ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡΟΧΗΣ ΤΗΣ ΝΑΥΤΙΚΗΣ ΙΣΧΥΟΣ


ΜΕΡΟΣ Α’

Περί Αλός

Του Δρ. Ηλία Ηλιόπουλου
Διδάκτωρ (Dr. phil) του Λουδοβικείου-
Μαξιμιλιανείου Πανεπ/μίου Μονάχου

 
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ναυτική Επιθεώρηση»,
τεύχος, 578, σελ. 93, Εκδ. ΥΙΝ/ΓΕΝ, ΣΕΠ-ΝΟΕ 2011.
Αναδημοσίευση στο Περί Αλός με την έγκριση της «Ν.Ε.»

 

Η πρώτη ναυτική νίκη του USS Constitution  κατά του HMS Guerriere
Πίνακας του Anton Otto Fischer.  ΦΩΤΟ: en.wikipedia.org

«Eκείνος που εξουσιάζει τη θάλασσα, εξουσιάζει το εμπόριο, και εκείνος που είναι άρχων του εμπορίου του κόσμου, είναι άρχων του πλούτου του κόσμου».

Έτσι πίστευε ο Sir Walter Raleigh (1552-1618), ένας από τους στενούς συνεργάτες της Βασίλισσας Ελισάβετ Α΄ της Δυναστείας Τυδώρ (1558-1603), το όνομα του οποίου συνδέθηκε με την ανάδειξη της Αγγλίας σε Ναυτική Δύναμη και μάλιστα παγκοσμίου βεληνεκούς, αφού αυτός υπήρξε ο ιδρυτής της πρώτης υπερπόντιας αποικίας του Στέμματος επί αμερικανικού εδάφους, της Virginia (1584) [1].

Πράγματι, από πολύ νωρίς η ισχύς κατά θάλασσαν θεωρήθηκε μία ενδεδειγμένη και ασφαλής οδός προς την απόκτηση εθνικής ισχύος, την ενίσχυση του ρόλου μιας χώρας στον κόσμο ή ακόμα και την απόκτηση μιας ηγεμονικής θέσεως στον ευρύτερο διεθνή / διακρατικό συσχετισμό ισχύος.

Προδήλως, δεν είναι τυχαίο ότι η άφιξη της Εποχής των Νέων Χρόνων συμπίπτει χρονικώς, εν πολλοίς, με τη συνομολόγηση της περίφημης Συνθήκης της Τορδεσίλλης του 1494, βάσει της οποίας οι ωκεανοί της υφηλίου διαιρέθηκαν στα δύο –κατά μήκος μιας διαχωριστικής γραμμής περίπου 370 ναυτικά μίλια δυτικώς των Νήσων Αζορών– μεταξύ των Ναυτικών Δυνάμεων παγκόσμιας εμβέλειας της εποχής, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας (υπό την «ευλογία», βεβαίως, αλλά και την εγγύηση του Πάπα της Ρώμης Αλεξάνδρου Στ΄) [2]. Ακολούθησε, μετά από ένα και πλέον αιώνα, στα 1635, η ενδιαφέρουσα όσο και επιτυχής προσπάθεια νομικής νομιμοποιήσεως της κυριαρχίας των κρατών στην θάλασσα, μέσω του «Mare Clausum» (1635) του John Selden (1584 - 1654) [3].

Την περίοδο εκείνη παρατηρείται και η μετάβαση στην «Εποχή του ιστιοφόρου πολεμικού στόλου», η έναρξη της οποίας τοποθετείται κατά κανόνα περί το 1680, οι απαρχές της όμως ανάγονται σε μία περίπου εικοσαετία νωρίτερα [4]. Η Εποχή του ιστιοφόρου πολεμικού στόλου θα διαρκέσει έως το 1850 περίπου, οπότε και τα ιστιοφόρα θα αντικατασταθούν από τα ατμοκίνητα πλοία. Είναι αυτή η περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας «η ναυτική ισχύς αναδύθηκε ως αποφασιστική δύναμη στον παγκόσμιο στίβο», [5] κατά την παρατήρηση του κορυφαίου συγχρόνου θεράποντα της Ναυτικής Ιστορίας Richard Harding.

