ECJbX0hoe8zCbGavCmHBCWTX36c

Φίλες και φίλοι,

Σας καλωσορίζω στην προσωπική μου ιστοσελίδα «Περί Αλός» (Αλς = αρχ. ελληνικά = η θάλασσα).
Εδώ θα βρείτε σκέψεις και μελέτες για τις ένδοξες στιγμές της ιστορίας που γράφτηκε στις θάλασσες, μέσα από τις οποίες καθορίστηκε η μορφή του σύγχρονου κόσμου. Κάθε εβδομάδα, νέες, ενδιαφέρουσες δημοσιεύσεις θα σας κρατούν συντροφιά.

Επιβιβαστείτε ν’ απολαύσουμε παρέα το ταξίδι…


Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου
Συγγραφεύς - Ερευνήτρια Ναυτικής Ιστορίας




Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΙΣΧΥΣ ΚΑΙ ΑΤΟΜΙΚΙΣΜΟΣ

Ο ρόλος της θαλάσσιας ισχύος στην ανάπτυξη του φιλελεύθερου δημοκρατικού κράτους

Αλέξανδρος Διακόπουλος
Αντιπλοίαρχος Π.Ν.                
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό: Ναυτική Επιθεώρηση,
τ. 564, σελ. 199, Μάρτιος-Απρίλιος-Μάιος 2008,
έκδοση Υπηρεσίας Ιστορίας Ναυτικού / ΓΕΝ.


ΦΩΤΟ: Ιωάννης Σ. Θεοδωράτος


ΑΡΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ
Οι μεγάλες γεωπολιτικού χαρακτήρα πολεμικές αναμετρήσεις των ιστορικών χρόνων ανάγονται σε μάχες ανάμεσα σε ηπειρωτικές και θαλάσσιες δυνάμεις. Οι πόλεμοι ανάμεσα σε Ελλάδα και Περσία, Αθήνα και Σπάρτη, Αγγλία και Γαλλία, οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και ο Ψυχρός Πόλεμος τον 20ό αιώνα, αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Σύμφωνα με αρκετούς μελετητές, τα Στενά της Σαλαμίνας ήταν το σημείο όπου κρίθηκε η μοίρα του Δυτικού Πολιτισμού[1] και κατά κανόνα γενικότερα, οι σημαντικότερες ναυμαχίες είχαν αντίκτυπο σε ζητήματα πέρα από τα αυστηρώς στρατιωτικά και πολιτικά.
Η παρούσα μελέτη αποδεικνύει πως αυτοί οι δύο τύποι ισχύος δε διαφέρουν μόνο ως προς το κέντρο βάρους της αντίστοιχης στρατιωτικής τους δύναμης (στρατός - ναυτικό) αλλά αντιπροσωπεύουν δύο διαφορετικούς τύπους πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης, διαφορετικές πεποιθήσεις και αξίες και εν τέλει δύο διαφορετικούς πολιτισμούς. Επιπλέον η μελέτη υποστηρίζει ότι η δημοκρατία, ο φιλελευθερισμός και οι θεσμοί του εθνικού κράτους απορρέουν από τις θαλάσσιες δυνάμεις (τις επονομαζόμενες «θαλασσοκρατίες»[2]) και ότι υπάρχει μια αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στη δημιουργία των προηγούμενων και τη «Θαλάσσια Ισχύ».

(ΘΑΛΑΣΣΙΑ) ΤΡΟΦΗ ΓΙΑ ΣΚΕΨΗ
Παρά το γεγονός ότι η θάλασσα καλύπτει το 71% του «Γαλάζιου Πλανήτη»[3] και, «οι στόλοι σε όλο τον κόσμο μεταφέρουν περίπου το 90% των συνολικών εξαγωγών παγκοσμίως»[4], ο άνθρωπος είναι ένα ζώο της γης. Οι «Ισχυροί Πολιτισμοί» της ανθρωπότητας πηγάζουν από την αγροτική επανάσταση κάποιων 13.000 χρόνων πριν[5] και για χιλιετίες, στη γη βασιζόταν η τροφή του ανθρώπου, η υλική ευημερία του και επομένως οι κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές δομές.
Εν τούτοις, η σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία, το φιλελεύθερο πολιτικό σύστημα και το σύγχρονο εθνικό κράτος, προέρχονται από την θεμελιώδη ρήξη με τις χερσαίες ανθρώπινες ρίζες. Αυτή η «καινοτομία του νεωτερισμού»[6] προκλήθηκε από την εμφάνιση ενός «ναυτικού» πολιτισμού, του οποίου η οικονομική βάση ήταν το εμπόριο και ο οποίος ήλεγχε στρατιωτικά τους θαλάσσιους διαύλους επικοινωνίας. Ιστορικοί συντελεστές αυτής της καινοτομίας ήταν οι «θαλασσοκρατίες»[7], ήτοι η αρχαία Αθήνα, οι ιταλικές πόλεις-κράτη (η Βενετία και σε μικρότερο βαθμό η Γένοβα) της πρώιμης Αναγέννησης, οι σύγχρονες Κάτω Χώρες, η σύγχρονη Αγγλία και οι σημερινές Η.Π.Α.[8]
Από όλες τις παραπάνω  περιπτώσεις, η αρχαία Ελλάδα και ειδικότερα η Αθήνα – η πρώτη δημοκρατία στον κόσμο – αποτελεί την πιο εντυπωσιακή. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο άλμα και την πιο συνταρακτική ρήξη που σημειώθηκε στην ιστορία. Πρόκειται για το «πέρασμα από τον μύθο στον λόγο»[9] , από την «άγρια σκέψη»[10] στον ορθολογισμό, από το ολιστικό στο ατομικό, από τον υπήκοο στον πολίτη, από το εθιμικό δίκαιο στον νόμο[11], από τη θεολογία στη φιλοσοφία[12], από το «θείο» στο «κοσμικό»[13].
Επιπλέον, το σύγχρονο τραπεζικό σύστημα γεννήθηκε τον 12ο αιώνα στη Γένοβα[14] και έκτοτε, οι θαλασσοκρατίες (οι οποίες άλλαζαν συνεχώς) διέθεταν τους πολυπλοκότερους δημοσιονομικούς θεσμούς της εποχής τους. Εκτός αυτού, η Βενετία και η Ολλανδική Δημοκρατία δημιούργησαν τις πιο καινοτόμες και αποτελεσματικές τεχνικές στην κατασκευή πλοίων και τη ναυπηγική[15], (αποτέλεσαν προάγγελο των σύγχρονων βιομηχανικών μέσων παραγωγής). Επίσης, όπως παλαιότερα με την Αθήνα, ο οικονομικός δυναμισμός της Βενετίας και της Ολλανδικής Δημοκρατίας συνδυάστηκε από μια αξιοθαύμαστη πολιτιστική άνθηση[16].
Ομοίως, στην Αγγλία του 18ου αιώνα ξεκίνησε η τεράστια τεχνολογική, κοινωνικοοικονομική και πολιτιστική αλλαγή που ονομάζουμε «βιομηχανική επανάσταση», και εκεί εμφανίστηκε για πρώτη φορά η «ιδέα του έθνους ως κυρίαρχος λαός» στα τέλη του 16ου με αρχές του 17ου αιώνα[17]. Ο πρώιμος εθνικισμός της Αγγλίας προμήνυε τη δημιουργία της φιλελεύθερης -συνταγματικής δημοκρατίας[18].
Οι Ηνωμένες Πολιτείες τέλος, έγιναν μια κοινωνία ανοιχτή, χωρίς αποκλεισμούς, ένα κολοσσιαίο κοινωνικό πείραμα – ένα πραγματικό χωνευτήρι ανθρώπων και ιδεών που εξελίχθηκε στο σημερινό επιστημονικό, πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό κέντρο του κόσμου.  
Παρά τις τεράστιες διαφορές τους, όλες αυτές «θαλασσοκρατίες» μοιράζονται την ίδια πορεία η οποία εξηγεί και τον απόλυτο διαχωρισμό τους από κάθε άλλη κοινωνία της εποχής τους. Όλες ήταν εύπορα, δημοκρατικά ή ρεπουμπλικανικά κράτη, καλλιεργούσαν τις τέχνες και τις επιστήμες με έναν πρωτοποριακό τρόπο, και ήταν κατά το μάλλον ή ήττον κοσμικές, φιλελεύθερες και ανεκτικές. Τη ραχοκοκαλιά της κοινωνίας τους αποτελούσε μια κοσμοπολίτικη αστική «μεσαία τάξη». Τέλος, οι «οργανωτικές αρχές» των κοινωνιών τους ήταν: ατομικότητα, ανταγωνισμός και ελευθερία[19].

