικ. 2: Basch 1987, 159, fig. 321).


ΕΙΚΟΝΑ 2.
Πήλινο γραπτό ομοίωμα
πλοιαρίου της Ύστερης
Πρωτογεωμετρικής
περιόδου από τη
Φορτέτσα, Κρήτη
(Basch 1987, 159, fig. 321).


3. Παράσταση μακρού πλοίου σε αγγείο από την Κρήτη (9ος αι. π.Χ.).
Απεικονίζεται με αρκετή επιμέλεια ένα μακρό (κωπήλατο) πλοίο και καταγράφονται, σχηματικά, τα κύρια χαρακτηριστικά του: το χαμηλό και μακρύ κήτος που απολήγει σε έμβολο στην πλώρη και κάμπτεται σε υψηλό άφλαστο στην πρύμνη, τα πλευρικά ξύλινα κιγκλιδώματα που υψώνονται περισσό-τερο στα δυο άκρα του πλοίου, τη συμπαγή και διακοσμημένη με οριζόντιες απολήξεις υπερκατασκευή της πλώρης, η οποία επιστέφεται από υψηλό κυρτό ακροστόλιο και τον ιστό με τα ξάρτια του (πρότονος και επίτονος) (εικ. 3)[2].


4. Πήλινο ομοίωμα πλοιαρίου από τον Κούκο Χαλκιδικής (Μέση ΠΓ περίοδος). Φτιαγμένο χωρίς ιδιαίτερη επιμέλεια, το άγραφο αυτό ομοίωμα (ίσως παιχνίδι) διασώζει δυο πανομοιότυπα άκρα που αποδίδουν πιθανότατα τις απολήξεις της τρόπιδας (εικ. 4:Carrington-SmithVokotopoulou 1992, 430, εικ. 10).


ΕΙΚΟΝΑ 3. Παράσταση μακρού πλοίου του 9ου αι. π.Χ. σε αγγείο από την Κρήτη.

5. Παράσταση μακρού πλοίου σε θραύσμα κρατήρα από τον Καστανά (αρχαία Αμυδώνα), Μακεδονία (Υστεροελλαδική ΙΙ-ΙΓ-ΠΡΓ περίοδος). Η παράσταση διασώζει τη μορφή ενός μακρού πλοίου με τα πλαϊνά ικρία, τους σκαρμούς και την υψηλή υπερκατασκευή της πλώρης με το στοιχειώδες έμβολο. Το αγγείο είναι κατασκευασμένο από τοπικό πηλό, η ακριβέστερη χρονολόγησή του όμως παραμένει προ-βληματική (εικ. 5: Jung 2001).


6. Παράσταση μακρού πλοίου σε θραύσματα πυξίδας από το Λευκαντί (Νεκροταφείο Τούμπας, Τ.61 - ΥπΠΓ ΙΙΙΑ/ΜΓ Ι περίοδος). Η λεπτομερέστερη απεικόνιση πλοίου της περιόδου: διακρίνεται το χαμηλό κήτος με την οριζόντια προεξοχή-έμβολο, το υψηλό άφλαστο της πρύμνης με τα δόρατα για την υπεράσπιση του πλοίου και το κουπί-πηδάλιο, το κατάρτι με έναν πρότονο και καρχήσιο (συσκευή για την ανύψωση του ιστίου), οι σκαρμοί και η υψηλή πλώρη με το ακροστόλιο (εικ.6: Popham 1987. Calligas 1990, 77-78,  fig.1. PophamLemos 1996, pls. 107, 126.Wedde 1996, 581, fig. 4A).


7. Παράσταση μακρού πλοίου σε θραύσμα κρατήρα από το Λευκαντί (Νεκροταφείο Σκουμπρή - ΥπΠΓ ΙΙΙΑ/ΜΓ Ι περίοδος). Λιγότερο λεπτομερής από την προηγούμενη, η παράσταση απεικονίζει επίσης ένα μακρό πλοίο με «έμβολο», υψηλή πλώρη και πλευρικά ικρία (εικ. 7: Popham κ.ά.1980, 267, pls. 274:918, 284:11. Calligas1990, 78, fig. 2).