Συναφώς, ο κορυφαίος εκπρόσωπος της ναυτικής Ιστορίας, Στρατηγικής και Γεωπολιτικής, ναύαρχος Alfred Thayer Mahan (1840-1914) [6], δικαίως συμπεραίνει: «Κυριαρχία των θαλασσών μέσω ναυτικού εμπορίου και ναυτικής ηγεμονίας σημαίνει ηγεμονική επιρροή στον κόσμο. Και είναι το κυριότερο μεταξύ των κυρίως υλικών στοιχείων της ισχύος και της ευημερίας των εθνών» [7]. Το 1884 ο Mahan έφερε ακόμη τον βαθμό του Αντιπλοιάρχου (ένα χρόνο κατόπιν προήχθη σε Πλοίαρχο) του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού, όταν εκλήθη από τον Πρόεδρο της Ναυτικής Σχολής Πολέμου (Naval War College) των ΗΠΑ, Υποναύαρχο S. B. Luce, να διδάξει στο Newport.

Διαθέτοντας αρίστη γνώση της Ιστορίας (επηρεασμένος από το έργο του κορυφαίου Γερμανού ιστορικού Theodor Mommsen για την ρωμαϊκή Ιστορία και δη για την σύγκρουση Ρώμης - Καρχηδόνας) αλλά και θαυμαστή θεωρητική κατάρτιση, εξοικειωμένος με τις παραδοσιακές αλλά και τις σύγχρονες στρατηγικές αντιλήψεις, από τον Θουκυδίδη και τον Μακιαβέλι, έως τον Γερμανό Carl von Clausewitz (1780-1831) [8] και όλως ιδιαιτέρως, τον Ελβετό Antoine Henri, Βαρώνο de Jomini (1779-1869) [9], ο Πλοίαρχος Mahan έμελλε να ασκήσει καθοριστική επίδραση στη διαμόρφωση της στρατηγικής σκέψεως και σχεδιάσεως και των συναφών δογμάτων – όχι μόνον της πατρίδας του αλλά και των λοιπών μειζόνων δυνάμεων της εποχής [10]. Επρόκειτο δε να αναδειχθεί, από του βήματος της Αμερικανικής Ναυτικής Σχολής Πολέμου, σε «ευαγγελιστή της  Θαλάσσιας Ισχύος» [11], κατά την έξοχη παρατήρηση της Margaret Tuttle Sprout και στον «μεγάλο εκλαϊκευτή της ιδέας του Ναυτικού» [12].

Πού οφείλεται αυτό; Ευρυμαθέστατος και δεινός αναλυτής, ο Μahan απέδρασε από το περιοριστικό πλαίσιο της «συμβαντολογικής», τρόπον τινά, ναυτικής Ιστορίας και ορμώμενος από της σταθερής βάσεως που προσφέρει η γνώση της Ιστορίας, ανέπτυξε θεωρητικώς τις έννοιες της κυριαρχίας των θαλασσών, της ναυτικής και θαλάσσιας ισχύος καθώς και της άρρηκτης σχέσεως που υφίσταται μεταξύ, αφ’ ενός, ναυτικής ισχύος και ηγεμονίας στο διεθνές σύστημα και αφ’ ετέρου, ναυτικής ισχύος, εμποροναυτικής/οικονομικής ισχύος και πολιτικού συστήματος / πολιτικής κουλτούρας ενός έθνους. Κατά τον ορισμό του, μάλιστα, υφίσταται μία λεπτή διάκριση μεταξύ «ναυτικής ισχύος» και  «θαλάσσιας ισχύος», της πρώτης νοουμένης ως της στρατιωτικής δυνάμεως ενός κράτους κατά θάλασσαν (πολεμικός στόλος) και της δεύτερης αφορώσης στο άθροισμα του εθνικού πολεμικού και εμπορικού στόλου – αλλά και, πέραν αυτού, στο  σύνολο των μέσων και δυνατοτήτων μιας χώρας κατά θάλασσαν [13].

Η μείζων συμβολή του Μάχαν, όμως, συνίστατο στην ανάδειξη της σημασίας της ναυτικής / θαλάσσιας ισχύος για τη θέση και τον ρόλο των κρατών στο διακρατικό σύστημα, στο διάβα της Ιστορίας και δη σε συνάρτηση προς την αέναη πάλη για την κατάκτηση της ηγεμονίας του συστήματος – εδώ έγκειται και η διαφορά με τον σπουδαίο Bρετανό ιστορικό και στρατηγιστή Sir Julian S. Corbett (1854-1922).