(ΘΑΛΑΣΣΙΑ) ΔΥΝΑΜΗ ΣΤΟ ΛΑΟ
 Τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στη «θαλάσσια ισχύ» και τη δημοκρατία εντόπισαν πρώτοι οι Έλληνες φιλόσοφοι[20]. Ο Αριστοτέλης στα Πολιτικά του αναφέρει πως «οι ναυτικές δυνάμεις είναι ένα εξολοκλήρου δημοκρατικό στοιχείο»[21]. Ο Περικλής και ο Θεμιστοκλής, οι πρώτοι που χάραξαν «ναυτική στρατηγική» και στήριξαν την πολιτική τους δεξιοτεχνία στη «θαλάσσια ισχύ», υπήρξαν και ηγέτες του «δημοκρατικού κόμματος»[22]. Εν ολίγοις, η αθηναïκή «ναυτική δημοκρατία» αντιπροσώπευε ένα νέο είδος πολιτείας και κοινωνίας[23], τον προάγγελο των φιλελεύθερων, ατομικιστικών και δημοκρατικών κοινωνιών των «θαλασσοκρατιών» που τη διαδέχτηκαν. Η ευημερία αυτών των κοινωνιών εδράζονταν στη «θαλάσσια ισχύ».
Οι θαλασσοκρατίες στήριζαν τον πλούτο τους στο υπερπόντιο εμπόριο. Συνεπώς, οι ναυτιλιακές και εμπορικές ανάγκες οδήγησαν στην εξάπλωση μιας νέας μεσαίας τάξης που αποτελούνταν από εμπόρους, βιοτέχνες, τεχνίτες, μεσίτες, κατασκευαστές κ.λ.π.[24]. Η προστασία του εμπορίου τους βασιζόταν στο πανίσχυρο ναυτικό[25].
Η συγκρότηση και η διατήρηση ενός στόλου όμως, είναι πολυέξοδες και απαιτούν κάποια τεχνολογική και βιομηχανική ικανότητα[26]. Επομένως, τα ναυτικά κράτη χρειάζονται επενδύσεις σε κεφάλαιο, τεχνολογία και εκπαίδευση. Κατ’ επέκταση, η εγκαθίδρυση δημοσιονομικών θεσμών[27]και η επένδυση σε νέες τεχνολογίες οδηγούν στη δημιουργία νέων ειδικοτήτων, δεξιοτεχνιών και επαγγελμάτων και η παραγωγή περισσότερου πλούτου που διαδοχικά μετακυλύεται στις τέχνες και τις επιστήμες[28]. Άρα λοιπόν, η συσσώρευση επιστημονικής γνώσης παράγει νέες τεχνολογίες και ούτω καθεξής. Η διαδικασία αυτή οδηγεί αμφίδρομα στην επισυσσώρευση ισχύος. Ισχυρό κράτος και ενισχυμένο άτομο[29].
Η πορεία αυτή μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο σε ένα ελεύθερο περιβάλλον. Η ατομική δημιουργικότητα και η οικονομική επιτηδειότητα δε θα μπορούσαν να ακμάσουν υπό την εποπτεία μιας κληρονομικής αριστοκρατίας ή την αυταρχικότητα και τις ιδιοτροπίες ενός απόλυτου μονάρχη. Επομένως, η ατομικιστική και στο κέρδος αποβλέπουσα, μεσοαστική τάξη απαιτούσε ελευθερία, ισότητα και πολιτική δύναμη ανάλογη του πλούτου και της σημασίας της[30].
Επίσης, η πολιτιστική και πολιτική εξέλιξη των ναυτικών κοινωνιών ενισχύθηκε από μερικούς θεμελιώδεις παράγοντες.


ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ
Ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι εν γένει συνδεδεμένος με τη θάλασσα. Ο έλεγχος της θάλασσας αποτελούσε πρωταρχικό παράγοντα στους πρώτους πολιτισμούς και δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι τα πρώτα κέντρα του ανθρώπινου πολιτισμού εμφανίζονταν σε παραποτάμιες περιοχές, ήτοι η Μεσοποταμία, η κοιλάδα του Ινδού ποταμού, η Κίνα (Κίτρινος ποταμός) και Αίγυπτος (Νείλος)[31].
Ωστόσο, το πέρασμα από την ξηρά στη θάλασσα ήταν πνευματικά, ψυχολογικά και πρακτικά πολύ δυσκολότερο για τον άνθρωπο. Το φυσικό οικοσύστημα του ανθρώπου είναι η ξηρά. Επομένως, οι αγώνες του στη θάλασσα αντιπροσώπευαν από τις απαρχές του χρόνου μια πάλη για να κυριέψει ένα εχθρικό περιβάλλον και μια ρήξη με την εξάρτησή του από τη φύση. Η ρήξη αυτή έδωσε στον άνθρωπο της θάλασσας, μια αίσθηση ανεξαρτησίας και ελευθερίας με αποκορύφωμα την πραγμάτωση της προσωπικότητάς του και τη δημιουργία μιας ηθικής οντότητας.
Οι ανοιχτές θάλασσες, οι ανοιχτοί ορίζοντες, η ανακάλυψη νέων γαιών και η γνωριμία διαφορετικών πολιτισμών, ανέθρεψαν ένα κοσμοπολίτικο άτομο που απολάμβανε την αίσθηση της ελευθερίας. Αυτό αποκαλούσε ο Corbett «τη μυστηριώδη δύναμη που επηρεάζει τους άνδρες που βυθίζονται στη θάλασσα με τα πλοία τους. Το ελεύθερο πνεύμα της θάλασσας»[32].
Ο θαλασσοπόρος, πειρατής ή έμπορος ή και τα δύο, στην ουσία ήταν ένας ελεύθερος άνδρας[33]. Ήταν ριψοκίνδυνος και τυχοδιώκτης. Η πλεύση προς το άγνωστο προϋπέθετε ισχυρότατη θέληση και έμφυτη αισιοδοξία. Καθώς ο χρόνος είχε αποφασιστική σημασία, ο θαλασσοπόρος όφειλε να φέρει πρώτος το εμπόρευμα στην αγορά, να ανταγωνιστεί και να συγκρουστεί με τους άλλους θαλασσοπόρους αλλά και τα στοιχεία της φύσης. Η θάλασσα και ο καιρός ήταν τόσο φίλοι όσο και εχθροί του. Όταν δεν κατάφερνε να συμφιλιωθεί μαζί τους, έπρεπε να τα υπερνικήσει. Πάλευε να ελέγξει τις δυνάμεις της φύσης. Δουλεύοντας και λειτουργώντας μακριά από τον έλεγχο κάποιας κεντρικής εξουσίας ή κοινωνικής σύμβασης, έπρεπε να βασιστεί στον εαυτό του, στην εξυπνάδα και την εφευρετικότητά του για να επιβιώσει και να ευημερήσει[34]. Η ανακάλυψη νέων τόπων, η ποικιλία στη ζωή του και το περιβάλλον του όξυναν τις αισθήσεις του[35]. Ο αρχετυπικός θαλασσοπόρος είναι ο πολυμήχανος Οδυσσέας.
Από την άλλη πλευρά, ο χωρικός, όντας στο έλεος της φύσης, έχοντας να αντιμετωπίσει δυνάμεις στις οποίες δεν μπορούσε να αντισταθεί ούτε να προσκρούσει, ανέπτυξε ένα αίσθημα μοιρολατρίας και θρησκοληψίας. Ζούσε προσκολλημένος στην παράδοση, τη συμβατικότητα και την ανακύκληση του παρελθόντος. Ο χρόνος ήταν παθητικό στοιχείο (δεν προχωρούσε, απλά κινούνταν κυκλικά). Η υπομονή και η αλληλεγγύη ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά του χωρικού. Η υπακοή και η ευλάβεια ήταν οι αξίες του, ο πολιτισμός του παρελθόντος ήταν η πνευματική του έκφραση και η οικουμενική αρμονία το ιδεώδες του. Οτιδήποτε «νέο» ήταν δυνητικά επικίνδυνο ή απειλητικό προς τον τρόπο ζωής του, και συνεπώς τον συντηρητισμό του. 
Για τον χωρικό, ο ανθρώπινος κόσμος ήταν απλά ένα μέρος της φυσικής τάξης, «όχι διαχωρισμένος ή σε αντίθεση με την περιβάλλουσα φύση[36], αλλά ενσωματωμένος στη φύση σαν μια από τις ιδιαίτερες εκφάνσεις της»[37]. Μ’ αυτό το σκεπτικό ο «Άνθρωπος» δεν ήταν παρά τμήμα ενός οργανικού συνόλου[38].
Τελικά, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα[39] του θαλασσοπόρου και του χωρικού εξελίχθηκαν σε δύο διαφορετικά είδη κοινωνικής οργάνωσης και δράσης[40]. Την ατομικιστική κοινωνία και τη συλλογική κοινότητα ή όπως τις αποκαλεί ο διακεκριμένος Γερμανός κοινωνιολόγος Ferdinard Tönnies, Gesellschaft και Gemeinschaft[41], που σημαίνουν αντίστοιχα ορθολογική βούληση και φυσική βούληση[42].
Δύο διαφορετικά είδη κοινωνικής οργάνωσης συνεπάγονται και δύο διαφορετικές έννοιες του έθνους. Στην κοινωνία, το έθνος νοείται ως «μια σύνθετη οντότητα, ένας σύνδεσμος ατόμων»[43] ενώ για την κοινότητα, έθνος σημαίνει «συλλογικό άτομο, κινούμενο σύμφωνα με τις δικές του επιθυμίες, ανάγκες και συμφέροντα, που υπερισχύουν των επιθυμιών, των αναγκών και των συμφερόντων του ατόμου»[44].
Ακολούθως, αναπτύχθηκαν δύο διαφορετικά είδη Πολιτείας. Η «συνταγματική-δημοκρατική» και η «δυναστική-απολυταρχική». Στην πρώτη, ο ανταγωνισμός και η κοινωνική ευκινησία αποτελούν τους μοχλούς της οικονομίας, το άτομο είναι η θεμελιώδης μονάδα και η ελευθερία ορίζεται ως υπέρτατη κοινωνική αξία. Στη δεύτερη όμως, η οικονομική δραστηριότητα καθορίζεται με βάση το κοινωνικό στρώμα, θεμελιώδης μονάδα είναι η γη και υπέρτατη κοινωνική αξία η τάξη[45].
Τέλος, τα δύο διαφορετικά είδη Κράτους βάσισαν τη στρατιωτική τους ισχύ σε «Ναυτικές» και «Χερσαίες» ένοπλες δυνάμεις αντίστοιχα. Τα ναυτικά κράτη, που ζουν από το εμπόριο και είναι «ευπρόσβλητα από εξωτερικές πιέσεις στον εφοδιασμό τροφίμων, πρώτων υλών και πηγών ενέργειας»[46] στηρίζονταν στο «Ναυτικό» τους, το οποίο κατά τον Clark G.Reynolds υπήρξε «θεμέλιος λίθος του ατομικισμού»[47]. Συγκεντρώνοντας τους αξιωματικούς τους από τη μικρή αριστοκρατία και τη μεσοαστική τάξη τα «Ναυτικά» ήταν εμποτισμένα με τις αξίες και τα ήθη των συγκεκριμένων τάξεων[48].
Τα αγροτικά κράτη, όπου οι αξιωματικοί αποτελούνταν από γαιοκτήμονες αριστοκράτες, εξαρτώνταν από τα μαζικά στρατεύματα και το σύνολο της στρατιωτικής τους δύναμης[49]. Ο στρατιώτης σαν άτομο δεν είχε καμιά αξία[50]. Οι πολυπληθείς αυτοί στρατοί δεν μπορούσαν να ελεγχθούν, να τιθασευτούν και να διοικηθούν με την ατομιστική αυτοπειθαρχία που προσιδιάζει σε μικρότερες ναυτικές μονάδες και βασίζονταν στη βίαιη πειθαρχία της υπακοής[51].
Εξαιτίας των παραπάνω, οι ναυτικές και ηπειρωτικές ένοπλες δυνάμεις αντικατόπτριζαν τις αντίστοιχες αξίες των κοινωνιών τους, καθώς ασκούσαν επίσης επιρροή στη διαμόρφωση εκείνων των αξιών στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αναγέννησης.


ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ,
ΠΕΡΙΛΑΜΒΑΝΟΜΕΝΩΝ ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΩΝ ΕΘΝΙΚΩΝ ΘΕΣΜΩΝ
           
            Εν τούτοις, τίθεται ένα σοβαρό ζήτημα. Γιατί από όλα τα παράκτια και νησιωτικά κράτη μόνο τα προαναφερθέντα εξελίχθηκαν σε «θαλασσοκρατίες»; Γιατί τα ιβηρικά κράτη ή οι Άραβες, ή Γερμανία, η Γαλλία, η Κίνα και η Ιαπωνία, που ως ένα σημείο της ιστορίας τους ίδρυσαν αυτοκρατορίες και διέθεταν πανίσχυρους στόλους, δεν έγιναν ποτέ «θαλάσσιες δυνάμεις»;
            Η απάντηση βρίσκεται στις συνθήκες που επιδρούν σε μια «θαλάσσια δύναμη».
            Σύμφωνα με τον Alfred T. Mahan: «Οι κυριότερες συνθήκες που επηρεάζουν τη θαλάσσια ισχύ ενός έθνους απαριθμούνται ως εξής: 1) γεωγραφική θέση, 2) φυσική διαμόρφωση, 3) έκταση εδάφους, 4) πληθυσμός, 5) χαρακτήρας λαού, 6) χαρακτήρας διακυβέρνησης, περιλαμβανομένων σε αυτή των εθνικών θεσμών. Ως εκ τούτου, κυρίως λόγω της απουσίας της τελευταίας συνθήκης δεν κατάφεραν να γίνουν «θαλασσοκρατίες» οι δυνάμεις που αναφέρθηκαν προηγουμένως.
            Η σημασία του Χαρακτήρα  της Διακυβέρνησης μπορεί να καταδειχθεί περαιτέρω αν υποβληθεί στο πλαίσιο ανάλυσης τριών επιπέδων που χρησιμοποιούσε ο Kenneth N. Waltz σε θέματα διεθνών σχέσεων[52]: η φύση και η συμπεριφορά του ανθρώπου (δηλ. η προσωπικότητα του εξουσιαστή), η εσωτερική δομή των κρατών, και η δομή του διεθνούς συστήματος.
            Στο πρώτο επίπεδο, το προσωπικό, υπήρχαν κάποιοι εξουσιαστές ή άτομα, που δημιουργούσαν ισχυρούς στόλους και αναλάμβαναν ναυτικούς άθλους. Παραδείγματα όπως αυτό του ναυτικού του Chêng Ho στη Κίνα των Μινγκ ή η σταδιακή δημιουργία του γαλλικού στόλου τον 17ο αιώνα από τον Jean Baptiste Colbert την περίοδο της βασιλείας του Λουδοβίκου XIV[53] υπάρχουν πολλά .
            Στο τρίτο επίπεδο ανάλυσης, εκείνο του διεθνούς συστήματος, ως παράδειγμα μπορεί να ληφθεί η δημιουργία του δεινού στόλου του Tipitz στη Γερμανία του Γουλιέλμου και την επικράτηση του Ιαπωνικού Αυτοκρατορικού στόλου που ξεκίνησε στα τέλη του 19ου αιώνα και διήρκεσε μέχρι τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
            Σε καμία περίπτωση όμως τα κράτη αυτά δεν κατάφεραν να κατανοήσουν την ουσία της «θαλάσσιας ισχύος». Δεν κάλυψαν τις προϋποθέσεις του δευτέρου επιπέδου της ανάλυσης, εκείνο της εσωτερικής δομής των κρατών. Παρέμειναν ηπειρωτικά στη νοοτροπία και απέτυχαν να εξελιχθούν σε «ναυτική δύναμη» με την ευρύτερη έννοια, αυτή της «θαλασσοκρατίας».