8. Πήλινο ομοίωμα από το Λευκαντί (Ξερόπολις, Area R - ΠΡΓ περίοδος). Από τη μοναδική φωτογραφία του ομοιώματος που έχει μέχρι στιγμής δημοσιευτεί, μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι αυτό αποδίδει ένα σχετικά μακρόστενο πλοίο με του-λάχιστον τρεις ζυγούς ή πάγκους κωπηλασίας (εικ. 8: Lemos 2006-2007, 39-40, fig.47).


9. Παράσταση πλοίου σε κρατήρα από θαλαμοειδή τάφο στο Dirmil της Αλικαρνασσού (Τουρκία) (ΠΡΓ περίοδος). Η ιδιαίτερα αφαιρετική αυτή παράσταση απεικονίζει πιθανότατα μακρό πλοίο με άφλαστο και υπερυψωμένη πλώρη. Το έμβολο μόλις που διακρίνεται στο ένα άκρο του σκάφους (εικ. 9 :Bass 1963, pl. 83, fig. 15. Boysal 1969, 31-32. Gray 1974, 57, abb.16b. Özgünel 1979, 69-71. van Doorninck 1982, figs. 2, 3, 4 (A). Basch 1987, fig. 400.Wachsmann 1998, fig. 8.49B).


ΕΙΚΟΝΑ 4. Πήλινο ομοίωμα πλοιαρίου της Μέσης Πρωτογεωμετρικής
περιόδου από τον Κούκο Χαλκιδικής (σχέδιο του γράφοντα βασισμένο
στη δημοσίευση των Carrington- Smith – Vokotopoulou 1992, 430, εικ. 10).
ΕΙΚΟΝΑ 5. Παράσταση μακρού πλοίου σε θραύσμα κρατήρα από τον
Καστανά (αρχαία Αμυδώνα), Μακεδονία (Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ-
Πρωτογεωμετρική περίοδος. Jung 2001).
 
1.2. Εικονογραφία (υπόλοιπη Μεσόγειος)
Η «εικονογραφική πενία» όσον αφορά στα πλοία του Αιγαίου των «Σκοτεινών Αιώνων» μοιάζει να κυριαρχεί και στην υπόλοιπη Μεσόγειο την ίδια εποχή, ακόμα και σε περιοχές με μεγάλη παράδοση στη ναυτική εικονογραφία.

Στην Κύπρο ένα σύνολο από ρητά σε σχήμα μακρού πλοίου προέρχεται από τη Λάπιθο και χρονολογείται στην Υστεροκυπριακή ΙΙΙ περίοδο (1150-1050 π.Χ.). Στο σύνολο διακρίνονται καθαρά τα χαρακτηριστικά του προγενέστερου τύπου του μακρού Μυκηναϊκού πλοίου: το μακρύ χαμηλό σκαρί, το κυρτό Άφλαστο της πρύμνης, το έμβολο και τα ικρία της πλώρης (Basch 1987, 149, figs. 313-316. Wachsmann1996, 542, fig. 28. 1998, fig. 8.47).

Στη Συρία μια μοναδική παράσταση πλοίου προέρχεται από τη Hama και χρονολογείται στην περίοδο 1200-1075 π.Χ. Έχει μορφή πα-ρόμοια με τα σύγχρονά του μακρά πλοία του Αιγαίου και της Κύπρου, για αυτό το λόγο διά-φοροι μελετητές, όπως ο L. Basch το σχετίζουν με τους περίφημους Λαούς της Θάλασσας (Riis1948, pl. 12C, no G VIII, 551. Basch 1987, fig.851. Wachsmann 1998, 175-176).

Στην Ιταλία μια σειρά πήλινων και μεταλλικών ομοιωμάτων του πολιτισμού της Villanova χρονολογείται στης Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Αυτά δεν παρουσιάζουν κοινά στοιχεία με τα πλοία της Ανατολικής Μεσογείου, εκτός ίσως από τη ζωόμορφη πλώρη (Bouzek 1985,178. Wachsmann 1996, 540. Stampolidis 2003,465-466). Θεωρείται ότι δεν απεικονίζουν ποντοπόρα πλοία, αλλά σκάφη των ποταμών και των λιμνών της Κεντρικής Ιταλίας (Basch 1987,399-404, fgs. 840-847. Bonino 1995). Και εδώ έχουν αναζητηθεί συνδέσεις μεταξύ των πλοίων αυτών και των πλοίων των περίφημων Λαών της Θάλασσας (Basch 1987, 403-404).