Ο Corbett, ο οποίος μετά τον διορισμό του ως Καθηγητού στη Βρετανική Ναυτική Σχολή Πολέμου (Naval War College) ειδικεύθηκε στη Ναυτική Ιστορία, για να εξελιχθεί εν συνεχεία σε διαπρεπή θεωρητικό της ναυτικής ισχύος και στρατηγικής, έκλινε σαφώς υπέρ της υπεροχής της χερσαίας ισχύος, καίτοι ο ίδιος συνέβαλε ουσιωδώς στην κατανόηση της ναυτικής ισχύος και στη σύλληψη και ανάπτυξη της ναυτικής στρατηγικής, τόσο με τις διαλέξεις του όσο και με τα σπουδαία έργα του για την εμφάνιση και άνοδο της βρετανικής ναυτικής ισχύος, την περίοδο 1603-1719, για τον Αμερικανικοϊσπανικό Πόλεμο του 1898 καθώς και για το Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο του 1905 [14]. Στα σημαντικότερα –από απόψεως ασκηθείσης επιρροής στους κύκλους των Βρετανών πολιτικών και στρατιωτικών ιθυνόντων της εποχής– πονήματά του συγκαταλέγονται το κλασικό έργο του υπό τον τίτλο «Μερικές Αρχές Ναυτικής Στρατηγικής», εκδοθέν το 1911, καθώς και το προηγουμένως (1906) εκδοθέν «Πράσινο Φυλλάδιο».
O κορυφαίος εκπρόσωπος της Ναυτικής
Ιστορίας, Στρατηγικής και Γεωπολιτικής,
Ναύαρχος Alfred-Thayer-Mahan.
ΦΩΤΟ: en.wikipedia.org

Για τον Mahan, από την άλλη πλευρά, το βαρυσήμαντο συμπέρασμα, το οποίο ο ίδιος είχε αντλήσει από την μελέτη της Αρχαίας και της Νεώτερης Ιστορίας, ήταν η κρίσιμη σημασία των θαλασσίων επικοινωνιών. Επί παραδείγματι, εάν ο Αννίβας είχε επιλέξει τη θαλάσσια οδό για να πλήξει τη Ρώμη, μεριμνώντας μάλιστα για τη διατήρηση της γραμμής επικοινωνίας των δυνάμεών του με το μητροπολιτικό κέντρο, επί της Β. Αφρικής, καθώς και με τη βάση του στην Ιβηρική Χερσόνησο, η έκβαση της περιπετειώδους εκστρατείας του θα ήταν, οπωσδήποτε, διαφορετική. Ομοίως, δικαίως μπορεί ο ιστορικός να υποθέσει ότι εάν ο Μέγας Ναπολέων είχε προβεί στην απόκτηση και διασφάλιση κυριαρχίας των θαλασσών –αντί να φθείρει τις χερσαίες στρατιές του σε άπαντα τα ηπειρωτικά μέτωπα– άλλη θα ήταν η τύχη του εγχειρήματός του.

Προκειμένου να παράσχει την απαιτούμενη επιστημονική τεκμηρίωση στις (ρηξικέλευθες) απόψεις του αλλά και να πείσει τους Αμερικανούς πολιτικούς ιθύνοντες και γνωμηγήτορες περί της ορθότητάς τους, ο Mahan εξεπόνησε δύο βαρυσήμαντα έργα, αφορώντα, το μεν ένα στην «Επίδραση της θαλάσσιας ισχύος στην ιστορία (κατά την περίοδο) 1660- 1783», το δε άλλο στην «Επίδραση της θαλάσσιας ισχύος στη Γαλλική Επανάσταση και Αυτοκρατορία (κατά τα έτη) 1793-1812» [15] – πέραν, βεβαίως, μιας πλειάδας λοιπών συγγραμμάτων και άρθρων, που εκτείνονταν από τη ναυτική Ιστορία του Αμερικανικού Πολέμου της Ανεξαρτησίας μέχρι τη στρατηγική και τη γεωπολιτική. Ειρήσθω εν παρόδω ότι στον Mahan ανήκει, μεταξύ άλλων, η πατρότητα του σήμερα ευρέως χρησιμοποιουμένου όρου «Μέση Ανατολή» –«Middle East»– τον οποίο εκείνος εισήγαγε για πρώτη φορά σε άρθρο του υπό τον τίτλο «The Persian Gulf and International Relations», δημοσιευθέν στην έγκριτη αμερικανική περιοδική επιθεώρηση «National Review» τον Σεπτέμβριο του 1902 [16]!