Η ΔΙΑΡΚΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ
           
            Επομένως η σχέση ανάμεσα στη «θαλάσσια ισχύ», τον ατομικισμό και τους φιλελεύθερους θεσμούς λειτουργεί αμφίδρομα. Δεν είναι μόνο ότι ένα «ναυτικό κράτος» είναι επιδεκτικό στον ατομικισμό και τους επακόλουθους κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς, αλλά ότι μόνο απελευθερώνοντας τις δημιουργικές δυνάμεις των ατόμων και ιδρύοντας φιλελεύθερους δημοκρατικούς θεσμούς μπορεί ένα κράτος να γίνει «θαλάσσια ισχύς».
            Ως εκ τούτου, το σύγχρονο φιλελεύθερο δημοκρατικό εθνικό κράτος απορρέει από την «Επιρροή της θαλάσσιας ισχύος στην Ιστορία..»[54] -



ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

[1] Barry Straus, The Battle of Salamis: The Naval Encounter that saved Greece and Western Civilization, (New York: Simon and Schuster, 2004)
[2] «Η θαλασσοκρατία είναι μια έννοια την οποία εισήγαγαν ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης και καταχρηστικά σημαίνει «θαλάσσια υπεροχή», τον έλεγχο δηλαδή των θαλάσσιων δρόμων από ένα κράτος ώστε να εξασφαλιστεί η οικονομική του ευημερία και κατά συνέπεια η πολιτική του ακεραιότητα». Ορισμός του Clark G. Reynolds, History and the Sea, (University of South Carolina Press: 1989), σελ. 20.
[3] Ibid, σελ.2
[4] «Boom and bust at sea”, The Economist, 20 Αυγούστου 2005, τόμος 376, τεύχος 8440.
[5] Herbert Rosinski, Power and Human Destiny, (New York: Frederick A. Praeger, 1965) σελ. 25-39. Δες επίσης, Jared Diamond, Guns, Germs and Steel (New York: W.W.Norton and Company, 1999) σελ. 35-52.
[6] Rosinski, op.cit., σελ. 78.
[7] Δανείζομαι τον όρο από τον Reynolds, op.cit.:σελ. 21.
[8] Δεν συμπεριλαμβάνω τη Ρώμη στις «θαλασσοκρατίες» καθώς τη θεωρώ αμφίλογη περίπτωση. Οι Ρωμαίοι ήταν αρχικά αδέξιοι ναυτικοί και ανέλαβαν δράση στη θάλασσα κατά τη διάρκεια των Καρχηδονιακών πολέμων.  Αργότερα, με τον εμπλουτισμό του από θαλασσοκρατικά στοιχεί υπό την επιρροή του Ελληνικού πολιτισμού, ο Ρωμαïκός πολιτισμός βρέθηκε στο αποκορύφωμά του. Ύστερα από τη ναυμαχία του Ακτίου, η Ρώμη έγινε μια πραγματική «θαλασσοκρατία». Η μάχη αυτή αποτέλεσε τον ερχομό της «Pan Romana». Πάνω σε αυτό, είναι ενδιαφέρον ότι «καθεμιά από τις Pax Romana, Britannica και Americana» είχε πολύχρονες ειρηνικές περιόδους οι οποίες βασίζονταν στην ασφάλεια που παρείχε η «Θαλάσσια ισχύς». Δες, Clark G. Reynolds, Comand of the Sea: The History and Strategy of Maritime Empires, 2 τόμοι (Malabar, Florida: Robert e. Krieger Publishing Company, 1983), 1: σελ.4
[9] Rosinski, op.cit. σελ. 6
[10] Δανείζομαι τον όρο από τον Claude Levi-Strauss, που περιγράφει καταπληκτικά τον τρόπο σκέψης και κατανόησης στις «πρωτόγονες κοινωνίες» του κόσμου στο έργο: Claude Levi-Strauss, The Savage Mind, (University of Chicago Press, 1966).
[11] Ο Durant αναφέρει: «Ο άνθρωπος απελευθερώθηκε όταν αναγνώρισε ότι υπόκειται στον νόμο. Ότι οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι που πέτυχαν αυτή την αναγνώριση και η ελευθερία αυτή τόσο στη φιλοσοφία όσο και τη διακυβέρνηση είναι το μυστικό της εκπλήρωσής τους και της σημασίας τους στην ιστορία». Will Durant, The Story of Civilization, 10 τόμοι. (New York: Simon and Schuster, 1966), 2:σελ. 136
[12] Ο Will Durant αναφέρεται σε : «...εκείνο τον πόλεμο ανάμεσα στην παλιά θεολογία και τη νέα φιλοσοφία, ο οποίος συνδέεται με μια τεράστια διαδικασία σκέψης και αλλάζει την πνευματική ιστορία της εποχής του Περικλή». Ibid.:378
[13] Ο Ξενοφάνης (570-480 π.Χ.) δήλωνε πως: «οι Θεοί ήταν μύθοι». Ibid:350. Κι όμως δεν ήταν άθεος. Με αξιοθαύμαστη οξυδέρκεια υποστήριζε: «...αν τα βόδια και τα λιοντάρια είχαν χέρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν και να πλάσουν εικόνες όπως οι άνθρωποι, θα έφτιαχναν θεούς που να τους μοιάζουν. Οι Αιθίοπες φτιάχνουν τους θεούς τους μαύρους... οι Θράκες τους δίνουν γαλάζια μάτια και κόκκινα μαλλιά... υπάρχει ένας θεός... που δε μοιάζει με τους θνητούς ούτε στη μορφή ούτε στο μυαλό. Όλος βλέπει, όλος ακούει, όλος σκέπτεται...» Ibid: 167-168.
[14] «The Business of Banking », The Economist, 30 Οκτωβρίου 1999, σελ.89
[15] Frederic C. Lane, Venice and History, (Baltimore: The John Hopkings Press, 1966), 163-189. Και George Raudzens, Empires, Europe and Globalisation, 1942-1788, (Stroud: Allan Sutton, 1999) σελ.77-79.