ΕΙΚΟΝΑ 6. Παράσταση μακρού πλοίου της Υποπρωτογεωμετρικής
ΙΙΙΑ/Μέσης Γεωμετρικής Ι περιόδου σε θραύσματα πυξίδας από το Λευκαντί
(Popham – Lemos 1996, pls. 107, 126).

ΕΙΚΟΝΑ 7. Παράσταση μακρού πλοίου της Υποπρωτογεωμετρικής
ΙΙΙΑ/Μέσης Γεωμετρικής Ι περιόδου σε θραύσμα κρατήρα από το
Λευκαντί (Popham et al. 1979-1980, 267, pl. 274, 918).

1.3. Τα Ομηρικά Έπη
Τα Ομηρικά Έπη περιέχουν μια πληθώρα αναφορών σε πλοία (Gray 1974. McGrail1996. Porozhahov 1996. Mark 2005). Η αδυναμία όμως ασφαλούς ταύτισης των αναφορών αυτών με μια συγκεκριμένη χρονική περί-οδο από τη Μυκηναϊκή εποχή μέχρι τον 8ο αι. π.Χ., με άλλα λόγια η απλή διαπίστωση ότι τα Έπη είναι καθαρά ποιητικά και όχι ιστορικά κείμενα, καθιστά τα έργα αυτά ιδιαίτερα αναξιόπιστα ως πηγή ασφαλών πληροφοριών για τα πλοία των «Σκοτεινών Αιώνων» (Adkins 1971,1. Snodgrass 1974, 123. Coldstream 1977, 18). Δεν μπορούμε, ωστόσο, να τα αγνοήσουμε εντελώς (Whitley 1991, 38-39. Morris – Powell1997, 558-559. Μαζαράκης Αινιάν 2000, 223-224). Αναφορικά με τη ναυπηγική μπορεί κα-νείς να αντιμετωπίσει τα Έπη ως μια καταγραφή κατασκευαστικών παραδόσεων και γνώσεων που επιβιώνουν στο Αιγαίο καθ’ όλη τη διάρκεια των «Σκοτεινών Αιώνων» και έπειτα και που συχνά επιβεβαιώνονται μέσα από τα αρχαιολογικά ευρήματα.

Το μεγαλύτερο μέρος των αναφορών σε πλοία στα Ομηρικά Έπη ανήκει σε τυποποιημένες ποιητικές φόρμουλες (Gray 1974, 93. Mark 2005, 97-137, 250-255). Τα πλοία (νῆες) συνοδεύονται από μια πληθώρα επιθέτων. Χαρακτηρίζονται γοργά (ὠκύποροι, θόες), ποντοπόρα, όμορφα (περικαλλέα), κοίλα, συμμετρικά (ἀμφιέλισσαι), πελώρια (μεγακὴτεϊ ), με είκοσι έως πενήντα δύο κωπηλάτες-πολεμιστές, πληροφορίες που από μόνες τους ελάχιστα στοιχεία προσφέρουν για τη ναυπηγική τέχνη αυτή καθαυτή και θα μπορούσαν να περιγράφουν σχεδόν οποιοδήποτε κωπήλατο πλοίο της αρ-χαιότητας στο Μεσόγειο. Άλλες αναφορές περιλαμβάνουν την ύπαρξη ενός καταρτιού και πανιού, ικρίων, σκαρμών και πάγκων κωπηλατών. Συνηθισμένη είναι και η αναφορά σε μαύρα, κόκκινα ή γαλάζια πλοία (μέλαιναι, μιλτοπάρῃοι, κυανοπρῳρείους), κάτι που πιθανότατα παραπέμπει στην κάλυψη των σκαριών (κυρίως της πλώρης τους) με πίσσα ή άλλα υλικά και χρώμα για την προστασία του ξύλου από τη φθορά.