Περαιτέρω, ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση του ρόλου της ναυτικής ισχύος στην ανάδειξη των (αγγλοσαξονικών ιδίως) ναυτικών δυνάμεων ως Μεγάλων Δυνάμεων, επί τέσσερις σχεδόν αιώνες, αλλά και ηγεμονικών, εν πολλοίς, δυνάμεων της υφηλίου επί δύο και πλέον αιώνες, φαίνεται να έχει η ακόλουθη διαπίστωση: Στο μέτρο κατά το οποίο τα ναυτικά και εμποροναυτικά έθνη (και εδώ προδήλως εννοούνται οι άρχουσες κοινωνικές και οικονομικές δυνάμεις και οι ιθύνουσες πολιτικές ελίτ) διέκριναν ότι θα μπορούσαν να αντλήσουν κέρδη από τη θάλασσα, ως πεδίο και μέσον εμπορικών μεταφορών και συναλλαγών, ευλόγως συμπέραναν ότι οι οικονομίες τους θα άνθιζαν. Παραλλήλως έκριναν, όχι αβασίμως, ότι θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τα στρατηγικά πλεονεκτήματα που τους έδιδε η δυνατότητα να αναπτύξουν ή να επιδείξουν αποφασιστική στρατιωτική ισχύ κατά θάλασσαν και εν συνεχεία, να προβούν σε προβολή αυτής της ισχύος έναντι μιας χερσαίας / ηπειρωτικής δυνάμεως, επ’ αγαθώ των ιδίων συμφερόντων. Επειδή, λοιπόν, κατά τη συλλογιστική αυτή, οι ναυτικές δυνάμεις θα απέβαιναν ωφελημένες μεν και ευημερούσες εν καιρώ ειρήνης, κυρίαρχες δε εν καιρώ πολέμου, αναποφεύκτως θα αναδεικνύονταν σε Μεγάλες Δυνάμεις.

Εδώ έγκειται ο κλειδόλιθος της ερμηνείας της επιτυχίας των αγγλοσαξονικών ναυτικών δυνάμεων (της Μεγάλης Βρετανίας παλαιότερα, από το 1588 –και με επίταση από το 1763– έως το 1947, αλλά και των Ηνωμένων Πολιτειών, κατόπιν) αλλά και της επιτυχίας ακόμη και μεσαίων ή μικρών ναυτικών δυνάμεων, με αρκετά περιορισμένη ηπειρωτική ενδοχώρα, με ολιγάριθμους πληθυσμούς και με ομοίως περιορισμένες πηγές φυσικών πόρων, όπως η Πορτογαλία, οι Κάτω Χώρες (Ολλανδία) ή παλαιότερα, η «Γαληνοτάτη Ναυτική Δημοκρατία» της (Β)Ενετίας κ.λπ. Συνεπώς –και εδώ συνίστατο η ανεκτίμητη σημασία της σχετικής παρατηρήσεως του κορυφαίου της ναυτικής Ιστορίας και στρατηγικής Corbett– μόνον η θαλάσσια ισχύς μπορούσε να εξηγήσει πώς είναι δυνατόν «μία μικρή χώρα (όπως η Μ. Βρετανία) με έναν αδύναμο στρατό να καταστεί ικανή να προσπορισθεί τις πιο επιθυμητές περιοχές της γης και να το καταφέρει αυτό επί ζημία των μεγαλυτέρων στρατιωτικών δυνάμεων» [17].

Προσέτι, ακόμη και χώρες οι οποίες ήσαν σαφώς χερσαίες / ηπειρωτικές δυνάμεις, όπως η Γαλλία, η Γερμανία ή η Ρωσία, φαίνεται ότι μπορούσαν να προσδοκούν βασίμως ουσιώδη πλεονεκτήματα, εφ’ όσον ακολουθούσαν το παράδειγμα των ναυτικών δυνάμεων και καθίσταντο και αυτές με την σειρά τους, Naval Powers (μολονότι δεν ήσαν «φυσικές» Sea Powers, υπό την έννοια που προσδίδει στον όρο ο Colin Gray) [18].