[16] Παρόλο που μεγάλο μέρος της επιστημονικής «επανάστασης» του 16ου-17ου αιώνα επιτελέστηκε στην ηπειρωτική Ευρώπη, αυτή η «επανάσταση» σημειώθηκε παρά την εκκλησιαστική, κοινωνική και πολιτική κατάσταση και όχι εξαιτίας αυτής. Επιπλέον οι καθόλου μισαλλόδοξες θαλασσοκρατίες για αιώνες χρησίμευσαν ως καταφύγιο για αντιρρησίες κάθε είδους. Για παράδειγμα, την περίοδο της αντι-Μεταρρύθμισης, οι Ελληνορθόδοξοι υπήκοοι της Οθωμανικής αυτοκρατορίας που ήθελαν να σπουδάσουν στο εξωτερικό, πήγαιναν στην Πάδοβα, γιατί η τελευταία βρισκόταν υπό Ενετική κυριαρχία και συνεπώς η ιερά εξέταση δεν τους άγγιζε. Ομοίως Γάλλοι προτεστάντες (Ουγενότοι) και πολλοί Εβραίοι από τα ηπειρωτικά έβρισκαν καταφύγιο στην Ολλανδική Δημοκρατία και στην Αγγλία.
[16] Σύμφωνα με τον Liah Greenfeld,  ο εθνικισμός της Αγγλίας ήταν ατομικιστικού- λιμπερτινιστικού τύπου. Επίσης, ο εγγλέζικος εθνικισμός συνοδευόταν από πραγματικό πάθος για επιστημονική γνώση. Liah Greenfeld, Nationalism: Five Roads to Modernity, (Cambridge, MA: Harvard University Press, 1992), σελ. 10, σελ. 78-87.
[17] Σύμφωνα με τον Liah Greenfeld,  ο εθνικισμός της Αγγλίας ήταν ατομικιστικού- λιμπερτινιστικού τύπου. Επίσης, ο εγγλέζικος εθνικισμός συνοδευόταν από πραγματικό πάθος για επιστημονική γνώση. Liah Greenfeld, Nationalism: Five Roads to Modernity, (Cambridge, MA: Harvard University Press, 1992), σελ. 10, σελ. 78-87.
[18] Όπως αναφέρει ο Greenfeld σχετικά με τη σχέση μεταξύ εθνικισμού και δημοκρατίας: «ο εντοπισμός της κυριαρχίας μέσα στο λαό και η αναγνώριση της θεμελιώδους ισότητας ανάμεσα στα διάφορα κοινωνικά στρώματα, που είναι κύριο στοιχείο της σύγχρονης ιδέας του έθνους, την ίδια στιγμή αποτελούν τα βασικά αξιώματα της δημοκρατίας.» Ibid.
[19] Για τα πολιτικά συστήματα αυτών των «ναυτικών κρατών» δες: S.E. Finer, The History of Government from the Earliest Times, 3 τόμοι. (Oxford: Oxford University Press, 1997).
[20] Όπως αναφέρει η Ellen Churchill Semple: «Οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι αντιλαμβάνονταν τις  βαθιά ριζωμένες διαφορές μεταξύ μιας πόλης στην ενδοχώρα και μιας ναυτικής πόλης ειδικά όσον αφορά τη δεκτικότητα απέναντι σε ιδέες, τη διανοητική δραστηριότητα και το ενδιαφέρον για τον πολιτισμό». Ellen Churchill Semple, Influences of Geographic Environment (New York: Henry Bolt and Company, 1911), 281
[21] Αριστοτέλη, Πολιτικά VI.
[22] Οι πιο αφοσιωμένοι υποστηρικτές του δημοκρατικού κόμματος ήταν «... εκείνοι που επανδρώνουν τα εμπορικά πλοία και τον στόλο της Αθήνας». Το άλλο ήταν το «ολιγαρχικό» κόμμα της αριστοκρατίας που στηριζόταν στη γη. Durant, op.cit.: 254-257.
[23] Ο Θουκυδίδης περιγράφει αυτή τη νέα κοινωνία με ιδιαίτερη ευγλωττία βάζοντας στο στόμα του Περικλή τα ακόλουθα: « Ελευθέρως δέ τά τε πρός τό κοινόν πολιτεύομεν καί ως τήν πρός αλλήλους τîν καθ' ¹μέραν ™πιτηδευμάτων Øποψίαν ... τήν τε γάρ πόλιν κοινήν παρέχομεν... φιλοκαλοàμεν τε γάρ μετ' εÙτελεˆας καί φιλοσοφοàμεν ¥νευ μαλακίας... τήν τε π©σαν πόλιν τÁς 'Ελλάδος παίδευσιν εναι » (δεν πολιτευόμαστε μόνο στον δημόσιο βίο με πνεύμα ελεύθερο αλλά και στην καθημερινή επικοινωνία είμαστε ελεύθεροι καχυποψίας... έχουμε τις πύλες της πόλης ανοικτές σε όλους... είμαστε εραστές του ωραίου, αλλά και φίλοι συγχρόνως της απλότητας, και καλλιεργούμε το πνεύμα μας χωρίς θυσία του ανδρισμού μας... το σύνολο της πόλης είναι γενικό της Ελλάδας σχολείο). Θουκυδίδη, Περικλέους Επιτάφιος, XXXVII-XL.
[24] Αναφερόμενος στην Ολλανδική Δημοκρατία ο Charles K. Wilson γράφει: «οι άνθρωποι της Δημοκρατίας έφτασαν να ζουν σε μεγάλο βαθμό από το εμπόριο, αντίθετα με το σύνολο σχεδόν της υπόλοιπης Ευρώπης, όπου οι ηπειρωτικές περιοχές συχνά μοιράζονταν πολύ απλά σε άρχοντες και χωρικούς». Charles K. Wilson, “A new Republic”, στο Mirror of Empire, Dutch Marine Art of the 17th Century, ed. George S. Keyes, (Cambridge, Cambridge University Press, 1990), σελ. 39.
[25] Ο Alain Peyrefitte αναφέρει: «η αλήθεια είναι ότι η οικονομική επανάσταση που σάρωσε την Αγγλία τον 18ο αιώνα οφειλόταν πάνω απ’ όλα στα πλοία...» Alain Peyrefitte, The Immobile Empire, (New York, Knopf, 1992), σελ.14.
[26] Όπως γράφει ο Daniel Hedrick: «αλλά η θαλασσοκρατία προϋποθέτει κάτι παραπάνω από θεία χάρη ή κατάρα. Απαιτεί ανώτερη τεχνολογία και μια οικονομία που να τη συγκρατεί». Δες Daniel Hedrick, The Tools of Empire, (New York, Oxford University Press, 1981), σελ.175. Δες επίσης Bernard Brodie, “Technological Change, Strategic Doctrine and Political Outcomes” στο Historical Dimensions of National Security Problems ed. Klauss Knorr, (Lawrence KS, The University Press of Kansas, 1976), σελ. 263-307.