Πιο σαφής είναι η αναφορά στα πλοία των Αχαιών στην Τροία των οποίων οι σύνδεσμοι σαπίζουν λόγω της μακρόχρονης παραμονής τους στην παραλία (Ιλ. 2, 135) και κυρίως η εκτενής περιγραφή της κατασκευής του πλοίου του Οδυσσέα στο νησί της Καλυψώς (Οδ .5, 233-260). Εκεί το σκαρί του Οδυσσέα κατασκευάζεται με Γόμφοισιν (ξύλινα καρφιά) και ἀρμονίῃσιν. Η ακριβής μετάφραση του όρου ἀρμονίῃ σιν παραμένει απροσδιόριστη. Άλλοι μελετητές τον αποδίδουν ως ξύλινο σύνδεσμο, θεωρώντας ότι το σκάφος του Οδυσσέα είχε κατασκευαστεί με την κελυφική μέθοδο, γνωστή, όπως θα δούμε, από ναυάγια της Εποχής του Χαλκού και της Ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας (Casson 1964, 61-64. 1971, 217-219), ενώ άλλοι ως σχοίνινο σύνδεσμο, εντάσσοντας το εν λόγω πλοίο στη μακρά παράδοση των «δετών» ή «ραμμένων» πλοίων της Με-σογείου κατά την αρχαιότητα (εικ. 10.2: Mark 2005, 28-69). Η χρήση του επίμαχου όρου στην αρχαία γραμματεία για να περιγράψει σχοινιά και χορδές κάνει πιθανότερη τη δεύτερη ερμηνεία, χωρίς να αποκλείει εντελώς και την πρώτη. Αναφέρονται επίσης και τα βασικά εργαλεία του ναυπηγού: το τσεκούρι, το σκεπάρνι και το τρυπάνι, όχι όμως και το πριόνι. Όσον αφορά στο σχεδιασμό του πλοίου, αυτός φαίνεται να είναι απόλυτα εμπειρικός και η μόνη συσκευή που ο Οδυσσέας εμφανίζεται να χρησιμοποιεί είναι ένα κομμάτι ξύλου και ένα νήμα της στάθμης, με το οποίο καθορίζει την κοιλότητα του σκαριού (τορνόομαι. Βλ. Mark 2005,87, fig. 35). Η απουσία οποιουδήποτε βοηθήματος στο σχεδιασμό ενός πλοίου δε θα πρέπει να μας ξαφνιάζει, καθώς μέχρι τους Μεσαιωνικούς χρόνους ελάχιστα ήταν τα εργαλεία που χρειάζονταν οι εμπειρικοί ναυπηγοί για να κα-τασκευάσουν πλοία κάθε μεγέθους και τύπου.

Ιδιαίτερο βάρος δίνεται, τέλος, στην Οδύσσεια στην τέχνη της ναυσιπλοΐας. Περιγράφονται οι ικανότητες των ναυτικών να πραγματοποιούν με ασφάλεια μεγάλα ταξίδια, ακόμα και στην ανοιχτή θάλασσα (παρά την αδυναμία τους να πλεύσουν κόντρα στον άνεμο),να εντοπίζουν ασφαλή αγκυροβόλια και τοποθεσίες, να πλέουν μέρα και νύχτα με τη βοή-θεια των άστρων, του ήλιου και της σελήνης και χωρίς τη χρήση ναυτικών οργάνων (McGrail1996. Mark 2005, 138-160). Μια μοναδική αναφορά σε λιμενικά έργα γίνεται στην Οδύσσεια, όπου αναφέρονται οι σκεπαστοί νεώσοικοι του λιμανιού των Φαιάκων (Οδ. 6, 264-265). Η καταγραφή της μεγάλης αυτής ναυτικής παράδοσης, παρότι δεν μπορεί να συνδεθεί με ασφάλεια με κάποια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, δείχνει τη σημασία που η γνώση της θάλασσας είχε για τους κατοίκους του Αιγαίου κατά την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου. Επίσης, παρότι η ναυσιπλοΐα δε συμπεριλαμβάνεται στις βασικές ενασχολήσεις των ηρώων-προτύπων της Ομηρικής κοινωνίας, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, απαραίτητη τόσο για το ταξίδι και το εμπόριο όσο και για τον πόλεμο και την πειρατεία (Mark 2005, 145).


ΕΙΚΟΝΑ 8. Πήλινο ομοίωμα της
Πρωτογεωμετρικής περιόδου από
το Λευκαντί (Ξερόπολις, Area
R. Lemos 2006-2007, 39-40, fig. 47).

ΕΙΚΟΝΑ 9. Παράσταση πλοίου
της Πρωτογεωμετρικής περιόδου
σε κρατήρα από θαλαμοειδή τάφο
 στο Dirmil της Αλικαρνασσού
 (Τουρκία) (Basch 1987, fig. 400).