Από τη μελέτη της ναυτικής Ιστορίας συνάγεται ότι πρώτιστος παράγοντας επιτυχίας των ναυτικών δυνάμεων υπήρξε, διαχρονικά, η ύπαρξη ισχυρού πολεμικού στόλου. Παραδοσιακώς, οι ναυτικές δυνάμεις οι οποίες απεδείχθησαν ικανές να κατισχύσουν στο διακρατικό σύστημα ήσαν εκείνες «με τα μεγάλα πολεμικά πλοία και τον άρτιο εξοπλισμό, με τις καλύτερες τακτικές και την πιο προηγμένη τεχνολογία και, ίσως προ πάντων, με πρώτης τάξεως διοικητές, ικανούς να οδηγούν τους στόλους τους με ακαταμάχητη επάρκεια», κατά την περίφημη διαπίστωση του διαπρεπούς συγχρόνου θεωρητικού της ναυτικής Ιστορίας και στρατηγικής Geoffrey Till [19].

Εάν οι Πορτογάλοι, π.χ., κατόρθωσαν στο λυκαυγές των Νέων Χρόνων να αποκτήσουν πρόσβαση στον Ινδικό Ωκεανό, ήταν ακριβώς επειδή είχαν όλα τα προαναφερθέντα πλεονεκτήματα, συνδυαστικώς και έτσι κατίσχυσαν έναντι ενός πολύ υπέρτερου ναυτικού που συνάντησαν εκεί. Πράγματι, αν υπήρξε μία «επανάσταση στις ναυτικές υποθέσεις» (Revolution in Maritime Affairs, για να δανεισθούμε ένα σύγχρονο όρο) τον καιρό εκείνο, αυτή συνίστατο στο συνδυασμό της ναυτικής τεχνικής και του ναυτικού πυροβολικού των Πορτογάλων. Τα πλοιάρια των ιθαγενών, καίτοι απείρως περισσότερα αριθμητικώς των πορτογαλικών σκαφών, δεν ήταν δυνατόν να ανθέξουν το «σοκ» που τους προξένησε το ισχυρό πυροβολικό του εισβολέως, κατά την περίφημη ναυμαχία στα ανοικτά της ακτής του Μαλαμπάρ, το 1502, όπου ένας ολιγάριθμος πορτογαλικός στόλος, υπό τη διοίκηση του Βικεντίου Σόδρε (Vicente Sodre) αντιμετώπισε την τεράστια αρμάδα των συνασπισθεισών δυνάμεων του Βασιλέως της Καλκούτας και των τοπικών φεουδαρχών. Οι Πορτογάλοι δεν είχαν παρά να παραμείνουν απλώς μακράν των αντιπάλων πλοιαρίων και να εξαπολύουν εναντίον τους τις βολές του ναυτικού Πυροβολικού τους, καταστρέφοντας το ένα μετά το άλλο εκ του ασφαλούς.

Ομοίως, κατά τον 19ο αι., η επιβλητική βρετανική κυριαρχία των θαλασσών στηριζόταν στη συντριπτική ισχύ του Βασιλικού Ναυτικού (Royal Navy), το οποίο υπερείχε παρασάγγες των πολεμικών στόλων των λοιπών Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Την εποχή της Pax Britannica, στο χώρο της Μεσογείου «το σύμβολο και ο δυνητικός εκτελεστής της (βρετανικής) πολιτικής ήταν ο Στόλος της Μεσογείου», κατά την εύστοχη παρατήρηση του διαπρεπούς συγχρόνου εκπροσώπου της ναυτικής Ιστορίας Andrew Lambert [20]. Κατά το τελευταίο τέταρτο του αιώνα, μάλιστα, και μέχρι της εκρήξεως του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου (1914), η Γηραιά Αλβιών προέβη στη θεσμοθέτηση της υπεροχής του Πολεμικού Ναυτικού της, επιχειρώντας να της προσδώσει μόνιμο χαρακτήρα, με την ψήφιση νομοσχεδίου (Two Power Standard) προβλέποντος ότι η ισχύς του Βασιλικού Ναυτικού έπρεπε οπωσδήποτε να είναι μεγαλύτερη, κατά 10%, από το άθροισμα της ισχύος των δύο αμέσως υποδεεστέρων πολεμικών στόλων της εποχής (εν προκειμένω: της Γαλλίας και της Γερμανίας). Κατ’ επέκτασιν, η Παγκόσμιος Ναυτική Δύναμη διέθετε, καθ’ όλη εκείνη την περίοδο, σαφώς μεγαλύτερο μερίδιο του αμυντικού προϋπολογισμού της υπέρ του πολεμικού στόλου της απ’ ό,τι η Γαλλία ή η Γερμανία [21].