[27] «Ο σερ John Hicks, βρετανός οικονομολόγος, υποστήριζε ότι η αυξημένη ρευστότητα στις χρηματαγορές κι όχι η τεχνολογικές καινοτομίες είναι το κρίσιμο νέο συστατικό που πυροδότησε την οικονομική μεγέθυνση του 18ου αιώνα στην Αγγλία». Απόσπασμα από το: “Finance: trick or treat”, The Economist, 23 Οκτωβρίου 1999: 91. Επίσης, για την Ολλανδική Δημοκρατία ο Wilson γράφει: «Το νευρικό κέντρο του διεθνούς εμπορικού και ναυτιλιακού συστήματος... αποτελούνταν από τρεις θεσμούς... το χρηματιστήριο του Άμστερνταμ, την Πιστωτική Τράπεζα του Άμστερνταμ και την Τράπεζα Συναλλαγών του Άμστερνταμ». Wilson, op.cit.: σελ.43.
[28] Για το συγκεκριμένο είναι πολύ χαρακτηριστική η συνεργία μεταξύ Βασιλικού Ναυτικού και Βασιλικής Εταιρείας.  Ο David Howarth αναφέρει ότι «... οι Βρετανοί στη θάλασσα, οι οποίοι απεδείχθησαν οι αποτελεσματικότερη στη μάχη, ήταν και πιο περίεργοι στην έρευνα και οι πιο επινοητικοί στις εφευρέσεις». David Howarth, Sovereign of the Seas (New York, Atheneum, 1974), σελ. 197.
[29] Σύμφωνα με τον Herbert Rosinski: «η αναζήτηση του ανθρώπου για ελευθερία και η αναζήτηση της δύναμης παρέμεναν πάντα οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος». Rosinski, op.cit., σελ. 13.
[30] Αυτή η κοσμοπολίτικη, μορφωμένη, φιλελεύθερη και καθόλου μισαλλόδοξη μεσαία τάξη επέβαλε εντεύθεν τα συμφέροντα και τις  αξίες της στο πολιτικό σύστημα. Οι αξίες αυτές επηρέασαν τη στρατηγική τοποθέτηση των κρατών εκείνων. Όπως γράφει ο Bernard Semmel σχετικά με τη Βρετανία του 19ου αιώνα: «...η παραδοσιακή στρατηγική της θαλάσσιας ισχύος διατηρήθηκε μετά το 1815 ώστε να εξυπηρετηθούν οι ηθικές αξίες (και συμφέροντα) της εμπορικής και βιομηχανικής τάξης, όχι μόνο για τη συνέχιση του πολέμου κατά της πειρατείας, αλλά για τον εκμηδενισμό ενός αμαρτωλού σκλαβοπάζαρου». Bernard Semmel, Liberalism and Naval Strategy, (Boston: Allen and Urwin, 1986), σελ. 10.
[31] Semple, op.cit., 327-329. Επίσης Rosinski, op.cit., 5, και Jared Diamond, Guns, Germs and Steel (New York: W.W. Norton and Company, 1999).
[32] Αναφέρεται στο: Semmel, op.cit., σελ.2.
[33] «Ο γερμανός οικονομολόγος Frank List έγραφε στα 1840 ότι η ναυτιλία είναι η πιο απαιτητική από τις “εργατικές ασχολίες”, και ότι το υπερπόντιο εμπόριο απαιτεί “ενέργεια, προσωπική θάρρος, τόλμη και αντοχή”, ιδιότητες που μπορούν να “ανθίσουν μόνο σε μια ατμόσφαιρα ελευθερίας”.» Απόσπασμα από: Bernard Semmel, op.cit., σελ.3.
[34] Ο Semple το θέτει ως εξής: «δεδομένου ότι η προσαρμογή στη θάλασσα υπήρξε αρκετά δυσκολότερη απ’ ότι στην ξηρά, μαζί με τον σκληρότερο αγώνα απέφερε και μεγαλύτερη πνευματική και υλική ανταμοιβή». Semple, op.cit., σελ.294.
[35] «...ανακάλυψαν μια ομορφιά πιο διαπεραστική και ανυπέρβλητη απ’ ότι γνώριζαν μέχρι τότε...» Barry Lopez, Artic Dreams, (New York: Scribner, 1986), σελ.5
[36] Η σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια της «Μητέρας Φύσης» ανιχνεύεται στην τεχνοφοβία και τη γραφικότητα κάποιων οικολογικών κινημάτων. Απ’ την άλλη μεριά, «ο άνθρωπος που κάνει το Θεό» και το συνεχές ψευτομαστόρεμα της φύσης δεν είναι ακίνδυνα όπως υπενθυμίζουν τα ηθικά ζητήματα της κλωνοποίησης και της αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη.
[37] Rosinski, op.cit.,σελ.42
[38] Σύμφωνα με τον Herbert Rosinski «παρέμενε μέλος μιας κοινότητας που τον περιέβαλε. Μοναδικός σκοπός του ήταν ίσως να προσαρμοστεί σ’ αυτή την ενότητα και έτσι να ενσωματωθεί στη συνολική αρμονία του σύμπαντος... Ύψιστη φιλοδοξία του είναι η εξάλειψη της ατομικότητάς του και η εκ νέου ένταξή του στην πορεία του κόσμου». Ibid.
[39] Έπ’ αυτού χαρακτηριστική είναι η διαφορά μεταξύ του Κινεζικού πολιτισμού που εκτιμούσε την «αρμονία» και την «τάξη» απ’ τη μια μεριά, και των Αθηναίων απ’ την άλλη, που, κατά τον Θουκυδίδη: «to describe their character in a word, one might say that they were born into the World to take no rest themselves and to give none to the others». Ο Durant αναφέρει επίσης: «[οι Αθηναίοι] είναι ανταγωνιστικά ζώα και προκαλούν ο ένας τον άλλο με σχεδόν ανελέητη αντιζηλία». Δες Θουκυδίδη, Βιβλίο α΄, op.cit.,σελ.40, 112-113, επίσης Durant, op.cit., σελ.297 και Marc Mancall, “The Ching Tribute Systemστο The Chinese Worlds Order, Traditional Chinas Foreign Relations, ed. John K. Fairbank (Cambridge, MA : Harvard University Press, 1968), σελ. 63-89.
[40] Ο Θουκυδίδης περιγράφει με ευγλωττία και πάλι, την διαφορά μεταξύ ναυτικής Αθήνας και ηπειρωτικής Σπάρτης. Μέσα από τα λόγια του Κορίνθιου ομιλητή απευθυνόμενου προς τη συνέλευση της Σπάρτης: The Athenians are addicted to innovation and their designs are characterized by swiftness alike in conception and execution; you have a genius for keeping what you have got accompanied by a total want of invention… Further there is a promptitude on their side against procrastination on yours.” Θουκυδίδης, Βιβλίο α΄, op.cit., σελ.40.