1.4. Ναυάγια
Δεν υπάρχει κάποιο γνωστό ναυάγιο στη Μεσόγειο που να χρονολογείται στους «Σκοτεινούς Αιώνες». Τα κοντινότερα χρονολογικά ευρήματα είναι αυτά του Uluburun (1300 π.Χ. Βλ. Pulak 1999. 2003), της Χελιδονίας Άκρας(1200 π.Χ. Βλ. Bass 1967) και του Ακρωτηρίου των Ιρίων (1200 π.Χ. Βλ. Phelps κ.ά. 1999), του Μοδίου (12 ος αι. π.Χ. Βλ. Αγουρίδης 2004), καθώς και τα Φοινικικά ναυάγια του 8 ου αι. π.Χ. που έχουν εντοπιστεί βόρεια της Χερσονήσου του Σινά σε μεγάλο βάθος (Ballard κ.ά. 2002).Από τα τρία πρώτα τα οποία έχουν μέχρι στιγμής ερευνηθεί, μόνο το ναυάγιο του Uluburun διασώζει ένα ικανό τμήμα του ξύλινου σκαριού του από κέδρο του Λιβάνου που να αποκαλύπτει με σαφήνεια τη μέθοδο κατασκευής του.

Η τελευταία συνίσταται στη πρωταρχική συναρμογή των σανίδων του κελύφους με τη βοήθεια εσωτερικών ξύλινων συνδέσμων και ξύλινων καρφιών, μια τεχνική ευρύτερα γνωστή ως κελυφική ή mortise-and-tenon (εντελώς αντίθετη με την πολύ μεταγενέστερη σκε-λετική μέθοδο, όπου πρώτα στήνεται ο σκελετός του πλοίου)(εικ. 10.1). Η τρόπιδα, οι νομείς και οι μεταλλικοί σύνδεσμοι παίζουν δευτερεύοντα ρόλο στην κατασκευή του πλοίου και ουσιαστικά απλώς ενισχύουν το ήδη ισχυρό κέλυφος (Stefy 1994, 77-78).

Η κελυφική μέθοδος επανεμφανίζεται στη ναυπηγική σε πλοία του 7ου(ναυάγιο του Mazarrón, Ισπανία. Βλ. Negueruela κ.ά. 1995) και του 6oυ αι. π.Χ. (ναυάγια της Place JulesVerne, Μασσαλία. Βλ. Pomey 1995), τελειοποιείται δε κατά τον 5ο - 4ο αι. π.Χ. (ναυάγια του Ma’agan Mikhael και της Κυρήνειας. Βλ. Kahanov 2003, 53-129. Stefy 1994, 42-59). Οι μεγάλες ομοιότητες της κατασκευαστικής τεχνικής των πλοίων της Εποχής του Χαλκού και της Εποχής του Σιδήρου υποδεικνύουν ότι η εν λόγω μέθοδος δε σταμάτησε να χρησιμοποιείται κατά τους «Σκοτεινούς Αιώνες», κάτι για το οποίο, ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμα αρχαιολογικά τεκμήρια. Εξίσου προβληματική, ελλείψει ευρημάτων, παραμένει και η θεωρία, στηριγμένη σχεδόν αποκλειστικά στις αναφορές του Ομήρου, ότι τα δετά πλοία, τα οποία ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένα στη Μεσόγειο από τον 7ο  έως τον 5ο αι. π.Χ. (Mark 2005, 40-46), χρησιμοποιούνταν και κατά της Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου στο Αιγαίο.
http://perialos.blogspot.gr/2012/11/blog-post_9.html
 

Για το Β’ και τελευταίο ΜΕΡΟΣ πιέσατε ΕΔΩ

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1.      Ο γράφων θα ήθελε να ευχαριστήσει θερμά τον Αναπληρωτή Καθηγητή Προϊστορικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων κ. Γιάννο Λώλο για τις υποδείξεις, διορθώσεις και την εν γένει υποστήριξή του στη συγγραφή της παρουσίασης αυτής.

2.      Η παράσταση προέρχεται από ευχετήρια κάρτα της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων και αυτή έγινε γνωστή στο γράφοντα χάρη σε υπόδειξη του καθηγητή κ. Γιάννου Λώλου. Δε στάθηκε, ωστόσο δυνατός ο εντοπισμός της στη βιβλιογραφία από το γράφοντα.

 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...