Όμορφη και μοντέρνα απεικόνιση
του κορεάτικου πλοίου «Κόμπουκσον».
ΠΗΓΗ: http://www.onrie-kompan.com/

Εν τούτοις, η ναυτική ισχύς δεν υπήρξε, ιστορικά, αποκλειστικό προνόμιο των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Απεναντίας, αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και η προέλευση της λέξεως “admiral” ανάγεται στην περίοδο της ισλαμικής κυριαρχίας στην Μεσόγειο. Η λέξη σημαίνει στην Αραβική «ο πρίγκηψ της θαλάσσης». Αλλά και στην άλλη άκρη της Ευρασίας, οι Κορεάτες είχαν καταφέρει, πολύ προ των Ευρωπαίων, να αναπτύξουν το πρώτο θωρηκτό πολεμικό πλοίο, για να μην αναφερθούμε στην Κίνα της Δυναστείας Σόγκ (μεταξύ 1000 και 1500 μ.Χ.) που εκαυχάτο για το «ισχυρότερο και τεχνολογικώς πιο εξελιγμένο ναυτικό του κόσμου» [22].

Τι είναι, επομένως, εκείνο το οποίο διακρίνει τις ευρωπαϊκές ναυτικές δυνάμεις από τις υπόλοιπες ναυτικές δυνάμεις, οι οποίες ενεφανίσθησαν ανά εποχές σε διάφορες περιοχές της υφηλίου;
 http://perialos.blogspot.gr/2012/09/blog-post_13.html
 