[41] Ferdinard Tönnies, Community and Society, μετάφραση του Charles P. Loomis, (New Brunswick: Transaction Books, 1988), σελ. 33.
[42] Ibid, σελ. 103
[43] Liah Greenfeld, The Spirit of Capitalism: Nationalism ND Economic Growth, (Cambridge, MA: Harvard University Press, 2001), σελ. 2-3.
[44] Ibid.
[45] Σύμφωνα με τον Herbert Rosinski: «Αποφασιστικό στοιχείο αυτής της διαδικασίας μέσω της οποίας το φεουδαρχικό καθεστώς μετατράπηκε στο σύγχρονο κράτος ήταν η αντίθεση μεταξύ ηπειρωτικών κρατών από τη μία και ναυτικών κρατών από την άλλη, ή ανάμεσα σε απολυταρχικά και συνταγματικά κράτη.» Rosinski, op.cit., σελ. 84
[46] Reynolds, History and the Sea, op.cit., σελ. 5
[47] «Η πειθαρχία στη θάλασσα», λέει ο Reynolds, «... είναι και η αυτοπειθαρχία του κάθε ναυτικού ξεχωριστά απέναντι στους συνεχείς κινδύνους. Η πρακτική κοινή λογική και η ικανότητα αυτοσχεδιασμού ελλείψει δόγματος και υλικού είναι εξίσου σημαντικές για την επιβίωση στη θάλασσα... Ο θαλασσοκρατικός ατομικισμός παρέμεινε βασικό συστατικό όχι μόνο των εκάστοτε επιτυχημένων Ναυτικών, αλλά και των μεγάλων ναυτικών κρατών.» Ibid., σελ.7.
[48] Ο Semmel αναφέρει σχετικά με τον ναύαρχο Fisher και το materiel school : Στο materiel school μπορεί κανείς να δει το ήθος που ο Schumpeter ονόμαζε μεσοαστική εδραίωση και ελαχιστοποίηση του κινδύνου, το δόγμα ενός πολέμου αμυντικής προφύλαξης.» Semmel, op.cit., σελ. 136.
[49] «Δεν είναι αξιοπερίεργο» παρατήρησε κάποτε ο Αμερικανός θαλασσογράφος John Marin «το γεγονός ότι ποτέ, μα ποτέ, κανείς Δικτάτορας δε ζούσε κοντά σε θάλασσα;» Απόσπασμα από το History and the Sea του Reynolds, op.cit., σελ. 21.
[50] Από αυτή την άποψη, η αντίθεση μεταξύ της αιτιότητας εναντίον των αξιωματικών του ναυτικού και της αδιαφορίας για τις ανθρώπινες απώλειες εκ μέρους των στρατηγών του στρατού στο «μακελειό» του Δυτικού Μετώπου, αποτελεί ένδειξη των αξιών του καθενός. Λέει ο Semmel: «Ένας συγγραφέας σύγκρινε τον Tirpitz και τον Fisher, βλέποντας και τους δύο ως προïόντα οικογενειών της μεσαίας τάξης που θήτευσαν και σταδιοδρόμησαν στο στρατό, φιλελεύθεροι γενικά στις πολιτικές τους πεποιθήσεις, και υπέρμαχοι του materiel school. Τόσο στη Γερμανία όσο και στην Αγγλία οι μεσαίες τάξεις είχαν πολυάριθμους αντιπροσώπους ανάμεσα στους ανώτατους αξιωματικούς του ναυτικού. Παρόλο που και στις δύο πλευρές (οι μεθυσμένοι από τον Ναπολέοντα Γάλλοι ακολούθως των Tochu και Foch, και οι Πρώσοι αριστοκράτες που παρανοούσαν τον Clausewitz) διακινδύνευαν σπάταλα άνδρες και υλικό στο Δυτικό Μέτωπο, στον πόλεμο στη θάλασσα επικράτησε η λιτότητα.» Ibid., σελ. 150.
[51] Όπως επισημαίνει ο Reynolds: «Βασιζόμενα στη γεωργία, τα κράτη αυτά εξαρτούσαν την άμυνά τους κυρίως στο έμψυχο δυναμικό – την επιστράτευση, την πειθάρχηση και τη διοίκηση πολυάριθμων στρατευμάτων. Αποτέλεσμα ήταν μια γενικότερη τάση προς την απολυταρχική διακυβέρνηση, την επιβολή της τάξης στο έθνος και έναν δουλοπρεπή λαό.» Ibid., σελ.10.
[52] Kenneth Waltz, “The Origins o War” στο American Defence Policy, ed. John Reichart and Steven Stum, 5th ed. (Baltimore: John Hopkins University Press, 1982),σελ.8.
[53] Όλα αυτά τα πολυέξοδα ναυτικά πειράματα σπάνια ζούσαν παραπάνω από τους εμπνευστές τους. Το παράδειγμα της Κίνας είναι το πιο χαρακτηριστικό. Μετά τον Chêng Ho’, η κομφουκιανή γραφειοκρατία ουσιαστικά απαγόρευσε κάθε θαλάσσια δραστηριότητα. Ο Boorstin αναφέρει: «Ήδη το 1500 η κατασκευή ποντοπόρου κινέζικου ιστιοφόρου πλοίου με παραπάνω από δύο κατάρτια ήταν σοβαρότατο αδίκημα. Το 1552 οι αξιωματικοί της ακτοφυλακής είχαν διαταγή να καταστρέφουν όλα τα πλοία τέτοιου είδους και να συλλαμβάνουν τους ναυτικούς που συνέχιζαν να τα κυβερνούν.» Daniel J. Boorstin, The Discoverers, (New York: Random House, 1983), σελ.200.
[54] Σε ένα παρόμοιο συμπέρασμα καταλήγει και ο Herbert Luthy λέγοντας: «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πρωτοκαθεδρία της θαλάσσιας ισχύος ήταν απαραίτητο συστατικό αυτού το οποίο ονομάζουμε Ευρωπαϊκή περίοδο της παγκόσμιας Ιστορίας... Στη διάρκεια της Ιστορίας, αυτοκρατορίες ήρθαν κι έφυγαν, και αρκετές άφησαν κάτι παραπάνω από ερείπια. Αυτές οι λίγες, σε διάστημα μικρότερο μιας χιλιετίας, άλλαξαν τη δομή και την εμφάνιση ολόκληρου του κόσμου. Δημιούργησαν μάλλον τον κόσμο στον οποίο ζούμε.» Herbert Luthy, Colonisation and the Making of Mankind. The Journal of Economic History, Vol. 21, No. 4 (Δεκέμβριος 1961), 485.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...