Η συνέχεια στο Β' και τελευταίο ΜΕΡΟΣ. Πιέσατε ΕΔΩ
 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1 Όρα Padfield, Peter, Maritime Supremacy and the Opening of the Western
Mind, Woodstock and New York (Overlook Press), 1999, σελίδες 1-2. Για τον Raleigh όρα Kinder, Hermann / Hilgemann, Werner, dtv-Atlas zur Weltgeschichte, (Deutscher Taschenbuch Verlag), 25. Ausgabe, 1991, Band (τόμος) I, σελ. 277.
2 Kinder / Hilgemann, όρα ανωτέρω, σελ. 225.
3 Christianson, Paul, “Selden, John, 1584-1654”, εις Oxford Dictionary of National Biography (Oxford University Press), 2004.
4 Harding, Richard (edit.), Naval History 1680-1850, Aldershot / Hampshire (Ashgate), 2006, σελ. xi.
5 Όρ. ανωτ., σελ. xii.
6 Στην βιβλιογραφία ο A. T. Mahan αναφέρεται σχεδόν πάντοτε ως «Πλοίαρχος»
(Captain), δοθέντος ότι αποστρατεύθηκε με το βαθμό του Πλοιάρχου (1896), αυτό δε το βαθμό έφερε όταν συνέγραψε τα σπουδαιότερα έργα του που τον κατέστησαν παγκοσμίως γνωστό. Ωστόσο, μία δεκαετία μετά την αποστρατεία του, το 1906, η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να αποτίσει φόρο τιμής προς όλους τους αποστράτους Πλοιάρχους του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού που είχαν υπηρετήσει κατά τον αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο (1861-1865), απονέμοντάς τους το βαθμό του Υποναυάρχου (Rear Admiral). Έτσι, ο Mahan, ο οποίος είχε υπηρετήσει τον καιρό του Εμφυλίου, στο στρατόπεδο των Ενωτικών (Βορράς) –στα πολεμικά πλοία «Congress», «Pocahontas» και «James Adger» καθώς και στην Ναυτική Ακαδημία (Naval Academy)– προήχθη επίσης.
7 Livezey, William E., Mahan on Sea Power, Norman (OK: University of Oklahoma Press), 1981, σελ. 281-282.
8 Όρα συναφώς Clausewitz, Marie von (Hrsg.), Vom Kriege: Hinterlassenes Werk des Generals Carl von Clausewitz, Bd. 1-3, Berlin (Ferdinand Duemmler), 1832-1834. Clausewitz, Carl von, On War, edited and translated by Michael Howard and Peter Paret, Princeton (Princeton University Press), 1976, 1984. Paret, Peter, Clausewitz and the State: The Man, His Theories, and His Times, Princeton (Princeton University Press), 1976.
9 Όρα συναφώς (ενδεικτικώς): Jomini, Le Baron de, Précis de l’ Art de la Guerre:
Des Principales Combinaisons de la Stratégie, de la Grande Tactique et de la Politique Militaire, Brussels (Meline, Cans et Copagnie), 1838. Jomini, Baron de, trans. Major O. F. Winship and Lieut. E. E. McLean, The Art of War, New York (G. P. Putnam), 1854. Jomini, Baron de, trans. Capt. G. H. Mendell and Lieut. W. P. Craighill, The Art of War, Philadelphia (J. B. Lippincott), 1862, reprinted, Westport, CT (Greenwood Press), 1971. Περαιτέρω, όρα (λίαν δειγματοληπτικώς): Elting, John R., “Jomini: Disciple of Napoleon?”, Military Affairs, Spring 1964, 17-26. Shy, John, “Jomini”, Paret, Peter (ed.),
Makers of Modern Strategy: From Machiavelli to the Nuclear Age, Princeton (Princeton University Press), 1986.
10 Sprout, M. (Margaret Tuttle), «Μάχαν», εις Earle, E. M. (επιμέλεια), Δημιουργοί της νέας στρατηγικής. Η στρατιωτική σκέψις από Μακιαβέλλι μέχρι Χίτλερ. Αθήναι (ΓΕΣ), 1962, σελ. 525-565.
11 Sprout, όρ. ανωτ.
12 Harding 2006, σελ. xiii.
13 Όρα Mahan, Alfred Thayer, The Influence of Sea Power upon History, 1660- 1783, London, Methuen, 1965, first publ. 1890. Mahan, A. T., The Influence of Sea Power upon the French Revolution and Empire, 1793-1812, vol. I, Boston, MA (Little, Brown), 1892.
14 Όρα Corbett, Sir Julian, England and the Mediterranean: A study of the Rise and Influence of British Power within the Straits. 1603-1719, Oxford, 1904. Corbett, Sir J., The Green Pamphlet, Oxford, 1906. Corbett, Sir J., The Campaign of Trafalgar, London (Longmans, Green), 1910. Corbett, Sir J., Some Principles of Maritime Strategy, Classics of Sea Power, with an introduction and notes by Eric Grove, Annapolis, MD (Naval Institute Press), 1988, first publ. 1911.
15 Mahan, όρα προαναφερθέντα έργα.
16 Συναφώς όρα Adelson, Roger, London and the Invention of the Middle East: Money, Power, and War, 1902-1922, New Haven (Yale University Press), 1995.
17 Corbett (1911) (1988), σελ. 49.
18 Για τις έννοιες «Naval Power» και «Sea Power» και τη μεταξύ τoυς διάκριση όρα Gray, Colin S., Seapower and Strategy, Annapolis, Md. 1989.
19 Till, Geoffrey, Sea Power. A Guide for the Twenty-First Century, London / Portland (Frank Cass), 2006, first publ. 2004, σελ. 19.
20 Lambert, Andrew, D., “Preparing for the Russian War: British Strategic Planning, March 1853 - March 1854”, εις Harding (2006), σελ. 72.
21 Kinder / Hilgemann, όρ. ανωτ., τ. II, σελ. 381.
22 Forage, Paul C., “The Foundations of Chinese Naval Supremacy in the Twelfth Century”, εις Sweetman, Jack et. al. (eds.), New Interpretations: Naval History 10th Symposium, Annapolis, MD (Naval Institute Press), 1991, σελ. 6.





Το Περί Αλός προτείνει:

Μια σύντομη παρουσίαση του «Κόμπουκσον», του πολεμικού πλοίου της Κορέας (του πρώτου θωρακισμένου πλοίου στον κόσμο) που νίκησε τους Ιάπωνες. Πιέσατε ΕΔΩ

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...